https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Γιατί η ποίηση έχει (ή δεν έχει) νόημα (42): Για την ιδιωτικοποίηση της ποίησης (6)

Marc Pietrzykowski (μτφρ. Crying Wolf)
(συνέχεια από το προηγούμενο)

Ωστόσο, η προτροπή του Τζόια στους ποιητές που συντάσσουν ανθολογίες ότι πρέπει να «είναι τίμιοι και ειλικρινείς και να περιλαμβάνουν μόνο τα ποιήματα που πραγματικά θαυμάζουν κι αγαπούν» είναι αντιφατική κατά έναν τρόπο που είναι κοινός στην επιχειρηματολογία περί ιδιωτικοποίησης: το ότι θέτει το ζήτημα της/του ηθικής/ού ευθύνης/καθήκοντος του ατόμου και όχι αυτό του ρυθμιστικού πλαισίου/μηχανισμού, αν και όλοι γνωρίζουμε ότι το ηθικό καθήκον κι η ηθική ευθύνη του ατόμου συχνά συγκρούονται με το συμφέρον του.



Ενώ δεν προτείνει την κατάργηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων ποίησης στο άρθρο «Γιατί η ποίηση έχει νόημα», μεγάλο μέρος της συνολικής του ατζέντας αποβλέπει στη μείωση της επίδρασής τους: στο δοκίμιο «Business and Poetry» (η Ομάδα Διερεύνησης Νοήματος Ποίησης θα προσπαθήσει να το μεταφράσει αλλά για μια ιδέα πάνω στις ιδέες του Τζόια για το «ποιητικό επιχειρείν», βλ εδώ) υποστηρίζει το μοντέλο ενός επιχειρηματία-ποιητή ο οποίος θα γράφει ποίηση μόνο από αγάπη για την ποίηση και για την αγάπη της ποίησης και όχι για να προωθήσει την καριέρα του όπως κάνουν οι ποιητές των μεταπτυχιακών προγραμμάτων. Αυτό ακούγεται σαν την άλλη ρητορική στρατηγική των οπαδών της ελεύθερης αγοράς που παρουσιάζει τους φιλόπονους CEOs ως αθώους διακινητές συναλλάγματος και ως παιδιά γεμάτα ενθουσιασμό να ακολουθήσουν τα κελεύσματα της αγοράς, σε αντίθεση με τους ύπουλους, καριερίστες διανοούμενους που κοιμίζουν το κοινό με μια ακατάληπτη γλώσσα.

«Συμπληρωματικά» προς τις προτάσεις του Τζόια έχω να προσθέσω και ορισμένες δικές μου, που βασίζονται στην ιδέα ότι οι ποιητές κι οι αναγνώστες της ποίησης έχουμε πρόσβαση σε ένα ρυθμιστικό μηχανισμό: την κριτική φωνή μας. Και αντί να αφήνουμε ανενόχλητο το καριερίστικο σύστημα που κυριαρχεί στον κόσμο της σύγχρονης ποίησης, μπορούμε να δείξουμε τη δυσφορία μας όπως και το ότι το «αόρατο χέρι» που καθοδηγεί τον ποιητικό λόγο είναι ροζιασμένο.

Κι αυτό μπορεί να δουλέψει μόνο αν εργαστούμε εντατικά ώστε να διατηρήσουμε τις ποιητικές και ιδεολογικές μας προτιμήσεις από τη σύντηξή τους μέσα σε έναν γενικότερο πολτό, δίνοντας έμφαση στην κριτική αυτο-αξιολόγηση, στην αριστεία και στην ανάγκη διεύρυνσης του κοινού της σύγχρονης ποίησης, ώστε να ενθαρρύνουμε την καινοτομία και τη δημιουργικότητα και να ενισχύσουμε την άποψη ότι η μακροπρόθεσμη υγεία του ποιητικού περιβάλλοντος είναι σημαντικότερη από τους βραχυπρόθεσμους στόχους των ατομικών συμφερόντων.

Πρώτον, δεν αρκεί να ζητάμε από τους ποιητές να αστυνομεύουν τον εαυτό τους. Το γεγονός ότι μια σχετικά μικρή ομάδα ποιητών (της όποιας ομάδας/σχολής ηγεμονεύει στο βαλκανοποιημένο ποιητικό μας τοπίο) κρίνει στους διαγωνισμούς, κάθεται στα γραφεία των πιο αξιόλογων περιοδικών (δημοσιεύοντας, πολλές φορές, και το έργο τους εκεί) και παίρνουν τις μεγαλύτερες επιδοτήσεις/υποτροφίες/βραβεία, υπαινίσσεται τον νεποτισμό που παίζει στον κόσμο της σύγχρονης ποίησης.

Φυσικά είναι απαραίτητο, και ολοένα και πιο δύσκολο, το να κάνεις και κάνα μεροκάματο και να προσπαθείς να βελτιώσεις το επίπεδο ζωής σού, αλλά η ίδια η ποίηση επιτάσσει ότι η πραγματική αξία ενός ποιητή δεν μπορεί να κρίνεται στη βάση του αριθμού των ποιητικών διαγωνισμών στους οποίους συμμετείχε ως κριτής, στοn αριθμό των περιοδικών που συμμετέχει ως σύμβουλος έκδοσης και στον αριθμό των βραβείων για τα οποία έχει υποβάλλει υποψηφιότητα περισσότερες από δυο φορές στη ζωή του. Αλλά δεν θα ενέκρινα τον σχηματισμό ενός ελεγκτικού σώματος που θα επόπτευε το μοίρασμα του ποιητικού μάννα, αφού έχουμε τις κριτικές φωνές μας για να εργαστούμε. Σίγουρα πρέπει να κάνουμε ξεκάθαρο στην αχόρταγη ποιητική μας ελίτ ότι αν οι ανάγκες της είναι τόσο μεγάλες ώστε να χρειάζονται τόσο το βραβείο MacArthur όσο και τις αμοιβές από τη συμμετοχή σε 20 διαγωνισμούς το χρόνο, παράλληλα με την ικανοποιητική αντιμισθία από τα περιοδικά, πρέπει να ξανασκεφτεί τις προτεραιότητές της ή, διαφορετικά, να αρχίζει να χρησιμοποιήσει τη διασημότητά της για να εξηγήσει στο κοινό γιατί πρέπει οι ίδιοι να πληρώνουν 40000 χιλιάδες δολάρια το χρόνο για την εκπαίδευση των παιδιών τους ενώ το σύστημα υγείας/ασφάλισης απειλεί να “εξαφανίσει’’ τις συντάξεις του κοινού.

(στμ.: ο Πιτρζεκόβσκι ακούγεται συγκινητικά «ρομαντικός» εδώ και ο όλος τόνος του λόγου του θυμίζει προ-κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ)

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου