https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Αναταραχή τότε, κανονικότητα τώρα – ο Τσίπρας και η επιστροφή του εκκρεμούς

 Ομολογώ ότι ο θαυμασμός μου για το Παιδί Αλεξίπτωτο, καθώς αυτό εξελίσσεται σε Μεσήλικα Αλεξίπτωτο, μεγαλώνει. Κι η αγωνία μου για το ‘’ Τί θά κάνουμε χωρίς ΠαιδίΑλεξίπτωτο;’’ αποδεικνύεται υπερβολική, αν όχι άκυρη.


Ιούλιος 2016: ‘’Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’
Το αεροπλάνο επιστρέφει από το Πεκίνο και μαζί του επιστρέφει κι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Ο  πρωθυπουργός Τσίπρας δεν φέρνει μόνο συμφωνίες και επενδύσεις αλλά και μια φράση, ιερή στην επαναστατική φιλολογία, σχεδόν σαν φυλαχτό: ‘’Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’.

Δεν την λέει για να περιγράψει την πραγματικότητα. Την λέει για να την αλλάξει. Για να την ξαναβαφτίσει. Γιατί εκείνη τη στιγμή η χώρα είναι κουρασμένη, πιεσμένη, μπλεγμένη σε διαπραγματεύσεις και αβεβαιότητες, κι όμως εκείνος επιλέγει να τη δει αλλιώς: όχι ως κρίση, αλλά ως κίνηση. Η αναταραχή δεν τον τρομάζει, τον κρατά. Είναι το στοιχείο του, όπως ο αέρας για τον αλεξιπτωτιστή: μέσα της κινείται και αναπνέει.

Η πίεση γίνεται εργαλείο, η σύγκρουση ταυτότητα, η αβεβαιότητα αφήγημα. Η χώρα μοιάζει με κάτι που δεν έχει τελειώσει ακόμη· τίποτα δεν σταθεροποιείται, αλλά όλα παραμένουν ανοιχτά, κι αυτό τότε μοιάζει αρκετό. Ο Τσίπρας δεν δίνει απαντήσεις, κρατά τα πράγματα σε εκκρεμότητα, ένα διαρκές ‘’θα δούμε’’ που αφήνει χώρο για τα πάντα, μέχρι που η αναταραχή, σιγά-σιγά, παύει να είναι υπόσχεση και αρχίζει να γίνεται απλώς… κούραση.

Απρίλιος 2026: ‘’ Επιστρέφω για να επιστρέψει στη χώρα η σταθερότητα και η κανονικότητα’’
Δέκα χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος επιστρέφει, αλλά αυτή τη φορά δεν φέρνει μαζί του ούτε δράκους ούτε Μάο. Φέρνει κάτι βγαλμένο από το ντουλάπι της Δεξιάς: κανονικότητα. Και το κάνει στους Δελφούς — γιατί αν είναι να αλλάξεις αφήγημα, καλό είναι να έχεις και λίγη νεοφιλελεύθερη μεταφυσική υποστήριξη. ‘’Επιστρέφω για να επιστρέψει η σταθερότητα και η κανονικότητα’’, λέει, και για μια στιγμή μένει ένα μικρό κενό στον αέρα, σαν να ψάχνει η ίδια η φράση να θυμηθεί πού την έχουμε ξανακούσει.

 Γιατί στο ενδιάμεσο, 2019–2026, συνέβη κάτι απλό: η κανονικότητα εφαρμόστηκε. Όχι ως ιδέα, αλλά ως πρόγραμμα. Με δείκτες, πίνακες, επιδοτήσεις, επενδυτικές βαθμίδες και μια γενική αίσθηση ότι ‘’η χώρα πάει καλά’’, αρκεί να μη ρωτάς πολύ πώς πάει εσύ. Η σταθερότητα εγκαταστάθηκε σαν έπιπλο: βαρύ, χρήσιμο, αλλά πάντα κάπως ‘’τσόντα’’ στο σαλόνι. Οι κρίσεις ήρθαν η μία μετά την άλλη —πανδημία, ενέργεια, φωτιές, πλημμύρες, πόλεμοι— αλλά αντί για «θαυμάσια κατάσταση» βαφτίστηκαν «διαχείριση». Δηλαδή: μην ανησυχείτε, το χάος είναι υπό έλεγχο.

 Και κάπου εκεί, η αναταραχή του 2016 άρχισε να μοιάζει με παλιά φωτογραφία: λίγο ρομαντική, λίγο θολή, λίγο επικίνδυνη αν τη δεις για πολλή ώρα. Η κοινωνία κουράστηκε να είναι σε «εν εξελίξει» κατάσταση. Ήθελε κάτι να μην κινείται. Έστω κάτι μικρό. Έστω τον λογαριασμό του ρεύματος — αν και αυτός είχε άλλα σχέδια.

 Έτσι, το 2026, ο Τσίπρας επιστρέφει σαν άνθρωπος που έφυγε από πάρτι και γύρισε για να καθαρίσει και να μαζέψει τα σπασμένα. Δεν μιλά για αναταραχή αλλά για τάξη. Δεν υπόσχεται άνοιγμα αλλά σταθεροποίηση. Και το πιο ωραίο; Δεν αναιρεί το παρελθόν του. Το χρησιμοποιεί. Γιατί τώρα μπορεί να πει, χωρίς να το πει: «ξέρω τι σημαίνει χάος — το έχω ζήσει»

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το εκκρεμές. Το 2016 στο ένα άκρο: ένταση, ρήξη, «θα δούμε». Το 2026 στο άλλο: ισορροπία, διαχείριση, «να τελειώνουμε». Και ο ίδιος άνθρωπος να πηγαίνει από τη μία πλευρά στην άλλη χωρίς να σπάει, απλώς αλλάζοντας ρυθμό.

Το ερώτημα δεν είναι αν άλλαξε. Το ερώτημα είναι αν κατάλαβε κάτι ή απλώς περίμενε να κουραστούμε όλοι αρκετά ώστε η κανονικότητα να ακούγεται σαν επανάσταση. Γιατί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2020, η μεγαλύτερη πολιτική καινοτομία δεν είναι να υποσχεθείς το καινούργιο.

Είναι να υποσχεθεί ότι δεν θα συμβεί τίποτα.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Το κόστος εξηγείται, το κέρδος συμβαίνει

 Πρωί πρωί, πριν βγω για ψώνια, έπεσα σε ένα ποστ. Αποσπάσματα από συνέδριο: δηλώσεις, λόγια καθαρά και τακτοποιημένα. 



Ο πρόεδρος του ΣΕΒ μιλούσε για καχυποψία. Ότι το κράτος αντιμετωπίζει τις επιχειρήσεις σαν ύποπτες. Συνέχισε λέγοντας ότι δημιουργείται ένα πλαίσιο δυσπιστίας. Ότι οι επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως εν δυνάμει εκμεταλλευτές και τα παρόμοια. Και κάπου εκεί μου ήρθε μια σκέψη, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη αλλά αρκετά ειλικρινής: η αγορά δεν χρειάζεται πρόθεση για να σε εκμεταλλευτεί. Το αποτέλεσμα είναι ήδη μέσα στον τρόπο που λειτουργεί.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ μιλούσε για «εκ προοιμίου ενοχή». Η φράση είχε κάτι σχεδόν λογοτεχνικό. Σαν να βρισκόμαστε όλοι σε ένα μυθιστόρημα όπου το έγκλημα είναι γνωστό αλλά ο δράστης παραμένει αφηρημένος. Γιατί αν το δεις ψυχρά, κανείς δεν λέει «ανεβάζω τιμές». Λέει κάτι πιο κομψό: «προσαρμόζω περιθώρια». Το περιθώριο — αυτή η μικρή λέξη που δεν φαίνεται πουθενά αλλά εμφανίζεται πάντα στο τέλος.

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ —ή τουλάχιστον το απόσπασμά του μέσα στο ποστ— έλεγε ότι το πλαφόν «τιμωρεί το κέρδος». Εκεί γέλασα λίγο. Γιατί για να τιμωρηθεί κάτι, πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο. Και για να θεωρηθεί υπεύθυνο, πρέπει να πάψει να είναι φυσικό. Και να μην αρκεί το ότι δεν είναι νόμιμο.

Στα
σχόλια, κάποιος έγραφε για το κόστος. Για τα logistics. Για τις εισαγόμενες πρώτες ύλες. Ήταν σωστός. Η τιμή δεν γεννιέται στο ράφι. Έρχεται από μακριά. Από πλοία, από καύσιμα, από κόσμους που δεν βλέπεις. Αλλά το ενδιαφέρον είναι αλλού: στο ότι το κόστος πάντα εξηγείται, ενώ το κέρδος δεν λέει ποτέ από πού έρχεται.

Με αυτά στο μυαλό, βγήκα σαββατιάτικα από το σπίτι σαν καλός και συνειδητοποιημένος καταναλωτής. 

Γύρισα σπίτι με τρεις σακούλες, ένα σακουλάκι από το φαρμακείο και ένα ρεζερβουάρ γεμάτο βενζίνη και υπαρξιακά ερωτήματα. Δεν μπορώ να πω ότι με έκλεψαν. Θα ήταν άδικο. Το πορτοφόλι μου άδειασε με έναν τρόπο σχεδόν ευγενικό. Κανείς δεν με πίεσε. Κανείς δεν φώναξε. Με κοίταξαν στα μάτια, μου έδωσαν απόδειξη και με άφησαν να φύγω με την αξιοπρέπειά μου άθικτη. Ένιωσα σαν να είχα βιώσει κάποια τελετουργία μετάβασης από την κατανάλωση σε ένα λογιστικό μυστήριο.

Το σούπερ μάρκετ πήγε καλά. Με την έννοια ότι δεν λιποθύμησα. Έκανα εκείνη τη μικρή διαδρομή ανάμεσα στα ράφια που μοιάζει με κοινωνικό πείραμα: μπαίνεις ως καταναλωτής και βγαίνεις ως λογιστής. Στο τυρί, που είναι αδυναμία μου, στάθηκα λίγο παραπάνω. Διάβαζα τιμές όπως διαβάζει κανείς ποίηση σε δύσκολη περίοδο: αργά, με καχυποψία, ψάχνοντας νόημα εκεί που ξέρεις ότι δεν υπάρχει

.Στο φαρμακείο, τα πράγματα ήταν πιο απλά. Εκεί δεν συγκρίνεις. Υποκύπτεις. Πλήρωσα κοιτώντας τον φαρμακοποιό που χαμογελούσε με εκείνη τη συμπάθεια που έχουν οι άνθρωποι που ξέρουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.

Στο βενζινάδικο, ο μετρητής έγραφε ευρώ αγόρταγα. Με τη βεβαιότητα που έχουν τα πράγματα που δεν αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Τον κοιτούσα και μου ήρθε η λέξη αχόρταγος. Όχι ως χαρακτηρισμός αλλά ως κατάσταση. Μια πείνα χωρίς σώμα. Δίνεις, παίρνει. Ξαναδίνεις, συνεχίζει. Όχι γιατί χρειάζεται αλλά γιατί έτσι λειτουργεί. Πριν φτάσω στο ποσό που δεν ήθελα να δω, κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι δεν πληρώνω μόνο καύσιμο. Συμμετέχω. Σε κάτι που δεν χορταίνει, δεν τελειώνει, δεν εξηγείται. Μόνο επαναλαμβάνεται.

Και κάπου εκεί, με τις σακούλες στο πάτωμα και την απόδειξη στο χέρι, θυμήθηκα το ποστ. Τα προϊόντα ήταν εκεί. Αθώα. Δεν ήξεραν τίποτα για πλαφόν, για συνέδρια, για πολιτική οικονομία. Ήταν απλώς πράγματα. Με τιμές που είχαν ήδη αποφασιστεί αλλού.

Και τότε σκέφτηκα ότι το πρόβλημα με το πλαφόν δεν είναι ότι περιορίζει το κέρδος. Είναι ότι, για μια στιγμή, αποκαλύπτει ότι το κέρδος μπορεί να περιοριστεί. Και αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί αν μπορεί να περιοριστεί, τότε δεν είναι φυσικό. Και αν δεν είναι φυσικό, τότε κάποιος το καθορίζει. Και αν κάποιος το καθορίζει, τότε  κάποιος άλλος το πληρώνει.

Κοίταξα ξανά την απόδειξη. Δεν είχε χιούμορ. Αλλά είχε ακρίβεια.