https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (58): Η Πυρηνική Φυσική, η Ποίηση. το Αμερίκιο και η Γκουανταλαχάρα (1).


To τεύχος του Scientific American που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1950 ήταν αφιερωμένο στη σχέση επιστήμης-πολιτών. Το πρώτο άρθρο ήταν του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, γνωστού κι ως « πατέρα της ατομικής βόμβας».

Μια από τις πιο σύνθετες και καθοριστικές φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα, o κομμουνιστής (ως λογικός άνθρωπος) Οπενχάιμερ, στη μέση ακριβώς του αιώνα, αναρωτιόταν για το νόημα της ποίησης σε μια επιστημονική εποχή (The Age of Science 1900-1950).


Διηγείται ένα "ανέκδοτο" από τα νεανικά του χρόνια, όταν ενδιαφερόταν να γράψει ποίηση. Ο Πολ Ντιράκ τον πήρε σε μια γωνιά και με διακριτικότητα προσπάθησε να τον αποτρέψει. Του υπενθύμισε την κατάσταση της ποίησης της εποχής: «Στην επιστήμη προσπαθεί κανείς να πεί πράγματα που δεν τα ήξερε κανείς, με τέτοιο τρόπο που να τον καταλάβουν όλοι. Ενώ στην ποίηση….». Ο Ντιράκ δεν ολοκλήρωσε τη φράση του αφήνοντας τον Οπενχάιμερ να τη σκεφτεί και να τη συμπληρώσει.


5 χρόνια πριν, ο Όπενχάιμερ κι οι συνεργάτες του είχαν σκοτώσει δυο πόλεις και ξεκινήσει μια νέα εποχή. Το 1950 οι πυρηνικοί φυσικοί συνέχιζαν να καταπλήττουν το αμερικανικό κοινό και τον υπόλοιπο κόσμο παρουσιάζοντας κρυμμένα έως τότε βαριά στοιχεία και νέα μέταλλα όπως το κιούριο και το πιο πατριωτικό αμερίκιο, το οποίο, κατά τους NYT, «παρασκευάστηκε από το ουράνιο με τις μεθόδους της σύγχρονης αλχημείας».

Το «μέταλλο» έγινε μια θεμελιώδης αναφορά της εποχής. Οι ποιητές αισθάνθηκαν απομακρυσμένοι και μειωμένοι. Ποιο ήταν το μέταλλο της ζωής;

Το 1956, ο ασαράντιστος, ακόμη, Τζον Άσμπερι, έπαιρνε θέση με το «Εγχειρίδιο οδηγιών»:

«Εγχειρίδιο οδηγιών», Τζον Άσμπερι, μτφρ (Crying Wolf)


Καθώς κάθομαι κοιτώντας απ’ το παράθυρο του κτιρίου
Εύχομαι να μην είχα να γράψω το εγχειρίδιο οδηγιών για τις χρήσεις του νέου μετάλλου.
Κοιτώ κάτω, μες το δρόμο, και βλέπω ανθρώπους, ο καθένας βαδίζει με την εσωτερική του γαλήνη,
Και τους ζηλεύω – είναι τόσο μακριά μου!
Κανείς τους δεν αγχώνεται για ένα εγχειρίδιο που έχει να ετοιμάσει.
Κι έτσι, αρχίζω να ονειρεύομαι, ακουμπώντας τους αγκώνες στο γραφείο και γέρνοντας λιγάκι προς το παράθυρο,
Τη μισοσκότεινη Γκουανταλαχάρα! Τη ρόδινα χρωματισμένη πόλη!
Αυτή στο Μεξικό, πού ‘θελα πάντα πιο πολύ να δω, και πιο λίγο είδα!
Αλλά, υπό την πίεση της συγγραφής του εγχειριδίου οδηγιών, βλέπω,
Την ανοιχτή πλατεία της πόλης σας με τις εξαίσιες μικρές εξέδρες!
Η ορχήστρα παίζει τη Σεχραζάτ του Ρίμσκι – Κόρσακοφ.
Γύρω της στέκονται κορίτσια που μοιράζουν ρόδινα και λεμονί λουλούδια,
Όλα τους ελκυστικά με τα ροδογάλανα ριγωτά φορέματά τους (Αχ! Αυτές οι σκιές του ρόδινου και του γαλάζιου!)
Και παραδίπλα ένα μικρό λευκό περίπτερο με γυναίκες στα πράσινα να σας μοιράζουν πράσινα και κίτρινα φρούτα.
Τα ζευγάρια παρελαύνουν. Όλα τους έχουν μια διάθεση αργίας.
Μπροστά, επικεφαλής της παρέλασης, είναι ένας κομψός τύπος
Ντυμένος στα σκούρα μπλε. Φοράει λευκό καπέλο
Κι έχει μουστάκι ειδικά σενιαρισμένο για την περίσταση.
Η αγαπημένη του, η σύζυγός του, είναι νεαρή και όμορφη. Το σάλι της είναι ρόδινο, ροζ και άσπρο.
Τα παπούτσια της είναι από ακριβό δέρμα, είναι η Αμερικάνικη μόδα,
Κι έχει μια βεντάγια, γιατί είναι σεμνή, και δεν θέλει το πλήθος να βλέπει συχνά το πρόσωπό της.
Αλλά ο καθένας είναι τόσο απασχολημένος με τη σύζυγό του ή την ερωμένη του
Που αμφιβάλλω αν θα πρόσεχαν τη σύζυγο του μυστακοφόρου.
Νάτα και τα αγόρια! Χοροπηδούν και πετούν μικρά πράγματα στο πεζοδρόμιο
Πού ‘ναι φτιαγμένο με γκρί πλακάκι. Ένα τους, λίγο μεγαλύτερο, έχει μια οδοντογλυφίδα στα δόντια του.
Είναι πιο ήσυχο από τ’ άλλα αγόρια και δεν δίνει σημασία στα ντυμένα στα λευκά, όμορφα νεαρά κορίτσια.
Αλλά οι φίλοι του τα προσέχουν κι αρχίζουν να τα γιουχάρουν, κι αυτά γελούν.
Σύντομα όμως, με το πέρασμα των χρόνων, αυτό θα τελειώσει,
Κι ο έρωτας θα τους βάλει όλους στην παρέλαση, για άλλον λόγο τον καθένα.
Αλλά δεν βλέπω πια τον νεαρό τύπο με την οδοντογλυφίδα.
Για περιμένετε – νάτος εκεί είναι – στην άλλη μεριά της εξέδρας,
Ξεκομμένος από τους φίλους, μιλάει σοβαρά με μια νεαρή
Δεκατεσσάρων ή δεκαπέντε ετών. Προσπαθώ να ακούσω τι λένε
Αλλά φαίνεται ότι απλώς μουρμουρίζουν κάτι – μάλλον, ντροπαλές λέξεις αγάπης.
Είναι λίγο ψηλότερη απ’ αυτόν, και κοιτάζει σιωπηλά τα καθαρά του μάτια.
Είναι ντυμένη στα λευκά. Το αεράκι φέρνει τα όμορφα μαύρα μακριά μαλλιά της στα σκούρα μάγουλά της
Προφανώς, είναι ερωτευμένη. Το αγόρι, το νεαρό αγόρι με την οδοντογλυφίδα, είναι κι αυτό ερωτευμένο.
Το δείχνουν τα μάτια του. Γυρίζοντας το βλέμμα από το ζεύγος,
Είδα ότι η συναυλία είχε διάλειμμα
Οι παρελαύνοντες ξεκουράζονται και ρουφάνε τα ποτά τους με καλαμάκι
(Τα ποτά σερβίρονται από μια μεγάλη γυάλινη στάμνα που την κρατάει μια κυρία ντυμένη στα σκούρα μπλε),
Κι οι μουσικοί, ντυμένοι με άσπρες στολές, γυρνάνε ανάμεσά τους και συζητούν
Για τον καιρό, ίσως, ή για το πώς τα πάνε τα παιδιά τους στο σχολείο.

Ας αδράξουμε την ευκαιρία να αλαφροπερπατήσουμε σε έναν από τους παράδρομους.
Έχετε ποτέ σας δεί κάποιο από τα άσπρα εκείνα σπίτια με τα πράσινα στολίδια
Είναι τόσο δημοφιλή εδώ. Κοίτα – σού το ‘πα!
Είναι δροσερά και σκιερά αλλά το αίθριο φέγγει.
Μια ηλικιωμένη, ντυμένη στα γκρί καθεται εκεί, κάνοντας αέρα με μια βεντάγια από φύλλα φοίνικα.
Μας καλωσορίζει στο αίθριο και μας προφέρει ένα δροσερό ποτό.
«Ο γιός μου είναι στο Μεξικό», λέει. «Θα σας καλωσόριζε και αυτός
Αν ήταν εδώ. Αλλά η δουλειά του είναι εκεί σε μια τράπεζα.
Κοιτάξτε, να μια φωτογραφία του.»
Κι ένας σκουρόχρωμος νεαρός με δόντια μαργαριτάρια μας χαμογελά από ένα πλαίσιο που είναι ντυμένο με δέρμα.
Την ευχαριστούμε για τη φιλοξενία της, αλλά είναι αργά,
Και θέλουμε να ρίξουμε μια καλή ματιά στην πόλη, πριν φύγουμε, από ένα τόσο εξαίσιο μέρος.
Ας πούμε, τo καμπαναριό – εκείνο το ξεθωριασμένο ροζ καμπαναριό που αντιτίθεται στο άγριο μπλέ του ουρανού. Μπαίνουμε στα σιγά.
Ο νεωκόρος, ένας παππούλης ντυμένος στα γκρί και στα καφέ, μας ρωτάει πόσο καιρό είμαστε στην πόλη κι αν μας αρέσει εδώ.
H κόρη του μας ακολουθεί – μας γνέφει καθώς μπαίνουμε στον πύργο.
Σύντομα φτάνουμε στην οροφή κι όλη η πόλη απλώνεται μπροστά μας.
Να μια πλούσια περιοχή, με σπίτια λευκά και ροζ, με τις παλιές, γεμάτες πράσινο, βεράντες τους.
Να μια φτωχή περιοχή, τα σπίτια όλα σκούρα μπλε.
Να η αγορά, όπου οι άνθρωποι πουλάν καπέλα και σκοτώνουν μύγες
Και να κι η δημόσια βιβλιοθήκη βαμμένη σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου και του μπεζ.
Κοίτα! Να η πλατεία από όπου μόλις ήρθαμε, περπατώντας.
Ο κόσμος είναι λιγότερος, τώρα που κάνει ζέστη,
Αλλά τ’ αγόρια και τα κορίτσια είναι ακόμη κρυμμένα στην εξέδρα.
Να και το σπίτι της ηλικιωμένης μας –
Στο αίθριο ακόμη κάθεται, κάνοντας αέρα.
Πόσο περιορισμένη, ωστόσο πλήρης, ήταν η εμπειρία μας στη Γκουανταλαχάρα!
Είδαμε την αγάπη των νέων, την αγάπη των παντρεμένων και την αγάπη μιας γριάς μάνας για το γιο της.
Ακούσαμε τις μουσικές, γευτήκαμε τα ποτά και είδαμε πολύχρωμα σπίτια.
Τί άλλο μπορούμε να κάνουμε παρά να μείνουμε; Και να μην μπορούμε να μείνουμε.
Και καθώς ο αέρας φρεσκάρει τον παλιό ανεμοδαρμένο πύργο, γυρνώ
το βλέμμα μου
Στο εγχειρίδιο οδηγιών που με ‘κανε να ονειρευτώ την Γκουανταλαχάρα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου