https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (17): Η σκούπα και το σύστημα -αναγνώσεις

«Η Σκούπα και το Σύστημα» (ΗΣΚΤΣ), ΝΦ Γουάλας (ΝΦΓ), μετάφραση - επίμετρο ΓΙ Μπαμπασάκης, εκδόσεις Κριτική, σελίδες 572 (καθαρό κείμενο σελίδες 556).

Όπως έγραφα στο προηγούμενο ποστ (Η σκούπα και το σύστημα - μια outdated επικαιρότητα), το πρώτο μυθιστόρημα του ΝΦ Γουάλλας επρόκειτο να είναι το ανάγνωσμα (μου) του καλοκαιριού - και θα το διάβαζα ξαπλωτά και μετά καθιστά.

Γρήγορα γρήγορα να πω ότι η ξαπλωτή ανάγνωση, τουλάχιστον σε μένα, δεν δούλεψε. Με την έννοια ότι ενώ τα μέρη του μυθιστορήματος μου άρεσαν (ορισμένα πάρα πολύ) έχανα συνεχώς το όλον. Ήταν μια γνωστή αίσθηση, μια αίσθηση που είναι ισχυρό κίνητρο για την καθιστή ανάγνωση. 

Συνοπτικά, έχουμε:

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Κλίβελαντ του Οχάιο, το 1990, δηλαδή στο κοντινό μέλλον (με δεδομένο ότι το βιβλίο δημοσιεύτηκε το 1987). Μια 24χρονη κοπέλα, η Λινόρ, εργάζεται ως τηλεφωνήτρια σε έναν εκδοτικό οίκο. Η τηλεφωνήτρια αυτή, όμως, είναι και η κόρη ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στο Οχάιο, ιδιοκτήτη της εταιρίας παιδικών τροφών Στοουνσίφεκο. Η προγιαγιά της οικογένειας εξαφανίζεται από τον οίκο ευγηρίας που γηροκομείται και η κοπέλα αρχίζει την αναζήτηση. Παράλληλα με την εξαφάνιση της προγιαγιάς (η οποία σχετίζεται με επενδυτικά σχέδια της Στοουνσίφεκο), η Λινόρ έχει να κάνει με έναν ζηλιάρη και κτητικό εραστή και τον παπαγάλο της που κάνει καριέρα σε εκπομπή τηλε-ευαγγελιστών.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με την τεχνική της λεγόμενης αυτο-αναστοχαστικής μεταμυθοπλασίας (self-reflexive metafiction), δηλαδή της μυθοπλασίας που δραματοποεί την ίδια της την κατάσταση ως μυθοπλασία και διερευνά τα όρια πραγματικότητας-μυθοπλασίας (αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό). Σχεδόν όλα τα συστατικά του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος (=κατακερματισμένη αφήγηση, δομική αστάθεια, διακειμενικότητα, αδυνατότητα διαχωρισμού εαυτού από τη γλώσσα, μεταμυθοπλασία όπως είπαμε κλπ.) Και χιούμορ, υπερβολικές καταστάσεις, συνωμοσίες, χημικές φόρμουλες, καρτούν χαρακτήρες.

Είναι ένα εγκυκλοπαιδικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του 1980 με πληθώρα πληροφοριών, γνωστικών ζητημάτων, διαλόγων, στιλ γραφής, καταλόγων και απομαγνητοφωνήσεων [1]. Όπως σωστά επισημαίνει ο O'Donnell, η Σκούπα μπορεί να διαβαστεί και ως μίμηση του μεταμοντέρνου ύφους υπό μορφή παρωδίας (παστίς), όχι όπως περιοριστικά το ορίζει ο Φρέντρικ Τζαίημσον [2] αλλά διευρυμένη ώστε να είναι και κοινωνική κριτική και να βγάζει, ενίοτε, αρκετό γέλιο. Ή, και ως μενίππεια σάτιρα με βάση τον ορισμό του Νόρθροπ Φράι στην «Ανατομία της Κριτικής» [3]:

«Η μενίππεια σάτιρα ασχολείται λιγότερο με τους ανθρώπους καθεαυτούς και περισσότερο με διανοητικές συμπεριφορές. Σχολαστικοί, ζηλωτές, εκκεντρικοί, νεόπλουτοι, βιρτουόζοι, ενθουσιώδεις οπαδοί, πλεονέκτες και ανίκανοι επαγγελματίες κάθε είδους, αντιμετωπίζονται με βάση την επαγγελματική προσέγγιση τους στη ζωή ως κάτι διακριτό από την κοινωνική τους συμπεριφορά». 

Το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται σε 21 κεφάλαια (95 επιμέρους υποκεφάλαια). Κάθε κεφάλαιο χρονολογείται με το έτος δράσης (από τα 21 κεφάλαια τα 19 έχουν να κάνουν με το 1990 και μόνο δυο με άλλες χρονιές (1972 και 1981). Η ασυμμετρία/υβριδικότητα της αφήγησης αντανακλάται και στη δομή του κειμένου:





Το μεγαλύτερο κεφάλαιο (11-1990) είναι 101 σελίδες και το μικρότερο (19-1990) μόλις 4 γραμμές. Το ίδιο συμβαίνει και με τα επιμέρους υποκεφάλαια. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιστορίες που ξεδιπλώνονται μέσα στο μυθιστόρημα.

Όπως έχουν επισημάνει, σχεδόν όλοι, οι μελετητές του ΝΦΓ, το μυθιστόρημα μπάζει από παντού Πύντσον [4]. Τέλος πάντων, με τη βοήθεια και της μικρής ακόμη αλλά πολύ καλά αναπτυσσόμενης «βιομηχανίας Γουάλας» μπόρεσα να καταλάβω το πρόβλημα που είχα με την ξαπλωτή ανάγνωση. Το πρόβλημά μου με τα μέρη και το όλον ήταν το πρόβλημα που διευρενούσε το μυθιστόρημα. Η δυαδικότητα ή, καλύτερα, η αναλογία (ratio) μέρη/όλον (όπως και άλλες αναλογίες: εαυτός/άλλος, εαυτός/άλλοι, σύστημα/χάος, οργάνωση/αποδιοργάνωση και πάει λέγοντας) ήταν το θέμα (και τα θέματα) του μυθιστορήματος. Και το ερώτημα: πώς προσαρμοζόμαστε/συμβιβαζόμαστε σε/με αμετάκλητα ξεφτισμένους στόχους, κυνικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, πολυδιασπάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας και πάει λέγοντας;

Ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι ιδιαίτερος και αξίζει να τον κοιτάξει κανείς από πιο κοντά. Είναι έμμεση αναφορά στην σκούπα του αυστριακού φιλόσοφου Λούτβιχ Βιτγκενστάιν που εμφανίζεται στη Θέση 60 των «Φιλοσοφικών Ερευνών» του [5]:

«Όταν λέω: «η σκούπα μου βρίσκεται στη γωνιά», — είναι αυτό πραγματικά μια απόφανση σχετική με το ξύλο και τη βούρτσα της σκούπας;'Ετσι κι αλλιώς θα μπορούσε κανείς να αντικαταστήσει τήν απόφανση με άλλην που να προσδιορίζει τη θέση του ξύλου και τη θέση της βούρτσας. Και τώρα βέβαια, αυτή η απόφανση είναι μια πιο αναλυμένη μορφή της πρώτης. — Αλλά για ποιο λόγο την λέω «πιο αναλυμένη»; — Καλά, γιατί αν η σκούπα μου βρίσκεται εκεί, αυτό βέβαια σημαίνει, πως το ξύλο και η βούρτσα πρέπει να είναι εκεί και να βρίσκονται σε μια ορισμένη σχέση το ένα με την άλλη. Και αυτό ήταν, σα να λέγαμε, κρυμμένο στο νόημα της πρώτης πρότασης, και στην αναλυμένη πρόταση το έχουμε αποφασίσει. Μήπως λοιπόν όποιος λέει πως η σκούπα βρίσκεται στη γωνιά, εννοεί πραγματικά εκεί είναι το ξύλο και η βούρτσα, και το ξύλο είναι σφηνωμένο στή βούρτσα ; — Άν ρωτούσαμε κάποιον αv είναι αυτό που εννοεί, πιθανό να μας έλεγε πως δεν διόλου σκεφτεί το ξύλο χωριστά ή τη βούρτσα χωριστά. Και αυτή θα ήταν η απάντηση, γιατί δεν είχε την πρόθεση να μιλήσει ιδιαίτερα για το ξύλο ή ιδιαίτερα για τη βούρτσα. Υπόθεσε πώς, αντί «Φέρε μου τη σκούπα», λες σε κάποιον: «Φέρε μου το σκουπόξυλο και τη βούρτσα που εφαρμόζει σ' αυτό» — Μήπως η απάντηση δεν θα είναι: «Θές τη σκούπα ; Kαι γιατί το λες αυτό τόσο παράξενα;» — Μήπως θα καταλάβει καλύτερα την πιο αναλυμένη πρόταση ; — Αυτή η πρόταση, μπορεί κανείς να πει, πετυχαίνει το ίδιο αποτέλεσμα με την κοινή, αλλά μόνο με πιο περιφραστικό τρόπο. — Φαντάσου ένα γλωσσικό παιχνίδι όπου κάποιος λαβαίνει διαταγές να φέρνει ή να μετακινεί (ή κάτι ανάλογο) ορισμένα πράγματα που αποτελούνται από περισσότερα μέρη. Και δύο τρόπους παιχνιδιού: στον πρώτο (α) τα σύνθετα πράγματα (σκούπες, καρέκλες, τραπέζια, κτλ.) έχουν ονόματα όπως στη Θέση 15 (*), Ατόν δεύτερο (β) μόνο τα μέρη έχουν ονόματα, και τα σύνολα περιγράφονται με τη βοήθεια τους. — Με ποιά έννοια λοιπόν, μια προσταγή στο δεύτερο παιχνίδι είναι μια αναλυμένη μορφή μιας προσταγής στο πρώτο; Μήπως το πρώτο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στο άλλο, και τώρα το ανασύρουμε με την ανάλυση; — Είναι σωστό πως η σκούπα διαλύεται όταν χωρίσει κανείς το ξύλο από τη βούρτσα. Αλλά μήπως γι' αυτό, και η προσταγή να φέρουν τη σκούπα αποτελείται και αυτή από αντίστοιχα μέρη».

(*) Θέση 15: «Την αμεσότερη, ίσως, εφαρμογή της λέξης «υποσημαίνω», την έχουμε οταν το σημείο βρίσκεται πάνω στο αντικείμενο που υποσημαίνει. Υπόθεσε πώς τα εργαλεία πού μεταχειρίζεται ο Α για το χτίσιμο, έχουν πάνω τους ορισμένα σημεία. Οταν ό Α δείχνει στον βοηθό ένα τέτοιο σημείο, εκείνος το φέρνει το εργαλείο που είναι εφοδιασμένο με το σημείο. Έτσι, και με λίγο ως πολύ παρόμοιους τρόπους, ένα όνομα υποσημαίνει ένα πράγμα, ένα όνομα απονέμεται σ' ένα πράγμα. — Συχνά, όταν φιλοσοφούμε, θα φανεί χρήσιμο να λέμε στον έαυτό μας: το να οναμάζεις κάτι, μοιάζει σαν να κολλάς στο πράγμα μια επιγραφή με το όνομά του.»

Πώς βάζει στην ιστορία του τη σκούπα ο ΝΦΓ;

Στο Κεφάλαιο 9-1990 ο πατέρας της Λινόρ, Στοουνσίφερ Μπίντσμαν ΙΙΙ, της λέει:«...το οποίο, για να επαναλάβω αυτό που άκουγα χρόνια ολόκληρα και υποψιάζομαι ότι το ακούς, ξανά και ξανά, κι εσύ η ίδια, το νόημα κάποιου πράγματος δεν είναι τίποτα, λίγο ως πολύ, πέρα από τη λειτουργία του. Και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Σού έχει πεί αυτό με τη σκούπα; Όχι, ε; Λοιπόν, αυτό που έκανε σε μένα-θα πρέπει να ήμουν οχτώ, ή δώδεκα, ποιός θυμάται - ήταν να με καθίσει στο τραπέζι της κουζίνας και να πάρει μια ψάθινη σκούπα και να αρχίζει να σκουπίζει με μανία το πάτωμα, και μετά με ρώτησε ποιο είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο βασικό, το πιο θεμελιώδες, μέρος της σκούπας, οι ίνες ή το σκουπόξυλο. Ακούς; Η βούρτσα ή το ξύλο. Κι εγώ κόμπιαζα και ξερόβηχα, κι αυτή σκούπιζε ολοένα και πιο μανιακά, κι εγώ εκνευρίστηκα, και στο τέλος, όταν είπα ότι υποθέτω η βούρτσα, γιατί μπορείς να βρεις τρόπο να σκουπίσεις και χωρίς το σκουπόξυλο, κρατώντας μονάχα τη βούρτσα, ενώ δεν μπορείς να σκουπίσεις μόνο με το σκουπόξυλο, μου έδωσε μία και με πέταξε από την καρέκλα μου, και ούρλιαξε στο αυτί μου κάτι σαν "Αχά, αυτό επειδή θέλεις να σκουπίσεις με τη σκούπα, έτσι δεν είναι; Επειδή γι' αυτό τη θέλεις τη σκούπα έτσι δεν είναι;" Και τα λοιπά. Αν όμως θέλουμε μια σκούπα για να σπάσουμε τα τζάμια από τα παράθυρα, τότε το σκουπόξυλο θα ήταν σαφώς το θεμελιώδες μέρος, η ουσίας της σκούπας, μου είπε, και για να το κάνει παραστατικό έσπασε το τζάμι στο παράθυρο της κουζίνας και μαζεύτηκε πλήθος από περίοικους. Αν όμως θέλουμε τη σκούπα για να σκουπίσουμε, για παράδειγμα τα σπασμένα γυαλιά, και αρχίζει πάλι να σκουπίζει και να σκουπίζει, η βούρτσα είναι το θεμελιώδες μέρος , η ουσία του πράγματος. Έτσι δεν είναι; Όχι; Και με τί σκουπίζουμε λοιπόν; Με μολύβια και ξυλομπογιές; Τέλος πάντων. Το νόημα ως θεμελιακότητα. Η θεμελιακότητα ως χρήση. Το νόημα ως χρήση. Το νόημα ως χρήση [...] Έτσι η πόρτα είναι "Αυτό που περνάμε για να πάμε απο το ένα δωμάτιο στο άλλο; Το νερό είναι "Αυτό που πίνουμε και δεν έχει χρώμα;" [...] Θυμάμαι πως η γιαγιά Λιμόρ πρόσεξε ότι το μοναδικό σύνολο στην κλινική στο οποίο δεν μπορούσε να εφαρμοστεί η μέθοδος αυτή ήταν οι ίδιοι οι ασθενείς, γιατί δεν είχαν καμία λειτουργία, καμία χρήση, δεν ήταν σε κανέναν χρήσιμοι...»
Τα ερωτήματα που μπορεί να προκύψουν με το όλον και τα μέρη υποδεικνύονται μέσα στα δυο κείμενα: Ποιός αποφασίζει ποιά μέρη είναι ιδιαζόντως σημαντικά και ποιά είναι δευτερευόντως σημαντικά; Σε πιό βαθμό τα μέρη μπορούν από μόνα τους να αποτελέσουν ένα όλον; Μπορεί το όλον να υπάρξει ανεξάρτητα από τα μέρη ή πρέπει μέρη και όλον τα συνδυαστούν έτσι ώστε να λειτουργήσουν σε όλα τα επίπεδα (αισθητικό, ηθικό, ρητορικό, ερμηνευτικό και πάει λέγοντας);

Και επεκτείνονται: Ποιά (ποιές) λογική (λογικές) κρύβεται (κρύβονται) πίσω από τη γλώσσα; Πού έγκειται το νόημα μιας έκφρασης (στη δηλωτική σχέση λέξης-πράγματος, στην απεικονιστική σχέση πρότασης -γεγονότος ή στη χρήση της μέσα στο σύνολο των πρακτικών εφαρμογών που συγκροτούν τη γλώσσα);


Το νόημα μιας πρότασης είναι η χρήση της. Ο ύστερος Βιτγκενστάιν απορρίπτει τη θέση που είχε διατυπώσει στον Tractatus Logico-Philosophicus = ότι η γλώσσα έχει μια και μοναδική λογική η οποία μπορεί να εξηγηθεί με τη βοήθεια της ανάλυσης της γλώσσας και του κόσμου και της περιγραφής της σχέσης γλώσσα/κόσμος ( η λεγόμενη απεικονιστική σχέση) [6]). Η γλώσσα δεν είναι αυτόνομη ούτε πλήρης, υπάρχει κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συνυφαίνεται και μαζί του εξελίσσεται. 

Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει ιδιωτική γλώσσα - για τον Βιτγκενστάιν μια γλώσσα θά ήταν «ιδιωτική» αν ήταν λογικά αδύνατο να την καταλάβει ένας άλλος από αυτόν που τη μιλά [7] - για να είναι δυνατή η γλώσσα πρέπει να υπάρχει ως δίκτυο σχέσεων μεταξύ προσώπων. Έτσι η γλώσσα σχετίζεται και παίρνει νόημα με τους ανθρώπους και την προσπάθεια τους να επικοινωνήσουν. Το πρόβλημα είναι ότι παραμένουν κολλημένοι στην ιδέα ότι υπάρχει ένας έξω κόσμος τον οποίο δεν μπορούν να καταλάβουν και να γνωρίσουν (άρα ούτε να επικοινωνήσουν μαζί του) γιατί είναι κολλημένοι μέσα στη γλώσσα. Η γλώσσα είναι τα μέρη, το πλαίσιο το όλο.

Στο ΗΣΚΤΣ εμφανίζονται, μέσες άκρες, καμιά 25αριά χαρακτήρες. Και μιας είναι και μυθιστόρημα χαρακτήρων καλά είναι να βάλουμε σε μια σειρά όλο αυτόν τον κόσμο που ζει στο Κλίβελαντ, στην πόλη αυτή με τη χαρακτηριστική μυρωδιά (ένα μυρωδικό μείγμα βιομηχανικών αποβλήτων, μαριχουάνας και μπαρουτιού).

Έτσι, για την παρέα της ιστορίας, ένα διάγραμμα ροής χαρακτήρων και μια σύνοψη του μυθιστορήματος βλέπε εδώ

Μέσα από την υβριδική-στροβιλώδη αφήγησή του ο ΝΦΓ διερευνά την αναλογία μέρη/όλον, γλώσσα/κόσμος(πραγματικότητα) και εν τέλει σκούπα/σύστημα. Στήνει ένα πανέξυπνο μυθιστόρημα το οποίο μού φαίνεται σχεδιασμένο εξ αρχής να αποτύχει ως όλον. Έχει εξαιρετικά μέρη αλλά και μέρη βαρετά και φουσκωμένα. Το μυθιστόρημα, χαρακτηριστικά, δεν τελειώνει (τελευταία φράση: «Έχε μου εμπιστοσύνη», λέει ο Ρ. Β., βλέποντας το χέρι της. « Είμαι άνδρας που...»).

O ΓΙ Μπαμπασάκης μετέφρασε το βιβλίο με ενθουσιαμό και τόλμη - αν και δεν συμφωνώ με τη μετάφραση που επέλεξε για τον τίτλο (ΗΣΚΤΣ αντί Η Σκούπα του Συστήματος όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος).  Είχε να κάνει δύσκολες επιλογές και το τελικό μεταφραστικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό 
(μια εξαίρεση που χτυπάει μάτι = "Η Λινόρ είχε αργήσει φριχτά και αποτρόπαια, σελ 66, όπου μάλλον από το γενικότερο ενθουσιασμό του ο Ίκαρος δεν αρκείται στο φριχτά).

Περιμένοντας τη μετάφραση του Infinite Jest, επιστρέφω στον έξω κόσμο και από Δευτέρα πιάνω δουλειά,

[1] Σε μια από τις προσεγγίσεις του ΗΣΚΤΣ γίνεται λόγος για την «κοκκώδη σύνθεση» (granular synthesis): τη διαδικασία σύνθεσης που βασίζεται στην παραγωγή μικρών ακουστικών γεγονότων, διάρκειας 10-30 χιλιοστά του δευτερολέπτου, τα οποία ονομάζονται κόκκοι (Το σύστημα των κόκκων για την αναπαραγωγή του ήχου βασίζεται στις ιδέες του νομπελίστα φυσικού Ντένις Γκαμπόρ για τα ακουστικά κβάντα. Ο Ξενάκης ήταν ο πρώτος που διατύπωσε ολοκληρωμένη θεωρία και έδωσε δείγμα κοκκώδους σύνθεσης. Ο O'Donnell χρησιμοποιεί τον όρο για να περιγράψει την τεχνική γραφής του Γουάλλας (O'Donnell P., Almost a Novel: The Broom of the System, στο Marshall Boswell, Stephen J. Burn. «A Companion to David Foster Wallace Studies», PALGRAVE MACMILLAN 2013, σελ. 3). Ομολογώ ότι προσπάθησα αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί.

[2] Jameson F. Postmodernism, or The Cultural Logic of Late Capitalism. Γράφει ο Τζέιμσον (σε δική μου μετάφραση: «Με την κατάρρευση της ιδεολογίας του στιλ του υψηλού μοντερνισμού [...], οι παραγωγοί κουλτούρας δεν είχαν πουθενά αλλού να στραφούν παρά στο παρελθόν: απομίμηση νεκρών στιλ και λόγος μέσα από όλες τις μάσκες και φωνές που αποθηκεύτηκαν στο φαντασιακό μουσείο μιας παγκοσμιοποιημένης, πλέον, κουλτούρας. Στην κατάσταση αυτή η παρωδία βρίσκεται χωρίς αποστολή. Η ώρα της είχε παρέλθει και αυτό το παράξενο καινούργιο πράγμα που λέγεται παστίς ήρθε να πάρει τη θέση της. Το παστίς, όπως κι η παρωδία, είναι η μίμηση ενός αλλόκοτου ή ιδιαίτερου και ιδιοσυγρασιακού στιλ, η υιοθέτηση μιας γλωσσικής μάσκας, ο λόγος σε νεκρή γλώσσα. Αλλά είναι μια ουδέτερη πρακτική της απομίμησης, χωρίς κανένα από τα απώτερα κίνητρά της, ακρωτηριασμένη από τη σατιρική της γοητεία, χωρίς γέλιο και χωρίς την πεποίθηση ότι μαζί με την ασυνήθιστη γλώσσα που έχεις για λίγο δανειστεί, υπάρχει ακόμη και λίγη από την γλωσσική κανονικότητα. Στην κατάσταση αυτή η παρωδία είναι κενή παρωδία, ένα τυφλό άγαλμα: είναι σε σχέση με την παρωδία ότι είναι το άλλο ενδιαφέρον και ιστορικά γνήσιο μοντέρνο πράγμα, η πρακτική ενός είδους κενής ειρωνείας, σε σχέση με αυτό που ο Wayne Booth αποκαλεί «αμετάβλητες ειρωνείες» του 18ου αιώνα».
[3] Frye N., «Anatomy of Criticism: Four Essays», Princeton University Press, σελ 309.

[4] Όπως επισημαίνει ο Nicholas Joseph (The Middle Fringe: David Foster Wallace, Jonathan Franzen, and the American Novel), το ΗΣΚΤΣ είναι αδιανόητο χωρίς το «Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί». Σωστό. Η Λινόρ είναι μια μεταμορφωμένη Οιδίπα Μάας. Και θα είχε πολύ ενδιαφέρον να διαβαστεί η Σκούπα μέσω της Οιδίπα. Ειρήσθω εν παρόδω: τα κουτσομπολιά λένε ότι όταν ρωτήθηκε από τον επιμελητή του για την επίδραση που άσκησε «Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί» του Τ Πύντσον στη γραφή του «Η Σκούπα και το Σύστημα», ο ΝΦΓ απάντησε ότι δεν είχε διαβάσει το μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας ήταν πολύ αγχωμένος μην τυχόν και τον πάρουν για αντιγραφέα του θεού του. Έλεγε, προφανώς, ψέμματα. Κατανοητό. Πάντως, αν κι «Η Συλλογή των 49..» είναι το φαβορί, δεν λείπουν κι αυτοί που μιλάνε για το «V». Μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση του ΝΦΓ (που με βοήθησε πολύ) κάνει ο Κ Καλτσάς, «To Σχεδόν-ένστικτό Μας Σχεδόν Αληθινό. Αυτοσυνείδηση, τα Όρια της Ενσυναίσθησης και ο Κατά Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ‘Δρόμος Προς Τα Έξω’»  Γράφει, εν προκειμένω: «Ο Γουάλας δανείζεται από τον Πύντσον την πολυπραγμοσύνη, την παράνοια, τα εξωπραγματικά και αστεία ονόματα των χαρακτήρων, το εύρος του χιούμορ (σκατολογικό, χυδαίο, χοντροκομμένο και συνάμα εκλεπτυσμένο, φιλοσοφικό, κοφτερό, τελικά απελπισμένα σοβαρό και σοβαρά απελπισμένο), τις παρεκβάσεις που φαντάζουν ασύνδετες με το κυρίως σώμα του μυθιστορήματος μα κρύβουν μέσα τους τα θέματά του σε σπερματική μορφή (και πουαποτελούν και ένα από τα πιο αγαπημένα στοιχεία και των δύο για τους φαν τους), την απόρριψη της γραμμικής πλοκής και των συμβάσεων του μοντερνιστικού ‘ρεαλισμού’, τη δόμηση των στροβιλιζόμενων, πολλαπλών, φυγόκεντρων πλοκών (που δεν εφάπτονται απαραίτητα) γύρω από απουσίες [την οποία τάση μιμείται στο The Broom Of The System με την εξαφάνιση και αναζήτηση της Lenore, της προγιαγιάς της πρωταγωνίστριας...»

[5] Βιτγκενστάιν Λ., «Φιλοσοφικές Έρευνες», μτφρ. Π. Χριστοδουλίδης, Παπαζήση 1978, σελ. 55-56 και σελ. 31 (Αφορισμός 15). Συμφωνώ απόλυτα με τον  Marshall Boswell (M Boswell, «The Broom of the System. Wittgenstein and the Rules of the Game»  στο «Understanding David Foster Wallace» (σελ 21-64) λέει ότι ο καλύτερος οδηγός στην ανάγνωση του ΗΣΚΤΣ είναι οι «Φιλοσοφικές Έρευνες». Αν ακούσουμε τον ίδιο τον ΝΦΓ, ο οποίος σε μια συνέτευξή του το 1993 («An Interview with David Foster Wallace» by Larry McCaffery», έλεγε: «Σκεφτείτε το «ΗΣΚΤΣ» ως μια ευαίσθητη ιστορία ενός ευαίσθητου νεαρού Λευκού Αγγλοσάξονα Προτεστάντη (WASP-aρχικά το "P" σήμαινε «Πουριτανοί», αλλά με το χρόνο, η ιδέα επεκτάθηκε σε όλους τους «προτεστάντες»), o οποίος περνάει την κρίση της μέσης ηλικίας και, εντός αυτής, μετακινείται από την ψυχρή μαθηματική/αναλυτική φιλοσοφία σε ένα ψυχρό και εγκεφαλικό πάρε δώσε με τη μυθοπλασία και την ωστινοβιτγκενσταϊνοντεριντιανή (Ώστιν+Βιτγκενστάιν+Ντεριντά) λογοτεχνική θεωρία. Μετακίνηση που μετακινεί και την υπαρξιακή του αγωνία: από ένα φόβο ότι ήταν μονάχα μια υπολογιστική μηχανή 98,6° σε ένα φόβο ότι δεν ήταν τίποτε άλλο πέρα από μια γλωσική κατασκευή. Ο νεαρός αυτός γράφει με πολύ χιούμορ, του αρέσουν τα καλαμπούρια και αποφασίζει να γράψει μια κωδικοποιημένη αυτοβιογραφία η οποία είναι κι αυτή ένα μικρό μετα-δομιστικό αστείο: έτσι έχουμε τη Λινόρ, ένας χαρακτήρας μιας ιστορίας που τρέμει στο φόβο ότι δεν είναι τίποτε άλλο από ένας χαρακτήρας μιας ιστορίας. Και έτσι, κρυμμένος πίσω από το άλλο φύλο, τα αστεία και τις θεωρητικές αναφορές, έγραψα το δικό μου, ευαίσθητο και αυτο-εμμονονικό, μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Το πιο πολύ γέλιο το έριξα όταν βγήκε το βιβλίο και όλες οι κριτικές, ανεξάρτητα από το άν ήταν θετικές ή αρνητικές, επαινούσαν το γεγονός ότι επιτέλους εμφανίστηκε ένα πρώτο μυθιστόρημα που δεν ένα ακόμη ευαίσθητο και αυτο-εμμονονικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης», δεν θα τελειώσουμε ποτέ.

[6] Κατά τον Βιτγκενστάιν του Tractatus για να έχει μια γλώσσα νόημα και μια κάποια σχέση με την πραγματικότητα, λέξεις όπως δέντρο και σπίτι πρέπει αν είναι μικρές εικόνες, αναπαραστάσεις πραγματικών δέντρων και σπιτιών. Μίμηση. Αλλά τίποτε περισσότερο. Που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο πέρα από μικρές μιμητικές εικόνες. Έτσι διαχωριζόμαστε μια και καλή από τον έξω κόσμο και καταλήγουμε στον ακραίο υποκειμενισμό. Οι 7 κύριες θέσεις του Tractatus, στήν άρίθμηση του συγγραφέα τους, είναι:
1. Ο κόσμος είναι όλα όσα συμβαίνουν.
2. Αυτό που συμβαίνει, το γεγονός, είναι η ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων.
3. Η σκέψη είναι η λογική εικόνα των γεγονότων.
4. Η σκέψη είναι η πρόταση με νόημα.
5. Η πρόταση είναι μια συνάρτηση αλήθειας των στοιχειωδών προτάσεων.
6. Η γενική μορφή μιας συνάρτησης αλήθειας είναι [ρ, ξ, Ν (ξ)].
7. Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι' αυτά πρέπει να σωπαίνει.
Για περισσότερα πάνω στην απόρριψη της κεντρικής θέσης του Tractatus από τον Βιτγκενστάιν. βλ την κατατοπιστική εισαγωγή του Χριστοδουλίδη στις «Φιλοσοφικές Έρευνες». 

[7] Μια ανάγνωση της Θέσης 243 στην οποία ο Βιτγκενστάιν ακυρώνει τη δυνατότητα ιδιωτικής γλώσσας βοηθάει για να κατανοήσουμε τις προθέσεις του συγγραφέα, αφού, βασιζόμενος σ’ αυτή, ο ΝΦΓ βάζει μπρος την αφηγηματική μηχανή του για να αποδείξει την αδυνατότητα ιδιωτικής γλώσσας: «Ενας άνθρωπος μπορεί να δώσει θάρρος στον εαυτό του, να δώσει προσταγές στον εαυτό του, να υπακούσει, να ψέξει και να τιμωρήσει τον εαυτό του· να του θέσει μιαν ερώτηση και να την απαντήσει. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να φανταστεί ανθρώπους που μιλούν μονάχα μονολογώντας·που συνοδεύουν τις δραστηριότητες τους μονολογώντας.—Ένας εξερευνητής που τους παρατηρεί και ακούει προσεκτικά τις ομιλίες τους θα μπορούσε να καταφέρει να μεταφράσει τη γλώσσα τους στη δική μας. (Αυτό θα τού έδινε τη δυνατότητα να προβλέπει σωστά τις ένέργειες αυτών των ανθρώπων, αφού κιόλας τους άκούει νά προτείνουν προγράμματα και να παίρνουν αποφάσεις.) Είναι όμως νοητή μια γλώσσα όπου κάποιος μπορεί να διατυπώνει γραπτά ή να εκφράζει προφορικά τα εσωτερικά του βιώματα — τα συναισθήματά του, τις διαθέσεις του, κτλ.— για την ιδιωτική του χρήση; Μήπως αυτά δεν μπορούμε να τα κάνουμε στην κοινή μας γλώσσα;—Αλλά δεν είναι αυτό που εννοώ. Οι λέξεις αυτής της γλώσσας πρέπει να αναφέρονται σε αυτό που δεν μπορεί να το γνωρίζει παρά μόνο εκείνος που τη μιλάει· στα αμεσα, ιδιωτικά του αισθήματα. Αυτήν λοιπόν τη γλώσσα δεν μπορούν να την καταλάβουν οι άλλοι.»






1 σχόλιο: