https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

Αισιόδοξοι vs. Απαισιόδοξοι: το αιώνιο ματς (11): Dada vs. Data

Για τον νταταϊσμό τα είπαμε και βαριόμαστε να τα ξαναπούμε.Επομένως, ο λόγος στον ντανταϊσμό. Ο οποίος έχει κλείσει 106 χρόνια ζωής (προθανάτιας ή μεταθανάτιας  - δεν έχει την παραμικρή σημασία).


Το Dada ήταν ένα κίνημα που γεννήθηκε μέσα στη παράνοια του 1ου Παγκοσμίου πολέμου (1916), μια από τις μεγαλύτερες ξεφτίλες της ανθρωπότητας. Έναν χρόνο μετά τη διατύπωση της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας από τον Αϊνστάιν, τρία χρόνια μετά την εγκατάσταση της πρώτη γραμμής συναρμολόγησης από την Ford και λίγα χρόνια μετά την περιγραφή του άτομου από τον Νιλς Μπορ και τη γέννηση της Κβαντομηχανικής.

To Dada κοίταξε την ανθρώπινη φύση και την ανθρώπινη ιστορία και είδε μόνο τρέλα. Κατά μία έννοια, το Dada ήταν και παραμένει η καλύτερη αναπαράσταση του τι είναι το ανθρώπινο γένος- συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Dada ("Οι πραγματικοί Dada είναι εναντίον του Dada", Tristan Tzara).Και  θεώρησε  ότι το παράλογο, το χυδαίο, το παιδαριώδες, το προσβλητικό, το χαοτικό, η ανοησία, καθώς και η απλή βλακεία ήταν όχι απλώς θεμιτές αλλά ανώτερες μορφές ανθρώπινης έκφρασης.

Ακόμη, το Dada ήταν ο επίλογος μιας εποχής εκθετικής προόδου, μιας εποχή που είχε δει την εφεύρεση του αυτοκινήτου, του αεροπλάνου, του ραδιοφώνου, του δίσκου, του κινηματογράφου κ.λπ., καθώς και των ηλεκτρικών συσκευών, των μηχανών γραφείου και των ουρανοξυστών. Την εποχή της μηχανής.

(Συγκρίνετε με τη δική μας)

Μια εποχή που ο κόσμος αποικιζόταν με απίστευτη ταχύτητα από μηχανές. Και η φωνή του Αϊνστάιν, για όσους μπορούσαν ή ήθελαν να την ακούσουν: αυτό που βλέπετε με τα μάτια σας δεν είναι η πραγματικότητα, και την πραγματικότητα τα μάτια σας δεν μπορούν να τη δουν..


Ήταν μια εποχή που οι επιστήμονες αντιμαχούσαν πάνω στο λογικό και το ανορθολογικό με το πρώτο να χάνει πολλές μάχες. Και την ίδια στιγμή, οι τέχνες αντιμαχούσαν πάνω στον δυισμό της Πραγματικότητας (Ζωή/Θάνατος) έναντι της  Φαντασίας. Το Data έδειξε έναν ‘’Τρίτο Δρόμο’’ (οι τρίτοι δρόμοι είναι πάντα υπαρκτοί και, σχεδόν πάντα, καλύτεροι), πέρα από τα αισθητά και μη αισθητά και πέρα από τον δυισμό της Πραγματικότητας, στις απέραντες δυνατότητες της Φαντασίας, στη πολλαπλότητα της Φαντασίας, για να το πούμε πιο, μεταμοντέρνα. 

Σήμερα το Dada ζεί μέσα στο πνεύμα της Silicon Valley (με έναν αμερικάνικο ιδιοτελή τρόπο), ένα πνεύμα που δεν διαμορφώθηκε από την κουλτούρα των πολυεθνικών εταιριών, ούτε από την κουλτούρα κυβερνητικών υπηρεσιών, αλλά από την αντικουλτούρα της Bay Area, έναν άμεσο απόγονο του Dada.

H ιστορία φαίνεται να δείχνει ότι το Dada είχε δίκιο. To Dada  ήταν και είναι η επιτομή του ανθρωπισμού. Αυτής της ιδιότητας / ποιότητας που οι μηχανές απλά δεν μπορούν να κατακτήσουν. Το Dada είναι το απόλυτο αντίδοτο σε ό,τι απειλεί να απομυζήσει την ανθρώπινη κοινωνία από την ανθρωπιά.



Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

Η ΄Άλωση της Βαστίλης και οι ‘’120 μέρες στα Σόδομα’’

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα που γιορτάζουμε την Άλωση της Βαστίλης, μού ‘ρχεται στο μυαλό κι ο Μαρκήσιος. Δέκα μόλις μέρες πριν, είχε μεταφερθεί από τις περιώνυμες φυλακές, ‘’γυμνός σαν σκουλήκι,’’ στο Άσυλο Φρενοβλαβών Charenton.


Ο ελευθεριάζων Ντε Σαντ Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά Κόμης ντε Σαντ Παρίσι, 2 Ιουνίου 1740 – Σαρεντόν Σαιν Μορίς, 2 Δεκεμβρίου 1814) είχε προβλήματα με τον νόμο και την εκκλησία από νεαρός άνδρας. Η ακόλαστη ζωή του, η συμπεριφορά του προς τις νεαρές πόρνες που μάζευε στο κάστρο του (Château de Lacoste) κι οι φημολογούμενες ( ; ) ανίερες πράξεις του, σύντομα τον οδήγησαν στη φυλακή. 

Σε ηλικία 23 ετών, αμέσως μετά το τέλος του Επταετή πολέμου – όπου πολέμησε ως αξιωματικός – και έχοντας χρεωκοπήσει λόγω ακολασιών και τζόγου, δεν έχει άλλη λύση πέρα από έναν πλούσιο γάμο. Αν και ερωτευμένος με μια αριστοκράτισσα, ο πατέρας του τον πείθει να παντρευτεί τη διδα ντε Μοντρέιγ, κόρη ανώτατου δικαστικού. Την ίδια χρονιά, αντικρύζει για πρώτη φορά ‘’τα σίδερα’’ (μετά από καταγγελία μιας πόρνης για …..). Με το που τον μπουζουριάσανε, πλακώθηκε στις επιστολές μεταμέλειας και, μέσα σε ένα 15ήμερο,  έπεισε το βασιλέα να διατάξει την απελευθέρωσή του. 

Το χούι του ήταν μάλλον πανίσχυρο και, σύντομα, η αστυνομία άρχισε να τον παρακολουθεί. Τα ραπόρτα των πρακτόρων ήταν σαφή: ΄΄Σύντομα θα ξανακούσουμε για τις φρικαλεότητες του κόμη ντε Σαντ’’ (Οκτώβριος 1767).

Έτσι, μετά από διάφορα σκάνδαλα και ακολασίες, φυλακίσεις και εξορίες, καταδίκη σε θάνατο και δραπετεύσεις, το 1784 οδηγείται στη Βαστίλη. 

Εκεί θα γράψει το magnum opus του (120 μέρες στα Σόδομα ή το Σχολείο της Ελευθεριότητας, 1785), με μικροσκοπικό γραφικό χαρακτήρα σε ένα συνεχές ρολό χαρτιού που τύλιξε σφιχτά και έκρυψε στον τοίχο του κελιού του.
Εκεί θα αναπτύξει τις επαναστατικές του αρχές και θα επιτεθεί βίαια στους βασιλείς και τον κλήρο, θα αφοσιωθεί στην καταστροφή της ιδέας του θεού και της χριστιανικής ηθικής, που ανάγκαζαν τον άνθρωπο να αποδέχεται ένα κράτος που τον καταπιέζει και να είναι σκλάβος των πιο ανόητων αφεντικών και προκαταλήψεων

Εκεί θα γράψει (1788): ‘’Μια μεγάλη επανάσταση βρίσκεται στα σκαριά στη χώρα μας. Η Γαλλία έχει κουραστεί από τα εγκλήματα των κυρίαρχων, τη σκληρότητά τους, τις ακολασίες και τις ανοησίες τους. Έχει βαρεθεί τον δεσποτισμό και πρόκειται να σπάσει τα δεσμά του.”

Εκεί θα φτιάξει έναν χαρτινο τηλεβόα (2 Ιουνίου 1789) και θα αρχίσει να φωνάζει από τους πύργους της φυλακής προς τους περαστικούς ότι οι κρατούμενοι δολοφονούνταν. Η ταραχή που προκάλεσε ήταν τέτοια και τόση, που, λίγο αργότερα, ο διευθυντής των φυλακών τον έστελνε, ’γυμνό σαν σκουλήκι,’’ στο Άσυλο Φρενοβλαβών. 

H Εθνική Συντακτική Συνέλευση τον απελευθερώνει το 1790 και σύντομα εκλέχτηκε μέλος της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης και κάθισε στα άκρα αριστερά του Προέδρου. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ο Μαρκήσιος εργαζόταν ως υποβολέας στο θέατρο των Βερσαλλιών και αναμείχθηκε με την πολιτική (επίτροπος για τα νοσοκομεία, ένορκος) παλινδρομώντας ανάμεσα στο Παλιό και το Νέο Καθεστώς.

Από το 1794 καταπιάνεται ξανά με τη λογοτεχνία, τα μυθιστορήματά του γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία μέχρι την ημέρα που ο Βοναπάρτης επιβάλλει την ηθικοπλαστική του αντίληψη και τον φυλακίζει στο Άσυλο της Αγίας Πελαγίας (Μάρτιος 1801). Τελικά μεταφέρεται στο ψυχιατρικό άσυλο Σαραντόν (1803), όπου με τη βοηθεια του καλοσυνάτου διευθυντή και σε αντίθεση με τους υπεύθυνους γιατρούς, οργανώνει παραστάσεις όπου παίζουν οι ίδιοι οι άρρωστοι, και γράφει και σκηνοθετεί για ένα κοινό που δεν αποτελείται μόνο από το προσωπικό και τους ασθενείς, αλλά και από παριζιάνους. 

Ο Μαρκήσιος θεωρούσε το ρολό με το κείμενο του ‘’120 μέρες στα Σόδομα’’  χαμένο. Πίστευε ότι καταστράφηκε κατά την Άλωση της Βαστίλης, έκλαψε πολύ για αυτήν την απώλεια και πέθανε με αυτόν τον καημό στις  2 Δεκεμβρίου του 1814, απαλλάσσοντας από την παρουσία του μια εξουσία που ποτέ δεν έπαψε να τον κατατρέχει.

Αλλά ο Θεός, που τόσο μίσησε και πολέμησε ο Μαρκήσιος σε όλη του τη ζωή, έκανε το θαύμα δια χειρός του Αγγέλου του, νεαρού επαναστάτη Arnoux de Saint-Maximin (οι ιστορικοί δεν ξέρουν τίποτε για αυτόν, οπότε η υπόθεση του Αγγέλου ισχύει μέχρι να διαψευστεί από την έρευνα). Ο Άγγελος έσωσε το ρολό με τις ‘’120 ημέρες στα Σόδομα’’.

Το ρολό είχε μεγάλες περιπέτειες, ένα θρίλερ με πρωταγωνιστές βιβλιοπώλες και συλλέκτες (βλ εδώ κι εδώ), ως και πέρυσι τον Ιούλιο, όταν το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε ότι το ρολό είναι περιουσία του Γαλλικού Έθνους με αντίτιμο 4, 5 εκατομμύρια ευρώ – το 2017, το ρολό είχε ανακηρυχθεί ‘’εθνικός θησαυρός’’.

Μέσα σε 200 και κάτι χρόνια, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο πιο μισητός και απεχθής άνθρωπος στην ιστορία για πολλούς και ο ‘’Θείος ή/και Θεϊκος Μαρκήσιος’’ για κάποιους λιγότερους δικαιωνόταν. Κι οι ‘’120 μέρες  στα Σόδομα’’ από τους τοίχους του κελιού της Βαστίλης  έμπαιναν στο Πάνθεον της Λογοτεχνίας. 

Αυτό που κανείς δεν γνωρίζει είναι το τί θα έλεγε ο ίδιος για όλα αυτά.