https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

Ο Πόλεμος των Τσιπ

 Το βιβλίο έχει πάρει τις ευλογίες και τα εύσημα του νατοτσολιάδικου κατεστημένου (ο συγγραφέας του, Chris Miller, μόλις κέρδισε το βραβείο Financial Times Business Book of the Year βλ, εδώ), οπότε καλό είναι να το λάβουμε υπόψη στην προσπάθεια κατανόησης του κόσμου μας (όπως χαρακτηρηστικά λέει ο Larry Summers: ‘’Αν σας ενδιαφέρει η τεχνολογία, ή η μελλοντική ευημερία της Αμερικής, ή η συνεχιζόμενη ασφάλειά της, αυτό είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσετε’’)


To Chip War μας λέει την ιστορία της παγκόσμιας μάχης για την κυριαρχία στους ημιαγωγούς. Ο συγγραφέας περιγράφει την ανάπτυξη των ημιαγωγών και το πώς μερικοί κατασκευαστές κατέληξαν να κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά.

Το κύριο μήνυμα του, μάλλον ανησυχητικό. Ενώ κατά τη διάρκεια του "ψυχρού πολέμου" μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης, τα πυρηνικά όπλα και η δυνατότητα αμοιβαίας καταστροφής δημιούργησαν ένα είδος ισορροπημένης ανακωχής που απέτρεπε την απόλυτη σύγκρουση, στον "ψυχρό πόλεμο" μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, δεν υπάρχει ισορροπία, αλλά αντιθέτως ένας απεριόριστος αγώνας δρόμου. 

"Υπάρχει ένα πολύ σαφές όριο χρήσης των πυρηνικών όπλων: είτε χρησιμοποιούνται είτε δεν χρησιμοποιούνται. Ενώ στον χώρο της οικονομικής αλληλεξάρτησης, δεν υπάρχει όριο που δείχνει ότι έχεις περάσει τη γραμμή. Και στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές διαφορετικές γραμμές που μπορεί κανείς να περάσει". (Miller).

Ο Miller υποστηρίζει ότι τα μικροτσίπ είναι το νέο πετρέλαιο - ο σπάνιος πόρος από τον οποίο εξαρτάται ο σύγχρονος κόσμος. Σήμερα, η στρατιωτική, η οικονομική και η γεωπολιτική ισχύς βασίζονται σε αυτά. Σχεδόν τα πάντα, από πυραύλους έως μικροκύματα κι από smartphones έως χρηματιστήρια, λειτουργούν με τσιπ. Μέχρι πρόσφατα, η Αμερική σχεδίαζε και κατασκεύαζε τα ταχύτερα τσιπ και διατηρούσε το προβάδισμά της ως υπερδύναμη. Αλλά τώρα το προβάδισμα της Αμερικής υποχωρεί, υπονομευμένο από τους ανταγωνιστές στην Ταϊβάν, την Κορέα, την Ευρώπη και, πάνω απ' όλα, την Κίνα. Όπως αποκαλύπτει ο πόλεμος των τσιπ, η Κίνα, η οποία δαπανά κάθε χρόνο περισσότερα χρήματα στην εισαγωγή τσιπ απ' ό,τι για την εισαγωγή πετρελαίου, επενδύει δισεκατομμύρια σε μια πρωτοβουλία κατασκευής τσιπ ώστε να φτάσει τις ΗΠΑ. Το διακύβευμα είναι η στρατιωτική υπεροχή και η οικονομική ευημερία της Αμερικής.

Ο Miller εξηγεί πώς ο ημιαγωγός έφτασε να παίζει κρίσιμο ρόλο στη σύγχρονη ζωή και πώς οι ΗΠΑ απέκτησαν κυρίαρχη θέση στο σχεδιασμό και την κατασκευή τσιπ και εφάρμοσαν την τεχνολογία αυτή σε στρατιωτικά συστήματα.  Η νίκη της Αμερικής στον Ψυχρό Πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση και η παγκόσμια στρατιωτική κυριαρχία της πηγάζει από την ικανότητά της να αξιοποιεί την υπολογιστική ισχύ πιο αποτελεσματικά από οποιαδήποτε άλλη δύναμη.  Αλλά και εδώ, λέει ο Μίλερ, η Κίνα πλησιάζει, με τις φιλοδοξίες της για την κατασκευή τσιπ και τον στρατιωτικό εκσυγχρονισμό να συμβαδίζουν. 

Το βιβλίο παρακολουθεί την εξέλιξη των τσιπ από την εφεύρεσή τους στην Αμερική, τη δεκαετία του 1950, μέχρι τη δημιουργία μιας παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού με επίκεντρο την Ανατολική Ασία. Σήμερα, σχεδόν όλα τα προηγμένα τσιπ επεξεργαστών παράγονται στην Ταϊβάν, και ο Μίλερ προβάλλει ένα πειστικό επιχείρημα ότι η μετατόπιση του ελέγχου της βιομηχανίας θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει δραματικά τις οικονομικές και πολιτικές ισορροπίεςς του κόσμου.  Ακόμη περισσότερο από το παραδοσιακό εμπόριο και τη μεταποιητική παραγωγή, και ακόμη περισσότερο από την οικονομική ισχύ, ο Μίλερ υποστηρίζει ότι αυτός που θα ηγηθεί και θα κυριαρχήσει στην παραγωγή τσιπ θα κυριαρχήσει στην παγκόσμια οικονομία.

Η ανάπτυξη και η παραγωγή τσιπ είναι πλέον ο βασικός τομέας στην προσπάθεια των ΗΠΑ να απομονώσουν, να αποδυναμώσουν και να μειώσουν την οικονομική και στρατιωτική ισχύ της Κίνας και άλλων χωρών που θεωρούν ότι αντιτίθενται στα παγκόσμια συμφέροντα των ΗΠΑ.  Στο παρελθόν, οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τη δύναμη του δολαρίου για να αποκόψουν τους αντιπάλους από την παγκόσμια χρηματοδότηση.  Ο νέος νόμος για τα αμερικανικά τσιπ (US Chips Act) στοχεύει στην απομόνωση της Ρωσίας και της Κίνας από την παγκόσμια τεχνολογική οικονομία και στην αναχαίτιση των στρατιωτικών τους δυνατοτήτων.  Ο νόμος αποτελεί μέρος ενός κύματος κυρώσεων των ΗΠΑ και της Δύσης σε αντίποινα για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.  Η πρόθεση του νόμου έγινε σαφής από τον Kevin Wolf, αρχιτέκτονα της εμπορικής και συναλλαγματικής πολιτικής του Ομπάμα:

"Αυτό που έκανε η κυβέρνηση, είναι να ορίσει μια δομή για να αποκόψει τη Ρωσία από τα τσιπς. Κι αυτό είναι, ταυτόχρονοα, πολιτική και αποστολή. Που δεν πρόκειται να σταματήσει. Υπάρχει μαζική συμμαχική συνεργασία σε αυτό".

Ο νόμος για τα τσιπ είναι απλώς το επόμενο στάδιο μιας σειράς μέτρων για την αποδυνάμωση των τεχνολογικών δυνατοτήτων και της παγκόσμιας επιρροής της Κίνας.  Ξεκίνησε με τον έλεγχο των εξαγωγών τεχνολογίας στην κινεζική εταιρεία τηλεπικοινωνιών Huawei κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ.  Αφού πρώτα περιόρισε την πώληση της αμερικανικής τεχνολογίας στη Huawei βάζοντάς την στη μαύρη λίστα εμπορικών συναλλαγών της, η Ουάσινγκτον αύξησε την πίεση εφαρμόζοντας τον λεγόμενο νόμο για τα ξένα άμεσα προϊόντα. Αυτό επέτρεψε στις ΗΠΑ να φτάσουν πέρα από τα σύνορά τους και να ελέγχουν προϊόντα που κατασκευάζονται εκτός της χώρας, εάν έχουν σχεδιαστεί ή κατασκευαστεί με τη χρήση αμερικανικής τεχνολογίας.  "Η Huawei ήταν ένα πρώτο τεστ", δήλωσε ο Κρίστοφερ Τιμούρα, δικηγόρος της Gibson Dunn

Η χρήση της ίδιας ισχύος κατά της Ρωσίας για ορισμένα είδη και πιο αυστηρά κατά ενός συγκεκριμένου καταλόγου 49 στρατιωτικών προϊόντων, σημαίνει ότι η Ρωσία στερείται πλέον ουσιαστικά την πρόσβαση σε ημιαγωγούς υψηλής τεχνολογίας και σε άλλες τεχνολογίας που είναι κρίσιμες για τη στρατιωτική της πρόοδο.  "Η Ρωσία είναι πολύ καλά προετοιμασμένη, αλλά με την πάροδο του χρόνου αυτό θα υποβαθμίσει σοβαρά τις στρατιωτικές της δυνατότητες", δήλωσε η Julia Friedlander, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ.

Αλλά ο πραγματικός στόχος είναι η Κίνα  και η μάχη για τη συντριβή της τεχνολογικής προόδου της δεν έχει σε καμία περίπτωση κερδηθεί.  Ήδη, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής ημιαγωγών στον κόσμο. Ωστόσο, η αυτάρκειά της στην κατασκευή των δικών της τσιπ είναι εξαιρετικά χαμηλή.  Οι κινεζικές εγχώριες επιχειρήσεις είχαν μόνο 6,6% ποσοστό αυτάρκειας το 2021, το οποίο αυξάνεται σε 16,7% όταν συμπεριληφθούν και οι ξένες επιχειρήσεις που βρίσκονται στην Κίνα.  Ακόμη και αν συμπεριληφθούν αυτές οι πολυεθνικές θυγατρικές στην Κίνα, η παραγωγή τσιπ της χώρας το 2026 είναι πιθανό να φτάσει μόνο το 6,6% του παγκόσμιου συνόλου.

Αλλά η πολιτική του Πεκίνου είναι μια προσπάθεια για αυτάρκεια στην παραγωγή τσιπ χρησιμοποιώντας όλες τις οικονομικές και σχεδιαστικές εξουσίες του κράτους. Το 2014 η Κίνα δημιούργησε ένα εθνικό επενδυτικό ταμείο ανάπτυξης ολοκληρωμένων κυκλωμάτων. Αργότερα, το 2015, το σχέδιο Made in China 2025 έθεσε έναν φιλόδοξο στόχο αυτάρκειας 70% έως το 2025, ο οποίος, με βάση τα τρέχοντα δεδομένα, δεν πρόκειται να επιτευχθεί. Έτσι, η εξάρτηση της Κίνας από τις οικονομίες που την προμηθεύουν με ημιαγωγούς -την Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα, τη Μαλαισία και την Ιαπωνία κυρίως- θα παραμείνει, με τον κίνδυνο να διακοπούν εντελώς οι προμήθειες από τις ΗΠΑ.

Ο κύριος στόχος του αμερικανικού νόμου είναι να δοθούν 52 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιχορηγήσεις για την έρευνα/κατασκευή τσιπ και να παράσχει έκπτωση φόρου 25% για επενδύσεις στους παραγωγούς τσιπ στις ΗΠΑ. Ωστόσο, κάθε επιχείρηση που χρησιμοποιεί τη χρηματοδότηση του νόμου CHIPS απαγορεύεται να "συμμετέχει σε οποιαδήποτε σημαντική συναλλαγή που αφορά την ουσιαστική επέκταση της παραγωγικής ικανότητας ημιαγωγών στην Κίνα".  Οι ΗΠΑ σχεδιάζουν περισσότερες κυρώσεις: απαγόρευση εξαγωγής εξοπλισμού κατασκευής ημιαγωγών για τσιπ μνήμης NAND με περισσότερα από 128 στρώματα. Ο στόχος είναι ότι με το μπλοκάρισμα της μεγαλύτερης εταιρείας NAND της Κίνας και των εργοστασίων κατασκευής τσιπ μνήμης που ανήκουν σε ξένες εταιρείες στην ηπειρωτική Κίνα, οι ξένοι κατασκευαστές τσιπ μνήμης θα αναγκαστούν να εγκατασταθούν εκτός Κίνας.

Αλλά  ο πόλεμος των τσιπ δεν αφορά μόνο την οικονομία, αλλά και την πολιτική ισχύ στον 21ο αιώνα - τουλάχιστον για τους ηγέτες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Οι ΗΠΑ προβάλλουν αυτη τη σύγκρουση με όρους μάχης μεταξύ της "δυτικής δημοκρατίας" και της κινεζικής (και ρωσικής) "απολυταρχίας", μάχης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (όπως εκπροσωπούνται από τις αμερικανικές αξίες), μάχης ενάντια στην καταστολή των μειονοτήτων και των αντιφρονούντων (στην Κίνα) και μάχης κατά της "γενοκτονίας" (από τη Ρωσία) στην Ουκρανία.  Αυτό οδηγεί την προπαγάνδα και την υποκρισία σε νέα επίπεδα. Αυτό που πραγματικά διακυβεύεται είναι η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ. Είναι ένας αγώνας που θα κοστίσει πολύ ακριβά στις ΗΠΑ, αλλά προφανώς αξίζει τον κόπο. Σε βάρος του παγκόσμιου εμπορίου και της παραγωγής, πιθανότατα και της παγκόσμιας ειρήνης






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου