Φόρτωσα στα ΑΙ μου (Πυγμαλίωνα και Διοτίμα) όλες τις διαθέσιμες ιστορίες του ροκ, κλασικές και μη. Του έδωσα αναλύσεις πολιτικές, κοινωνιολογικές, πολιτισμικές, ψυχαναλυτικές, μαρξιστικές, μεταμαρξιστικές, νεοφιλελεύθερες, αντινεοφιλελεύθερες, μετα-πανκ, προ-πανκ, αντι-πανκ και μερικές που δεν κατάλαβα ούτε εγώ γιατί τις είχα αποθηκεύσει.
Ύστερα του έριξα και αρκετά MB από το δικό μου αποθησαυρισμένο υλικό: παλιά κείμενα για το Παιδί Αλεξίπτωτο, σημειώσεις για τον Τσίπρα και τα ΜΜΕ, παρατηρήσεις για τη σχέση του με τις Εκκλησίες, τον Πάπα, το Άγιον Όρος, τη μάντισσα Άννα, τον Ανέμελο Οδοστρωτήρα, τα συνθήματα του από το 1990 ως σήμερα, τη μετάβαση από το «να μπορούμε να λείπουμε από το μάθημα» στο «η αναμονή τελείωσε» και από το νταούλι στη γκλίτσα.
Το ερώτημα ήταν απλό:
Αλλά επειδή δεν ήθελα να μείνουμε στο ξερά ερμηνευτικό επίπεδο —γιατί το ξερά ερμηνευτικό επίπεδο είναι ωραίο, αλλά δεν πείθει πια κανέναν αν δεν έχει και έναν πίνακα, έναν δείκτη, μια ποσοτικοποίηση, ένα χρώμα θετικοποίησης, κάτι τέλος πάντων που να μοιάζει ότι πέρασε από Excel— του ζήτησα να κάνει και στατιστική ανάλυση.
α. νεοφιλελεύθερη,
β. συντηρητική,
γ. σοσιαλδημοκρατική,
δ. μαρξιστική.
Και μετά να καταλήξεις σε τριάδα».
Τα ΑΙ υπάκουσαν. Κι αυτό είναι ήδη ανησυχητικό. Όχι επειδή οι μηχανές σκέφτονται καλύτερα από τους ανθρώπους, αλλά επειδή υπακούν καθαρότερα. Ο άνθρωπος, ακόμη κι όταν λέει «ναι», κρατάει μέσα του ένα υπόλοιπο άρνησης. Η μηχανή, όταν λέει «εκτελώ», δεν κρατάει τίποτα. Γι’ αυτό η υπακοή της είναι τόσο πειστική — και τόσο τρομακτική.
Πριν όμως μπει στα τραγούδια, ζήτησε διευκρίνιση για τον χώρο της ανακοίνωσης.
«Τι είναι το Θησείο;» ρώτησε ο Πυγμαλίωνας, με εκείνο το άψυχο ενδιαφέρον που έχουν οι μηχανές όταν ετοιμάζονται να καταλάβουν κάτι που εμείς προσποιούμαστε ότι έχουμε καταλάβει από καιρό.
«Γιατί δεν το ψάχνεις», του λέω.
«Θέλω να μου πεις εσύ», ανταπαντάει.
Και τότε αναγκάστηκα να του εξηγήσω.
Το Θησείο δεν είναι απλώς μια ωραία αθηναϊκή γειτονιά για καφέδες, περιπάτους, τουρίστες, παγκάκια, μουσικούς του δρόμου και ζευγάρια που παριστάνουν ότι συζητούν για την αρχαιότητα ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουν πού θα φάνε. Είναι ένας από τους πιο φορτισμένους συμβολικά χώρους της Αθήνας. Βρίσκεται δίπλα στην Αρχαία Αγορά, κοντά στην Ακρόπολη, στην Πνύκα, στο Μοναστηράκι, στον λόφο του Φιλοπάππου. Δηλαδή μέσα σε ένα σκηνικό όπου η Ελλάδα κοιτάζει τον εαυτό της και λέει: «Κάτι υπήρξαμε, κάτι είμαστε, κάτι θα μπορούσαμε να ξαναγίνουμε, αρκεί να μη μας χαλάσει το μικρόφωνο».
Η επιλογή του Θησείου για την ανακοίνωση νέου κόμματος δεν είναι ουδέτερη. Δεν είναι σαν να λες «κλείσαμε μια αίθουσα ξενοδοχείου γιατί είχε διαθέσιμες καρέκλες και καλό air condition». Είναι επιλογή σκηνικού. Και στην πολιτική το σκηνικό δεν είναι ποτέ απλώς σκηνικό. Είναι μέρος του λόγου.
Αν παρουσιάσεις ένα κόμμα σε ξενοδοχείο, λες: είμαστε θεσμικοί, σοβαροί, συνεδριακοί, με πρόγραμμα και coffee break.
Αν το παρουσιάσεις σε πλατεία, λες: είμαστε λαϊκοί, ανοιχτοί, κινηματικοί.
Και κάπου εδώ μπαίνει ο «ποιμένας».
Διότι όταν μιλάμε παρακάτω για τον ποιμενικό Τσίπρα ή για το σύνδρομο του ποιμένα / τσοπάνη, δεν εννοούμε φυσικά ότι ο Τσίπρας έχει κάποια σχέση με πραγματική κτηνοτροφία. Δεν υπονοούμε ότι κατεβαίνει στο Θησείο με γκλίτσα και μετράει κατσίκια ανά εκλογική περιφέρεια, αν και η εικόνα, ας είμαστε τίμιοι, έχει μια κάποια γοητεία.
Η λέξη «ποιμένας» χρησιμοποιείται μεταφορικά. Στην πολιτική και στη θρησκευτική γλώσσα, ο ποιμένας είναι αυτός που οδηγεί, προστατεύει, μαζεύει τους σκορπισμένους, φροντίζει το ποίμνιο. Ο «καλός ποιμήν» είναι η μορφή του ηγέτη-προστάτη, αυτού που δεν εμφανίζεται απλώς για να ζητήσει ψήφο, αλλά για να πει: «Ξέρω ότι έχετε χαθεί, ξέρω ότι έχετε πληγωθεί, ελάτε να σας οδηγήσω ξανά».
Το «τσοπάνης» είναι η λαϊκή, σατιρική, αποϊεροποιημένη εκδοχή της ίδιας εικόνας. Ο ποιμένας έχει βιβλική ευγένεια. Ο τσοπάνης έχει χώμα στα παπούτσια, κουδούνια, φωνές, μαντρί και πρακτικό νου.
Όταν λοιπόν λέμε ότι ο Τσίπρας εμφανίζεται ως ποιμήν ή τσοπάνης, εννοούμε ότι η επιστροφή του στήνεται σαν κάλεσμα προς ένα σκορπισμένο πολιτικό ακροατήριο: Κεντροαριστερά, Αριστερά, απογοητευμένοι του ΣΥΡΙΖΑ, αντιδεξιοί ψηφοφόροι, αποχή, άνθρωποι που δεν πιστεύουν εύκολα αλλά ψάχνουν κάτι να αντιπαρατεθεί στη μητσοτακική κυριαρχία.
ο λύκος κυκλοφορεί,
το παλιό μαντρί γκρεμίστηκε,
το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζεται ότι έχει τίτλους ιδιοκτησίας στο λιβάδι,
η ΝΔ λέει ότι δεν υπάρχουν λύκοι αλλά μόνο επενδυτικές ευκαιρίες,
Αφού το ΑΙ έλαβε υπόψη του και αυτή την τοπογραφική/πολιτισμική παράμετρο, έκανε το πρώτο σημασιολογικό σκανάρισμα της ομιλίας. Εντόπισε τις λέξεις-κλειδιά: λαός, κοινωνική πλειοψηφία, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, δημοκρατία, νέα Μεταπολίτευση, σοκ εντιμότητας, νέος πατριωτισμός, σύντροφοι, φίλες και φίλοι, αλλαγή πολιτικής, ζωή με αξιοπρέπεια, κοπάδι, κάτι παραπάνω από κόμμα.
Μετά τις αντιστοίχισε με θεματικά μοτίβα του
ροκ: επιστροφή, διάψευση, εξέγερση, αυτοεξαπάτηση, επανάληψη, ηγεσία, προδομένη
ελπίδα, θορυβώδης ανασύνθεση, συλλογική αυταπάτη, πολιτική λύτρωση, ιστορική
σκηνοθεσία, και βέβαια το πιο κρίσιμο: frontman syndrome. Δηλαδή η
ιστορική τάση ορισμένων τραγουδιστών και πολιτικών αρχηγών να πιστεύουν ότι, αν
σηκώσουν αρκετά ψηλά το χέρι, το κοινό θα μετατραπεί σε λαό.
Στη συνέχεια πέρασε στη συγκριτική ιδεολογική αξιολόγηση.
1. Η νεοφιλελεύθερη γωνία
Από νεοφιλελεύθερη άποψη, το νέο κόμμα Τσίπρα
θυμίζει ένα παλιό συγκρότημα που επιστρέφει με reunion tour, ζητώντας από το κοινό να ξεχάσει ότι στην
προηγούμενη περιοδεία κάηκαν τα ενισχυτικά, χάθηκε το ταμείο και ο ντράμερ
έφυγε με τον μάνατζερ.
The Who — Won’t Get Fooled Again
Το κεντρικό ρεφρέν, βέβαια, είναι φαρμακερό:
Από συντηρητική άποψη, το νέο κόμμα Τσίπρα
δεν είναι απλώς πολιτική πρωτοβουλία. Είναι επιστροφή του χάους με κανονισμένη
σκηνοθεσία. Ο συντηρητικός δεν ακούει «νέα Μεταπολίτευση». Ακούει «έρχονται
πάλι οι πλατείες, τα πανό, οι επιτροπές, οι συνιστώσες και οι άνθρωποι που λένε
“σύντροφε” σε χώρους με κλιματισμό».
The Clash — Should I Stay or Should I Go
Διότι αυτό είναι το ερώτημα που, σύμφωνα με τη συντηρητική ανάγνωση, βασανίζει τον Τσίπρα από το 2019 και μετά.
Να φύγω;
Να παραιτηθώ;
Να ιδρύσω Ινστιτούτο;
Να αφήσω το νέο κύμα;
Να γυρίσω όταν το νέο κύμα κάνει ζημιές στο σαλόνι;
Να εμφανιστώ ως πρώην;
Να επανεμφανιστώ ως νυν;
Να πω «φίλες και φίλοι»;
Να μου ξεφύγει «συντρόφισσες και σύντροφοι»;
Να σηκώσω τη γκλίτσα ή να την κρατήσω χαμηλά για να μη φοβηθεί το κέντρο;
Η συντηρητική κριτική δεν ασχολείται τόσο με
τη λεπτή ταξική ανάλυση. Θέλει σταθερότητα. Θέλει κανονικότητα. Θέλει να μην
ξαναδεί τον Τσίπρα να κοιτά την Ευρώπη με βλέμμα μαθητή που λέει «θέλω να κρίνω
μόνος μου αν θα λείψω από το μάθημα».
Για τον συντηρητικό, ο Τσίπρας είναι ο
άνθρωπος που δεν έφυγε ποτέ αρκετά ώστε να ησυχάσει η χώρα.
Παράμετροι: παραίτηση 2023, Ινστιτούτο, δημόσιες παρεμβάσεις, υποψία επιστροφής, τελική επανεμφάνιση, υψηλή δραματουργία «με κάλεσαν».
Συμπέρασμα: το τραγούδι ταιριάζει απολύτως
στον Τσίπρα της ενδιάμεσης περιόδου, εκείνον που βγήκε από την πόρτα αλλά άφησε
το παλτό του στην καρέκλα.
Η σοσιαλδημοκρατική ανάγνωση είναι πιο
τρυφερή αλλά και πιο ενοχλημένη. Δεν απορρίπτει τον Τσίπρα ολοκληρωτικά.
Αναγνωρίζει ότι πιάνει πραγματικά προβλήματα: ανισότητες, μισθούς, στέγη,
υγεία, παιδεία, κράτος δικαίου, ακρίβεια, κοινωνική πλειοψηφία. Αλλά τον κοιτά
με το βλέμμα ανθρώπου που ακούει έναν παλιό φίλο να λέει «έχω αλλάξει» και
θυμάται ότι το έχει ξανακούσει.
Εδώ το ΑΙ πρότεινε:
Το τραγούδι αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση,
είναι το απόλυτο τραγούδι του Τσίπρα που στέκεται μπροστά στο νέο του κόμμα,
στο Θησείο, με την αρχαία πέτρα πίσω του και το παλιό του πολιτικό φορτίο μέσα
του, και αναρωτιέται:
Well, how did I get here?
Πώς βρέθηκα πάλι εδώ;
Πώς από το μαθητικό «να μπορούμε να λείπουμε από το μάθημα» φτάσαμε στο «να αποκτήσει φωνή η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία»;
Πώς από το «θα σκίσουμε τα μνημόνια» φτάσαμε
στο «σοκ εντιμότητας»;
Πώς από την Ιθάκη περάσαμε στο Ινστιτούτο και
από το Ινστιτούτο στη γκλίτσα;
Πώς από το «Πρώτη φορά Αριστερά» φτάσαμε στο
«κάτι παραπάνω από κόμμα»;
Και, κυρίως:
Η σοσιαλδημοκρατική ματιά δεν θέλει να πετάξει τον Τσίπρα στα σκουπίδια. Θέλει όμως να τον κατεβάσει από το ύψωμα. Θέλει πρόγραμμα, σοβαρότητα, θεσμούς, φορολογικό σχέδιο, κοινωνικό κράτος με κοστολόγηση, πράσινη μετάβαση με διοικητική ικανότητα, όχι άλλη μία τελετουργία αρχηγικής επανόδου με ιστορικές αναφορές και ποιητικά κλεισίματα.
Αποτελέσματα:
|
Παράμετρος |
Βαθμός |
|
Κοινωνική στόχευση |
84/100 |
|
Προγραμματική
ακρίβεια |
51/100 |
|
Αυτοκριτική 2015 |
38/100 |
|
Ικανότητα
συσπείρωσης |
79/100 |
|
Κίνδυνος αρχηγικού
μεσσιανισμού |
88/100 |
Μέσος δείκτης: 68/100,
δηλαδή «ενδιαφέρων αλλά επικίνδυνα τσιπρικός».
Το Once in a
Lifetime πήρε εδώ:
Σοσιαλδημοκρατική
συμβατότητα: 91/100.
Διότι εκφράζει
ακριβώς την αμηχανία της επανάληψης με άλλο κοστούμι.
4. Η
μαρξιστική γωνία
Η μαρξιστική
ανάγνωση ήταν η πιο σκληρή. Το ΑΙ χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω, μάλλον
επειδή ξεφύλλισε εσωτερικά κάτι ανάμεσα σε Μαρξ, Λένιν, Γκράμσι, Πουλαντζά, Bottomore και τις παλιές μας σημειώσεις για το Παιδί Αλεξίπτωτο.
Η διάγνωση ήταν
ανελέητη:
Ο Τσίπρας μιλά
για αδικία αλλά όχι για εκμετάλλευση.
Μιλά για ολιγαρχία αλλά όχι για κεφάλαιο.
Μιλά για κοινωνική πλειοψηφία αλλά όχι για εργατική τάξη.
Μιλά για δημοκρατία αλλά όχι για κοινωνικοποίηση της οικονομικής εξουσίας.
Μιλά για σύντροφους αλλά οργανώνει αρχηγικό κόμμα.
Μιλά για συμμετοχή αλλά ζητά υπογραφές σε πλατφόρμα.
Μιλά για ιστορικούς αγώνες αλλά τους χρησιμοποιεί ως συμβολικό κεφάλαιο για
εκλογική επανεκκίνηση.
Εδώ το ΑΙ
πρότεινε ως βασικό τραγούδι πάλι το:
The Who — Won’t Get
Fooled Again
Αλλά για άλλον
λόγο από τον νεοφιλελεύθερο.
Ο νεοφιλελεύθερος
το ακούει και σκέφτεται: «Μην ξαναπέσουμε σε κρατισμό».
Ο μαρξιστής το
ακούει και σκέφτεται: «Μην ξαναπέσουμε σε αριστερή διαχείριση του
καπιταλισμού».
Και οι δύο
τραγουδούν το ίδιο ρεφρέν, αλλά ο ένας κρατάει Financial Times και ο άλλος Ριζοσπάστη. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να τρομάξει
κανείς.
Η μαρξιστική
βαθμολόγηση:
|
Παράμετρος |
Βαθμός |
|
Αντιολιγαρχική
ρητορική |
82/100 |
|
Αντικαπιταλιστική
σαφήνεια |
27/100 |
|
Ταξική ονοματοδοσία |
31/100 |
|
Κινηματική
αυτοοργάνωση |
29/100 |
|
Αρχηγική συγκέντρωση |
93/100 |
|
Συμβολική χρήση
ιστορίας |
96/100 |
Η
ποσοτική-στατιστική ανάλυση
Για να μη
μείνουμε, λοιπόν, στο ξερά ερμηνευτικό επίπεδο, το ΑΙ κατασκεύασε έναν σύνθετο
δείκτη που ονόμασε:
Rock-Political Fit Index — RPFI
Ο δείκτης αυτός
μετρά τη συμβατότητα κάθε τραγουδιού με επτά άξονες της τσιπρικής
επανεμφάνισης:
- Δείκτης
Επιστροφής
Πόσο εκφράζει το τραγούδι την ιδέα του comeback. - Δείκτης
Διάψευσης
Πόσο κουβαλά μνήμη προηγούμενης απογοήτευσης. - Δείκτης
Ποιμενικότητας
Πόσο ταιριάζει με το σύνδρομο του ποιμένα / τσοπάνη. - Δείκτης
Θεάματος
Πόσο λειτουργεί ως σκηνική, τηλεοπτική, frontman στιγμή. - Δείκτης
Ιδεολογικής Αμφισημίας
Πόσο χωρά διαφορετικές ερμηνείες από δεξιά, αριστερά, κέντρο και καφενείο. - Δείκτης
Θησείου
Πόσο ταιριάζει με την επιλογή ενός ιστορικού, ανοιχτού, αρχαιοδημοκρατικού σκηνικού για την ανακοίνωση. - Δείκτης
Γκλίτσας
Πόσο μπορεί να ακουστεί το τραγούδι ενώ ο Ηγέτης στέκεται συμβολικά στο ύψωμα και καλεί το διασκορπισμένο ποίμνιο.
Τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:
|
Τραγούδι |
Επιστροφή |
Διάψευση |
Ποιμενικότητα |
Θέαμα |
Αμφισημία |
Θησείο |
Γκλίτσα |
Σύνολο |
|
The Who — Won’t Get
Fooled Again |
88 |
97 |
76 |
91 |
84 |
78 |
73 |
83,9 |
|
Talking Heads — Once
in a Lifetime |
93 |
89 |
81 |
86 |
96 |
94 |
87 |
89,4 |
|
The Clash — Should I
Stay or Should I Go |
95 |
78 |
62 |
88 |
82 |
70 |
61 |
76,6 |
|
Bob Dylan — Like a
Rolling Stone |
74 |
90 |
55 |
79 |
91 |
82 |
58 |
75,6 |
|
Pink Floyd — Sheep |
69 |
85 |
99 |
73 |
70 |
65 |
100 |
80,1 |
|
Radiohead — No
Surprises |
61 |
92 |
58 |
64 |
88 |
60 |
52 |
67,9 |
|
Nick Cave — The
Mercy Seat |
52 |
94 |
60 |
89 |
75 |
72 |
61 |
71,9 |
|
Rage Against the
Machine — Killing in the Name |
58 |
66 |
41 |
97 |
54 |
45 |
38 |
57,0 |
Το ενδιαφέρον
είναι ότι το Pink Floyd — Sheep είχε τέλειο Δείκτη Γκλίτσας, 100/100, και σχεδόν
τέλειο Δείκτη
Ποιμενικότητας, 99/100, αλλά απορρίφθηκε από την τελική τριάδα επειδή ήταν
υπερβολικά κυριολεκτικό. Όταν μιλάμε για τσοπάνη, δεν χρειάζεται να φέρουμε και
τα πρόβατα στο εξώφυλλο. Κάπου πρέπει να υπάρχει και λίγη διακριτικότητα.
Το Nick Cave — The Mercy Seat μπήκε προσωρινά στη συζήτηση, ιδίως λόγω του αποθησαυρισμένου υλικού μου και της παλιάς σχέσης με τον Good Son, αλλά κρίθηκε υπερβολικά μεταφυσικό και δικαστικό. Ο Τσίπρας δεν κάθεται ακόμη στην ηλεκτρική καρέκλα. Στέκεται στο Θησείο με μικρόφωνο.
Το Rage Against the Machine απορρίφθηκε διότι, όσο κι αν θα άρεσε σε ορισμένους παλιούς κινηματικούς, το νέο κόμμα Τσίπρα δεν έχει αρκετή οργή για να αντέξει τέτοια κιθάρα. Το ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι «Killing in the Name». Είναι περισσότερο «Signing in the Platform».
Μετά την ποσοτική
ανάλυση, τις ιδεολογικές γωνίες, τη γεωγραφία του Θησείου και την εφαρμογή του
Δείκτη Τσοπανικής Επανόδου, το ΑΙ κατέληξε στην εξής τριάδα:
1. Talking Heads —
Once in a Lifetime
Το τραγούδι του
υπαρξιακού Τσίπρα. Του ανθρώπου που κοιτάζει τη διαδρομή του και μοιάζει να
ρωτά:
Πώς από τη
μαθητική απουσία φτάσαμε στην ποιμενική επιστροφή;
Πώς από την
ελπίδα φτάσαμε στο Ινστιτούτο;
Πώς από το «Όχι»
φτάσαμε στο «η αναμονή τελείωσε»;
Πώς γίνεται να
επιστρέφω ως νέος ενώ είμαι ήδη η παλιά μου ιστορία;
Και πώς γίνεται
όλο αυτό να συμβαίνει στο Θησείο, με την αρχαία δημοκρατία πίσω μου και το
παλιό μνημόνιο μέσα μου;
Ελληνικός
υπότιτλος:
«Πώς βρέθηκα
πάλι εδώ;»
Το τραγούδι του
κοινού. Όχι του Τσίπρα. Του κοινού.
Των ανθρώπων που
θέλουν να πιστέψουν αλλά θυμούνται. Των ανθρώπων που λένε «δεν
ξαναπαγιδεύομαι», αλλά ταυτόχρονα κοιτούν τον Οδοστρωτήρα και λένε «μήπως να το
ξανασκεφτούμε;»
Ελληνικός
υπότιτλος:
«Δεν μας
ξαναπιάνεις — εκτός αν δεν έχουμε άλλον.»
Το τραγούδι της
περιόδου 2019-2026. Του Τσίπρα που παραιτείται αλλά δεν εξαφανίζεται. Που
παραμερίζει αλλά κρατά θέση. Που φτιάχνει Ινστιτούτο αλλά όχι κόμμα. Που
περιμένει το νέο κύμα, βλέπει το νέο κύμα να κάνει μούσκεμα το σπίτι, και
επιστρέφει λέγοντας ότι δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος.
Ελληνικός
υπότιτλος:
«Να φύγω, να
μείνω ή να επιστρέψω ως ιστορική ανάγκη;»
Το ΑΙ, αφού
κατανάλωσε ροκ ιστορία, πολιτική θεωρία, κοινωνιολογία, αποθηκευμένα κείμενα,
συνθήματα του Τσίπρα, αναμνήσεις από το Παιδί Αλεξίπτωτο, αρκετή υπολογιστική
μελαγχολία και μια πλήρη τοπογραφική ανάλυση του Θησείου, κατέληξε ότι το νέο
κόμμα Τσίπρα δεν έχει ένα τραγούδι. Έχει τρία.
Γιατί και ο ίδιος
ο Τσίπρας δεν είναι ένας.
Είναι ο μαθητής
που ήθελε να λείπει.
Ο κινηματικός που
ήθελε να καταργήσει τα ΜΑΤ.
Ο αντιμνημονιακός
που βαρούσε νταούλι.
Ο πρωθυπουργός
που έμαθε ότι οι αγορές δεν χορεύουν πάντα σε ελληνικό ρυθμό.
Ο παραιτημένος
που ίδρυσε Ινστιτούτο.
Ο ποιμήν που
ξανακατεβαίνει στο λιβάδι.
Και το Θησείο
είναι η τέλεια σκηνή για αυτή τη μεταμόρφωση: ένας ιστορικός χώρος όπου μπορείς
να παρουσιάσεις κάτι νέο έχοντας πίσω σου όσο περισσότερο παλιό γίνεται.
Once in a Lifetime για την υπαρξιακή απορία.
Won’t Get Fooled Again για τη
συλλογική καχυποψία.
Should I Stay or Should I Go για την πολιτική του επιστροφή ως
παρατεταμένο δισταγμό.
τον Τσίπρα,
τη γκλίτσα,
το Θησείο,
την Ακρόπολη,
τα παλιά συνθήματα,
το νέο κόμμα,
το παλιό τραύμα,
την κοινωνική πλειοψηφία,
το ποίμνιο,
τους τουρίστες που περνούν χωρίς να ξέρουν τι συμβαίνει,
και την ερώτηση που κανένα πολιτικό συνέδριο δεν θέλει να ακούσει δυνατά:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου