https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

Tεχνο-Φεουδαρχία – Κριτική του Τεχνο-Φεδουαρχικού Λόγου (6): Οι Ψηφιακές τύχες και η Google

Οι θεωρητικοί της τεχνο-φεουδαρχίας συμμερίζονται την υπόθεση του γνωσιακού καπιταλισμού ότι κάτι στη φύση των δικτύων πληροφοριών και δεδομένων ωθεί την ψηφιακή οικονομία προς την κατεύθυνση της φεουδαρχικής λογικής του ενοικίου και της απαλλοτρίωσης, αντί της καπιταλιστικής λογικής του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Τι είναι αυτό; Μια προφανής εξήγηση παραπέμπει στην τεράστια ανάπτυξη των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και στις ιδιόμορφες σχέσεις εξουσίας που εγκαθιδρύουν. Ήδη από το 1995, ο Peter Drahos, ένας Αυστραλός νομικός, προειδοποίησε για τη διαφαινόμενη "φεουδαρχία της πληροφορίας". Φανταζόμενος τον κόσμο του 2015 στο πρώτο μισό του άρθρου του -σχεδόν σε όλα ήταν σωστός- στο δεύτερο μισό, υποστήριξε ότι η επέκταση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε αφηρημένα αντικείμενα, όπως οι αλγόριθμοι, θα οδηγούσε στον πολλαπλασιασμό της ιδιωτικής και αυθαίρετης εξουσίας.[34] (Ομοίως, η κριτική του Supiot στη φεουδαρχία ισχυρίζεται ότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επέτρεψαν τον τυπικό διαχωρισμό της ιδιοκτησίας των αντικειμένων από τον έλεγχό τους – ένα πισωγύρισμα στο παρελθόν.)


Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ψηφιακής οικονομίας που μοιάζει να ταιριάζει με τα φεουδαρχικά μοντέλα -ιδιαίτερα με τη μαρξική εκδοχή του τρόπου παραγωγής- είναι ο παράξενος, σχεδόν μυστικός τρόπος με τον οποίο οι χρήστες των ψηφιακών υπηρεσιών αναγκάζονται να αποχωριστούν τα δεδομένα τους. Όπως όλοι γνωρίζουμε, η χρήση ψηφιακών τεχνουργημάτων παράγει ίχνη δεδομένων, ορισμένα από τα οποία στη συνέχεια συγκεντρώνονται - πιθανώς αποδίδοντας πληροφορίες που μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση των υφιστάμενων υπηρεσιών, στην τελειοποίηση των μοντέλων μηχανικής μάθησης και στην εκπαίδευση της τεχνητής νοημοσύνης, ή να χρησιμοποιηθούν για την ανάλυση και την πρόβλεψη της συμπεριφοράς μας, τροφοδοτώντας τη διαδικτυακή αγορά της συμπεριφορικής διαφήμισης. Οι άνθρωποι είναι το κλειδί για την ενεργοποίηση των διαδικασιών συλλογής δεδομένων που περιβάλλουν αυτά τα ψηφιακά αντικείμενα. Χωρίς εμάς, πολλά από τα αρχικά ίχνη δεδομένων δεν θα είχαν παραχθεί ποτέ. Στις μέρες μας, τα δημιουργούμε συνεχώς - όχι μόνο όταν ανοίγουμε τα προγράμματα περιήγησης, χρησιμοποιούμε εφαρμογές παιχνιδιών ή κάνουμε αναζήτηση στο διαδίκτυο, αλλά με αμέτρητους τρόπους στους χώρους εργασίας, στα αυτοκίνητα, στα σπίτια μας - ακόμη και στις έξυπνες τουαλέτες μας.

Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ, από πλευράς καπιταλισμού; Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, μαζί με τους θεωρητικούς του γνωσιακού καπιταλισμού, ότι οι χρήστες είναι στην πραγματικότητα εργαζόμενοι, με τις τεχνολογικές πλατφόρμες να ζουν από την "δωρεάν ψηφιακή εργασία" τους- χωρίς την αλληλεπίδρασή τους με όλα αυτά τα ψηφιακά αντικείμενα, δεν θα υπήρχαν πολλές ψηφιακές διαφημίσεις προς πώληση και η κατασκευή προϊόντων τεχνητής νοημοσύνης θα γινόταν πιο ακριβή.[35] Μια άλλη άποψη, κορυφαία εκπρόσωπος της οποίας είναι η Shoshana Zuboff, συγκρίνει τις ζωές των χρηστών με τα παρθένα εδάφη μιας μακρινής, μη καπιταλιστικής χώρας, που απειλούνται από τις εξορύξεις των ψηφιακών κολοσσών. Καταδικασμένοι σε "ψηφιακή απαλλοτρίωση", όπως το θέτει η ίδια στο The Age of Surveillance Capitalism (2018), "είμαστε οι ιθαγενείς λαοί των οποίων οι σιωπηρές αξιώσεις αυτοδιάθεσης έχουν εξαφανιστεί από τους χάρτες της δικής μας εμπειρίας.’’[36] Όχι η μαρξική σχέση Ε-Χ-Ε (Εμπόρευμα - Χρήμα – Εμπόρευμα) ακριβώς αλλά η αίσθηση είναι ξεκάθαρη.

Η Zuboff παίρνει αποστάσεις από τις θεωρίες της "ψηφιακής εργασίας" -στην πραγματικότητα, από την εξέταση της εργασίας συνολικά. Κατά συνέπεια, δεν έχει πολλά να πει για την εκμετάλλευση- οι καπιταλιστές επιτήρησης, όπως φαίνεται, δεν κάνουν πολλά από αυτά.[37] Αντίθετα, αντλεί από τη "συσσώρευση μέσω απαλλοτρίωσης" του Harvey, παρουσιάζοντάς την ως μια συνεχή διαδικασία. Αναλύει διεξοδικά τις περίπλοκες διαδικασίες της Google για την απόσπαση και απαλλοτρίωση των δεδομένων των χρηστών. Ο όρος "απαλλοτρίωση" εμφανίζεται σχεδόν εκατό φορές στο βιβλίο, συχνά σε πρωτότυπους συνδυασμούς με άλλους όρους - "κύκλος απαλλοτρίωσης", "συμπεριφορική απαλλοτρίωση", "απαλλοτρίωση της ανθρώπινης εμπειρίας", "βιομηχανία απαλλοτρίωσης" και "μονομερής απαλλοτρίωση πλεονάσματος". Παρ' όλη την υποτιμητική γλώσσα που χρησιμοποιεί για τους χρήστες ως "ιθαγενείς λαούς", το The Age of Surveillance Capitalism δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες για το ότι η "απαλλοτρίωση" επιτυγχάνεται μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας και σε βιομηχανική κλίμακα - πράγμα που υποτίθεται ότι την κάνει να μοιάζει καπιταλιστική. Για τη Zuboff, ωστόσο, ο "καπιταλισμός" είναι κάτι που οι εταιρείες "διαπράττουν", όπως ατόπημα ή έγκλημα. Αν η διατύπωση ακούγεται παράξενη, είναι μια ακριβής απόδοση του τρόπου με τον οποίο η Zuboff αντιλαμβάνεται τον συγκεκριμένο -ισμό: σε γενικές γραμμές, ο "καπιταλισμός" είναι αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους όταν οι εταιρείες επιχειρούν.

Διαβάζοντας τις γλαφυρές περιγραφές της Zuboff για τη συμβολική και συναισθηματική βία, την εξαπάτηση και την απαλλοτρίωση που προωθούν την ψηφιακή οικονομία της Google, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί μιλάει για "καπιταλισμό επιτήρησης" και όχι "φεουδαρχία επιτήρησης." Στην πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου γράφει για "μια παρασιτική οικονομική λογική" - όχι και τόσο μακριά από την περίφημη ανάλυση του Λένιν για τα κέρδη των ραντιέρηδων που στηρίζουν τον "ιμπεριαλιστικό παρασιτισμό."[38] Το The Age of Surveillance Capitalism φλερτάρει με τη διατύπωση "φεουδαρχική" σε μερικά σημεία, χωρίς ποτέ να την υιοθετεί πλήρως. Με μια πιο προσεκτική εξέταση, ωστόσο, φαίνεται ότι το οικονομικό σύστημα που περιγράφει δεν είναι ούτε καπιταλισμός ούτε φεουδαρχία. Είναι αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει, ελλείψει καλύτερου όρου, χρηστισμό (ή γιουζερισμό-userism) - σε άμεση αναλογία με τον ιταλικό εργατισμό. Οι Ιταλοί δεν μπορούσαν να φανταστούν πώς οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν διαθέτουν μισθωτή εργασία, θα μπορούσαν να αποκομίσουν καπιταλιστικά κέρδη απλώς προσελκύοντας υπεραξία που παράγεται αλλού- ως αποτέλεσμα, κατέληξαν να εισαγάγουν τραβηγμένες έννοιες όπως η "ελεύθερη ψηφιακή εργασία". Η Zuboff, με τη σειρά της, δεν μπορεί να φανταστεί ότι η ανθρώπινη εμπειρία, που συμπυκνώνεται σε δεδομένα τα οποία ιδιοποιούνται από τον χρήστη στο σημείο επαφής με τα ψηφιακά τεχνουργήματα, δεν είναι ο κύριος κινητήριος μοχλός πίσω από τα υπέρογκα κέρδη της Google.

Ο χρηστισμός (userism) υποστηρίζει ότι, από την Google έως το Facebook, το μεγαλύτερο μέρος των κερδών αυτών των εταιρειών προέρχεται από την απαλλοτρίωση των δεδομένων των χρηστών. Αλλά είναι έτσι τα πράγματα; Θα μπορούσαν να υπάρχουν άλλες εξηγήσεις; Αν υπάρχουν, η Zuboff δεν τις εξετάζει, παραθέτοντας μόνο στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη θέση της: οι χρήστες δίνουν δεδομένα στην Google. Η Google χρησιμοποιεί τα δεδομένα για την εξατομίκευση της διαφήμισης και τη δημιουργία cloud υπηρεσιών έντασης δεδομένων (ένα σημαντικό μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Google, για το οποίο η Zuboff λέει πολύ λίγα). Ως εκ τούτου, πρέπει να είναι η σύνδεση δεδομένων χρηστών-διαφήμισης που ευθύνεται για τα απροσδόκητα κέρδη της Google. Αλλά τί άλλο θα μπορούσε να είναι, δεδομένου ότι η συγγραφέας δεν συζητά καμία άλλη πτυχή των δραστηριοτήτων της Google;

Η Google ως εταιρεία

Για να γίνει πιο κατανοητό το επιχειρηματικό μοντέλο της Google, ας το συγκρίνουμε με το Spotify, την υπηρεσία ροής μουσικής από τη Σουηδία. Τα δυο μοντέλα είναι σχετικά παρόμοια: ενώ το Spotify έχει χρήστες που πληρώνουν και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του, έχει επίσης πολλούς χρήστες που δεν πληρώνουν. Οι τελευταίοι μπορούν να μεταδίδουν μουσική δωρεάν, αλλά κάθε λίγα τραγούδια πρέπει να ακούνε διαφημίσεις. Παρά την πρόσφατη αστρική απόδοση της μετοχής του, το Spotify δεν είναι κερδοφόρο: το 2020, έχασε 810 εκατομμύρια δολάρια- αντίθετα, τα κέρδη της Alphabet, της μητρικής εταιρείας της Google, το 2020 ήταν 41 δισεκατομμύρια δολάρια, πολλά από τα οποία προέρχονται από τις διαφημιστικές δραστηριότητες της Google. Στην πραγματικότητα, η Spotify αιμορραγεί σε μετρητά από την ίδρυσή της: από το 2006 έως το 2018, την τελευταία χρονιά για την οποία είναι διαθέσιμα σχετικά στοιχεία, ξόδεψε 10 δισεκατομμύρια δολάρια σε συμφωνίες αδειοδότησης, πληρώνοντας μουσικές εταιρείες και, τελικά, καλλιτέχνες, για να μπορεί να μεταδίδει τους καταλόγους τους.

Οπότε, προκύπτει το ερώτημα: τί στην ευχή μπίζνες κάνει η Spotify; Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι πουλάει ένα πολύ ιδιόμορφο εμπόρευμα: μια μοναδική, εξατομικευμένη εμπειρία χρήστη που παρέχει πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο σε μια σχεδόν άπειρη συλλογή μουσικής. Κατά την άποψη ενός οξυδερκούς αναλυτή: η μουσική (που αποτελεί εμπόρευμα ως άδεια χρήσης) είναι απλώς μία από τις πολλές εισροές, αν και είναι η πιο σημαντική"  Σίγουρα η Spotify παραχωρεί κάποια από αυτά τα αγαθά στους χρήστες που δεν πληρώνουν, αλλά το κάνει επειδή έχει βρει έναν έξυπνο τρόπο να πουλήσει ένα άλλο, βασισμένο στη διαφήμιση, αγαθό σε κάποιον άλλο - το δεύτερο θα ήταν αδύνατο χωρίς το πρώτο. Υπάρχει άφθονη άντληση δεδομένων -η Spotify παράγει εξατομικευμένες λίστες αναπαραγωγής για τους χρήστες της κάθε εβδομάδα παρατηρώντας τις ακουστικές τους συνήθειες- και δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σημασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας για το επιχειρηματικό της μοντέλο. Θα έπρεπε, όμως, το επιχειρηματικό μοντέλο της Spotify να εξηγηθεί εστιάζοντας μόνο στην εξαγωγή δεδομένων, αγνοώντας το γεγονός ότι ως καπιταλιστική επιχείρηση παράγει κάτι; Αυτό θα σήμαινε ότι όλα αυτά τα δεδομένα είναι απλώς ένα πρόσθετο στοιχείο της κύριας δουλειάς της Spotify: ένα μοναδικό εμπόρευμα μουσικής και επώνυμης εμπειρίας. Οι περιφρονημένοι ραντιέρηδες σε αυτό το μοντέλο είναι οι μουσικές εταιρίες- η Spotify είναι ένας καπιταλιστής όπως ο Henry Ford με κάρτα.

Ας επιστρέψουμε στη Google. Και αυτή παράγει ένα εμπόρευμα - πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο σε τεράστιες ποσότητες ανθρώπινης γνώσης - αλλά, σε αντίθεση με το Spotify, το εμπόρευμα της Google είναι πολύ φθηνότερο στην παραγωγή του. Γιατί γίνεται αυτό; Επειδή η Google δεν πληρώνει τους εκδότες και τους δημιουργούς περιεχομένου των οποίων τις σελίδες ευρετηριάζει προκειμένου να παράγει αυτό το αγαθό, τουλάχιστον όχι με τον ίδιο τρόπο που η Spotify πληρώνει τις μουσικές εταιρείες. Η Google, σε αντίθεση με το Spotify, δεν προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία αναζήτησης χωρίς διαφημίσεις στους χρήστες που πληρώνουν, αλλά ο αδελφός ιστότοπός της, το YouTube, το κάνει με μηνιαία χρέωση. Ακριβώς όπως η Spotify με τους χρήστες που δεν πληρώνουν, η Google δίνει δωρεάν το αγαθό της αναζήτησης, το οποίο, με τη σειρά του, καθιστά δυνατή την πώληση ενός άλλου, εξαιρετικά κερδοφόρου αγαθού - την πρόσβαση στις οθόνες και την προσοχή των χρηστών της - στους διαφημιστές. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους τεράστιοι όγκοι προσωπικών δεδομένων, που εξάγονται κρυφά, μπορούν να καταστήσουν αυτό το διαφημιστικό αγαθό πιο πολύτιμο. Αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε σημασία αν η Google έπρεπε πραγματικά να πληρώσει ένα τέλος για την ευρετηρίαση κάθε περιεχομένου που εμφανίζει στην πρώτη σελίδα των αποτελεσμάτων αναζήτησης, δίπλα στις διαφημίσεις που την καθιστούν τόσο εξωφρενικά κερδοφόρα.

Το Age of Surveillance Capitalism είναι ένα βιβλίο 704 σελίδων αλλά η Zuboff αφιερώνει μόλις δύο προτάσειςσε αυτό το προπατορικό αμάρτημα στην καρδιά του επιχειρηματικού μοντέλου της Google (κι αυτές σε διακριτά αποσπάσματα ,όπου συζητιούνται άλλα θέματα,). Το δέχεται ως κάτι αυτονόητο, γράφοντας απλώς για "ευρετηριασμένες πληροφορίες που το δικυακό σκουλήκι της Google είχε ήδη πάρει από άλλους χωρίς πληρωμή." Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτό δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό της ίδιας της Zuboff για την απαλλοτρίωση: δεν υπάρχουν εμπλεκόμενοι χρήστες. Οι πραγματικές καπιταλιστικές δραστηριότητες της Google δεν ενδιαφέρουν επομένως τον χρηστισμό. Ωστόσο, η εστίαση στους χρήστες και τα δεδομένα τους, μοιάζει με την εστίαση  στις εξατομικευμένες λίστες αναπαραγωγής της Spotify εις βάρος των πληρωμών δικαιωμάτων: οι πρώτες δεν είναι εντελώς άσχετες - κάνουν τους χρήστες να επιστρέφουν - αλλά, στο μεγάλο σχήμα των πραγμάτων, η επεξηγηματική τους δύναμη ωχριά σε σχέση με αυτή πληρωμών δικαιωμάτων.

Παραδόξως, η τεράστια επιτυχία του επιχειρηματικού μοντέλου της Google υποδηλώνει ότι το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται δεν ορίζεται από τη "φεουδαρχία της πληροφορίας", αλλά μάλλον από τον "κομμουνισμό της πληροφορίας". Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο υψηλός, σχεδόν σοσιαλιστικός στόχος της "οργάνωσης όλης της παγκόσμιας γνώσης" θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απεριόριστη, χωρίς αμοιβή ευρετηρίαση των πληροφοριών που παράγονται από άλλους, σαν να μην υπήρχαν δικαιώματα ιδιοκτησίας -συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων που σχετίζονται με την πρόσβαση και τη χρήση. Το πρόβλημα με την περιγραφή της Zuboff για τον εμμονικό "καπιταλισμό της επιτήρησης" είναι ότι είναι συνταγματικά ανίκανος να κατανοήσει πώς ακριβώς θα μπορούσε να λειτουργήσει η μη καπιταλιστική ψηφιακή οικονομία στο μέλλον. Ως αποτέλεσμα, δεν έχει καμία ριζοσπαστική πολιτική ατζέντα εκτός από κάποια αόριστα φιλελεύθερα αιτήματα για απροσδιόριστα πράγματα όπως το "δικαίωμα στο μέλλον".

Παθολογικοποιώντας τη συνεχιζόμενη εκχυδαϊστική πλευρά του σύγχρονου ψηφιακού καπιταλισμού, η κριτική της Zuboff εξομαλύνει πλήρως τη μη εκχυδαϊστική του διάσταση. Ο ουτοπικός της ορίζοντας δεν εκτείνεται πολύ πέρα από την απαίτηση ενός κόσμου στον οποίο η Google, έχοντας εγκαταλείψει τη διαφήμιση και τη συναφή άντληση δεδομένων, θα άρχιζε απλώς να χρεώνει τις υπηρεσίες αναζήτησης- μια επιλογή που το Facebook φέρεται να εξετάζει. Το γεγονός ότι αυτό θα ομαλοποιούσε ακούσια όλη την "ψηφιακή απαλλοτρίωση" που συμβαίνει στο στάδιο της ευρετηρίασης, εδραιώνοντας τη δύναμη της Google και την επιρροή της στο θεσμικό φαντασιακό της κοινωνίας, ελάχιστα απασχολεί τη Zuboff. Εξάλλου, για τον χρηστισμό, το πρόβλημα με τον "καπιταλισμό της επιτήρησης" είναι η επιτήρηση των χρηστών-καταναλωτών, όχι ο καπιταλισμός ως τέτοιος.

Αναφορές

[34] Peter Drahos, ‘Information Feudalism in the Information Society’, The Information Society, vol. 11, no. 3, April 1995; Drahos and John Braithwaite, Information Feudalism: Who Owns the Knowledge Economy?, Abingdon 2002.

[35] Η θέση "οι χρήστες είναι εργαζόμενοι" έχει επίσης προωθηθεί από τον Glen Weyl, ο οποίος συνέγραψε ένα πολυσυζητημένο έγγραφο για την "εργασία των δεδομένων" με τον ειδήμονα της τεχνολογίας Jaron Lanier και άλλους. Βλ. Imanol Arrieta-Ibarra et al., ‘Should We Treat Data as Labour? Moving Beyond “Free”’, American Economic Association Papers & Proceedings, vol. 108, May 2018. Βλ επίσης Carlo Vercellone, ‘Les plateformes de la gratuité marchande et la controverse autour du Free Digital Labor: une nouvelle forme d’exploitation?’, Open Journal in Information Systems Engineering, vol. 1, no. 2, 2020.

[36] Shoshana Zuboff, The Age of Surveillance Capitalism: The Fight for a Human Future at the New Frontier of Power, New York 2019

[37] Ενώ η Zuboff γράφει ότι η Google "εκμεταλλεύεται την πληροφορία" ή "εκμεταλλεύεται την ανακάλυψη του πλεονάσματος της συμπεριφοράς", δεν εννοεί την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

[38] ''Το εισόδημα των ραντιέρηδων  είναι πέντε φορές μεγαλύτερο από το εισόδημα που προέρχεται από το εξωτερικό εμπόριο της μεγαλύτερης "εμπορικής" χώρας στον κόσμο! Αυτή είναι η ουσία του ιμπεριαλισμού και του ιμπεριαλιστικού παρασιτισμού". ΒΙ Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. VIII. Ο παρασιτισμός και το σάπισμα του καπιταλισμού. Θεμέλιο 1964, μτφρ. ΓΝ Νικολαϊδης, σελ. 124. Κατά ειρωνικό τρόπο, το 2004 η Zuboff έγραψε μια άρθρο που αγκάλιασε το νεοφεουδαλιστικό πλαίσιο: "From Subject to Citizen", Fast Company, 01/05/2004



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου