Ο Α. αποφάσισε να γραφτεί στην ΕΛΑΣ ένα απόγευμα που δεν είχε τίποτε ηρωικό. Δεν έπεφτε η κυβέρνηση, δεν υπήρχε πλατεία, πανό, ιστορική φωτογραφία, ούτε εκείνη η ηλεκτρισμένη αίσθηση ότι οι εποχές γυρίζουν σελίδα μπροστά σου και εσύ, για μία φορά στη ζωή σου, δεν είσαι απλώς αναγνώστης αλλά μικρό γράμμα μέσα στην πρόταση. Ήταν ένα απλό απόγευμα μιας απλής Τετάρτης.
Και τότε, σαν έκλαμψη, του ήρθε στο μυαλό κάτι που ακούστηκε όχι σαν αισιοδοξία, αλλά σαν προσταγή: «αρκετά με την κακή χρήση της τραγωδίας».
Άνοιξε τον υπολογιστή. Στην οθόνη εμφανίστηκε η σελίδα εγγραφής της ΕΛΑΣ — Ενωτική Λαϊκή Αριστερή Συμπαράταξη. Το νέο κόμμα του Τσίπρα είχε ανακοινωθεί λίγες μέρες πριν, με ένα σήμα που προσπαθούσε να φαίνεται και ιστορικό και μοντέρνο, και με μια ιδρυτική διακήρυξη όπου οι λέξεις «δημοκρατία», «κοινωνική δικαιοσύνη», «πράσινη μετάβαση», «κυβερνώσα Αριστερά» και «λαϊκή αξιοπρέπεια» στέκονταν η μία δίπλα στην άλλη σαν παλιοί σύντροφοι που ξανασυναντιούνται σε μνημόσυνο αλλά αποφασίζουν να το κάνουν συνέδριο.
Κοίταξε τη φόρμα. Ονοματεπώνυμο. Email. Τηλέφωνο. Περιοχή. Επάγγελμα. Συμφωνώ με τις αρχές και το καταστατικό. Στάθηκε στο τελευταίο κουτάκι. Πάντα φοβόταν τα κουτάκια. Τα κουτάκια είχαν κάτι από μικρή συνθηκολόγηση. Τσεκάρεις και προχωράς. Συμφωνώ. Αποδέχομαι. Δηλώνω. Υποβάλλω. Όλη η νεωτερικότητα σε κουτάκια. Κάποτε οι άνθρωποι έδιναν όρκους κάτω από ουρανούς, μπροστά σε θεούς, σε συντρόφους, σε νεκρούς. Τώρα τσεκάρουν τετραγωνάκια. Το τσέκαρε.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν έγινε τίποτα. Ύστερα η οθόνη έγραψε: «Η εγγραφή σας ολοκληρώθηκε επιτυχώς».
Ο Α. περίμενε κάτι. Ένα εσωτερικό ρίγος. Μια φωνή. Ένα μικρό 1917 μέσα στην κουζίνα του. Τίποτα.
Κι όμως, μετά από λίγο, ένιωσε κάτι. Όχι ελπίδα ακριβώς. Η ελπίδα ήταν λέξη επικίνδυνη. Αυτό που ένιωσε ήταν πιο ταπεινό: ένα είδος τεχνητής θέρμανσης. Σαν να είχε ανάψει μικρό αερόθερμο μέσα σε παγωμένο δωμάτιο. Δεν άλλαζε τον χειμώνα, αλλά άλλαζε την αίσθηση των χεριών.
Τις επόμενες μέρες ήρθε ο ενθουσιασμός. Όχι πηγαίος, ούτε απόλυτα γνήσιος. Αυτό το ήξερε. Δεν εξαπατούσε τον εαυτό του τόσο εύκολα. Ήταν ένας ενθουσιασμός κατασκευασμένος, σαν σκηνικό σε σχολική γιορτή: χαρτόνια βαμμένα μπλε, κόκκινες κορδέλες, ένα σύνθημα με μαρκαδόρο, παιδιά που φορτώνονται την Ιστορία για τρία λεπτά και μετά επιστρέφουν στο κυλικείο. Αλλά η κατασκευή δεν σημαίνει πάντα ψεύδος. Και το σπίτι κατασκευή είναι. Και το ποίημα κατασκευή είναι. Και η δημοκρατία, στην καλύτερη περίπτωση, κατασκευή είναι: μια ανθρώπινη απόφαση να μη ζήσουμε σαν λύκοι επειδή θα μπορούσαμε.
Έτσι, άρχισε να παρακολουθεί τις ανακοινώσεις της ΕΛΑΣ. Διάβαζε κείμενα, έμπαινε σε διαδικτυακές συναντήσεις, άκουγε ανθρώπους που μιλούσαν για κοινωνικό κράτος, εργασία, στέγη, δημοκρατία, πράσινο σχεδιασμό. Κάποιοι μιλούσαν άσχημα, με εκείνη την ξύλινη γλώσσα που κάνει ακόμη ακόμη και δικαστικές αποφάσεις να ακούγονται λυρικές. Άλλοι όμως είχαν κάτι. Όχι μεγαλείο. Κανονικό ανθρώπινο θυμό. Μιλούσαν για ενοίκια, για μισθούς, για γιατρούς, για σχολεία, για το παιδί τους που έφυγε Γερμανία, για τη μάνα τους που περίμενε μήνες για εξέταση, για το χωριό που έκλεισε το δημοτικό. Τους άκουγε και σκεφτόταν: υπάρχει ακόμη χώρα κάτω από τη χώρα.
Στο σχολείο άκουσε τους συναδέλφους να λένε πάλι ότι «όλοι ίδιοι είναι». Αυτή τη φορά δεν θύμωσε αμέσως. Τους κοίταξε με την τρυφερότητα γιατρού που έχει δει πολλές φορές την ίδια ασθένεια. Η φράση «όλοι ίδιοι είναι» του φάνηκε ξαφνικά όχι μόνο αντιδραστική αλλά και πένθιμη. Ήταν η φράση ανθρώπων που είχαν χάσει τόσες φορές ώστε αποφάσισαν να λένε πως ποτέ δεν υπήρχε κάτι να χαθεί.
«Δεν είναι όλοι ίδιοι», είπε.
Οι άλλοι τον κοίταξαν. Δεν συνέχισε. Δεν ήθελε να γίνει ο άνθρωπος που μόλις γράφτηκε σε κόμμα και μετά από 48 ώρες μοιράζει σωτηριολογικά φυλλάδια. Υπάρχει μια ειδική γελοιότητα του νεοφώτιστου, και ο Α. τη φοβόταν. Ήθελε απλώς να ξαναβρεί το δικαίωμα στη δυνατότητα. Και για λίγες μέρες το κατάφερε. Αισθανόταν ότι είναι ένας ολοκληρωμένος ΕΛΑΣίτης.
Ξυπνούσε και δεν ένιωθε αμέσως το γνωστό βάρος. Διόρθωνε γραπτά χωρίς να σκέφτεται ότι οι μαθητές του προορίζονται για μια χώρα που τους έχει ήδη αποχαιρετήσει. Στο λεωφορείο κοιτούσε τους ανθρώπους και προσπαθούσε να τους φανταστεί όχι ως επιβάτες της παρακμής, αλλά ως ενδεχόμενους πολίτες. Έγραφε σημειώσεις για τοπική οργάνωση. Σκεφτόταν μια εκδήλωση για τη στέγη. Μια συζήτηση για το δημόσιο σχολείο. Ένα κείμενο για την εργασία. Ίσως, έλεγε μέσα του, δεν χρειάζεται να ξεκινήσεις από τη μεγάλη Ιστορία. Ίσως αρκεί να ξεκινήσεις από μια αίθουσα, δώδεκα καρέκλες, έναν θερμοσίφωνα που δεν δουλεύει και ανθρώπους που αποφασίζουν να μη μιλούν μόνο για το πόσο χάλια είναι όλα.
Κι έπειτα ήρθε η βόμβα: «Διπλασιασμός αποδοχών για τους μητροπολίτες».
Ο Α. το διάβασε μία φορά. Μετά δεύτερη. Μετά τρίτη, όπως διαβάζει κανείς μια άσκηση μαθητή όπου το λάθος είναι τόσο εξωφρενικό ώστε υποψιάζεται πως φταίει ο ίδιος για το πώς διατύπωσε την εκφώνηση.
Διπλασιασμός. Όχι μικρή αύξηση. Όχι αναπροσαρμογή. Όχι τεχνική διόρθωση. Διπλασιασμός.
Και μόνο για την εκκλησιαστική ιεραρχία. Τους δεσποτάδες. Την κορυφή. Τους ανθρώπους του θρόνου, της διοικητικής ισχύος, των τελετών, των πρωτοκόλλων, της θεσμικής πρόσβασης. Για τον φτωχοπαπά της ενορίας τίποτε. Αν και μέσα του κάτι τού έλεγε ότι με κάποιον τρόπο θα ενεργοποιηθούν μυστηριώδεις ιεροί μηχανισμοί και θα μετακυλήσουν τις αυξήσεις και στους υπόλοιπους, χαμηλότερων βαθμίδων, επαγγελματίες.
Περίμενε την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ.
Την πρώτη ώρα, τίποτα.
Εντάξει, σκέφτηκε. Θέλουν να το διασταυρώσουν. Να τοποθετηθούν σοβαρά. Να μη βγάλουν πρόχειρη καταγγελία.
Τη δεύτερη ώρα, τίποτα.
Άνοιξε την ιστοσελίδα. Τίποτα.
Άνοιξε τα κοινωνικά δίκτυα. Μια ανάρτηση για την ακρίβεια. Μία για την Παλαιστίνη. Μία για τη νεολαία. Μία φωτογραφία του Τσίπρα με νέους ανθρώπους σε κύκλο, όλοι λίγο πιο φωτεινοί από όσο επιτρέπει η πραγματικότητα.
Για τους δεσποτάδες, κουβέντα.
Ο Α. ένιωσε εκείνο το παλιό, επικίνδυνο κενό πίσω από το στέρνο. Όχι θυμό πια. Κάτι πιο βαθύ. Την αίσθηση ότι το έργο είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται πριν καν ολοκληρωθεί η πρώτη πράξη. Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να παρηγορηθεί λέγοντας «μοίρα». Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο, σχεδόν αισχρό. Η σιωπή δεν ήταν χρησμός. Δεν ερχόταν από τους θεούς. Ερχόταν από ανθρώπους, από επιτελεία, από υπολογισμούς, από εκείνον τον παλιό φόβο μήπως δυσαρεστηθεί η Εκκλησία, μήπως χαθεί το κέντρο, μήπως ενοχληθούν οι μετριοπαθείς, μήπως η Αριστερά φανεί πάλι Αριστερά πριν προλάβει να φανεί κυβερνώσα.
Και τότε κατάλαβε ότι η τραγωδία είχε επιστρέψει από την πίσω πόρτα. Όχι ως πεπρωμένο, αλλά ως δοκιμασία ευθύνης. Δεν τον συνέτριβε κάποια αρχαία κατάρα. Κανένας χρησμός δεν του είχε ανακοινώσει ότι κάθε αριστερή ελπίδα είναι καταδικασμένη να γονατίζει μπροστά σε μια μίτρα. Το ερώτημα ήταν πιο ταπεινό και γι’ αυτό πιο σκληρό: Τι κάνεις όταν το νέο δεν έχει ακόμη γεννηθεί και όμως μοιάζει ήδη κουρασμένο;
Και τότε, για μια στιγμή, σκέφτηκε τη μάνα του. «Να γίνεις παπάς», του έλεγε κάποτε. Όχι από βαθιά θεολογική έμπνευση. Από εκείνη τη λαϊκή, πρακτική σοφία των γυναικών που είχαν δει τη ζωή να τρώει άντρες με περισσότερα όνειρα από εισοδήματα. «Θα έχεις τον μισθό σου, την ενορία σου, τον κόσμο σου. Θα σε σέβονται. Δεν θα σε τρώει η ανασφάλεια».
Και πού ξέρεις, συμπλήρωσε μόνος του, μπορεί να γινόμουν και δεσπότης ή, τουλάχιστον, τιτουλάριος επίσκοπος — 70% αύξηση. Νοτ μπαντ. Ή, ου φαύλον όπως μπορεί να έλεγε κι ο Κρέοντας.
Μια γλυκιά νύστα τον τύλιξε καθώς σκεφτόταν τον εαυτό του με αρχιερατική μίτρα. Έκλεισε τα μάτια και, μετά από δεκάδες χρόνια, του ήρθε στο μυαλό το Σύμβολο της Πίστεως: Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα, και τα λοιπά
