https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (35): Το Λογοτεχνικό Ζώο (1): Η Απόψη της Επιστημονικής Παράταξης (1)


Από τον πρόλογο του E.O. Wilson στο βιβλίο των Jonathan Gottshall & David Sloan Wilson (επιμέλεια): The Literary Animal. Evolution and the Nature of Narrative (2005) (μτφρ. Crying Wolf)




Το χάσμα μεταξύ φυσικαλιστών και κοινωνικών κονστρουκτιβιστών στη λογοτεχνική θεωρία, επεκτείνεται έως τα θεμέλια της γνώσης καθεαυτά. Πιστεύω ότι το όλο θέμα έχει ως εξής. Οι σημαντικοί τομείς της γνώσης - φυσικές επιστήμες, κοινωνικές επιστήμες, ανθρωπιστικές επιστήμες – είτε μπορούν να συνδεθούν μέσω ενός δικτύου επαληθεύσιμων αιτιωδών εξηγήσεων είτε όχι. Είτε η ύπαρξή τους μπορεί να χαρτογραφηθεί ως ένα συνεχές με τη βοήθεια της επιστήμης όπως πιστεύουν οι θεωρητικοί του φυσικαλισμού ή η επιστήμη, όπως πιστεύουν οι κονστρουκτιβιστές θεωρητικοί, είναι «απλά και μόνο ένας τρόπος γνώσης» με πολλές διαφορετικές και επιμέρους αλήθειες να προκύπτουν από πολιτιστικές και προσωπικές ιδιαιτερότητες.


Οι φυσικαλιστικές θεωρίες έχουν, κατά ένα ελάχιστο, διευκρινισμένο και πλαισιωμένο το θέμα της έρευνάς τους. Αν έχουν δίκιο και όχι μόνο η ανθρώπινη φύση αλλά και η καλύτερη λογοτεχνική της παραγωγή μπορούν να αναχθούν σε βιολογικές ρίζες, θα έχουμε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της διανοητικής ιστορίας του ανθρώπου: την επιστήμη και τις ανθρωπιστικές επιστήμες ενωμένες.

Η αντίθετη άποψη είναι εξίσου ενδιαφέρουσα. Αν η φυσικαλιστική έρευνα αποτυγχάνει συνεχώς να πείσει για τα ευρύματά της, οδηγώντας σε μεγαλύτερη αποδοχή από τον κόσμο των προκαθορισμένων κονστρουκτιβιστικών θέσεων, η πρόοδος στη διανοητική ιστορία του ανθρώπου θα είναι ακόμα μεγαλύτερη: η συνύπαρξη δεν είναι δυνατή.

Στην περίπτωση αυτή, οι κονστρουκτιβιστές θα μάντευαν σωστά αλλά θα ήταν οι αυτόβουλοι ενοποιητές που θα παρείχαν τα σχετικά κρίσιμα στοιχεία. Και ο τρόπος για να λυθεί το ζήτημα αυτό είναι ένας και μοναδικός: να βγείς έξω στον κόσμο και να δοκιμάσεις, αποδεχόμενος το ρητό του Φράνσις Μπέικον ότι η αλήθεια προκύπτει πιο εύκολα από το λάθος παρά από τη σύγχυση.

Κι η σύγχυση είναι αυτό που επικρατεί στον κόσμο της λογοτεχνικής κριτικής. Οι φυσικαλιστές («Δαρβινικοί») κριτικοί έχουν να προτείνουν μια ανίκητη στρατηγική στη θέση της σύγχυσης. Δεν βλέπουν τη διάκριση μεταξύ των μεγάλων κλάδων της γνώσης – τις φυσικές επιστήμες από την μια μεριά και τις ανθρωπογνωστικές και ανθρωπιστικές κοινωνικές επιστήμες από την άλλη – ως μια λανθασμένη διαχωριστική γραμμή μεταξύ δυο ειδών αλήθειας. Μάλλον δεν την βλέπουν καθόλου ως γραμμή αλλά ως μια μεγάλη έκταση με φαινόμενα που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί και περιμένουν τη συνεργατική διερεύνησή τους από ερευνητές και των δυο πλευρών. Η προσέγγιση αυτή έχει το μεγάλο πλεονέκτημα ότι μπορεί να αποδειχτεί εμπειρικά είτε ορθή είτε λανθασμένη είτε, στην χειρότερη περίπτωση, μη λειτουργική.

Υπάρχει μια αναλογία μεταξύ των αντιμαχόμενων ιδεών και της γεωγραφικής εξερεύνησης. Οι πρώτοι εξερευνητές ήταν Κολομβικοί: έψαχναν για ηπείρους και αρχιπέλαγα. Το δεύτερο κύμα εξερευνητών ήταν Μαγγελανικοί: συνθετικοί από τη φύση τους, προσπαθούσαν για τον όλον. Το τρίτο κύμα ήταν χαρτογραφικό. Οι φυσικαλιστές θεωρητικοί της λογοτεχνίας είναι επίδοξοι Κολομβικοί. Κυνηγημένοι ή και περιφρονημενοι από τους ακαδημαϊκούς κονστρουκτιβιστές, έχουν καθελκύσει τις εύθραυστες καραβέλλες τους σε μια άγνωστη θάλασσα. Ποιός θα στοιχηματίσει κατά τους; Αν έχουν κάποια πιθανότητα επιτυχίας, ποιός απ΄αυτούς που έχουν το σχετικό κουράγιο και τη σχετική φιλοδοξία δεν θα ήθελε να πάει μαζί τους – ή, τουλάχιστον, να τους παρέχει την υποστήριξή του;

Το ιδανικό κλειδί για την επιτυχία είναι η κατανόηση του νου. Είκοσι πέντε αιώνες φιλοσοφίας δεν έχουν κατορθώσει αυτό που κάποτε ο Δαρβίνος ορθά όρισε ως επίθεση στο φρούριο. Πράγματι, το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της φιλοσοφίας έως σήμερα, έχει βασιστεί σε αποτυχημένα μοντέλα του νου. Ο Φρόιντ, ο Γιούνγκ κι οι ψυχαναλυτικές σχολές που ενέπνευσαν ακολούθησαν μια φυσικαλιστική προσέγγιση. Αλλά κι αυτοί απέτυχαν. Δεν υπήρχε αρκετή νευροεπιστήμη και εξελικτική βιολογία στα χρόνια τους, ώστε να μπορούν να φτιάξουν αξιόπιστα μοντέλα του νου. Επίσης, οι θεωρητικοί της ψυχανάλυσης αναζήτησαν ανεξαρτησία από τη βιολογία, με αποτέλεσμα να κάνουν ακόμα περισσότερα λάθη.

Στις μέρες μας φαίνεται ότι οι νευροεπιστήμονες, οι γνωστικοί ψυχολόγοι και οι εξελικτικοί βιολόγοι έχουν καταλάβει μια προνομιακή θέση στην όλη επίθεση. Η επίμονη, από τα κάτω προς πάνω (bottom-up) προσέγγιση τους – διεργασία τη διεργασία, κύκλωμα το κύκλωμα - αποκάλυψε επιτέλους τις πολύπλοκες λειτουργίες του μυαλού. Και είναι πιθανόν, μέσα σε μια ή δυο δεκαετίες, να φτάσουν σε μια αδρή απάντηση στο ερώτημα που θεωρείται θεμελιώδες στις φυσικές επιστήμες: Τί είναι ο νούς;

Καθώς οι ιδιότητες του μυαλού διευκρινίζονται με εμπειρικό τρόπο, είναι πολύ πιθανό να οριστεί και η ανθρώπινη φύση με μεγαλύτερη ακρίβεια. Το ότι μια τέτοια φύση υπάρχει, δεν αμφισβητείται πλέον από κανέναν. Μέχρι πριν λίγα χρόνια υπήρχε μεγάλη διαφωνία πάνω στο αν το μυαλό είναι καλωδιωμένο σε προϋπάρχοντα, συγκεκριμένα πρότυπα μάθησης και συμπεριφοράς ή αν είναι ένας άγραφος πίνακας, που δεν δεσμεύεται ούτε κι από τα πιο στοιχειώδη κίνητρα και διαμορφώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την κουλτούρα και την προσωπική ιστορία. Το μοντέλο του άγραφου πίνακα δοκιμάστηκε εμπειρικά. Και έχασε. Τα δεδομένα από τις βιολογικές και συμπεριφορικές επιστήμες συνέκλιναν στο να υποδείξουν ότι το μυαλό είναι στην πραγματικότητα περίπλοκα καλωδιωμένο εκ γενετής. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται ούτε από τα γονίδια ούτε από την κουλτούρα αλλά από μια περίπλοκη αλληλεπίδραση αυτών των δύο δυνάμεων, με τη βιολογία να καθοδηγεί και το περιβάλλον να εξειδικεύει.

Τί είναι λοιπόν η ανθρώπινη φύση, σύμφωνα με τη σύγχρονη βιολογία; Δεν είναι τα γονίδια που την καθορίζουν. Ούτε τα γενικά χαρακτηριστικά της κουλτούρας, όπως οι μύθοι της δημιουργίας, τα αιμομικτικά ταμπού, οι διαβατήριες τελετές, χαρακτηριστικά που τα έχουν όλες οι κοινωνίες. Είναι μάλλον οι κληρονομημένες κανονονικότητες της αισθητηριακής και διανοητικής ανάπτυξης αυτές που ενεργοποιούν και καθοδηγούν την πρόσληψη της κουλτούρας. Ο αριθμός των γονιδίων του ανθρώπινου γονιδιώματος είναι περίπου 36.000 και είναι πολύ μικρός ώστε να μπορέσει να κωδικοποιήσει κάτι παραπάνω από ένα ελάχιστο κλάσμα των παραλλαγών της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και, προφανώς, η εντυπωσιακή ανάπτυξη της/των κουλτούρας/ρων βασίζεται στη μάθηση. Αλλά ακόμη και με όλα τα επιτεύγματά της και την τεράστια ποικιλία της, η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πολλή περιορισμένη συγκριτικά με το ρεπερτόριο συμπεριφορών που επιδεικνύουν τα άλλα ζωϊκά είδη. Κατά βάση, έχουμε παραμείνει στο στάδιο όχι μόνο των προγονικών μας ανώτερων πρωτευόντων αλλά και σ’ αυτό των αφρικανικών κατάρρινων.

Δεν έχουμε την ικανότητα να δούμε την υπεριώδη ακτινοβολία που καθοδηγεί τις πεταλούδες, δεν έχουμε την ηλεκτρική αίσθηση με την οποία τα ηλεκτρικά ψάρια οργανώνουν τη ζωή τους, δεν έχουμε την ικανότητα ηχοεντοπισμού με την οποία νυχτερίδες και φάλαινες κυνηγούν και προσανατολίζονται, όπως δεν έχουμε και την μαγνητική αίσθηση με την οποία τα ωδικά πτηνά ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα. Είμαστε ακόμη μικροκοσμικοί ηλίθιοι, έχοντας χάσει την εκλεπτυσμένη όσφρηση που έχει η μεγάλη πλειοψηφία των ζώων. Οι κουλτούρες μας και οι αξίες μας έχουν ανώτερη σημασία για εμάς αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ειδικές, επίγειες και θηλαστικές. Έτσι, για παράδειγμα, μερικές από τις αξίες που θα αναμένανε να χαρακτηρίζουν έναν πολιτισμό τερμιτών εάν αυτός είχε υπερβεί το κατώφλι της νοημοσύνης θα ήταν: λατρεία για το υγρό σκοτάδι, φωτοφοβία, εκλεπτυσμένο γούστο για λιγνίνη και κελλουλόζη όπως και για μουσική με σοφιστικέ φερομονικά τραγούδια, προσήλωση σε ταμπού που αποκλείουν αναπαραγωγή με οποιαδήποτε κοινωνική τάξη και πίστη στη βασίλισσα, αφοσίωση στο καθήκον του κατασπαραγμού των πληγωμένων και νεκρών συντρόφων. Είμαι σίγουρος ότι οι πολιτισμένοι τερμίτες θα θεωρούσαν τη όλη σύλληψη της ανθρώπινης ύπαρξης κανονικό εφιάλτη.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου