https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Γιατί η ποίηση έχει (ή δεν έχει) νόημα (37): Για την ιδιωτικοποίηση της ποίησης (1)

Marc Pietrzykowski (μτφρ. Crying Wolf)


[Μετά τη μετάφραση του άρθρου του Ντέηνα Τζόια, «Γιατί η ποίηση έχει νόημα» (1991), η Ομάδα Διερεύνησης Νοήματος Ποίησης (ΟΔΝΠ), προχωρεί και στη μετάφραση του άρθρου του Μάρκ Πιτρζεκόβσκι, «Για την ιδιωτικοποίηση της ποίησης». Το οποίο γράφτηκε 15 σχεδόν χρόνια μετά (2004) και έχει ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις]


Στην εποχή που ζούμε, η λέξη «ιδιωτικοποίηση» αναφέρεται στην κυρίαρχη οικονομική αρχή του ύστερου καπιταλισμού και το άρθρο αυτό καταπιάνεται με την ανάδειξη των παραλλήλων μεταξύ αυτού του μοντέλου και του κόσμου της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης. Η τοποθέτηση της λέξης στον τίτλο μπορεί να εκληφθεί και ως χιούμορ, αφού η γραφή και η ανάγνωση της ποίησης είναι, κατά τους τελευταίους τουλάχιστον αιώνες, μια υπόθεση κυρίως ιδιωτική. Και η κατάσταση δεν φαίνεται να έχει αλλάξει ιδιαίτερα, παρά το ενδιαφέρον για τις δημόσιες αναγνώσεις και για φαινόμενα όπως η «επί σκηνής ποίηση» ή «ποίηση ποιητικών διαγωνισμών» ή και «προφορική ποίηση» (poetry slam).



Αλλά το χιούμορ αυτό, όπως σχεδόν κάθε χιούμορ, δείχνει μιαν άλλη, πιο επίπονη αλήθεια: η σύγχρονη ποίηση είναι μια περιθωριακή, όχι ιδιαίτερα σημαντική για τον περισσότερο κόσμο δραστηριότητα και η ιδιωτική φύση της δημιουργίας της και της αποτίμησής της τείνει να διακόψει τον διάλογο μεταξύ αυτών που επιμένουν να τη θεωρούν σημαντική – σημαντικότερη, τουλάχιστον, από τις μορφές δημόσιας τέχνης που ελκύουν το μεγάλο κοινό.

Παρόλ’ αυτά, κάθε χρόνο, χιλιάδες καινούργια βιβλία ποίησης δημοσιεύονται στις ΗΠΑ. Κι αν ο καθαρός όγκος παραγωγής ήταν το μοναδικό μέτρο της οικονομίας της ποίησης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση ακμάζει. Δυστυχώς, τα κέρδη αυτά προκύπτουν εις βάρος της επικοινωνίας με ένα κοινό που δεν είναι εξοικειωμένο με το είδος των ανθρώπινων αναγκών που ικανοποιεί η ποίηση.

Το γεγονός ότι είναι δύσκολο – αν όχι αδύνατο - να ποσοτικοποιηθεί η σχετική αγοραστική αξία της οποιασδήποτε αισθητικής εμπειρίας, μπορεί να κάνει την εφαρμογή  ενός οικονομικού μοντέλου να φαίνεται αναξιόπιστη. Όμως, οι παράλληλες μεταξύ των θεωριών που υποστηρίζουν τα μεγάλα εταιρικά μονοπώλια και της διακοπής της συζήτησης πάνω στη διαχείριση των οικονομικών μας πόρων από τη μια μεριά, και του τρόπου με τον οποίο το θεωρούμενο «αξιοκρατικό» ποιητικό μας σύστημα λειτουργεί μέσω διαγωνισμών, μεταπτυχιακών προγραμμάτων και ακαδημαϊκών περιοδικών, από την άλλη, είναι εντυπωσιακές και αξίζουν διερεύνηση.

Η Θεωρία-Μαμά, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η ώθηση προς ιδιωτικοποίηση είναι αυτή της ορθολογικής επιλογής (Rational Choice).Η όλη ιδέα είναι απλή: δοθέντων όλων των πραγμάτων και των καταστάσεων, οι άνθρωποι θα κάνουν μια ορθολογική ανάλυση κόστους-οφέλους και θα επιλέξουν το σχέδιο δράσης που ικανοποιεί καλύτερα τις προσωπικές τους ανάγκες. Παμπάλαια ιδέα και καθοδηγούσα αρχή του Άνταμ Σμιθ στην προσπάθειά του να περιγράψει μια επιστήμη της οικονομίας: «δεν περιμένουμε το φαγητό μας να προέλθει από την καλοσύνη του χασάπη, του ζυθοποιού, ή του φούρναρη αλλά από μέριμνα για το προσωπικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε όχι στην ανθρωπιά τους αλλά στη φιλαυτία τους, και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις δικές μας ανάγκες, αλλά για τα δικά τους οφέλη».

Κι αυτή η απλότητα της είναι και η μεγάλη της δύναμη: μόλις δούμε τις ανθρώπινες σχέσεις ως απλή συναλλαγή, όλες οι διαστάσεις του πολιτισμού μπορούν να εξηγηθούν μαθηματικά.Το γεγονός ότι η θεωρία αποτυγχάνει συστηματικά να προβλέψει την ανθρώπινη συμπεριφορά δε φαίνεται να πειράζει και πολύ τους θιασώτες της, αφού σπανίως υποβάλλουν τις προβλέψεις τους σε εμπειρική δοκιμασία. Η γοητεία της έγκειται, κυρίως, στην υποτιθέμενη επιστημονική της αυθεντία. Έτσι, οι υποστηρικτές της την επικαλούνται όποτε μπορούν, χρησιμοποιώντας τις περισσότερες φορές μια νέο-ρεαλιστική ρητορική που αναμειγνύει τη γλώσσα του λαϊκισμού με χυδαίο ατομικισμό, διαμορφώνοντας έτσι έναν εκλεπτυσμένο δαρβινισμό που χλευάζει κάθε προσπάθεια κοινωνικής μηχανικής ως ουτοπική. Και δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το ότι η απόκρυψη του γεγονότος αντικατάστασης του υπάρχοντος ρυθμιστικού συστήματος από ένα θεωρητικό, είναι μια ακραία μορφή κοινωνικής μηχανικής.

Παρά την έλλειψη εμπειρικών δεδομένων που να την υποστηρίζουν, η θεωρία της ορθολογικής επιλογής έχει γοητεύσει, λόγω της απλότητάς της, διάφορα άλλα επιστημονικά πεδία και ιδιαίτερα την κοινωνιολογία, τη νομική και την παιδαγωγική. Αν εφαρμόσουμε αυτό το μοντέλο στον κόσμο της σύγχρονης ποίησης, μπορούμε να δούμε τους ποιητές ως μια ομάδα ατομικών παραγωγών ενός εμπορεύματος του οποίου η ονομαστική αξία είναι προκαθορισμένη αλλά ελαστική, και να υποθέσουμε ότι σε μια ελεύθερη αγορά, κάθε ατομικός παραγωγός θα είχε την ευκαιρία, με βάση τις ικανότητές του, να ανταλλάξει το ιδιαίτερο εμπόρευμά του με πράγματα ίσης αξίας – φήμη, μια αίσθηση αυτο-εκτίμησης και, πιθανόν, λίγα χρήματα.

Κάθε αύξηση στην παραγωγή ποίησης θα προκαλούσε μείωση της αγοραστικής της αξίας λόγω κορεσμού τη αγοράς και κάθε έλλειψη θα προκαλούσε αύξηση. Η οποία, με τη σειρά της, θα προκαλούσε αύξηση της παραγωγής καθώς άλλοι ή νέοι παραγωγοί θα αναζητούσουν μερίδιο τα κέρδη. Έτσι, ο κύκλος θα επαναλαμβανόταν και κάθε ατομικός παραγωγός θα προσπαθούσε να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του μέσω καινοτόμων παραλλαγών του βασικού προϊόντος. Και κάθε νέα παραλλαγή θα πετύχαινε ανάλογα με τον λόγο κόστους/οφέλους του καταναλωτή (εδώ κόστος=η ποσότητα ενέργειας που επενδύθηκε σε ένα ποίημα από τον αναγνώστη και όφελος=η ευχαρίστηση που άντλησε από την ανάγνωση/ακρόαση του).

Το μοντέλο φαίνεται αύταρκες και σε σημαντικό βαθμό ρεαλιστικό ή, τουλάχιστον, ποσοτικοποιήσιμο. Κατά αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον Richard Posner που υποστήριζε ότι «η οικονομική προσέγγιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι του ίδιου τύπου με τον αλλόκοτο ρεαλισμό για τον οποίο κατηγόρησε, υπεκφεύγοντας, η Νέα Κριτική μέρος της ρομαντικής ποίησης […] η απουσία ρομαντικού μεγαλείου είναι αυτό που κάνει τα οικονομικά – που αποτελούν την απόρριψη του ρομαντισμού στη σφαίρα της διακυβέρνησης – τόσο απεχθή στους κληρονόμους του ρομαντισμού» και, σαν ποιητές και εραστές της ποίησης, να δούμε μέσα από το πέπλο της απλής ευχαρίστησης τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα του κόσμου, το γεγονός ότι στην ουσία είμαστε ανταλλάκτες πληροφοριών κι ότι η αξία της πληροφορίας μας καθορίζεται μόνο από τις ικανότητές μας ως συγγραφέων και αναγνωστών, εντός του εκάστοτε υπάρχοντος πλαισίου πολιτιστικών προτύπων.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου