https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Η πολιτική της πανδημίας: Το 2020 εκ των υστέρων και μια προοπτική για το 2021

του Omar Hassan (μτφρ.: Cryinwolf)


Το 2020 έφυγε αλλά δεν θα ξεχαστεί. Όπως το 1914, το 1929, το 1974 και το 2001, οι ιστορικοί θα το καταγράψουν ως μια στιγμή που η κοινωνική και οικονομική συνέχεια διακόπηκε ριζικά και γεννήθηκε μια νέα εποχή πολιτικής. Όπως για κάθε μια από αυτές τις καθοριστικές χρονιές, τα γεγονότα του περασμένου έτους έχουν τόσο ειδικές όσο και γενικές όψεις. Οι οποίες πυροδοτούνται από ιδιαίτερα κι απρόβλεπτα συμβάντα, αν και ουσιαστικά καθορίζονται από μακροπρόθεσμες αντιφάσεις που έχουν αποκαλυφθεί και ενταθεί από την κρίση.

Φυσικά, στην περίπτωση αυτή ο καταλύτης ήταν ο ιός COVID-19. Μαρξιστές όπως ο Rob Wallace, συγγραφέας του Big Farms make Big Fluέχουν γράψει εκτενώς για τη διασύνδεση μεταξύ εντατικών καπιταλιστικών γεωργικών πρακτικών και της εμφάνισης αυτού και άλλων ιών, οπότε δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τα επιχειρήματά τους εδώ (βλ. εδώ). 

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι ο COVID-19 δεν πρέπει να θεωρείται ένα εξωγενές σοκ τού κατά τα άλλα υγιούς κοινωνικού μας συστήματος. Αντίθετα, η πανδημία είναι μια παρενέργεια της εξορυκτικής σχέσης του καπιταλισμού με τον φυσικό κόσμο, που διαμεσολαβείται και πολλαπλασιάζεται με παγκοσμιοποιημένες αλυσίδες παραγωγής, διανομής και μετακίνησης. Αυτή η αυξανόμενη πιθανότητα παγκόσμιων πανδημιών είναι ένα μόνο παράδειγμα τού πώς αυτή η δυναμική θα έχει θανατηφόρες συνέπειες πέρα από την υπερθέρμανση του πλανήτη. Εάν οι πολιτικές δεν αλλάξουν, θα δούμε την κατάρρευση πολλών ακόμη οικολογικών ισορροπιών που μας έχουν κρατήσει ασφαλείς μέχρι τώρα.

Η κρίση υγείας που εξαπλώθηκε από την Κίνα σε όλο τον κόσμο, με τη σειρά της πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου παγκόσμια οικονομική κατάρρευση. Το δεύτερο τρίμηνο του 2020 σημειώθηκε η μεγαλύτερη πτώση του ΑΕΠ που έχει καταγραφεί ποτέ στις ΗΠΑ, μια εντυπωσιακή συρρίκνωση 9,5%. Κι αυτό δεν είναι μια ιδιαιτερότητα των ΗΠΑ. Τα ρεκόρ έσπασαν σε όλες τις χώρες, επισκιάζοντας τις μειώσεις που προκάλεσε η Μεγάλη Ύφεση. Ακόμη, η παγκόσμια ύφεση αυτή τη φορά πυροδοτήθηκε εθελοντικά, καθώς οι κυβερνήσεις έκλεισαν τις οικονομίες τους στην προσπάθειά τους να σταματήσουν την εξάπλωση του ιού. Ως εκ τούτου, το τρίτο τρίμηνο του έτους σημειώθηκε σημαντική ανάκαμψη με ρεκόρ μεγέθυνσης να ακολουθούν τα ρεκόρ συρρίκνωσης σε μια σειρά πλούσιων οικονομιών.

Τα κράτη ανταποκρίθηκαν στην αρχική κρίση με πρωτοφανή επίπεδα νομισματικής και δημοσιονομικής στήριξης για την οικονομία. Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε η Statista στις αρχές Οκτωβρίου, η Ιαπωνία είχε δαπανήσει το ισοδύναμο του 21% του ετήσιου ΑΕΠ για να αποτρέψει μια οικονομική κατάρρευση, ενώ το αντίστοιχα νούμερο για την Αυστραλία και τις ΗΠΑ ήταν περίπου 14%. Συγκρίνετε αυτό το νούμερο με το αντίστοιχο κατά την κορύφωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2009, όταν η Αυστραλία και οι ΗΠΑ δαπάνησαν μόλις 2% του ΑΕΠ τους. Κι ενώ οι δαπάνες πρόνοιας ήταν σημαντικά αυξημένες αυτή τη φορά, ο μεγαλύτερος δικαιούχος ήταν το μεγάλο κεφάλαιο. Είναι δύσκολο να προβλεφθούν οι πολιτικές και ιδεολογικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από αυτές τις δαπάνες αλλά φαίνεται πιθανό ότι, βραχυπρόθεσμα, οι νεοφιλελεύθερες αρχές της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της αποστροφής προς στο χρέος θα μπουν στην άκρη. Τούτων λεχθέντων, η επίθεση της άρχουσας τάξης εναντίον των εργαζομένων συνεχίζεται, όπως φαίνεται από τη νέα αντι-συνδικαλιστική νομοθεσία που πρότεινε η κυβέρνηση του Scott Morrison στην Αυστραλία.

Εκτός από τις άμεσες δημοσιονομικές δαπάνες, η χαλαρή νομισματική πολιτική της τελευταίας δεκαετίας συνεχίζεται, με τα επιτόκια να πιάνουν πάτο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να γίνονται αρνητικά. Τα αδιανόητα μεγάλα ποσά πίστωσης που ρέουν μέσω του συστήματος έχουν προκαλέσει μια σειρά από παράξενες και δυνητικά αποσταθεροποιητικές παρενέργειες.

Πρώτον, σε αντίθεση με τα βουντού οικονομικά της σύγχρονης νομισματικής θεωρίας, τα χρέη που συσσωρεύονται από τα κράτη θα πρέπει κάποια στιγμή να πληρωθούν. Ενώ ορισμένες ανεπτυγμένες οικονομίες - κυρίως οι ΗΠΑ - μπορούν να δανειστούν τεράστια ποσά βάσει των ισχυρών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας και των θεμελιωδών οικονομικών στοιχείων, οι περισσότερες δεν είναι τόσο τυχερές. Παρά την ανεκτικότητα του ΔΝΤ και άλλων διεθνών πιστωτικών οργανισμών στις αρχές της πανδημίας, αρκετές από τις λεγόμενες αναδυόμενες οικονομίες αντιμετωπίζουν κρίσεις δημόσιου χρέους. Κι ως αποτέλεσμα, αναγκάστηκαν να περικόψουν τις κοινωνικές δαπάνες και να υποτιμήσουν τα νομίσματά τους, κάνοντας τη ζωή των εργαζομένων και των φτωχών δυσκολότερη, υπονομεύοντας περαιτέρω την οικονομική ανάπτυξη και αυξάνοντας το βάρος αποπληρωμής όπου τα κρατικά χρέη είναι σε ξένα νομίσματα όπως το δολάριο ΗΠΑ.

Μια δεύτερη παρενέργεια της φθηνής πίστωσης είναι η άνοδος στις αγορές μετοχών, οι οποίες συνέχισαν να αυξάνονται παρά τις ελάχιστες ενδείξεις αύξησης των κερδών. Ο ιστορικός μέσος όρος του Δείκτη Τιμής προς Κέρδη ανά Μετοχή (Price-to-Earnings ratio (P/E)) για τον S&P 500  (δείκτης που μετρά την απόδοση των 500 μεγαλύτερων εισηγμένων στο χρηματιστήριο εταιρειών στις ΗΠΑ) είναι περίπου 15. Αυτή τη στιγμή έχει πιάσει μια φουσκωμένη τιμή ίση προς 37  -  την τρίτη μεγαλύτερη στην ιστορία.

Οι εταιρείες τεχνολογίας παίζουν σε διαστρεβλωμένο πρωτάθλημα μόνες τους, οδηγώντας έναν συγγραφέα των Financial Times να υποθέσει ότι οι μετοχές των ΗΠΑ ενδέχεται να βαδίζουν στον δρόμο προς τη μεγαλύτερη φούσκα στην ιστορία. Ο λόγος PE του Zoom χτύπησε την αστρονομική τιμή 800 σε μια φάση πέρυσι, πριν σταθεροποιηθεί σε μια τιμή λίγο πάνω από το 250. Τη στιγμή που γραφόταν αυτό το κείμενο, οι μετοχές της Airbnb που κυκλοφόρησαν πρόσφατα διαπραγματεύονταν με περισσότερα από 140 $, ενώ η DoorDash πωλείται στα 170 $. Καμία εταιρεία δεν έχει κάνει ποτέ τέτοια κέρδη. Σε μια συνέντευξη του ο μαρξιστής οικονομολόγος Joel Geier επισήμανε ότι ακόμη και αναγνωρισμένες εταιρείες έχουν επηρεαστεί από αυτή τη φούσκα: ‘’Η Apple είχε κέρδη 58 δισεκατομμυρίων δολαρίων πέρυσι, σε σύγκριση με τα 59 δισεκατομμύρια δολάρια πριν από δύο χρόνια. Η εκτίμηση του χρηματιστηρίου πριν από δύο χρόνια ήταν 720 δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά τον Οκτώβριο του 2020 εκτιμήθηκε στα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια!’’

Μια επιπλέον αβεβαιότητα σχετίζεται με την εύθραυστη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας πριν από την κρίση, κατάσταση που υποδεικνύεται από την ύφεση της βιομηχανίας και την επιβράδυνση της ανάπτυξης που ήταν ορατές από τα τέλη του 2019. Κι όλα αυτά, μετά από μια δεκαετία αναιμικής ανάπτυξης μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, μια περίοδο που περιγράφεται από τον βρετανό μαρξιστή οικονομολόγο Michael Roberts ως η πιο αδύναμη οικονομική ανάκαμψη που έχει καταγραφεί ποτέ.

Στις ΗΠΑ, υπάρχουν ενδείξεις ότι η κυβερνητική υποστήριξη και τα προγράμματα αγοράς ομολόγων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας έχουν βοηθήσει δυσανάλογα τις μεγάλες εταιρείες, οι οποίες αντιμετώπισαν την κρίση πολύ καλύτερα από τους μικρότερους αντιπάλους τους. Μένει να φανεί αν αυτό έχει να κάνει με τον οικονομικό εξορθολογισμό και την αναδιάρθρωση που απαιτούνται για την ενίσχυση των κερδών ή πρόκειται για την αφύσικη επιβίωση μη κερδοφόρων ζόμπι εταιρειών. Η κύρια βραχυπρόθεσμη επίπτωση είναι η ταχεία επέκταση του πλούτου του μεγάλου κεφαλαίου. Οι 2.200 δισεκατομμυριούχοι του κόσμου πρόσθεσαν 1,9 τρισεκατομμύρια δολάρια στα χαρτοφυλάκια τους το 2020. Στην Αυστραλία, δισεκατομμυριούχοι αύξησαν τον πλούτο τους κατά περισσότερο από 50%.

Προς το παρόν, ο παράγοντας που επηρεάζει περισσότερο την παγκόσμια οικονομία είναι ο αναποτελεσματικός  χειρισμός του ιού. Η ανάκαμψη το τρίτο τρίμηνο του 2020 δεν θα διατηρηθεί. Η επανεμφάνιση του ιού στην πλειονότητα της Ευρώπης και των ΗΠΑ έχει βάλει πάλι πολλές οικονομίες σε ύφεση. Ο τομέας τουρισμού είναι αυτός που χτυπήθηκε περισσότερο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι ο μόνος. Η αγορά ακινήτων, ιδίως των εμπορικών, έχει βυθιστεί επίσης σε κρίση, καθώς οι επιχειρήσεις εγκαταλείπουν τα ακριβά γραφεία και ενθαρρύνουν τους υπαλλήλους τους να εργάζονται από το σπίτι. Οι αεροπορικές εταιρείες έχουν χάσει πολλά χρήματα και πολλές κρατήθηκαν στη ζωή μέσω κρατικών κονδυλιών αξίας 160 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τον Οκτώβριο, σχεδόν 200 ευρωπαϊκά αεροδρόμια φαινόταν να οδεύουν προς την πτώχευση, πριν ακόμη το δεύτερο κύμα σβήσει τις ελπίδες για γρήγορη ανάκαμψη των διεθνών μετακινήσεων.

Ενώ πολλές επιχειρήσεις άντεξαν στο πρώτο lockdown, το δεύτερο κύμα και το δεύτερο lockdown μπορεί αν είναι το τελειωτικό χτύπημα για πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στην πίστωση.

(συνεχίζεται)