https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (4)

Ενώ ο Λογοτεχνικός Δαρβινισμός για τον οποίο έγινε ως τώρα λόγος μέσα από τα λεγόμενα του λογοτεχνικοδαρβινικού πάπα Joseph Carroll, αφορούσε στην προσέγγιση των λογοτεχνικών κειμένων, εδώ θα επεκτείνω αυθαίρετα το πεδίο ορισμού του κριτικού ρεύματος, και θα το εφαρμόσω με πιο brutal
τρόπο, στο χώρο του λογοτεχνικού κανόνα, βάζοντας από την πίσω πόρτα στην όλη συζήτηση τον Θεό, το Κράτος, την Ισχύ.
 

Εξηγούμαι. Θα προσπαθήσω να καταλάβω την πορεία που έκαναν μέσα στο χρόνο ορισμένα μυθιστορήματα που τον καιρό της έκδοσής τους πολεμήθηκαν ή/αγνοήθηκαν για να καταλήξουν να θεωρούνται κλασικά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα πιο χαρακτηριστικά είναι τα εξής 6:



Αν ξεφυλλίσουμε τον κανόνα του Μπλουμ θα δούμε ότι εκτός των βιβλίων του Golding και του Tolkien, τα υπόλοιπα 4 βιβλία είναι στη λίστα των βιβλίων (o Moby Dick στη «Δημοκρατική Εποχή» (19ος αιώνας) και τα υπόλοιπα 3 στη «Χαοτική Εποχή» (20ος αιώνας).

Θα μείνω στα 4 του Κανόνα, τα οποία είναι και βιβλία που έχει διαβάσει ο μέσος αναγνώστης. Πέραν από τον Κανόνα του νεογνωστικού Μπλούμ, τα 4 αυτά βιβλία είναι σε αρκετές από τις λίστες με τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα (για μια ποσοτική εκτίμηση της κατάστασης αυτής βλέπε εδώ).

Ας αρχίσουμε από τον Moby Dick κι ας δούμε πως αντέδρασαν κριτικοί και κοινό τον καιρό της δημοσίευσης. Πριν προχωρήσουμε, να πούμε ότι ο Μελβιλ υποσχέθηκε στους εκδότες τους μια περιπέτεια παρόμοια με τα προηγούμενα βιβλία του (Typee, Περιπέτειες στη χώρα των κανιβάλων, Γουάιτ-τζάκετ), άργησε (ένα χρόνο) να παραδώσει τα χειρόγραφα και τους έδωσε ένα έπος που δεν ξέρανε τι να το κάνουνε.

O Moby Dick, μετά από ένα περιπετειώδες τελικό στάδιο, κυκλοφόρησε αρχικά στην Αγγλία τον Οκτώβριο (18) του 1851 με τίτλο, Η Φάλαινα, σε τρίτομη έκδοση και σε 500 αντίτυπα. Η πρώτη κριτική έκανε την εμφάνισή της δυο μέρες αργότερα στη λονδρέζικη Morning Herald. 26 μέρες αργότερα έκανε την εμφανισή της και η αμερικανική έκδοση (2915 αντίτυπα) και την ίδια κιόλας μέρα τυπώθηκαν 2 κριτικές (Argus, Morning Courier and New-York Enquirer). Tις πρώτες 11 μέρες πουλήθηκαν 1500 αντίτυπα και άλλα 300 μέσα στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας. Το 1855 τυπώθηκαν σε 2η έκδοση άλλα 250 αντίτυπα, η 3η έκδοση του 1863 βγήκε σε 253 αντίτυπα και η 4η και τελευταία έκδοση έλαβε χώρα το 1871 με 277 αντίτυπα. Στα τελευταία 4 χρόνια της ζωής του Μέλβιλ, το βιβλίο ήταν εκτός κυκλοφορίας. Συνολικά πουλήθηκαν 3215 αντίτυπα στα 34 χρόνια που έμεινε στην κυκλοφορία. Τα συνολικά κέρδη του συγγραφέα ήταν $1260.

Το βιβλίο ήταν η αρχή της καταστροφής για τον Μέλβιλ. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στο Λονδίνο. Κι αυτό έπαιξε το ρόλο του. Αν κι υπήρξαν κριτικές που επισήμαιναν κάποια χαρίσματα της αφήγησης, την ποιητική πρόζα και την ιδιαιτερότητα των χαρακτήρων, η ναυαρχίδα της λογοτεχνικής κριτικής της εποχής το Athenaeum το έθαψε κανονικά:   

«Πρόκειται για ένα αρρωστημένο μίγμα μυθοπλασίας και πραγματικών γεγονότων. Η ιδέα μιας διασυνδεδεμένης/συναθροισμένης  ιστορίας ήρθε και έφυγε πολλές φορές από το μυαλό του συγγραφέα κατά τη διάρκεια της σύνθεσης. To στυλ της ιστορίας διαστρεβλώνεται σε αρκετά σημεία από τρελά (παρά άσχημα) αγγλικά. Και η αφήγηση της καταστροφής γίνεται βιαστικά, αδύναμα και με ασάφεια[…] Το αποτέλεσμα είναι, από κάθε άποψη, να έχουμε ένα προκλητικό βιβλίο – Λίγα μπορούμε να πούμε, είτε για να προτείνουμε είτε για να απορρίψουμε αυτό το παράδοξο βιβλίο. Ο κ. Μέλβιλ θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τον  εαυτό του μόνο αν ο αναγνώστης πετάξει τους τρόμους του και τους ήρωές του κ. Μέλβιλ στα σκουπίδια σαν ότι χειρότερο έχει βγάλει η σχολή Bedlam (Bedlam =τρέλα από το «Hospital of Saint Mary of Bethlehem», περίφημο ψυχιατρείο στο Λονδίνο του 15ου αιώνα όπου οι επισκέπτες μαζεύονταν για να διασκεδάσουν βλέποντας ψυχικά ασθενείς ανθρώπους) - Henry F. Chorley (London Athenaeum, October 25 1851).

Η δυσμενής κριτική του Athenaeum έφθασε στις ΗΠΑ και επηρέασε κριτικούς και κοινό. Αν και ο Χόθορν μίλησε ευνοϊκά για το βιβλίο (αν και δεν θα μπορούσε να κάνει και διαφορετικά αφού σε μεγάλο μέρος το βιβλίο οφείλεται σ’ αυτόν – στην επίδραση που είχαν η γειτονία και οι συζητήσεις με τον Μέλβιλ – και αφιερώνεται σ’ αυτόν), δε φαίνεται να άσκησε και ιδιαίτερη επιρροή. Οι εξηγήσεις που προτάθηκαν μιλάνε για την καταστροφική επίπτωση που είχε η επέμβαση της λονδρέζικης λογοκρισίας και ιδιαίτερα η παράλειψη του επιλόγου του βιβλίου. Έτσι, οι άγγλοι αναγνώστες δεν διάβαζαν για το πώς επέζησε της καταστροφής του Pequod ο Ίσμαήλ και οι κριτικοί κατηγόρησαν τον συγγραφέα ότι δεν άφηνε κανένα χαρακτήρα ζωντανό για να αφηγηθεί την ιστορία.

O Mέλβιλ, όσο κι αν προσπάθησε στη συνέχεια, είτε με πεζά είτε με ποιήματα, δεν μπόρεσε να έρθει στο προσκήνιο ενώ το μεροκάματο από το γράψιμο γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Το 1865 αναγκάστηκε να ξαναδουλέψει ως τελωνειακός επιθεωρητής. Πέθανε το 1891 μάλλον ξεχασμένος και τα βιβλία του, πέρα από μια πρόσκαιρη επιτυχία στην Αγγλία στα τέλη του 19ου αιώνα, παρέμειναν αγνοημένα.

Τί έγινε τα επόμενα χρόνια ώστε σήμερα ο Μόμπυ Ντικ να θεωρείται ένα από τα κλασικά μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας;
 

 





 


 
  

 

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου