Έχω έναν συνάδελφο που, αν και λάτρης του ορθολογισμού, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο λέει «Αχ, Παναγιά μου!». Του έχω επισημάνει επανειλημμένα το λογικό σφάλμα: το «αχ» του δεν συνοδεύεται από τη σωστή προσφώνηση. Κανονικά θα έπρεπε να λέει «Αχ, Σπινόζα μου!» — σχεδόν ιδανικός πολιούχος άγιος του συνεπούς ορθολογιστή. Αλλά όσο κι αν προσπαθεί, στη δύσκολη στιγμή, το «αχ» δεν μπορεί να ξεκολλήσει από το «Παναγιά μου».
Πριν από κάποια
χρόνια, όταν τον ρώτησα αν είχε διαβάσει ποτέ καμιά βιογραφία της Μαρίας, με
κοίταξε για λίγο με εκείνο το υβριδικό βλέμμα που συμπυκνώνει το «παράτα μας»
και το «άντε και γαμήσου» και γυρνώντας προς τον υπολογιστή πάτησε με – ιδιαίτερη αποφασιστικότητα, όπως μου
φάνηκε – το enter για να εκτελεστεί ένας ακόμη οικονομικός
υπολογισμός.
Και κάπως έτσι άρχισα εγώ να διαβάζω βιογραφίες της Μαρίας. Και χτες, που ήταν η μέρα της, είπα να εγκαινιάσω μια επανανάγνωση του Παπαδιαμάντη που σχεδιάζω για φέτος με τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου, δημοσιευμένο το 1906. Είχα να διαβάσω Παπαδιαμάντη πάνω από τριάντα πέντε χρόνια.
Έξω από τον ναΐσκο κάθεται ένας άνθρωπος, και καπνίζει το τσιμπούκι του. Είναι ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας. Κατάγεται από παλιά ντόπια οικογένεια («Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν τού τόπου»), έχει το ύφος του προεστού, ελαιώνες, αμπέλια, χωράφια και αρκετή περιουσία ώστε το πρόβλημά του να μην είναι η έλλειψη ιδιοκτησίας αλλά ότι βλέπει την παλιά του περιουσία να διαβρώνεται και να περνά σταδιακά στα χέρια των δανειστών (the same old story). Έχει επίσης γυναίκα, τη Σινιώρα, την οποία παντρεύτηκε από έρωτα, τέσσερις γιους και τρεις κόρες, καθώς και μια συζυγική ζωή που κινείται με αξιοσημείωτη κανονικότητα ανάμεσα στη συμβίωση, τον χωρισμό, την επανασύνδεση και τον νέο χωρισμό.
Μέχρι εδώ έχουμε έναν παλιό νησιώτη νοικοκύρη με ακίνητη περιουσία, οικογένεια, κύρος και αρκετή προσωπική ιστορία. Ύστερα αρχίζουν οι «δυστυχισμένες χρονιές». Οι ελιές δεν καρποφορούν. Έρχονται αρρώστιες, θεομηνίες, αποτυχίες της παραγωγής. Τα έξοδα αυξάνονται όσο μεγαλώνει η οικογένεια, ενώ τα έσοδα τραβούν την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Φραγκούλας, που μέχρι τότε δεν πολυσκοτιζόταν για τα χρήματα, παίρνει ένα μικρό δάνειο. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Και οι δανειστές ζητούν ως ασφάλεια ό,τι αξίζει περισσότερο: τα καλύτερα κτήματά του.
Ο Φραγκούλας λοιπόν δεν είναι απλώς «φτωχός». Είναι κάτι κοινωνικά πιο ενδιαφέρον: ιδιοκτήτης που παύει να ελέγχει την ιδιοκτησία του.
Και κάπου εκεί ο
Παπαδιαμάντης παραδίδει, χωρίς να το δηλώνει, τη μικρότερη ίσως διάλεξη
πολιτικής οικονομίας που έχω διαβάσει τελευταία:
Εδώ βρίσκεται η παπαδιαμαντική οξύτητα: η γόνιμη γη μπορεί να πάψει να γεννά, ενώ τα «άγονα» κεφάλαια εξακολουθούν να τίκτουν. Όχι επειδή το χρήμα γεννά πλούτο με παρθενογένεση. Ο τόκος είναι αξίωση πάνω σε εισόδημα ή περιουσία. Κι όταν η σοδειά δεν αρκεί, η αξίωση κατεβαίνει ένα σκαλοπάτι βαθύτερα: στη γη. Σειριακά:
Αυτό είναι τοκοφόρο κεφάλαιο πριν αποκτήσει το όνομά του: το χρήμα φαίνεται να γεννά χρήμα, ενώ η πραγματική παραγωγή εξαφανίζεται από το οπτικό πεδίο. Η γη περιμένει τη βροχή· το γραμμάτιο όχι.
Ο Παπαδιαμάντης όμως βλέπει καθαρότερα τη σχέση απ’ ό,τι τον φορέα της: ο δανειστής μπορεί να ντύνεται με το παλιό αντισημιτικό στερεότυπο του «ξένου». Μα ο τόκος δεν έχει θρήσκευμα. Έχει σύμβαση, εγγύηση και υποθήκη. Ο Παπαδιαμάντης, δηλαδή, βλέπει περισσότερα απ’ όσα μπορεί πάντοτε να εξηγήσει. Όπως γίνεται συνήθως με την καλή λογοτεχνία.
Μόνο που ούτε τα δάνεια είναι ο μοναδικός καημός του Φραγκούλα. Πριν από λίγους μήνες τού έχει πεθάνει η μικρότερη κόρη του, η δεκατετράχρονη Κούμπω, «το καλύτερον κοράσιόν του». Γι’ αυτό έχει έρθει στην Παναγία την Πρέκλα: «διά να κλαύση και να πη τον πόνον του».
Η Κούμπω είναι ίσως το πιο σπαρακτικό πρόσωπο του διηγήματος ακριβώς επειδή κάνει μια δουλειά που κανονικά δεν θα έπρεπε να κάνει κανένα παιδί. Προσπαθεί να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη. Κάθε φορά που ο πατέρας αποσύρεται στο «κελλί» του ύστερα από άλλη μια ρήξη με τη Σινιώρα, η Κούμπω πηγαίνει και τον καλεί: «Έλα, πατέρα, στο σπίτι».
Καθώς μεγαλώνει,
αρχίζει να αντιλαμβάνεται και το κοινωνικό βλέμμα. Ντρέπεται για τα σχόλια της
γειτονιάς. Δεν αντέχει ν’ ακούει ότι η μητέρα της είναι γυναίκα που την έχει
εγκαταλείψει ο άντρας της. Κάποια στιγμή σχεδόν τον εκβιάζει με τον μόνο τρόπο
που διαθέτει ένα παιδί: αν δεν γυρίσει, θα πεθάνει από τον καημό της.
Ο Φραγκούλας γυρίζει. Αλλά είναι αργά. Η Κούμπω αρρωσταίνει από άγνωστη νόσο, ο πυρετός δεν υποχωρεί και το παιδί «εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί». Τα τελευταία της λόγια είναι:
«Πατέρα! πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία... με την μητέρα μαζί...»
Ο παλιός κόσμος του στηρίζεται σε μερικά πράγματα που υποτίθεται ότι θα διαρκούν: γη, οικογένεια, πατρική εξουσία, κοινωνικό κύρος, θρησκευτική κοινότητα. Και ξαφνικά τίποτε από αυτά δεν λειτουργεί όπως πριν. Η γη δεν γεννά. Η ιδιοκτησία φεύγει. Το ζευγάρι διαλύεται. Το παιδί που προσπαθεί να ενώσει τους γονείς πεθαίνει.
Και ο πατέρας κάθεται ανάμεσα στα ερείπια. Η ίδια εμπειρία απώλειας διατρέχει διαφορετικά επίπεδα του κόσμου του: περιουσία, οικογένεια, σώμα, μνήμη. Και τότε ανοίγει και η δεύτερη μεγάλη πόρτα του διηγήματος. Η Παναγία.
Ο Φραγκούλας δεν έχει έρθει στον ναΐσκο για να κάνει ιστορία των δογμάτων. Έχει έρθει επειδή πέθανε το παιδί του. Αφήνει κάποια στιγμή το τσιμπούκι —έχει σβήσει όσο εκείνος ρέμβαζε— και αρχίζει να ψάλλει. Λέει τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, όπου, όπως σημειώνει ο Παπαδιαμάντης, «διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής». Ύστερα φτάνει στο:
Για τον Φραγκούλα αυτά τα λόγια δεν χρειάζονται υποσημειώσεις. Είναι ήδη εκεί. Τα έχει ακούσει, τα έχει ψάλει, τα ξέρει απ’ έξω. Είναι μία διαθέσιμη γλώσσα μέσα στην οποία μπορεί να βάλει έναν προσωπικό πόνο που διαφορετικά ίσως να μην ξέρει πώς να τον πει.
Για εμάς όμως υπάρχει κι ένα ιστορικό ερώτημα. Πώς έφτασαν εκεί; Γιατί οι Απόστολοι που καλούνται «εκ περάτων» να μαζευτούν στη Γεθσημανή και να κηδεύσουν τη Μαρία δεν βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη δεν μας λέει πώς πέθανε η Μαρία. Η τελευταία σαφής παρουσία της βρίσκεται στις Πράξεις των Αποστόλων, μετά την Ανάληψη, ανάμεσα στους Αποστόλους και στους άλλους πιστούς. Ύστερα, ως προς τη βιογραφία της, η αφήγηση σταματά. Δεν γνωρίζουμε από τις κανονικές πηγές πότε πέθανε, σε ποια ηλικία, πού ακριβώς, ποιος ήταν δίπλα της ή πού θάφτηκε. Η σιωπή μάλιστα κρατάει αρκετά.
Γύρω στο 377 ο Επιφάνιος Σαλαμίνος εξετάζει διάφορες δυνατότητες για το τέλος της Μαρίας —θάνατο, ταφή, ίσως μαρτύριο— και ουσιαστικά παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει. Η Γραφή δεν του δίνει ασφαλή απάντηση. Κι όμως, τους επόμενους αιώνες θα συμβεί κάτι εντυπωσιακό.
Δεν θα εμφανιστεί
μία ενιαία αφήγηση της Κοιμήσεως αλλά μια ολόκληρη οικογένεια αφηγήσεων. Σε
ορισμένες εμφανίζεται ο κλάδος από το Δέντρο της Ζωής. Σε άλλες η Βηθλεέμ και
οι παλαιστινιακοί τόποι λατρείας. Κυκλοφορούν συριακές, κοπτικές και άλλες
παραδόσεις. Συμφωνούν σε αρκετά βασικά μοτίβα —προαναγγελία του θανάτου,
συγκέντρωση των Αποστόλων, παραλαβή της ψυχής, ταφή— αλλά διαφωνούν σε άλλα,
ακόμη και στο όχι ακριβώς δευτερεύον ζήτημα του τι απέγινε το σώμα.
Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι ξαφνικά αποκτούμε ένα κρυφό ρεπορτάζ του 1ου αιώνα. Είναι ότι βλέπουμε πώς φτιάχνεται μια παράδοση. Κείμενα κυκλοφορούν. Μοτίβα μετακινούνται. Τοπικές λατρείες τα υιοθετούν. Προβληματικά θεολογικά στοιχεία κόβονται ή ξαναγράφονται. Ο Ψευδο-Μελίτων και, πολύ συστηματικότερα, ο Ιωάννης Θεσσαλονίκης παραλαμβάνουν παλαιότερο υλικό και το αναδιοργανώνουν σε θεολογικά περισσότερο ελεγχόμενη μορφή.
Αργότερα, στον εκτενή Βίο της Θεοτόκου που η χειρόγραφη παράδοση απέδωσε στον Μάξιμο Ομολογητή τα κομμάτια έχουν πλέον συναρμολογηθεί σε μια αφήγηση που μοιάζει πολύ περισσότερο με την Κοίμηση που γνωρίζει ο μεταγενέστερος ορθόδοξος κόσμος: Ο Γαβριήλ αναγγέλλει στη Μαρία το τέλος. Εκείνη προσεύχεται στο Όρος των Ελαιών. Οι Απόστολοι συγκεντρώνονται θαυματουργικά. Ο Χριστός παραλαμβάνει την ψυχή της. Το σώμα μεταφέρεται προς τη Γεθσημανή. Ακολουθούν η ταφή, οι τρεις ημέρες και η παράδοση για τον καθυστερημένο Απόστολο, που τα μεταγενέστερα κείμενα συχνά ταυτίζουν με τον Θωμά.
Ο οποίος Θωμάς, πρέπει να παραδεχθούμε, εμφανίζει μια αξιοσημείωτη ιστορική ικανότητα να φτάνει δεύτερος σε κρίσιμα γεγονότα. Αλλά εδώ η καθυστέρησή του εξυπηρετεί κάτι περισσότερο από μια καλή αφήγηση. Δημιουργεί συμμετρία:
Χριστός: θάνατος
– τάφος – τρίτη ημέρα – Θωμάς.
Μαρία: θάνατος –
τάφος – τρίτη ημέρα – Θωμάς.
Δεν εξισώνονται οι δύο μορφές. Η πρωτοκαθεδρία του Χριστού παραμένει απόλυτη. Η Μαρία όμως παρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που μετέχει πληρέστερα από οποιονδήποτε άλλο στη νίκη του Υιού της πάνω στον θάνατο. Και η ίδια λογική αποτυπώθηκε κάποτε ακόμη πιο δυνατά στην εικόνα: στη Γέννηση, η Μαρία κρατά τον Χριστό βρέφος, στην Κοίμηση, η διάταξη αντιστρέφεται: πίσω από το νεκρό σώμα της στέκεται ο Χριστός κρατώντας την ψυχή της σαν βρέφος. Εκείνη τον δέχθηκε στον κόσμο. Τώρα εκείνος δέχεται εκείνη έξω απ’ αυτόν.
Αυτό βέβαια δεν
αποδεικνύει ιστορικά τη Μετάσταση της Θεοτόκου. Η ιστορική μέθοδος δεν μπορεί
να πιστοποιήσει ή να διαψεύσει ως ιστορικό δεδομένο ένα υπερφυσικό γεγονός.
Μπορεί όμως να μελετήσει την εμφάνιση, την εξέλιξη και τη διάδοση της σχετικής
παράδοσης — και να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πώς η Κοίμηση έγινε για
εκατομμύρια ανθρώπους τρόπος να μιλούν για τον θάνατο χωρίς να τον αφήνουν να
έχει την τελευταία λέξη.
Κι όμως, ο Παπαδιαμάντης δεν μας αφήνει να μείνουμε ούτε εδώ σε μια καθαρή περιοχή του πνεύματος. Γιατί η Παναγία η Πρέκλα έχει και λογαριασμό. Η πανήγυρη δεν είναι μόνο προσευχή, ψαλμωδία, κερί, θρήνος και προσδοκία σωτηρίας. Ο παπα-Νικόλας θα πάρει ένα τάληρο για τον κόπο του. Υπάρχουν δεκάρες για τα ονόματα και τα ψυχοχάρτια. Υπάρχουν προσφορές και αρτοκλασίες. Υπάρχουν κεριά. Και η πώλησή τους αποτελεί εισόδημα για τον ίδιο τον Φραγκούλα ως ιδιοκτήτη του ναΐσκου. Ο Παπαδιαμάντης δεν χωρίζει με χειρουργικό τρόπο το ιερό από το υλικό. Οι άνθρωποι προσεύχονται, πενθούν, προσφέρουν, εργάζονται, πληρώνουν και κάνουν λογαριασμούς μέσα στον ίδιο κόσμο.
Και τότε ο Φραγκούλας θυμάται μια παλιότερη πανήγυρη, δεκαπέντε χρόνια πριν. Στη Λιτή, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, τα πολλά κεριά που είχαν κολλήσει οι γυναίκες λαμπαδιάζουν τόσο ώστε παραλίγο να πάρει φωτιά τα άμφια και τα γένια του παπά. Ο Παναγιώτης τα ρίχνει κάτω και τα πατά με τα τσαρούχια για να τα σβήσει. Οι γυναίκες διαμαρτύρονται. Και τότε παρεμβαίνει ένας γιος πλουσίου, μελλοντικός δανειστής του Φραγκούλα και επίδοξος δήμαρχος:
Μικρή σκηνή. Σχεδόν κωμική. Κι όμως θα μπορούσε να είναι μικρογραφία ολόκληρου του διηγήματος. Ένας άνθρωπος που αργότερα θα εμφανιστεί μέσα στη χρηματική οικονομία ως δανειστής χρησιμοποιεί ήδη τη γλώσσα της «οικονομίας» ακόμη και μπροστά στο αναμμένο κερί.
Οι γυναίκες όμως απαντούν από μια άλλη λογική. Τα κεριά είναι ήδη αγορασμένα και πληρωμένα. Και αγοράστηκαν ακριβώς για να καούν. Ο ένας βλέπει σπατάλη. Εκείνες βλέπουν χρήση. Ο ένας βλέπει ποσότητα που πρέπει να εξοικονομηθεί. Εκείνες βλέπουν προσφορά που πρέπει να ολοκληρωθεί. Και ο Παπαδιαμάντης, με την αλάνθαστη ειρωνεία του, σημειώνει ότι οι γυναίκες «ήξευραν, καλύτερα από εκείνον, όλας τας οικονομίας του κόσμου».
Εδώ το ιερό και το οικονομικό δεν βρίσκονται απλώς δίπλα δίπλα. Συγκρούονται ως διαφορετικές λογικές αξίας. Και ίσως γι’ αυτό ο Ρεμβασμός είναι πυκνότερος απ’ όσο μοιάζει:
Ο Φραγκούλας έχει χάσει στο μεταξύ το καλύτερο κτήμα του — βουνό, ελαιώνα, αμπέλι, χωράφι, βρύση, ρέμα, νερόμυλο. Δεν του επιστρέφεται. Η Κούμπω δεν επιστρέφει. Η οικογένεια δεν αποκαθίσταται μαγικά. Ο ύμνος δεν σβήνει την υποθήκη. Η προσευχή δεν ακυρώνει τον τόκο.
Αυτό που κάνει είναι διαφορετικό. Δίνει στον Φραγκούλα έναν τρόπο να μην παραμείνει εντελώς άφωνος μπροστά σε όσα έχασε. Κάθεται λοιπόν μόνος έξω από την Παναγία και ψάλλει: «Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε...»
Κλείνω τον Παπαδιαμάντη. Είχα να τον διαβάσω πάνω από τριάντα πέντε χρόνια και, αν μη τι άλλο, ο Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου αποδείχθηκε κάπως πυκνότερος απ’ όσο περίμενα. Και σκέφτομαι πάλι τον ορθολογιστή συνάδελφο. Αδίκως τον διόρθωνα. Μάλλον ο Παπαδιαμάντης θα έλεγε να τον αφήσω ήσυχο.
