https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η επιστροφή του Τόμας Μαν: πώς κατεβαίνουμε από το Μαγικό Βουνό;

Το Books’ Journal ήταν πάντα πιο «νεοφιλελέ» απ’ όσο αντέχουν τα γούστα μου, αλλά όταν έχει αφιέρωμα σε κάτι ή κάποιον που με ενδιαφέρει το αγοράζω. Έτσι και με το τρέχον τεύχος για τον Τόμας Μαν. Το αφιέρωμα έχει τίτλο «Η συνείδηση της Ευρώπης» και πρέπει να ομολογήσω ότι, αν και κάπως μεγαλόστομος, δεν είναι άστοχος. Υπάρχουν συγγραφείς που αντέχουν τέτοιους τίτλους χωρίς να τους καταπίνει η ρητορεία. Ο Τόμας Μαν είναι ένας από αυτούς. Όχι επειδή υπήρξε πάντοτε ηθικά διαυγής ή πολιτικά αλάνθαστος — το αντίθετο. Αλλά επειδή η ίδια του η διαδρομή μοιάζει με μικρογραφία των αντιφάσεων της Ευρώπης του (μιά άλλη « συνείδηση της Ευρώπης» ήταν/είναι(;) ένας επίσης γερμανός,  ο πρόσφατα αποθανείς Γιούργκεν Χάμπερμας, ένας φιλόσοφος που προσπάθησε να σώσει το πρόγραμμα του Διαφωτισμού ποντάροντας στη δύναμη της επικοινωνίας, του διαλόγου και του ορθού λόγου).




Θα μείνω στο Μαγικό Βουνό, μυθιστόρημα με το οποίο έχω ιδιαίτερη σχέση ή, μάλλον, μυθιστόρημα με τους ήρωες του οποίου έχω ιδιαίτερη σχέση: Σετεμπρίνι (ο φιλελεύθερος ουμανισμός της προόδου, της λογικής και της δημοκρατικής παιδείας), Νάφτα (η αντιφιλελεύθερη γοητεία της αυθεντίας, της θυσίας και του απόλυτου νοήματος), Χανς Κάστορπ (ο μέσος Ευρωπαίος που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν) κι η Ρωσίδα Κλαούντια Σοσά (ο απόλυτος ερωτικός πειρασμός, η αταξία, η απομάκρυνση από τα δυτικά, ορθολογικά πρότυπα της αστικής ευπρέπειας).

Με την ευκαιρία του αφιερώματος του περιοδικού, τους ξαναθυμήθηκα τους ήρωες αυτούς  - αν υποθέσω ότι τους ξέχασα ποτέ αφού για όλα σχεδόν τα θέματα που προκύπτουν μπορεί κάποιος να ρωτήσει: τί θα έλεγε ο Σετεμπρίνι; Τί ο Νάφτα; Πώς θα αντιδρούσε ο Χανς Κάστορπ; Τί θα  έκανε η Σοσά; Και προσπάθησα να το ξαναθυμηθώ ξεφυλλίζοντας το– όχι να το διαβάσω – όχι ως μυθιστόρημα ιδεών, ούτε μόνο ως αλληγορία της Ευρώπης πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ως μυθιστόρημα μιας αστικής κοινωνίας που έχει υψηλό πνευματικό πολιτισμό, παιδεία, μουσική, ιατρική, επιστήμη, γλώσσες και τελετουργίες, αλλά δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις υλικές και ιστορικές αντιφάσεις που διαλύουν τη βάση του ίδιου της του πολιτισμού. 


Στο περιοδικό υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του Ι.Χ. ντε Φάμπρι με τίτλο «Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης». Βρίσκω τη  βασική του σύλληψη εύστοχη: ο Μαν δεν γράφει απλώς για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για έναν κόσμο που δεν ξέρει ακόμη ότι ζει πριν από τον πόλεμο. Το Μπέργκχοφ, έτσι, γίνεται η τελευταία συνομιλία της παλιάς Ευρώπης· ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μιλούν, τρώνε, ερωτεύονται, φιλοσοφούν και αναπαύονται, ενώ η Ιστορία πλησιάζει χωρίς ακόμη να έχει ακουστεί ο κρότος της. Αυτή η ανάγνωση πιάνει την ιστορική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος: τον προπολεμικό χρόνο, την ευγένεια πριν από τη βία, την ανάλυση πριν από την καταστροφή.

Αλλά δεν αρκεί να πούμε ότι η Ευρώπη δεν αναγνώρισε εγκαίρως την καταστροφή που ερχόταν. Πρέπει να ρωτήσουμε και τι είδους Ευρώπη ήταν αυτή. Ποιοι είχαν τον χρόνο να συζητούν τόσο πολύ; Ποιοι μπορούσαν να μετατρέψουν την αρρώστια σε παρατεταμένη εμπειρία αυτομόρφωσης; Ποια κοινωνική τάξη μπορούσε να κατοικεί την αναβολή σαν μορφή ζωής; Το Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς πνευματικό σανατόριο. Είναι και ταξικά προσδιορισμένος χώρος: κόσμος ελεύθερου χρόνου, κατανάλωσης, ιατρικής εξουσίας, υπηρεσιών, αόρατης εργασίας, εισοδήματος και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης. Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης γίνεται εκεί επειδή μόνο ένας ορισμένος αστικός κόσμος είχε τη δυνατότητα να κάνει την κρίση του αισθητική, συζήτηση, μαθητεία και παραμονή.

Εδώ θυμήθηκα μια παλιότερη ανάλυση του Γ. Λυκιαρδόπουλου, την «Ουμανιστική περιπέτεια». Ο Λυκιαρδόπουλος δεν διάβαζε το Μαγικό Βουνό σαν κομψή ευρωπαϊκή αλληγορία. Δεν το αντιμετώπιζε απλώς ως μυθιστόρημα ιδεών, όπου ο Σετεμπρίνι λέει το ένα, ο Νάφτα το άλλο, και ο Κάστορπ κάθεται ανάμεσά τους σαν ευγενικός φοιτητής σε σεμινάριο ευρωπαϊκής ιστορίας. Το διάβαζε ως δοκιμασία του ίδιου του ουμανισμού. Ως περιπέτεια, όχι ως ασφαλή διαδρομή προς το φως, αλλά ως πέρασμα από περιοχές όπου το φως και το σκοτάδι δεν ξεχωρίζουν τόσο εύκολα όσο θα ήθελαν οι παιδαγωγοί.

Εκεί όπου ο ντε Φάμπρι βλέπει την Ευρώπη πριν από την καταστροφή, ο Λυκιαρδόπουλος δείχνει την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Πίσω από τον φωτεινό λόγο του Σετεμπρίνι υπάρχει ήδη ο λανθάνων αντι-ανθρωπισμός της προόδου, της χρησιμότητας, της πειθαρχίας και της αστικής αξιοκρατίας. Αυτό είναι το σημείο όπου ο Λυκιαρδόπουλος γίνεται σχεδόν υλιστής: ο ουμανισμός δεν εμφανίζεται ως καθαρή ιδέα, αλλά ως ιστορική μορφή αστικής κοινωνίας. Ο Σετεμπρίνι υπερασπίζεται τη λογική, την παιδεία, τη δημοκρατία, την πρόοδο· αλλά πίσω από αυτά υπάρχει και η απαίτηση της παραγωγικότητας, η ηθική της χρησιμότητας, η πεδιάδα της εργασίας, της πειθαρχίας και της κοινωνικής επιλογής.

Ο Σετεμπρίνι, λοιπόν, δεν είναι απλώς «καλός». Είναι αναγκαίος, αλλά όχι αθώος. Εκπροσωπεί τον αστικό ουμανισμό: την πίστη στον άνθρωπο, αλλά και την πίστη ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει χρήσιμος, παραγωγικός, έλλογος, πειθαρχημένος, ενταγμένος στον χρόνο της προόδου. Όταν λέει στον Κάστορπ να κατεβεί στην πεδιάδα, δεν τον καλεί μόνο στη ζωή. Τον καλεί και στον κόσμο της αστικής κανονικότητας: εργασία, καθήκον, απόδοση, κοινωνική ευθύνη, ωφέλιμη ύπαρξη. Το δίκιο του είναι πραγματικό. Αλλά είναι δίκιο ιστορικά προσδιορισμένο. Δεν είναι οικουμενικό φως έξω από την κοινωνία· είναι φως μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης και μιας ορισμένης πίστης στην πρόοδο.

Απέναντί του στέκεται ο Νάφτα. Ο Νάφτα είναι τρομακτικός, αλλά όχι ανεξήγητος. Δεν είναι απλώς σκοτάδι έξω από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Είναι μια σκοτεινή δυνατότητα που γεννιέται μέσα από τις αντιφάσεις του. Συμπυκνώνει έναν τύπο κεντρο-ευρωπαίου ριζοσπάστη διανοουμένου που μισεί την αστική χρησιμότητα, βλέπει τα κενά του φιλελεύθερου ουμανισμού, καταλαβαίνει την κούραση του ατόμου απέναντι στην ελευθερία, αλλά απαντά με αυθεντία, θυσία, υποταγή, θεολογική βία. Με διαλεκτικούς όρους, ο Νάφτα είναι η άρνηση της αστικής κοινωνίας, αλλά μια άρνηση παραμορφωμένη. Δεν υπερβαίνει την αστική αλλοτρίωση προς μια χειραφετητική κοινωνία. Τη μετατρέπει σε λατρεία της ολότητας και του θανάτου.

Έτσι, το ζεύγος Σεττεμπρίνι–Νάφτα δεν είναι απλώς διαφωτισμός εναντίον σκοταδισμού. Είναι εσωτερική διαλεκτική της αστικής Ευρώπης. Ο Σετεμπρίνι είναι η θέση: πρόοδος, λογική, παιδεία, χρησιμότητα. Ο Νάφτα είναι η άρνηση: απόλυτο, κοινότητα, θυσία, αυθεντία. Αλλά η άρνηση αυτή δεν είναι ακόμη απελευθέρωση. Είναι αντιδραστική υπέρβαση, ψεύτικη λύση, μια μορφή εξέγερσης που δεν οδηγεί στη χειραφέτηση αλλά στην υποταγή. Γι’ αυτό ο Νάφτα γίνεται πειστικός εκεί όπου ο Σετεμπρίνι μένει ανεπαρκής: απαντά σε πραγματικές πληγές, αλλά τις θεραπεύει με δηλητήριο.

Ο Χανς Κάστορπ βρίσκεται ανάμεσά τους, σαν τον μέσο Ευρωπαίο: εκείνον που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν. Αλλά χρειάζεται και εδώ μια υλιστική διόρθωση. Ο Κάστορπ δεν είναι αφηρημένος άνθρωπος. Είναι νεαρός αστός, τεχνικά μορφωμένος, μελλοντικός μηχανικός, κληρονόμος ενός κόσμου ιδιοκτησίας, εκπαίδευσης και κοινωνικής ασφάλειας. Η «αθωότητά» του είναι ταξικά δομημένη. Μπορεί να καθυστερεί επειδή έχει το προνόμιο να καθυστερεί. Μπορεί να δοκιμάζει ιδέες, αρρώστιες, πάθη και πειρασμούς επειδή ένας ολόκληρος υλικός κόσμος στηρίζει αυτή τη δυνατότητα αναβολής.

Φυσικά, αυτό δεν μειώνει την υπαρξιακή του σημασία. Την κάνει ιστορικά πιο ακριβή. Ο Κάστορπ είναι ένοχος όχι μόνο επειδή μαθαίνει χωρίς να αποφασίζει, αλλά επειδή η ίδια του η δυνατότητα να μαθαίνει αργά, να αφήνεται στην αρρώστια, να μετατρέπει την κρίση σε εμπειρία αυτομόρφωσης, είναι προνόμιο μιας τάξης που μπορεί να ζει την παρακμή της ως πνευματική περιπέτεια. Ο άρρωστος του Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς άνθρωπος εκτός μάχης. Είναι κάποιος που μπορεί να είναι εκτός μάχης χωρίς αμέσως να καταστραφεί. Η αναβολή του έχει κοινωνική βάση.

Το Μπέργκχοφ, λοιπόν, πρέπει να διαβαστεί ως κοινωνική ολότητα σε μικρογραφία. Δεν δείχνει μόνο τι σκέφτεται η Ευρώπη. Δείχνει πώς ζει: πώς οργανώνει τον χρόνο, πώς καταναλώνει την αρρώστια, πώς κρύβει την εργασία πίσω από την άνεση, πώς μετατρέπει την υλική ασφάλεια σε πνευματική αμφιβολία. Είναι κλειστός κόσμος με δικούς του κανόνες, γεύματα, θερμομετρήσεις, περιπάτους, κουβέρτες, τελετουργίες, ερωτικές εντάσεις, ιδεολογικές μονομαχίες. Μια ολόκληρη Ευρώπη σε συμπύκνωση: καλλιεργημένη, ταξική, άρρωστη, αυτάρεσκη, φοβισμένη, ανίκανη να κατεβεί εγκαίρως.

Αυτό είναι και το πιο σύγχρονο σημείο του μυθιστορήματος. Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι το Μπέργκχοφ. Δεν ζει την ίδια ιστορική στιγμή. Έχει πίσω της τον φασισμό, τον ναζισμό, το Ολοκαύτωμα, την αποαποικιοποίηση, την ευρωπαϊκή ενοποίηση, τον Ψυχρό Πόλεμο, τον νεοφιλελευθερισμό, τη χρηματοπιστωτική κρίση, τη μετανάστευση, την κλιματική απειλή, την ψηφιακή μετάβαση, τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όποιος λέει απλώς «ζούμε ξανά το 1914» κάνει την Ιστορία πολύ εύκολη. Αλλά υπάρχει μια αναλογία μορφής: η αναλογία της αναβολής.

Η σημερινή ευρωπαϊκή αναβολή δεν είναι μόνο πνευματική. Είναι υλική. Πίσω από την κρίση αυτοκατανόησης υπάρχουν υλικές αντιφάσεις: ανισότητα, αποβιομηχάνιση, ενεργειακή εξάρτηση, τεχνολογική εξάρτηση, γεωπολιτική αποδυνάμωση, αποδυνάμωση συλλογικών μορφών ζωής, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η Ευρώπη μιλά πολύ για αξίες, δικαιώματα, δημοκρατία, πολιτισμό. Αλλά συχνά δυσκολεύεται να απαντήσει στις υλικές συνθήκες που κάνουν τους νέους Νάφτα πειστικούς: φόβος, κοινωνική ανασφάλεια, αίσθηση εγκατάλειψης, ανάγκη προστασίας, μίσος για μια ελευθερία που βιώνεται ως μοναξιά.

Γι’ αυτό η επιστροφή στον Μαν δεν έχει νόημα αν είναι νοσταλγική. Δεν επιστρέφουμε στην παλιά Ευρώπη για να παρηγορηθούμε ότι κάποτε υπήρχε περισσότερη παιδεία, περισσότερη μουσική, περισσότερη ευγένεια. Επιστρέφουμε για να δούμε ότι η παιδεία, η μουσική και η ευγένεια δεν έσωσαν από μόνες τους τίποτε. Ένας πολιτισμός μπορεί να είναι καλλιεργημένος και άρρωστος μαζί. Μπορεί να μιλά για ανθρωπισμό ενώ έχει ήδη μέσα του τις μορφές της ανθρωποθυσίας. Μπορεί να υπερασπίζεται τη ζωή, αλλά να οργανώνει την κοινωνία του γύρω από χρησιμότητα, επιλογή και αποκλεισμό.

Η κορύφωση αυτής της διαλεκτικής βρίσκεται στο «Χιόνι». Εκεί ο Κάστορπ μένει μόνος, χωρίς δασκάλους. Χάνει τον προσανατολισμό του και βλέπει ένα όραμα αρμονίας: ήλιο, θάλασσα, νεότητα, κοινότητα, ομορφιά. Αλλά πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει ο ναός· και μέσα στον ναό υπάρχει η ανθρωποθυσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανθρωπισμός είναι ψέμα. Σημαίνει ότι δεν είναι αθώος. Το «Χιόνι» είναι η στιγμή όπου ο Κάστορπ βλέπει την ενότητα των αντιθέτων: ομορφιά και βία, κοινότητα και θυσία, πολιτισμός και βαρβαρότητα, ζωή και θάνατος.

Αυτή όμως δεν είναι τελική σύνθεση. Δεν γίνεται πρόγραμμα. Δεν γίνεται ιδεολογία. Είναι στιγμιαία διαλεκτική όραση. Ο Κάστορπ βλέπει ότι η ανθρωπιστική κοινότητα και η ανθρωποθυσία δεν είναι δύο ξένοι κόσμοι, αλλά δύο όψεις της ίδιας ιστορικής ανθρωπότητας. Γι’ αυτό το «Χιόνι» δεν δικαιώνει ούτε τον Σετεμπρίνι ούτε τον Νάφτα. Ο Σετεμπρίνι θέλει τη ζωή, αλλά δεν βλέπει πάντα το σκοτάδι πίσω από τις φωτεινές του λέξεις. Ο Νάφτα βλέπει το σκοτάδι, αλλά το λατρεύει. Ο Κάστορπ, για μια στιγμή, καταλαβαίνει κάτι δυσκολότερο: ότι πρέπει να γνωρίσουμε τον θάνατο χωρίς να του επιτρέψουμε να κυβερνήσει τη σκέψη μας.

Έτσι το Μαγικό Βουνό επιστρέφει σήμερα όχι ως μνημείο της ευρωπαϊκής κουλτούρας, αλλά ως διαγνωστικό εργαλείο. Ο ντε Φάμπρι μάς βοηθά να δούμε τον προπολεμικό χρόνο. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς βοηθά να δούμε την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Και μπορούμε να σκεφτούμε  τον τρόπο με τον οποίο οι μορφές σκέψης, οι ηθικές αγωνίες και οι ιδεολογικές συγκρούσεις παράγονται μέσα σε ιστορικές και ταξικές σχέσεις. Πρέπει να ρωτήσουμε ποια υλική κοινωνία μπορεί ακόμη να στηρίξει τις καλύτερες λέξεις της;

Ο Μαν δεν επιστρέφει για να μας πει μια πλευρά να διαλέξουμε. Επιστρέφει για να μας αναγκάσει να δούμε γιατί καμία πλευρά δεν είναι αθώα. Και κυρίως για να μας θυμίσει ότι η γνώση δεν αρκεί αν δεν γίνει πράξη. Το Μαγικό Βουνό δεν μιλά απλώς για την αναβολή. Την παράγει. Ο αναγνώστης ανεβαίνει μαζί με τον Κάστορπ στο βουνό, μπαίνει στον χρόνο του σανατορίου, μαθαίνει να καθυστερεί, να σκέφτεται λίγο ακόμη, να πιστεύει ότι υπάρχει ακόμη χρόνος. Και όταν στο τέλος ο χρόνος αυτός διαλύεται από τον πόλεμο, καταλαβαίνουμε ότι δεν διακόπτεται μόνο η ιστορία του Κάστορπ. Διακόπτεται και η δική μας αναγνωστική παραμονή.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι δεν ξέρουμε τον δρόμο προς την πεδιάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η πεδιάδα δεν είναι ποτέ αθώα: είναι ο κόσμος της εργασίας, της ιστορίας, της σύγκρουσης, της απόφασης. Και το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε ποτέ εγκαίρως αν η κάθοδος θα μας οδηγήσει στη ζωή ή στα χαρακώματα

 

 

 

 







Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Όλα τα κόμματα στη Βουλή

Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2026. Ο Α. γύρισε από το σχολείο κουρασμένος, χωρίς να έχει γίνει κάτι ιδιαίτερο. Δεν είχε τσακωθεί με κανέναν, δεν είχε κάποια δύσκολη ώρα στην τάξη, τίποτα τέτοιο. Ήταν από αυτές τις μέρες που μαζεύονται πάνω σου σιγά σιγά και στο τέλος δεν ξέρεις τι ακριβώς σε βάρυνε.


Στο λεωφορείο είχαν μπει δύο ελεγκτές. Για λίγα λεπτά όλοι έψαχναν κάρτες, εισιτήρια, τσάντες, τσέπες. Μια γυναίκα μπροστά του μιλούσε στο τηλέφωνο και έλεγε ότι δεν πρόλαβε να περάσει από το φαρμακείο. Δίπλα στην πόρτα ένας νεαρός με ακουστικά είχε γείρει το κεφάλι στο τζάμι και κοιμόταν σχεδόν όρθιος. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν για πολλή ώρα.

Μόλις μπήκε στο σπίτι, πριν ακόμα βγάλει καλά καλά το παλτό, άνοιξε τον υπολογιστή. Δεν χρειαζόταν να το κάνει. Ήξερε περίπου τι θα έβλεπε. Τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες δηλώσεις, τους ίδιους τίτλους που σε τραβούσαν να τους πατήσεις χωρίς να σου δίνουν πραγματικά κάτι. Παρ’ όλα αυτά μπήκε στα πολιτικά sites. Πρώτα σε ένα, ύστερα σε άλλο. Μετά άνοιξε πάλι τον πίνακα με τις έδρες.

Οι εκλογές του Οκτωβρίου είχαν περάσει εδώ και εβδομάδες. Κανονικά θα έπρεπε να έχουν τελειώσει. Δεν είχαν τελειώσει όμως μέσα του. Ίσως ούτε και έξω είχαν τελειώσει, αν άκουγες τα δελτία και τις δηλώσεις. Η χώρα είχε βγάλει Βουλή, αλλά δεν ήταν βέβαιο ότι είχε βγάλει και κατεύθυνση. Είχε βγάλει ποσοστά, έδρες, σενάρια συνεργασιών, αθροίσματα που έβγαιναν για λίγο στο χαρτί και μετά χαλούσαν στην πρώτη συνέντευξη.

Η ΝΔ ήταν πρώτη. Όχι όπως παλιότερα, όταν οι υπουργοί μιλούσαν σαν να είχε ήδη λήξει και η επόμενη τετραετία. Πρώτη όμως. Αρκετά μπροστά ώστε να παραμένει το κέντρο του παιχνιδιού, αρκετά φθαρμένη ώστε να μην μπορεί να κάνει πως δεν είχε συμβεί τίποτα. Ο Α. το κοιτούσε και δεν ήξερε αν αυτό ήταν ήττα της ή απόδειξη ότι άντεχε περισσότερο απ’ όσο περίμεναν πολλοί.

Στην οθόνη οι μπάρες είχαν διαφορετικά χρώματα. Του φάνηκαν πολύ καθαρές, σχεδόν ψεύτικες. Η πραγματικότητα δεν είχε τέτοια χρώματα. Είχε φακέλους από τη ΔΕΗ, μηνύματα από την τράπεζα, μισθούς που τελείωναν πριν τελειώσει ο μήνας, μαθητές που έλεγαν στο διάλειμμα ότι ο πατέρας τους θα φύγει πάλι για σεζόν. Η Βουλή γέμιζε με κόμματα, αλλά δεν ήταν βέβαιο ότι μετακινούνταν και η δύναμη εκεί όπου έπρεπε. Δεν ήξερε πώς να το διατυπώσει χωρίς να ακουστεί σαν σύνθημα από άλλη εποχή.

Στο τετράδιό του, που το είχε αφήσει ανοιχτό από το προηγούμενο βράδυ, υπήρχε μια φράση γραμμένη με κεφαλαία:

ΠΟΛΛΑ ΚΟΜΜΑΤΑ — ΛΙΓΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ.

Την κοίταξε και στραβομουτσούνιασε. Πολύ εύκολο, σκέφτηκε. Πολύ έτοιμο. Από αυτές τις φράσεις που ακούγονται σωστές για λίγα δευτερόλεπτα και μετά μένουν εκεί, χωρίς να ξέρεις τι να τις κάνεις.

Δίπλα στο τετράδιο ήταν ο λογαριασμός του ρεύματος. Αυτός δεν είχε ανάγκη από διατύπωση. Ήταν πιο σαφής.

Τον πήρε στα χέρια. Κοίταξε πάλι τις χρεώσεις, παρόλο που τις είχε δει από χθες. Πάγιο, κατανάλωση, ρυθμιζόμενες, δημοτικά τέλη, ΦΠΑ. Κάπου στη μέση υπήρχε ένα ποσό μικρό, σχεδόν ασήμαντο, αλλά τον εκνεύρισε περισσότερο από τα μεγάλα. Ήταν από εκείνα τα ποσά που σου δίνουν την αίσθηση ότι κάποιος σε χρεώνει νόμιμα για κάτι που δεν θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις πλήρως. Το χαρτί είχε τσαλακωθεί στη μία γωνία. Το ίσιωσε με το δάχτυλο, χωρίς λόγο.

Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή χωρίς ήχο. Την είχε αφήσει έτσι από συνήθεια. Κάτω περνούσαν λέξεις: «διαβουλεύσεις», «κυβερνησιμότητα», «μήνυμα σταθερότητας», «ανησυχία στις αγορές». Πάτησε το κουμπί και ανέβασε λίγο την ένταση. Ένας υπουργός μιλούσε για ευθύνη. Ένας δημοσιογράφος τον διέκοπτε με ύφος αυστηρό, αλλά όχι τόσο αυστηρό ώστε να χαλάσει η μεταξύ τους άνεση. Ήταν φανερό ότι θα ξαναβρίσκονταν στο ίδιο στούντιο σε λίγες μέρες.

Οι αγορές, είπαν πάλι, ήταν νευρικές.

Ο Α. γέλασε λίγο. Όχι κανονικά. Περισσότερο σαν φύσημα από τη μύτη. Οι αγορές στις ειδήσεις είχαν πάντα σχεδόν ανθρώπινη συμπεριφορά. Φοβούνταν, ανησυχούσαν, ηρεμούσαν, αντιδρούσαν. Οι άνθρωποι, από την άλλη, εμφανίζονταν συνήθως ως καταναλωτές, φορολογούμενοι, δικαιούχοι επιδομάτων ή ποσοστά δυσαρέσκειας.

Έκλεισε την τηλεόραση. Από το διπλανό διαμέρισμα ακουγόταν έτσι κι αλλιώς άλλη τηλεόραση, πιο δυνατά. Ο γείτονας είχε τη συνήθεια να αφήνει τα δελτία να παίζουν σαν μόνιμο φόντο. Κάποια στιγμή ακούστηκε καθαρά η φράση «κυβέρνηση εθνικής ευθύνης». Ο Α. την αναγνώρισε αμέσως. Την είχε ακούσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Συνήθως λίγο πριν ζητηθεί από κάποιον να κάνει άλλη μία υπομονή.

Είχε ψηφίσει το κόμμα Τσίπρα. Τη Δημοκρατική Συμπαράταξη για την Κοινωνική Αναγέννηση. ΔΗΣΚΑ. Το ακρωνύμιο ήταν πιο υποφερτό από το πλήρες όνομα, αλλά όχι πολύ. Στο σχολείο, όταν ένας συνάδελφος τον ρώτησε τι ψήφισε, είπε «άστο τώρα» και μετά έκανε ένα σχόλιο για τον καιρό. Δεν ήταν ακριβώς ντροπή. Ή ίσως ήταν, αλλά όχι από εκείνες που εξηγούνται εύκολα.

Το 2015 δεν το είχε τακτοποιήσει μέσα του. Άλλοι το είχαν κάνει προδοσία. Άλλοι αυταπάτη. Άλλοι ηρωική στιγμή. Άλλοι ντροπή. Εκείνος δεν μπορούσε να το βάλει σε τόσο καθαρό κουτί. Θυμόταν την εβδομάδα του δημοψηφίσματος, τις συζητήσεις στα πεζοδρόμια, την αίσθηση ότι η πολιτική είχε μπει ξαφνικά σε σπίτια όπου συνήθως μιλούσαν για λογαριασμούς, παιδιά, γιατρούς και δουλειές. Θυμόταν και το μετά. Το πάγωμα. Τις εξηγήσεις. Τους καβγάδες. Τις φιλίες που έγιναν πιο προσεκτικές.

Δεν ψήφισε ΔΗΣΚΑ επειδή πίστεψε ότι όλα θα άρχιζαν πάλι από την αρχή. Αυτό θα ήταν ψέμα, και το ήξερε. Το ψήφισε μάλλον επειδή δεν ήθελε να κόψει εντελώς το τελευταίο νήμα με κάτι που κάποτε τον είχε κάνει να σηκώσει το κεφάλι. Δεν ήταν δυνατό επιχείρημα. Δεν θα το έλεγε σε δημόσια συζήτηση. Αλλά για τον ίδιο είχε κάποια αλήθεια.

Το αποτέλεσμα, πάντως, δεν έδινε μεγάλη χαρά σε κανέναν. Η ΝΔ πρώτη, αλλά όχι άνετη. Το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε, αλλά όχι τόσο ώστε να αλλάξει πραγματικά το κέντρο βάρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μικρύνει πολύ, και αυτό το έβλεπες ακόμη κι αν δεν τον ψήφιζες. Το ΚΚΕ κρατούσε τη θέση του, περίπου όπως κρατά κανείς ένα παλιό σπίτι ανοιχτό, φτιάχνοντας συνέχεια μικρές βλάβες. Το ΜέΡΑ25 και η Νέα Αριστερά πέρασαν οριακά. Η Πλεύση είχε πάρει περισσότερο χώρο απ’ όσο περίμεναν πολλοί. Η Ελληνική Λύση δεν ήταν πια παρένθεση, όσο κι αν αρκετοί συνέχιζαν να μιλούν σαν να ήταν.

Για τα καινούργια σχήματα δεν ήξερε τι να σκεφτεί.

Το κόμμα Καρυστιανού, το Δικαιοσύνη Παντού (ΔΙΚΠΑ), είχε κάτι που δεν έμπαινε εύκολα σε κλασική πολιτική ανάλυση. Ο Α. δεν ήξερε αν μπορούσε να γίνει πρόγραμμα, συμμαχία, κανονική κοινοβουλευτική δουλειά. Ήξερε όμως ότι η οργή από την οποία ερχόταν δεν ήταν τηλεοπτική. Δεν ήταν φτιαγμένη σε γραφείο επικοινωνίας. Είχε ανθρώπους από πίσω, ονόματα, απουσίες, οικογένειες που δεν άντεχαν άλλο να ακούνε ευγενικές λέξεις για πράγματα που είχαν γίνει πολύ συγκεκριμένα.

Το κόμμα Σαμαρά (Εθνική Δημοκρατική Παράταξη-ΕΔΗΠΑ) τον ανησυχούσε αλλιώς. Όχι επειδή δεν το περίμενε. Το περίμενε σχεδόν. Υπήρχε εκεί έξω κόσμος στριμωγμένος, κουρασμένος, θυμωμένος, που ήθελε κάποιος να του πει ότι δεν φταίνε οι μισθοί, τα νοίκια, οι εργολαβίες, οι τράπεζες, οι σχέσεις εξουσίας, αλλά κάτι πιο άμεσο. Ένας άνθρωπος. Ένας ξένος. Ένας ύποπτος. Κάποιος που να μπορείς να τον δείξεις. Αυτό ήταν πάντα πιο εύκολο από το να κοιτάξεις ένα σύστημα που δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο.

Στο σχολείο, τις μέρες μετά τις εκλογές, οι κουβέντες γίνονταν κυρίως στο γραφείο των καθηγητών, δίπλα στη μηχανή του καφέ. Η μηχανή έβγαζε ένα πράγμα που το έλεγαν καφέ επειδή δεν υπήρχε καλύτερη λέξη.

«Δεν βγαίνει κυβέρνηση έτσι».

«Θα ξαναπάμε, να μου το θυμηθείς».

«Θα τα βρουν. Όταν είναι για τις καρέκλες, τα βρίσκουν».

«Έλα μωρέ, όλοι ίδιοι είναι».

Αυτό το τελευταίο το άκουγε όλο και πιο συχνά. Παλιά τον θύμωνε αμέσως. Το θεωρούσε τεμπελιά, ισοπέδωση, παραίτηση. Τώρα δεν ήταν τόσο βέβαιος. Σε πολλούς ανθρώπους το «όλοι ίδιοι είναι» δεν έβγαινε από άνεση. Έβγαινε από κούραση. Από την ανάγκη να μην ξαναδεθείς με κάτι που θα σε αφήσει στη μέση. Βέβαια, στο τέλος το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο. Πιο δυνατός έμενε εκείνος που είχε ήδη μηχανισμούς, λεφτά, κανάλια, σχέσεις και χρόνο.

Εκείνη την ημέρα είχε κάνει Αντιγόνη στη Β΄ Λυκείου. Δεν το είχε διαλέξει για να ταιριάξει με την επικαιρότητα, αλλά έτσι βγήκε. Μιλούσε για τον Κρέοντα, για τον νόμο της πόλης, για το σώμα του Πολυνείκη που έμενε άταφο. Μάλλον μιλούσε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Το κατάλαβε από τη Μαρία στο πρώτο θρανίο, που είχε σταματήσει να γράφει και τον κοιτούσε με ένα ύφος σαν να έλεγε ότι είχαν ξεφύγει λίγο από το μάθημα.

Ένας μαθητής από πίσω, ο Νίκος, που συνήθως μιλούσε μόνο για να ζητήσει να βγει έξω, σήκωσε το χέρι.

«Κύριε, δηλαδή η Αντιγόνη είχε δίκιο;»

Ο Α. πήγε να δώσει την κανονική απάντηση. Την είχε έτοιμη. Τραγική σύγκρουση, δύο δίκαια, όρια της εξουσίας, όρια της ατομικής πράξης. Αυτά που λέμε στα παιδιά για να μη μοιάζει η τραγωδία με ερώτηση σωστού ή λάθους.

Αντί γι’ αυτό είπε:

«Μερικές φορές ο νόμος δεν αρκεί για να νιώσεις ότι έγινε δικαιοσύνη».

Το είπε και μετάνιωσε λίγο. Όχι ακριβώς τη φράση. Τον τρόπο που την είπε. Είχε ακουστεί πιο προσωπικός απ’ όσο ήθελε. Ο Νίκος έγραψε κάτι στο τετράδιό του. Ο Α. αναρωτήθηκε τι. Ίσως τίποτα σχετικό. Ίσως «νόμος δεν αρκεί». Ίσως μια μισή πρόταση που την επόμενη μέρα δεν θα έλεγε τίποτα σε κανέναν.

Το απόγευμα γύρισε με τα πόδια. Δεν ήταν μεγάλη απόσταση, αλλά είχε κρύο. Όχι πολύ. Αυτό ήταν το χειρότερο. Αν είχε πολύ κρύο, θα άναβες θέρμανση και θα τελείωνε η κουβέντα. Αυτό το ενδιάμεσο κρύο σε έβαζε να κάνεις παζάρια με τον εαυτό σου. Μισή ώρα; Μία ώρα; Καθόλου; Άλλη μία ζακέτα;

Στην είσοδο της πολυκατοικίας είδε την ανακοίνωση για τα κοινόχρηστα. Το ασανσέρ ήθελε επισκευή, πάλι. Η διαχειρίστρια είχε γράψει με κόκκινο στιλό: «Παρακαλώ να πληρώσουν όλοι εγκαίρως». Από κάτω κάποιος είχε σημειώσει με μπλε: «Να γίνει πρώτα έλεγχος προσφοράς». Κάποιος άλλος είχε τραβήξει μια γραμμή κάτω από το «όλοι».

Ο Α. ανέβηκε με τα πόδια. Στον δεύτερο μύριζε τηγανητό κρεμμύδι. Στον τρίτο, έξω από την πόρτα του κυρίου Μανώλη, υπήρχε μια σακούλα με άδεια πλαστικά μπουκάλια. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Κι όμως, μερικές φορές από τέτοια καταλάβαινες καλύτερα τη χώρα απ’ ό,τι από τις αναλύσεις.

Μπήκε στο σπίτι και άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι. Το φως της κουζίνας ήταν πολύ λευκό. Είχε καιρό να αλλάξει τη λάμπα, αλλά κάθε φορά το ξεχνούσε. Άνοιξε το τετράδιο και έγραψε:

Το αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κόσμος έχει περισσότερη δύναμη. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι η δύναμή του έχει σκορπίσει.

Το διάβασε. Δεν ήταν σίγουρος. Τον ενοχλούσε η λέξη «κόσμος», όπως πριν τον ενοχλούσε η λέξη «λαός». Ήταν λέξεις μεγάλες και βολικές. Ο κόσμος ήταν η Ελένη των αγγλικών που είχε τρία παιδιά και κοιμόταν πέντε ώρες. Ήταν ο διανομέας που περνούσε κάθε βράδυ κάτω από το μπαλκόνι με το μηχανάκι να κάνει έναν ήχο σαν να μην άντεχε άλλο. Ήταν η ταμίας στο σούπερ μάρκετ που χαιρετούσε μηχανικά τους πελάτες και κάποια στιγμή ξέχασε να δώσει ρέστα σε έναν παππού. Ήταν και οι μαθητές του, που στα δεκαεπτά μιλούσαν ήδη για Ολλανδία, Γερμανία, Κύπρο, οπουδήποτε τέλος πάντων τους φαινόταν ότι υπάρχει «κάτι καλύτερο».

Δεν ήταν ότι δεν ήθελαν να συμμετέχουν. Πότε να προλάβουν;

Αυτό του φαινόταν βασικό, αν και δεν ήξερε αν το έλεγε σωστά. Η δημοκρατία, όπως την περιγράφουμε, θέλει χρόνο. Να ενημερωθείς, να σκεφτείς, να μιλήσεις, να οργανωθείς, να αντέξεις τη διαφωνία. Αλλά ο χρόνος είχε γίνει κι αυτός λογαριασμός. Αν δουλεύεις μέχρι αργά, αν έχεις παιδιά, γονείς, εξετάσεις, δόσεις, ενοίκιο, δεύτερη δουλειά, φροντιστήρια, γιατρούς, τι ακριβώς σου μένει για να είσαι πολίτης; Λίγη ώρα πριν κοιμηθείς, με το κινητό στο χέρι και τα μάτια να κλείνουν.

Άνοιξε πάλι τον πίνακα των εδρών. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως επειδή οι αριθμοί, ακόμη κι όταν δεν βοηθούν, σε κάνουν για λίγο να νομίζεις ότι κάτι ελέγχεται.

Προσπάθησε να σκεφτεί τα κόμματα ένα ένα, αλλά δεν του έβγαινε καθαρά. Η ΝΔ δεν ήταν μόνο σταθερότητα. Ήταν και φόβος αλλαγής, και συνήθεια, και συμφέρον, και άνθρωποι που δεν έβλεπαν άλλη λύση. Το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μόνο μεσαία τάξη. Είχε νοσταλγία, μηχανισμό, μια υπόσχεση κανονικότητας, αλλά και κάτι κουρασμένο. Το ΔΗΣΚΑ ήταν ακόμη πιο μπερδεμένο: λίγο μνήμη, λίγο πείσμα, λίγο αμηχανία. Το ΚΚΕ είχε ανθρώπους που έλεγαν πράγματα σωστά και άλλους που μιλούσαν σαν να μην τους απασχολεί αν θα τους ακούσει κανείς πέρα από όσους ήταν ήδη πεισμένοι. Η Πλεύση κουβαλούσε δικαιοσύνη, αλλά και ένταση. Η Ελληνική Λύση είχε φόβο, θυμό, τηλεθέαση, εκκλησίες, καφενεία, πράγματα που αρκετοί μορφωμένοι υποτιμούσαν μέχρι να τα βρουν μπροστά τους.

Και η αποχή. Αυτή δεν είχε χρώμα στον πίνακα. Ίσως γι’ αυτό την ξεχνούσαν εύκολα.

Έβαλε νερό να βράσει. Είχε σταματήσει να παίρνει καφέ απ’ έξω. Όχι από υγεία, όπως είχε πει μια φορά σε έναν συνάδελφο. Από οικονομία. Το είχε υπολογίσει: γύρω στα σαράντα πέντε ευρώ τον μήνα, ίσως και παραπάνω. Στην αρχή ένιωσε σχεδόν περήφανος. Μετά του φάνηκε ταπεινωτικό να κάνεις οικονομικό σχέδιο ακόμα και τον καφέ της διαδρομής.

Στο ντουλάπι είχε τσάι του βουνού, ένα πακέτο ανοιγμένο από πέρσι. Το μύρισε. Δεν είχε χαλάσει. Ή τουλάχιστον έτσι αποφάσισε.

Στάθηκε στο παράθυρο με την κούπα στο χέρι. Τα χριστουγεννιάτικα φώτα του δήμου κρέμονταν πάνω από τον δρόμο. Δύο λαμπάκια στη σειρά δεν άναβαν. Κάτω, έξω από τον φούρνο, τρεις άνθρωποι γελούσαν με κάτι. Ένας πατέρας τραβούσε από το χέρι ένα παιδί που σταματούσε κάθε λίγο για να πατήσει τα νερά στο πεζοδρόμιο. Μια γυναίκα κουβαλούσε δύο σακούλες, μία από το σούπερ μάρκετ και μία από παιχνιδάδικο. Η δεύτερη ήταν πιο μικρή.

Αυτές οι εικόνες τον μπέρδευαν. Από τη μία, όλα έμοιαζαν στενά, πιεσμένα, χαμηλωμένα. Από την άλλη, οι άνθρωποι συνέχιζαν. Αγόραζαν μικρά δώρα, μάλωναν, έβγαζαν σκυλιά βόλτα, ξεχνούσαν κλειδιά, στόλιζαν μπαλκόνια με φωτάκια που αναβόσβηναν λάθος. Δεν θα το έλεγε ελπίδα. Ήταν κάτι πιο απλό και πιο πεισματάρικο.

Ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να γίνει εντελώς κυνικός, όσο κι αν μερικές φορές το ήθελε. Ο κυνισμός είχε μια άνεση. Έλεγες «τίποτα δεν αλλάζει» και γλίτωνες από αρκετά πράγματα. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσεις γιατί ξανανοίγεις τα νέα, γιατί ψηφίζεις κάτι χωρίς να το πιστεύεις ολόκληρο, γιατί σε ενοχλεί μια φράση σε δελτίο ειδήσεων, γιατί θυμώνεις με έναν λογαριασμό σαν να σου έχει κάνει προσωπική επίθεση.

Κάθισε στο γραφείο και άνοιξε μια λευκή σελίδα στον υπολογιστή. Έβαλε τίτλο:

Σημειώσεις για τη Βουλή και για όσα μένουν απ’ έξω

Τον κοίταξε αρκετή ώρα. Δεν του άρεσε πολύ. Θα τον άλλαζε αργότερα, σκέφτηκε. Δεν τον άλλαξε.

Άρχισε να γράφει:

Δεν αρκεί να υπάρχουν πολλά κόμματα, αν τα πιο βασικά πράγματα της ζωής εμφανίζονται μόνο σαν τεχνικά θέματα. Το ρεύμα δεν είναι τεχνικό θέμα όταν σκέφτεσαι αν θα ανάψεις θέρμανση. Το ενοίκιο δεν είναι δείκτης όταν το πληρώνεις κάθε μήνα. Ο μισθός δεν είναι μέσος όρος. Το νοσοκομείο δεν είναι δαπάνη όταν περιμένεις σε διάδρομο. Το σχολείο δεν είναι μεταρρύθμιση όταν λείπουν καθηγητές τον Νοέμβριο. Και το τρένο δεν είναι απλώς υποδομή, όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν γύρισαν ποτέ.

Σταμάτησε. Το διάβασε. Κάτι τον ενοχλούσε, αλλά δεν ήξερε ακριβώς τι. Ίσως ο ρυθμός. Ίσως ότι πάλι έγραφε σαν να προσπαθούσε να βγάλει νόημα από πράγματα που δεν έβγαιναν τόσο εύκολα σε πρόταση. Έσβησε τις δύο τελευταίες γραμμές. Μετά πάτησε αναίρεση και τις επανέφερε. Έκανε αυτό το μπρος πίσω για κάνα λεπτό και μετά εκνευρίστηκε με τον εαυτό του.

Έξω άρχισε να ψιχαλίζει. Τα αυτοκίνητα περνούσαν πιο αργά, όχι επειδή έβρεχε πολύ, αλλά επειδή ο δρόμος είχε γεμίσει κόσμο και διπλοπαρκαρισμένα. Η λευκή σελίδα στην οθόνη τού φάνηκε ξαφνικά κουραστική. Σηκώθηκε, πήγε μέχρι την κουζίνα, ξαναγύρισε χωρίς να πάρει τίποτα.

Σκέφτηκε ότι η πολιτική, αν θέλει να γίνει σοβαρά, χρειάζεται πράγματα που ο ίδιος συχνά βαριόταν: σχέδιο, επιμονή, συνεδριάσεις, πρακτικά, διορθώσεις, συμφωνίες με ανθρώπους που μιλούν πολύ, αριθμούς, προϋπολογισμούς. Δεν αρκεί η αγανάκτηση. Το ήξερε. Το είχε δει αρκετές φορές. Αλλά ίσχυε και το αντίθετο. Όταν η πολιτική μιλά μόνο με αριθμούς, κάποια στιγμή ξεχνά τους ανθρώπους για τους οποίους υποτίθεται ότι μιλά.

Πήρε το τετράδιο και έγραψε πιο κάτω, αυτή τη φορά χωρίς κεφαλαία:

Δεν είναι αρκετό να μπουν πολλά κόμματα στη Βουλή. Το θέμα είναι αν μπορεί να μπει και η ζωή των ανθρώπων στις αποφάσεις.

Αυτή η φράση του φάνηκε λιγότερο εντυπωσιακή από την προηγούμενη. Ίσως γι’ αυτό την εμπιστεύτηκε λίγο περισσότερο.

Δεν συνέχισε. Είχε κουραστεί. Έκλεισε τον υπολογιστή, μάζεψε τον λογαριασμό του ρεύματος και τον έβαλε κάτω από ένα βιβλίο, λες και έτσι θα καθυστερούσε κάτι. Πριν πάει για ύπνο, πέρασε από το σαλόνι και κοίταξε αν είχε κλείσει το πολύμπριζο. Το είχε κλείσει. Το ξανακοίταξε, όπως έκανε πάντα.

Στο σκοτάδι ακουγόταν το ψυγείο. Ένας χαμηλός, σταθερός ήχος. Από το διπλανό διαμέρισμα η τηλεόραση συνέχιζε, πιο σιγά τώρα. Κάποιος μιλούσε ακόμα για σταθερότητα.

Ο Α. ξάπλωσε και δεν κοιμήθηκε αμέσως. Σκεφτόταν τις έδρες, τον Νίκο που είχε σημειώσει κάτι στην Αντιγόνη, τον λογαριασμό του ρεύματος, τη λέξη «όλοι» στην ανακοίνωση της πολυκατοικίας. Δεν έβγαζε συμπέρασμα. Ίσως αυτό ήταν πιο έντιμο από το να βγάλει ένα πρόχειρο.

Κάπου κάτω από όλα αυτά υπήρχε μια ζωή που δεν ήθελε μόνο να την υπολογίζουν. Ήθελε να ακούγεται, να πιάνει χώρο, να επηρεάζει κάτι. Ο Α. δεν ήξερε αν αυτό λεγόταν εκπροσώπηση, δημοκρατία ή απλώς αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ, πάντως, του φαινόταν πιο αληθινό από τις περισσότερες αναλύσεις που είχε διαβάσει.

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ελλάδα: Μια ματιά από το μέλλον

 Ο Α. το σκέφτηκε ένα βράδυ του Μαΐου, όχι σαν πολιτικό άρθρο, αλλά σαν άσκηση φιλολογίας. Είχε ξαναδιαβάσει το «Η κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού: Μια ματιά από το μέλλον», και του είχε κολλήσει στο μυαλό εκείνο το αφηγηματικό τέχνασμα: να μιλάς από το μέλλον για το παρόν, σαν το παρόν να είναι παρελθόν. Οι συγγραφείς έβαζαν έναν μελλοντικό ιστορικό να κοιτάζει πίσω την περίοδο 1988–2073, την «Περίοδο της Παρασκιάς», και να εξηγεί γιατί οι δυτικές κοινωνίες απέτυχαν να δράσουν, όχι επειδή δεν γνώριζαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μετατρέψουν τη γνώση σε πράξη.



Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Όχι άρθρο γνώμης. Όχι καταγγελία. Όχι άλλη μία κραυγή μέσα στην κανονικότητα. Έπρεπε να κάνει το ίδιο πείραμα για την Ελλάδα. Να γράψει σαν να βρίσκεται στο μέλλον και να κοιτάζει πίσω. Να μιλήσει όχι σαν πολίτης του 2026 που φοβάται, αλλά σαν ιστορικός του 2076 που έχει πια δει την πτώση να ολοκληρώνεται

Άνοιξε ένα νέο αρχείο. Έγραψε τίτλο: Ελλάδα: Μια ματιά από το μέλλον.  Σημειώσεις ενός μελλοντικού ιστορικού για την ελληνική ερήμωση, 1988–2075

Κάτω από τον τίτλο πρόσθεσε:

Το ακόλουθο κείμενο δεν είναι πρόβλεψη. Είναι υποθετική ιστορία. Είναι ένα πείραμα τραγικής ιστοριογραφίας. Αν η ιστορία είναι από τη φύση της τραγική, τότε το μέλλον δεν χρησιμεύει για να μας πει τι θα συμβεί· χρησιμεύει για να μας δείξει τι ήδη συμβαίνει χωρίς να το αναγνωρίζουμε.

Και τότε άρχισε.

Εισαγωγή
Γράφοντας στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς στους νεότερους πώς η Ελλάδα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου μπορούσε ακόμη να πιστεύει ότι ήταν χώρα με μέλλον. Όχι επειδή δεν υπήρχαν ήδη σημάδια παρακμής. Υπήρχαν. Όχι επειδή δεν υπήρχαν προειδοποιήσεις. Υπήρχαν πολλές. Αλλά επειδή οι κοινωνίες σπανίως αναγνωρίζουν την τραγωδία όταν αυτή αρχίζει. Συνήθως τη θεωρούν δυσλειτουργία, παρένθεση, κρίση, ατύχημα, κακή κυβέρνηση, κακή συγκυρία, κακό καλοκαίρι, κακή δημοσκόπηση

Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε σε μία στιγμή. Δεν υπήρξε μία μέρα κατά την οποία οι πολίτες ξύπνησαν και είπαν: «Η χώρα τελείωσε». Αυτό θα ήταν εύκολο, σχεδόν παρηγορητικό. Η ελληνική ερήμωση υπήρξε αργή, νόμιμη, στατιστική, εκλογική, πολεοδομική, μισθολογική, δημογραφική, θερμική. Ήρθε με αυξήσεις ενοικίων, με κλειστά σχολεία σε χωριά, με καμένα δάση, με νοσοκομεία που λειτουργούσαν χάρη στην αυτοθυσία των εργαζομένων τους, με νέους που έφευγαν, με ηλικιωμένους που έμεναν, με πόλεις που γίνονταν τουριστικές βιτρίνες και με χωριά που γίνονταν οικογενειακά νεκροταφεία.

Η περίοδος 1988–2076 μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις μεγάλες φάσεις:

1.1988–2008: πολιτική αναδιάταξη και μεταψυχροπολεμική/ευρωπαϊκή αυταπάτη.
2.2009–2018: οικονομική τιμωρία και μνημονιακή αναδιάρθρωση.
3.2019–2026: μεταμνημονιακή κανονικοποίηση της φθοράς.
4.2027–2076: ερήμωση, με αφετηρία την τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και κορύφωση στη Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση.

Η τέταρτη φάση είναι η μεγαλύτερη, γιατί η ερήμωση δεν είναι συμβάν αλλά διαδικασία. Δεν έχει τη μορφή πραξικοπήματος, χρεοκοπίας ή πολέμου. Έχει τη μορφή αργής αποχώρησης της ζωής από τους τόπους της. Αρχίζει ως πολιτική κανονικοποίηση της φθοράς, συνεχίζεται ως κοινωνική και παραγωγική αποσύνθεση, βαθαίνει ως κλιματική κρίση και καταλήγει ως χωροταξική και δημογραφική μετάλλαξη. Για αυτό η περίοδος 2027–2076 πρέπει να νοηθεί όχι ως ενιαία επίπεδη εποχή, αλλά ως μακρά τραγική ακολουθία: από τη διαχείριση της παρακμής ως επιτυχίας μέχρι την αδυναμία να κατοικηθεί η χώρα όπως κατοικούνταν άλλοτε.

Αφήνοντας προς το παρόν τα έτη 1988 -2018, ξεκινάμε από το 2019, οπότε και εκλέγεται πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο αυτο-αποκαλούμενος και οδοστρωτήρας. 

2019–2026: Η κανονικοποίηση της φθοράς
Η άνοδος του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019 σήμανε την επιστροφή μιας νέας Δεξιάς, περισσότερο τεχνοκρατικής, περισσότερο επικοινωνιακής, περισσότερο ταξικά συνειδητής από όσο παραδεχόταν. Η λέξη-κλειδί της περιόδου ήταν «κανονικότητα».
Η κανονικότητα όμως δεν σήμαινε επιστροφή στην κοινωνική ασφάλεια. Σήμαινε αποδοχή της μειωμένης ζωής ως φυσιολογικής. Ο πολίτης έπρεπε να συνηθίσει ότι η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρέπεια, ότι η στέγη γίνεται επενδυτικό προϊόν, ότι η υγεία χρειάζεται ιδιωτική συμπλήρωση, ότι η παιδεία λειτουργεί με εξαντλημένους εκπαιδευτικούς, ότι η περιφέρεια ζει από επιδόματα, τουρισμό και αναμνήσεις.

Η πανδημία του 2020 έδειξε για λίγο ότι το κράτος μπορούσε να επιστρέψει. Αλλά η επιστροφή του κράτους έγινε κυρίως ως διοίκηση έκτακτης ανάγκης, όχι ως ανασυγκρότηση κοινωνικού κράτους. Η ψηφιοποίηση προχώρησε, αλλά συχνά υποκατέστησε τη βαθύτερη θεσμική ενίσχυση. Το κράτος έγινε πιο γρήγορο στην οθόνη και συχνά εξίσου ανεπαρκές στην πραγματικότητα.

Τα Τέμπη το 2023 αποκάλυψαν την άλλη όψη της κανονικότητας: την υποδομή που είχε μείνει πίσω, την ευθύνη που διαχεόταν, την ασφάλεια που είχε μετατραπεί σε υπόθεση τύχης. Την ίδια χρονιά, η κακοκαιρία Daniel έδειξε ότι η κλιματική κρίση δεν ήταν μελλοντικό σενάριο αλλά υλική πραγματικότητα. Η Θεσσαλία, μία από τις βασικές αγροτικές περιοχές της χώρας, πλημμύρισε σαν να ήθελε η φύση να υπογραμμίσει με νερό αυτό που η πολιτική αρνούνταν να δει.

Και ύστερα ήρθε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όχι ως απλό σκάνδαλο διοικητικής ανεπάρκειας, αλλά ως σχεδόν αλληγορία του ελληνικού κράτους στην ύστερη μεταμνημονιακή του μορφή. Στα χαρτιά, η χώρα έμοιαζε να διαθέτει κοπάδια, εκτάσεις, δικαιούχους, παραγωγική δραστηριότητα, αγροτική συνέχεια. Στην πραγματικότητα, πίσω από τα μητρώα, τις δηλώσεις, τις επιδοτήσεις και τα ψηφιακά ίχνη, αποκαλυπτόταν μια άλλη Ελλάδα: μια χώρα όπου η παραγωγή μπορούσε να υπάρχει περισσότερο ως διοικητική καταχώριση παρά ως υλική ζωή. Η περίφημη υπερπαραγωγή αιγοπροβάτων —κοπάδια που πολλαπλασιάζονταν στα χαρτιά με ταχύτητα σχεδόν μυθολογική— έμοιαζε με φάρσα. Αλλά για τον Α. δεν ήταν φάρσα. Ήταν τραγωδία με κωμικό προσωπείο. Γιατί τίποτε δεν είναι πιο τραγικό από μια χώρα που, ενώ αδειάζει από ανθρώπους, από νερό, από εμπιστοσύνη και από πραγματική παραγωγή, εμφανίζεται στα αρχεία της γεμάτη από φανταστικά ζώα.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έδειχνε κάτι βαθύτερο από τη διαφθορά. Έδειχνε την αποσύνδεση ανάμεσα στη διοικητική αναπαράσταση και στην πραγματικότητα. Όπως η οικονομία μπορούσε να εμφανίζεται ισχυρή ενώ οι μισθοί δεν επαρκούσαν για ζωή, όπως η ψηφιοποίηση μπορούσε να εμφανίζεται ως κράτος ενώ οι θεσμοί παρέμεναν κουρασμένοι, έτσι και η αγροτική Ελλάδα μπορούσε να εμφανίζεται παραγωγική ενώ η ύπαιθρος γερνούσε, ερημωνόταν και εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από επιδοτήσεις, μεσάζοντες, δηλώσεις και πελατειακές διαδρομές. Η χώρα δεν παρήγε απλώς λιγότερα από όσα χρειαζόταν· παρήγε εικόνες παραγωγής.

Κι όμως, παρά τα σκάνδαλα, τις καταστροφές, την ακρίβεια, τις υποκλοπές, τη στεγαστική πίεση, τη δημογραφική γήρανση, την κόπωση των θεσμών και αυτή τη σχεδόν σουρεαλιστική αποκάλυψη μιας υπαίθρου που στα χαρτιά έβοσκε περισσότερο απ’ όσο ζούσε, η ΝΔ παρέμεινε πρώτη δύναμη. Η αντιπολίτευση ήταν διασπασμένη, πληγωμένη, αναξιόπιστη ή ανίκανη να προσφέρει ενιαία μορφή στη δυσαρέσκεια.

Έτσι φτάσαμε στο 2027.

2027–2031: Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και η αρχή της ερήμωσης
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη δεν υπήρξε απλώς πολιτική συνέχεια. Υπήρξε ιστορική παγίωση. Η Ελλάδα μπήκε τότε σε μια φάση όπου η φθορά απέκτησε θεσμική μορφή.

Στις εκλογές του 2027, η Νέα Δημοκρατία δεν θριάμβευσε με την παλιά έννοια. Δεν επανέλαβε τα ποσοστά των προηγούμενων αναμετρήσεων. Κέρδισε επειδή οι άλλοι δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν εναλλακτικό ιστορικό υποκείμενο. Η αποχή ήταν τεράστια. Η προοδευτική ψήφος κατακερματισμένη. Η κοινωνική οργή πραγματική αλλά άμορφη. Η Δεξιά δεν χρειαζόταν πια να εμπνέει. Αρκούσε να φαίνεται διοικητικά αναπόφευκτη.

Αυτό ήταν το πρώτο γνώρισμα της ερήμωσης: η πολιτική ζωή έχασε την ικανότητα να παράγει μέλλον.

Η κυβέρνηση παρουσίασε την τρίτη της εντολή ως περίοδο ώριμης σταθεροποίησης. Οι διεθνείς οίκοι, οι αγορές, τα επιχειρηματικά φόρουμ και οι ευρωπαϊκές εκθέσεις μιλούσαν για μεταρρυθμιστική συνέχεια. Η Ελλάδα, έλεγαν, είχε αφήσει πίσω της την εποχή της κρίσης. Ήταν χώρα αξιόπιστη, επενδυτική, ψηφιακή, τουριστική, γεωπολιτικά χρήσιμη.

Αλλά στο εσωτερικό της χώρας συνέβαινε κάτι άλλο.

Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη γίνονταν όλο και πιο αβίωτες για τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτές. Τα ενοίκια απορροφούσαν μισθούς. Οι νέοι ζούσαν περισσότερο με τους γονείς τους ή έφευγαν έξω. Οι εκπαιδευτικοί, οι νοσηλευτές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι των υπηρεσιών, οι διανομείς, οι υπάλληλοι του τουρισμού, όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνέχισαν να υπάρχουν, αλλά έπαψαν να αποτελούν κοινωνικό σχέδιο. Ήταν απλώς λειτουργικό υπόστρωμα.

Η χώρα πουλιόταν ως εμπειρία σε ανθρώπους που δεν θα έμεναν ποτέ αρκετά ώστε να υποστούν τις συνέπειες της αγοράς τους. Τα νησιά μετατράπηκαν σε εποχιακές μηχανές κέρδους. Η κατοικία έγινε πλατφόρμα. Το νερό έγινε ζήτημα. Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό κοιμούνταν συχνά σε συνθήκες που θύμιζαν περισσότερο αποθήκευση εργατικού δυναμικού παρά ζωή. Οι τοπικές κοινωνίες άρχισαν να υπάρχουν δύο φορές: μία για τους επισκέπτες και μία για τους κατοίκους. Η πρώτη ήταν φωτισμένη. Η δεύτερη κουρασμένη.

Η ύπαιθρος άδειαζε. Όχι με δραματικές σκηνές. Με κλειστά σχολεία. Με αγροτικά σπίτια που άνοιγαν μόνο τον Αύγουστο. Με χωριά όπου ο μέσος όρος ηλικίας ανέβαινε πιο γρήγορα από τη θερμοκρασία. Με χωράφια που καλλιεργούνταν όλο και δυσκολότερα λόγω κόστους, νερού, καιρικής αστάθειας και έλλειψης νέων ανθρώπων.

Η ερήμωση δεν ήταν μόνο δημογραφική. Ήταν και ηθική. Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τη χώρα σαν να μην τους ανήκει. Όχι από κοσμοπολιτισμό, αλλά από παραίτηση. Η φράση «εδώ δεν αλλάζει τίποτα» έγινε το καθημερινό ισοδύναμο της αρχαίας μοίρας.

Κατά την τρίτη τετραετία, η κλιματική κρίση μετατράπηκε σε μόνιμη διοικητική συνθήκη. Κάθε καλοκαίρι ήταν «δύσκολο». Κάθε πυρκαγιά ήταν «πρωτοφανής». Κάθε πλημμύρα ήταν «ακραία». Κάθε αποτυχία του κράτους ήταν αποτέλεσμα «φαινομένων πέρα από κάθε πρόβλεψη». Έτσι η εξαίρεση έγινε κανονικότητα, αλλά χωρίς ποτέ να ονομαστεί κανονικότητα της κατάρρευσης.

Το τραγικό στοιχείο της περιόδου δεν ήταν ότι η κυβέρνηση δεν γνώριζε. Όλοι γνώριζαν. Υπήρχαν εκθέσεις, δεδομένα, προειδοποιήσεις, χάρτες κινδύνου, επιστημονικές μελέτες, ευρωπαϊκές οδηγίες, προηγούμενες καταστροφές. Όπως στο παγκόσμιο σχήμα των Oreskes και Conway, η αποτυχία δεν ήταν άγνοια. Ήταν αδυναμία ή άρνηση μετατροπής της γνώσης σε πράξη. 

Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη υπήρξε επομένως η ελληνική «περίοδος της παρασκιάς» μέσα στην ευρύτερη Περίοδο της Παρασκιάς. Οι πολίτες έβλεπαν τα σημάδια, αλλά δεν μπορούσαν να τα οργανώσουν σε πολιτικό συμπέρασμα. Τα ζούσαν ως ακρίβεια, ως φωτιά, ως κούραση, ως ενοίκιο, ως φυγή παιδιών, ως καύσωνα, ως ιδιωτικό ραντεβού σε γιατρό, ως κλειστό σχολείο, ως καθυστέρηση τρένου, ως άγχος λογαριασμών. Δεν τα έβλεπαν ακόμη ως ενιαία ιστορική πτώση.

Γι’ αυτό και η περίοδος ήταν τόσο κρίσιμη. Όχι επειδή δημιούργησε όλα τα προβλήματα, αλλά κατάφερε να συνυπάρχουν χωρίς εξέγερση.

2031–2040: Η δεκαετία της φανερής αποσύνθεσης
Μετά το 2031, η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να κρύψει ότι το παραγωγικό της μοντέλο είχε φτάσει στα όριά του. Ο τουρισμός παρέμενε ισχυρός, αλλά γινόταν όλο και πιο αντιφατικός. Έφερνε εισόδημα και ταυτόχρονα κατέστρεφε τις προϋποθέσεις κατοίκησης. Ανέβαζε τις τιμές και άδειαζε τις κοινότητες. Ζητούσε νερό εκεί όπου το νερό λιγόστευε. Ζητούσε εργασία εκεί όπου οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να ζήσουν.

Η αγροτική παραγωγή πιεζόταν από ξηρασία, πλημμύρες, κόστος ενέργειας, αλλαγή καλλιεργειών και απώλεια πληθυσμού. Η Θεσσαλία δεν επανήλθε ποτέ πλήρως στον προηγούμενο ρόλο της. Η Πελοπόννησος και η Ανατολική Στερεά αντιμετώπισαν επαναλαμβανόμενους κύκλους φωτιάς και ξηρασίας. Η Κρήτη βρέθηκε ανάμεσα στον τουριστικό υπερκορεσμό και στην υδατική ανασφάλεια.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2030, η εσωτερική μετανάστευση έγινε ορατή. Όχι μαζική με τον τρόπο των πολέμων, αλλά σταθερή. Νέοι εγκατέλειπαν νησιά όπου δεν μπορούσαν να νοικιάσουν σπίτι. Οικογένειες έφευγαν από περιοχές υψηλού κινδύνου. Η βόρεια και ορεινή Ελλάδα άρχισε να αποκτά νέα σημασία, όχι λόγω αναπτυξιακού σχεδίου, αλλά λόγω κλιματικής σχετικής αντοχής.

Τότε εμφανίστηκε και η πρώτη σοβαρή συζήτηση για «κλιματική αναδιάταξη του εθνικού χώρου». Οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν ως υπερβολή. Όμως ήταν απλώς αργοπορημένη περιγραφή αυτού που ήδη συνέβαινε.

2040–2047: Η θερμική δεκαετία και το σοκ της γεωμηχανικής
Γύρω στο 2040, η κλιματική κρίση έπαψε να είναι κύκλος κρίσεων και έγινε υπόβαθρο ζωής. Οι καύσωνες δεν ήταν πια έκτακτα γεγονότα. Ήταν εποχή. Η ξηρασία δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν δομή.

Το 2041, η παγκόσμια διατροφική κρίση έφτασε στην Ελλάδα ως ακρίβεια, περιορισμός, ανασφάλεια και φόβος. Η χώρα εξαρτιόταν ακόμη από εισαγωγές βασικών αγαθών. Τα ελληνικά νοικοκυριά, ήδη εξαντλημένα από δεκαετίες πιέσεων, μπήκαν σε νέα περίοδο διατροφικής προσαρμογής. Η λέξη «δελτίο» επανήλθε πρώτα ως φήμη, μετά ως τεχνική πιθανότητα, και τελικά ως τοπικό μέτρο σε περιόδους κρίσης.

Το 2042, όταν οι διεθνείς δυνάμεις προχώρησαν στο πρόγραμμα γεωμηχανικής, η Ελλάδα συμμετείχε ως μικρό κράτος σε μια απόφαση που την ξεπερνούσε. Η τεχνολογική διαχείριση του πλανητικού κλίματος παρουσιάστηκε ως αναγκαίο κακό. Για λίγα χρόνια, πράγματι, φάνηκε να προσφέρει ανακούφιση.

Αλλά η ανακούφιση ήταν παγίδα. Όταν το πρόγραμμα σταμάτησε το 2047 και το θερμικό σοκ επέστρεψε με βιαιότητα, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πιο σκληρή της δεκαετία. Καύσωνες, πυρκαγιές, πίεση στα νοσοκομεία, βλάβες στο ηλεκτρικό δίκτυο, απώλεια αγροτικών αποδόσεων, θάνατοι ηλικιωμένων και εργαζομένων σε εξωτερικούς χώρους. Το κράτος μιλούσε πλέον μόνιμα τη γλώσσα της πολιτικής προστασίας.

Η δημοκρατία άρχισε να μετατρέπεται σε διοίκηση κινδύνου.

2048–2060: Το τέλος του παλιού ελληνικού καλοκαιριού
Το ελληνικό καλοκαίρι, που υπήρξε κάποτε μύθος, οικονομία, μνήμη, διαφήμιση, οικογενειακή τελετουργία και διεθνές προϊόν, άλλαξε νόημα. Από υπόσχεση έγινε απειλή.

Οι θερινοί μήνες σε πολλές περιοχές έγιναν ακατάλληλοι για εργασία, τουρισμό, γεωργία ή απλή παραμονή χωρίς τεχνητή ψύξη. Ο τουρισμός μεταφέρθηκε σταδιακά προς την άνοιξη και το φθινόπωρο, αλλά οι υποδομές, οι συνήθειες και τα χρέη είχαν χτιστεί πάνω στα παλιά θεμέλια. Πολλές περιοχές δεν προσαρμόστηκαν. Άλλες προσαρμόστηκαν με τεράστιο κοινωνικό κόστος.

Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας άρχισε να πλήττει λιμάνια, παραλιακούς δρόμους, τουριστικές ζώνες, δέλτα ποταμών, χαμηλές ακτές, νησιωτικούς οικισμούς. Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, ο Βόλος, το Ηράκλειο, η Καλαμάτα, η Ρόδος, η Κέρκυρα και δεκάδες μικρότερες περιοχές χρειάστηκαν έργα προστασίας που δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν ισότιμα. Τότε γεννήθηκε η πιο σκληρή πολιτική ερώτηση της εποχής: Ποιες περιοχές θα σωθούν; Και ποιες θα εγκαταλειφθούν;

Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ ανοιχτά. Δόθηκε με προϋπολογισμούς, καθυστερήσεις, ασφαλιστικές εξαιρέσεις, τεχνικές εκθέσεις, τιμές ακινήτων και σιωπηλές αποχωρήσεις. Η ερήμωση έγινε χωροταξική πολιτική χωρίς να ονομαστεί έτσι.

2060–2070: Το κράτος της κλιματικής διαχείρισης
Μετά το 2060, η Ελλάδα είχε ήδη γίνει διαφορετική χώρα. Το μεταναστευτικό άλλαξε χαρακτήρα. Δεν αφορούσε πλέον κυρίως πολέμους ή οικονομική δυσπραγία, αλλά περιοχές που γίνονταν όλο και δυσκολότερο να κατοικηθούν. Η Βόρεια Αφρική, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος παρήγαν συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων.

Η Ελλάδα, χώρα-σύνορο της Ευρώπης, βρέθηκε ξανά στο σταυροδρόμι ανθρωπισμού και ασφάλειας. Μόνο που τώρα και η ίδια ήταν χώρα εσωτερικής κλιματικής μετακίνησης. Δεν διαχειριζόταν μόνο τους άλλους. Διαχειριζόταν και τη δική της απώλεια χώρου.

Το κράτος έγινε πιο παρεμβατικό. Διαχείριση νερού. Αποθέματα τροφίμων. Περιορισμοί δόμησης. Υποχρεωτικές ασφαλίσεις. Ζώνες εκκένωσης. Μη κατοικήσιμες περιοχές. Κλιματικά δελτία εργασίας. Προστατευμένες αγροτικές ζώνες. Μετεγκαταστάσεις υπηρεσιών.

Όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει νωρίτερα δημοκρατικά, γίνονταν τώρα αναγκαστικά. Αυτό υπήρξε η μεγάλη ειρωνεία της ελληνικής περίπτωσης, όπως και της δυτικής γενικότερα: η άρνηση του σχεδιασμού στο όνομα της ελευθερίας οδήγησε τελικά σε αυταρχικότερο σχεδιασμό στο όνομα της επιβίωσης.

Η δημοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Αλλά άλλαξε θερμοκρασία. Λειτουργούσε μέσα σε μόνιμη έκτακτη ανάγκη. Οι εκλογές συνεχίστηκαν, όμως το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν πια ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα, αλλά ποιος θα διαχειριστεί λιγότερο βίαια την αναπόφευκτη απώλεια.

2070–2076: Η Μεγάλη Μετακίνηση
Μέχρι το 2070, η Ελλάδα ήταν ημι-μετεγκατεστημένη κοινωνία. Μέρος των παράκτιων ζωνών είχε χαθεί ή καταστεί υπερβολικά δαπανηρό να προστατευθεί. Ορισμένες τουριστικές περιοχές είχαν εγκαταλειφθεί ως μόνιμοι τόποι κατοίκησης και λειτουργούσαν μόνο εποχικά ή καθόλου. Η αγροτική γεωγραφία είχε μεταβληθεί ριζικά. Οι ορεινές και βόρειες περιοχές είχαν αποκτήσει νέα σημασία. Η Αθήνα παρέμενε τεράστια, αλλά πιο άνιση, πιο θερμή, πιο θωρακισμένη, πιο κουρασμένη.

Το 2076, όταν η Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση καταγράφηκε στα διεθνή χρονικά, η Ελλάδα δεν ήταν απλώς θύμα μιας παγκόσμιας κλιματικής διαδικασίας. Ήταν παράδειγμα ενός μικρού δυτικού κράτους που είχε γνωρίσει, είχε προειδοποιηθεί, είχε πονέσει, είχε ψηφίσει, είχε διαμαρτυρηθεί, είχε ξεχάσει, είχε προσαρμοστεί και τελικά είχε υποχωρήσει.

Η τραγωδία της δεν ήταν ότι δεν είχε δεδομένα. Είχε.
Δεν ήταν ότι δεν είχε ιστορία. Είχε υπερβολικά πολλή.
Δεν ήταν ότι δεν είχε μορφωμένους ανθρώπους, επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, γιατρούς, μηχανικούς, νέους με ικανότητες, πολίτες με ευαισθησία. Είχε.
Η τραγωδία της ήταν ότι όλα αυτά δεν συγκροτήθηκαν εγκαίρως σε δύναμη ικανή να αλλάξει πορεία

Σημείωση του Α.
Ο Α. σταμάτησε εδώ. Διάβασε ξανά τις τελευταίες γραμμές και ένιωσε εκείνο το παλιό σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήξερε αν είχε γράψει ιστορία, πολιτική φαντασία, καταγγελία ή εξομολόγηση. Ίσως όλα μαζί.

Σκέφτηκε πάλι τον Μαρξ. Πρώτα σαν τραγωδία, έπειτα σαν φάρσα. Όχι, είπε μέσα του. Δεν είναι έτσι. Η φάρσα είναι μόνο η μορφή που παίρνει η τραγωδία όταν οι άνθρωποι δεν αντέχουν ακόμη να τη δουν.

Η τρίτη τετραετία, σκέφτηκε, δεν θα ήταν φάρσα. Ακόμη κι αν είχε γελοία πρόσωπα, ακόμη κι αν είχε γελοίες δηλώσεις, γελοίες τελετές, γελοία δελτία τύπου, γελοία αυτοσυγχαρητήρια, γελοίες δημοσκοπικές αναλύσεις. Θα ήταν τραγωδία. Γιατί τραγωδία δεν είναι αυτό που φαίνεται υψηλό. Τραγωδία είναι αυτό που καταστρέφει πραγματικές ζωές ενώ εμφανίζεται ως αναγκαιότητα.

Έπειτα πρόσθεσε, με μικρότερα γράμματα:

Η Ελλάδα δεν ερημώθηκε επειδή οι άνθρωποί της έπαψαν να την αγαπούν. Ερημώθηκε επειδή έμαθαν να την αγαπούν χωρίς να πιστεύουν ότι μπορούν να τη σώσουν.


Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Εφιάλτης στον δρόμο με τις δημοσκοπήσεις

 Ο Α. είναι σχεδόν 60 ετών, φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση, ανύπανδρος, ενοικιαστής, και έχει φτάσει σε εκείνη την ηλικία όπου ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η ζωή δεν τον προδίδει με θεαματικό τρόπο, αλλά με μικρές, καθημερινές, απολύτως νόμιμες αφαιρέσεις. Δεν έχει χάσει τα πάντα. Αυτό θα ήταν σχεδόν ρομαντικό. Έχει χάσει λίγο λίγο την αίσθηση ότι κάτι μπορεί πραγματικά να αλλάξει.


Μένει σε ένα παλιό διαμέρισμα, στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας που έχει χτιστεί τότε που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη ότι η μεσαία τάξη είναι υπόσχεση και όχι ανάμνηση. Η κουζίνα έχει πλακάκια μιας άλλης εποχής, το μπάνιο στάζει πότε πότε και το ενοίκιο ανεβαίνει κάθε φορά που εκείνος πιστεύει πως έχει επιτέλους προσαρμοστεί. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν περιουσία, αλλά έχουν βιβλία. Πολλά βιβλία. Ράφια με Ρουσσώ, Μαρξ, Θουκυδίδη, Παπαδιαμάντη, Σεφέρη, Μπένγιαμιν, Πουλαντζά, Γκράμσι. Όλη η ανθρωπότητα, σε δόσεις χαρτιού, κοιτάζει έναν άνθρωπο που δεν ξέρει αν θα βγάλει τον μήνα.

Πολλές φορές τα πρωινά, πριν πάει στο σχολείο, κάνει καφέ και ανοίγει το dimoskopiseis.gr. Είναι μια συνήθεια σχεδόν ντροπιαστική. Όπως άλλοι ανοίγουν κρυφά ιστότοπους που δεν θα ήθελαν να φανούν στο ιστορικό τους, έτσι ο Α. ανοίγει δημοσκοπήσεις. Με το που εμφανίζονται οι μπάρες, νιώθει το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν υπάρχει πια έκπληξη. Μόνο επιβεβαίωση του εφιάλτη.

Η ΝΔ πρώτη. Πάντα πρώτη. Όχι με το παλιό αλαζονικό 40%, αλλά γύρω στο 30%, αρκετά ώστε να μη μοιάζει με παντοδυναμία και αρκετά ώστε να μοιάζει με μοίρα. ΠΑΣΟΚ γύρω στο 15%, σταθερό σαν άνθρωπος που στέκεται μεν στα πόδια του αλλά αδυνατεί να προχωράει. Πλεύση σχεδόν 9%, Ελληνική Λύση σχεδόν 9%, ΚΚΕ κοντά στο 8%, ΣΥΡΙΖΑ στο 5%, ΜέΡΑ25 οριακά, Νέα Αριστερά σχεδόν αόρατη. Βλέπει τα ποσοστά και σκέφτεται ότι η πολιτική ζωή της χώρας μοιάζει με τάξη όπου οι περισσότεροι μαθητές έχουν πάψει να σηκώνουν το χέρι: λίγοι φωνάζουν, πολλοί σιωπούν, και ο καθηγητής συνεχίζει το μάθημα σαν η σιωπή να είναι συναίνεση.

Ο Α. είναι τελείως αηδιασμένος με την κυβέρνηση της ΝΔ και ειδικά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η απέχθειά του δεν είναι πια απλώς πολιτική. Είναι αισθητική, ηθική, σχεδόν υπαρξιακή. Τον ενοχλεί το ύφος της τεχνοκρατικής ανωτερότητας, η ψυχρή βεβαιότητα, εκείνη η ικανότητα να παρουσιάζεται η ταξική πολιτική σαν διοικητική αναγκαιότητα. Τον ενοχλεί η λέξη «κανονικότητα». Τη θεωρεί από τις πιο άσεμνες λέξεις της δημόσιας ζωής. Κανονικότητα είναι το παιδί που έρχεται στο σχολείο χωρίς να έχει φάει σωστά; Κανονικότητα είναι ο αναπληρωτής που γυρνά από νησί σε νησί σαν εξόριστος με πτυχίο; Κανονικότητα είναι ο μισθός που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας; Κανονικότητα είναι τα νοσοκομεία όπου ο ασθενής πρέπει να έχει γνωστό, χρήματα ή άγιο;

Στο σχολείο διδάσκει λογοτεχνία και αρχαία. Μιλά στους μαθητές για την τραγική ειρωνεία, για την ύβρη, για τη νέμεση, για τον άνθρωπο που νομίζει πως κυβερνά τη μοίρα του ενώ ήδη βρίσκεται μέσα στον μηχανισμό της πτώσης του. Κάποιες φορές, καθώς μιλά για τον Οιδίποδα ή για τον Κρέοντα, ακούει τη φωνή του σαν να μιλάει για τη χώρα. Μια χώρα που βλέπει τα σημάδια αλλά επιμένει να τα ερμηνεύει ως τεχνικές δυσκολίες. Μια χώρα που έχει μετατρέψει την πολιτική σε διαχείριση και τη διαχείριση σε ιδεολογία.

Στο διάλειμμα κάθεται στο γραφείο καθηγητών, πίνει έναν δεύτερο καφέ, χειρότερο από τον πρώτο, και ακούει συναδέλφους να λένε ότι «όλοι ίδιοι είναι». Αυτή η φράση τον τρελαίνει. Τη θεωρεί την πιο ύπουλη νίκη της Δεξιάς. Όχι γιατί τα κόμματα είναι αθώα ή οι προοδευτικές δυνάμεις χωρίς ευθύνη. Αλλά γιατί το «όλοι ίδιοι είναι» λειτουργεί σαν γενικό συγχωροχάρτι της εξουσίας. Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε ο ισχυρότερος κυβερνά ανενόχλητος. Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε δεν υπάρχει πολιτική, μόνο κούραση.

Ο ίδιος δεν έχει παντρευτεί. Δεν ξέρει αν αυτό είναι επιλογή, σύμπτωση ή αργή ήττα. Κάποτε είχε αγαπήσει, κάποτε είχε σκεφτεί να κάνει οικογένεια, αλλά η ζωή πέρασε με συνεδριάσεις συλλόγου διδασκόντων, διορθώσεις γραπτών, λογαριασμούς, μετακομίσεις, μικρές ερωτικές αποτυχίες και μεγάλες πολιτικές απογοητεύσεις. Μερικές νύχτες σκέφτεται το άλλο ενδεχόμενο: να είχε παντρευτεί, να είχε δύο παιδιά, να πληρώνει φροντιστήρια, σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, δάνεια, παιδικά παπούτσια, λογαριασμούς, πανεπιστημιακές αγωνίες, θερινές κατασκηνώσεις… Είναι σίγουρος, με μια τρομερή, παγωμένη βεβαιότητα, ότι δεν θα το άντεχε. Ότι θα είχε σπάσει. Ότι μια τέτοια ζωή, όχι ως αφηρημένη οικογενειακή ευτυχία αλλά ως λογιστική ασφυξία, θα τον είχε οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή. Δεν το λέει σε κανέναν. Το σκέφτεται σαν σκοτεινή υποσημείωση στην προσωπική του βιογραφία: σώζεται όχι επειδή τα καταφέρνει, αλλά επειδή δεν δοκιμάζεται σε όλη την έκταση της ήττας.

Και ύστερα επιστρέφει στις δημοσκοπήσεις.

Εκεί βρίσκεται ο εφιάλτης. Όχι απλώς ότι η ΝΔ είναι πρώτη. Αλλά ότι όλα μοιάζουν να προδιαγράφουν μια τρίτη τετραετία Μητσοτάκη. Ότι ο άνθρωπος που εκείνος θεωρεί πολιτικό σύμβολο μιας ψυχρής ταξικής αναδιάρθρωσης, μιας χώρας οργανωμένης για τους λίγους και παρατημένης στους πολλούς ως ατομική ευθύνη, μπορεί να γραφτεί στην ιστορία ως ο σημαντικότερος πρωθυπουργός του 21ου αιώνα. Αυτό τον εξοργίζει περισσότερο από όλα. Όχι μόνο η νίκη, αλλά η ιστορική κατοχύρωση. Να γίνει εποχή. Να γίνει παράδειγμα. Να διδάσκεται κάποτε, ίσως από κάποιον νεότερο φιλόλογο, ως «περίοδος σταθεροποίησης».

Ένα απόγευμα, μετά το σχολείο, γυρίζει σπίτι κουρασμένος. Βάζει ένα πιάτο φακές να ζεσταθεί, ανοίγει τον υπολογιστή και βλέπει μπροστά του, πρώτη μούρη: «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας».

Ξέρει ήδη τι υπονοείται γύρω από αυτό. Δεν το διαβάζει σαν ουδέτερο πολιτικό κείμενο που έπεσε από τον ουρανό των ιδεών. Ξέρει ότι έρχεται από τον κύκλο του Ινστιτούτου Τσίπρα, ξέρει ότι εδώ και καιρό συζητιέται το ενδεχόμενο νέου κόμματος, ξέρει ότι κάθε τέτοιο κείμενο δεν είναι μόνο διακήρυξη αρχών αλλά και προθέρμανση πολιτικού εδάφους. Το ανοίγει λοιπόν με διπλή δυσπιστία: και απέναντι στη μεγάλη ρητορική των προοδευτικών κειμένων και απέναντι στην πιθανότητα να βλέπει μπροστά του όχι μια νέα αρχή, αλλά μια προσεκτικά φωτισμένη επιστροφή.

Περιμένει άλλη μια από εκείνες τις προοδευτικές εκθέσεις ιδεών όπου όλοι συμφωνούν ότι η κοινωνία πρέπει να γίνει δίκαιη, πράσινη, δημοκρατική και συμπεριληπτική, χωρίς να εξηγείται ποιος θα χάσει την εξουσία του για να συμβούν όλα αυτά. Αλλά η πρώτη φράση τον σταματά. Ρουσσώ.

«Κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο, και κανένας τόσο φτωχός ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του».

Ο Α. μένει ακίνητος. Αν ήταν νεότερος, ίσως να χαμογελούσε. Τώρα απλώς νιώθει μια παλιά χορδή να πάλλεται. Ο Ρουσσώ είναι γι’ αυτόν κάτι περισσότερο από όνομα στην ιστορία των ιδεών. Είναι ο στοχαστής που του έχει μάθει ότι η δημοκρατία δεν είναι διαδικασία αλλά συνθήκη. Ότι δεν αρκεί να ψηφίζεις αν η ζωή σου είναι οργανωμένη γύρω από φόβο. Ότι η πολιτική ισότητα χωρίς κοινωνική ισότητα είναι ωραία πρόσοψη σε σπίτι που καταρρέει.

Συνεχίζει να διαβάζει. Το μανιφέστο λέει ότι ο κόσμος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας. Ότι οι μεταπολεμικές βεβαιότητες καταρρέουν. Ότι οι ανισότητες βαθαίνουν, η κλιματική κρίση επεκτείνεται, το Διεθνές Δίκαιο διαλύεται, η ψηφιακότητα και η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζουν τη ζωή με τρόπους που απειλούν τις δημοκρατικές κατακτήσεις. Ο Α. τα έχει σκεφτεί όλα αυτά, αλλά εδώ τα βλέπει συγκεντρωμένα. Όχι σαν ειδήσεις. Σαν διάγνωση ιστορικής κατάρρευσης.

Το κείμενο επιμένει ότι η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς δεν είναι ξεπερασμένη. Αντίθετα, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο Α. σχεδόν αναστενάζει από ανακούφιση. Πόσο μισεί εκείνη τη δήθεν ώριμη φράση, «δεν υπάρχουν πια Αριστερά και Δεξιά». Τη θεωρεί φράση ανθρώπων που δεν θέλουν να φαίνεται ποιος ωφελείται. Γιατί Αριστερά και Δεξιά υπάρχουν κάθε φορά που ένας μαθητής εγκαταλείπει το όνειρο των σπουδών επειδή το σπίτι δεν αντέχει άλλο φροντιστήριο. Κάθε φορά που ο άρρωστος πληρώνει ιδιωτικά για να κάνει πιο γρήγορα εξέταση. Κάθε φορά που ο εργαζόμενος υπογράφει «ευέλικτη» σύμβαση επειδή η ανάγκη δεν διαπραγματεύεται.

Καθώς διαβάζει, αρχίζει να κρατά σημειώσεις. Η σοσιαλδημοκρατία, λέει το μανιφέστο, φέρνει την εμπειρία της διακυβέρνησης, του κοινωνικού κράτους, του φιλοευρωπαϊσμού. Η ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά φέρνει τη διεκδίκηση βαθύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών και την επαφή με τα κινήματα. Η πολιτική οικολογία φέρνει την επίγνωση των ορίων του πλανήτη και την ανάγκη βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης. Οι διαφορές τους δεν πρέπει να κρυφτούν. Πρέπει να γίνουν πεδία δημιουργικής σύγκλισης.

Αυτό του φαίνεται σωστό. Ίσως το μόνο σωστό που έχει ακούσει εδώ και καιρό. Η σοσιαλδημοκρατία χωρίς ριζοσπαστισμό καταντά λογιστήριο με ανθρώπινο πρόσωπο. Η ριζοσπαστική Αριστερά χωρίς κυβερνητική ικανότητα καταντά ηθική διαμαρτυρία που αφήνει τους άλλους να κυβερνούν. Η οικολογία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη καταντά συμβουλή προς ανθρώπους που δεν έχουν χρήματα να ακολουθήσουν τις συμβουλές. Αν αυτά τα τρία δεν συναντηθούν, σκέφτεται, τότε η Δεξιά θα κυβερνά όχι επειδή πείθει, αλλά επειδή οι άλλοι δεν μπορούν να σχηματίσουν πρόταση εξουσίας.

Η κεντρική έννοια του κειμένου είναι η «Κυβερνώσα Αριστερά». Ο Α. στέκεται εκεί. Του αρέσει και τον φοβίζει. Του αρέσει γιατί έχει κουραστεί από μια Αριστερά που συχνά απολαμβάνει περισσότερο την καθαρότητα της αντιπολίτευσης από τη βρωμιά της πραγματικής ευθύνης. Τον φοβίζει γιατί ξέρει πως η λέξη «κυβερνώσα» μπορεί να γίνει άλλο όνομα της προσαρμογής. Η Αριστερά, όταν μπαίνει στο κράτος, δεν μπαίνει σε άδειο δωμάτιο. Μπαίνει σε μηχανισμό με μνήμη, με συμφέροντα, με υπόγεια, με νόμους, με τράπεζες, με ΜΜΕ, με Ευρώπη, με αγορές. Η κυβέρνηση δεν είναι ακόμη εξουσία. Αυτό το έχει μάθει το 2015, με τον πιο βίαιο τρόπο.

Κι όμως, το μανιφέστο έχει δύναμη. Ειδικά όταν μιλά για την εργασία. «Η εργασία δεν εγγυάται πλέον αξιοπρεπές επίπεδο ζωής». Ο Α. το διαβάζει δύο φορές. Αυτό είναι το κέντρο. Όλα τα άλλα μπορούν να αναπτυχθούν γύρω από αυτή τη φράση. Αν εργάζεσαι και δεν ζεις, τότε το κοινωνικό συμβόλαιο έχει σπάσει. Αν ο μισθός δεν φτάνει για ενοίκιο, ρεύμα, τρόφιμα, υγεία, αξιοπρέπεια, τότε δεν έχουμε απλώς οικονομικό πρόβλημα. Έχουμε πολιτειακό πρόβλημα. Ο πολίτης γίνεται επιζών.

Και ο ίδιος τι είναι; Ένας δημόσιος εκπαιδευτικός, δηλαδή θεωρητικά κομμάτι μιας παλιάς μικροαστικής ασφάλειας. Κι όμως, στα 60 του, στο ενοίκιο, χωρίς περιουσία, με έναν μισθό που δεν του επιτρέπει ούτε απελπισία με άνεση, νιώθει πως ανήκει σε μια τάξη ανθρώπων που έχουν διαπαιδαγωγηθεί να αισθάνονται ευγνώμονες για την καθοδική τους κινητικότητα. Του λένε ότι είναι προνομιούχος επειδή έχει σταθερή δουλειά. Ίσως. Αλλά μια σταθερή δουλειά που δεν επιτρέπει σταθερή ζωή είναι απλώς πιο αργή μορφή ασφυξίας.

Έπειτα έρχεται η ανάλυση του παραγωγικού μοντέλου. Τουρισμός, real estate, ενοίκια, καφέ, μπαρ, εστιατόρια, υπηρεσίες, εξάρτηση, αποβιομηχάνιση, εγκατάλειψη της υπαίθρου. Ο Α. σκέφτεται ότι η Ελλάδα έχει καταντήσει χώρα που πουλάει την εικόνα της σε ανθρώπους που δεν θα ζήσουν ποτέ τις συνέπειες της αγοράς τους. Οι τουρίστες έρχονται, οι επενδυτές αγοράζουν, οι πλατφόρμες νοικιάζουν, οι κάτοικοι φεύγουν πιο μακριά από το κέντρο, οι νέοι μένουν με τους γονείς τους, και όλα αυτά ονομάζονται ανάπτυξη. Ανάπτυξη, σκέφτεται, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται όταν δεν θέλουμε να ρωτήσουμε ποιος αναπτύσσεται.

Η οικολογία στο μανιφέστο δεν είναι διακοσμητική. Αυτό τον εντυπωσιάζει. Δεν λέει απλώς «να προστατεύσουμε το περιβάλλον», αλλά ότι η οικολογική κρίση είναι το υλικό όριο της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής. Αυτό είναι σωστό. Δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος σε καμένη χώρα. Δεν υπάρχει ανάπτυξη σε ερημοποιημένη ύπαιθρο. Δεν υπάρχει εργασία σε πόλεις που γίνονται αφόρητες από ζέστη, ενοίκια και εξάντληση.

Το ίδιο και η Τεχνητή Νοημοσύνη. Το κείμενο τη βλέπει ως παραγωγικό πόρο και αγαθό δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι απλώς ως τεχνολογικό εργαλείο. Ο Α. το σκέφτεται ως φιλόλογος. Η γλώσσα, τα κείμενα, οι μεταφράσεις, η γνώση, η εκπαίδευση, η έρευνα, όλα όσα παράγονται συλλογικά επί αιώνες, γίνονται πρώτη ύλη για ιδιωτικά συστήματα που μετά πωλούνται πίσω στην κοινωνία. Σαν να σου παίρνουν τη βιβλιοθήκη και να σου νοικιάζουν το δικαίωμα να θυμάσαι.

Όταν τελειώνει την πρώτη ανάγνωση, είναι σχεδόν ενθουσιασμένος. Αλλά ο Α. είναι αρκετά μεγάλος για να μην εμπιστεύεται τον ενθουσιασμό του. Ξέρει ότι τα κείμενα μπορούν να είναι λαμπρά και η πολιτική τους μετάφραση θλιβερή. Ξέρει επίσης ότι το συγκεκριμένο μανιφέστο δεν θα κριθεί μόνο από την ποιότητα των εννοιών του, αλλά από το αν μπορεί να λειτουργήσει ως προγραμματικός προθάλαμος ενός νέου φορέα με κέντρο τον Τσίπρα. Όχι επειδή ο Α. το ανακαλύπτει τώρα, αλλά επειδή από την πρώτη στιγμή το διαβάζει με αυτό το ερώτημα να κάθεται δίπλα του σαν δεύτερος αναγνώστης.

Ανοίγει πάλι τις σημειώσεις. Κάνει την ανάλυση ψυχρά. Πού απευθύνεται αυτό το μανιφέστο; Ποιο είναι το ακροατήριό του;

Γράφει:
ΠΑΣΟΚ: 15%
ΣΥΡΙΖΑ: 5%
ΜέΡΑ25: 3,5%
Νέα Αριστερά: 1,5%
Στενός χώρος: περίπου 25%
Με Πλεύση: περίπου 34%
Με ΚΚΕ: θεωρητικά 42%, αλλά πολιτικά όχι ενιαίο.

Το συμπέρασμα τον πονά και τον ενθουσιάζει μαζί: το ακροατήριο υπάρχει, αλλά είναι διασπασμένο, δύσπιστο, πληγωμένο, ιδεολογικά ανομοιογενές. Υπάρχουν μισθωτοί, νέοι, ενοικιαστές, φθίνοντα μεσαία στρώματα, αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι, δικαιωματικά ακροατήρια, άνθρωποι της αποχής. Αλλά δεν υπάρχει ακόμη πολιτικό σπίτι.

Και ακριβώς επειδή το κείμενο έρχεται από τον χώρο που ήδη προετοιμάζει —ή τουλάχιστον δοκιμάζει— την ιδέα μιας νέας πολιτικής έκφρασης γύρω από τον Τσίπρα, ο Α. δεν χρειάζεται να ανακαλύψει το όνομα εκ των υστέρων. Το έχει εξαρχής μπροστά του. Το ερώτημα δεν είναι «ποιος μπορεί να το κάνει;». Το ερώτημα είναι πιο σκληρό: μπορεί αυτός που υπονοείται ως φορέας της ανασύνθεσης να την υπηρετήσει πραγματικά ή θα τη μικρύνει στα μέτρα της προσωπικής του επιστροφής;

Εδώ το μανιφέστο παύει να είναι απλώς κείμενο ιδεών και αρχίζει να μοιάζει με αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα κόμμα που δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί. Όχι ακόμη σπίτι, περισσότερο κάτοψη σπιτιού. Δωμάτια υπάρχουν: εργασία, δημοκρατία, οικολογία, Τεχνητή Νοημοσύνη, κοινωνικό κράτος, νεολαία, στέγη, Δικαιοσύνη. Υπάρχει ακόμη και η επιγραφή στην είσοδο: «Κυβερνώσα Αριστερά». Το ζήτημα είναι αν ο πιθανός ένοικος θα φέρει μαζί του νέα ζωή ή παλιά έπιπλα.

Ο Α. δεν ενδιαφέρεται για επαναλήψεις με αλλαγμένο λογότυπο. Αν κάτι τέτοιο γεννηθεί, σκέφτεται, δεν μπορεί να είναι ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ με πιο προσεκτική γραμματοσειρά. Πρέπει να είναι κάτι άλλο: μια προσπάθεια να μετασχηματιστεί η διαλυμένη προοδευτική γεωγραφία σε φορέα εξουσίας. Να πάρει από τη σοσιαλδημοκρατία την ικανότητα διακυβέρνησης, από τη ριζοσπαστική Αριστερά τη σύγκρουση με τις ανισότητες, από την οικολογία την αίσθηση των υλικών ορίων, και από την κοινωνία την οργή που σήμερα σκορπίζεται σε αποχή, Πλεύση, ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ, μικρά κόμματα και σιωπηλή αηδία.

Αλλά ο Τσίπρας είναι για εκείνον μορφή αντιφατική. Νίκησε τη Δεξιά, αλλά τελικά υποχώρησε. Αν επιστρέψει, φέρνει μαζί του και τη δυνατότητα και το τραύμα. Και, όπως έχει διακηρύξει πρόσφατα ο ίδιος, και την κανονικότητα. Είχε κοντέψει να πνιγεί με τον καφέ ο Α. όταν τον άκουσε να το λέει.  Άντε καλά από τον Μητσοτάκη, είναι σαν να ακούς μετεωρολόγο να λέει «τοπικές νεφώσεις». Από τον Τσίπρα όμως; Είναι σαν να βλέπεις τον Τσε Γκεβάρα να διαφημίζει κόκα κόλα. Ο Α. δεν ξέρει αν πρόκειται για ωρίμανση, ρεαλισμό ή πολιτική αλλαγή παπουτσιών.

«Τέλος πάντων» μουρμουρίζει στον  εαυτό του και συνεχίζει.

Αν το κόμμα Τσίπρα μείνει στο 8%-12%, είναι σημαντικό αλλά όχι καθοριστικό. Αν πάει στο 12%-16%, αλλάζει τον χάρτη της αντιπολίτευσης. Πιέζει το ΠΑΣΟΚ, απορροφά τον ΣΥΡΙΖΑ, απειλεί μικρότερα αριστερά σχήματα, μπορεί να πάρει λίγο από Πλεύση και αποχή. Αλλά δεν αλλάζει ακόμη την κυβέρνηση. Αν φτάνει 18%-22%, τότε γίνεται πραγματικός πόλος. Αλλά ακόμη κι εκεί, αν η ΝΔ μένει πρώτη, το εκλογικό μπόνους τη διατηρεί στο κέντρο.

Γράφει στο τετράδιό του: «Με Τσίπρα 12%-16%, αλλάζει ο χάρτης της αντιπολίτευσης. Δεν αλλάζει κατ’ ανάγκην η κυβέρνηση.»

Μένει να κοιτάζει τη φράση. Είναι σχεδόν αβάσταχτη. Γιατί σημαίνει ότι το μανιφέστο μπορεί να είναι σωστό, ο Τσίπρας μπορεί να επιστρέφει, ο προοδευτικός χώρος μπορεί να κινείται, και παρ’ όλα αυτά η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη να παραμένει πολύ πιθανή.

Αυτό είναι το βαθύτερο πολιτικό του συμπέρασμα: η ΝΔ δεν κυβερνά μόνο επειδή έχει δύναμη. Κυβερνά επειδή οι αντίπαλοί της δεν έχουν ακόμη μορφή. Η κοινωνική δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά δεν έχει ενιαία διεύθυνση. Η αποχή είναι τεράστια, αλλά δεν είναι κόμμα. Η οργή για τα Τέμπη, την ακρίβεια, τη στέγη, τη διαφθορά, την υγεία, την παιδεία υπάρχει, αλλά δεν έχει μετατραπεί σε αξιόπιστη πρόταση εξουσίας. Η Δεξιά μπορεί να φθείρεται και να κερδίζει. Αυτή είναι η τέχνη της ηγεμονίας.

Το βράδυ, ο Α. κλείνει τα φώτα και μένει στο ημίφως του γραφείου. Έξω ακούγεται ένα μηχανάκι διανομής. Σκέφτεται τον νέο που το οδηγεί. Ίσως φοιτητής, ίσως πατέρας, ίσως τίποτα από τα δύο, απλώς ένας άνθρωπος που τρέχει μέσα στη νύχτα για να φτάσει ένα γεύμα σε κάποιον που έχει την πολυτέλεια να μη βγει από το σπίτι. Σκέφτεται τους μαθητές του. Τους καλύτερους, τους πιο αδιάφορους, τους πιο θυμωμένους, αυτούς που ήδη ξέρουν ότι η χώρα τους δεν τους υπολογίζει παρά μόνο ως μελλοντικούς υπαλλήλους, πελάτες ή μετανάστες.

Ξανανοίγει το dimoskopiseis.gr. Ξέρει ότι δεν πρέπει. Το κάνει. Οι μπάρες εμφανίζονται πάλι. Η ΝΔ πρώτη.

Δεν εκπλήσσεται. Αυτή τη φορά όμως δεν νιώθει μόνο τρόμο. Νιώθει και κάτι άλλο, μικρό αλλά επίμονο. Όχι ελπίδα ακριβώς. Η ελπίδα είναι μεγάλη λέξη και ο Α. έχει δει πολλές μεγάλες λέξεις να μικραίνουν στην πράξη. Ίσως είναι καθήκον. Ίσως είναι πείσμα. Ίσως είναι η παλιά ρουσσωική πεποίθηση ότι καμία κοινωνία δεν είναι δημοκρατική όταν οι πολλοί μαθαίνουν να ζουν σαν να μη δικαιούνται τίποτα καλύτερο.

Παίρνει το τετράδιο και γράφει:

 «Το μανιφέστο δείχνει τον δρόμο. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον εφιάλτη. Η τρίτη τετραετία είναι ακόμη πολύ πιθανή. Αλλά το πιθανό δεν είναι αναπόφευκτο. Το αναπόφευκτο είναι απλώς το πιθανό όταν κανείς δεν οργανώνεται εναντίον του.»

Α.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Αναταραχή τότε, κανονικότητα τώρα – ο Τσίπρας και η επιστροφή του εκκρεμούς

 Ομολογώ ότι ο θαυμασμός μου για το Παιδί Αλεξίπτωτο, καθώς αυτό εξελίσσεται σε Μεσήλικα Αλεξίπτωτο, μεγαλώνει. Κι η αγωνία μου για το ‘’ Τί θά κάνουμε χωρίς ΠαιδίΑλεξίπτωτο;’’ αποδεικνύεται υπερβολική, αν όχι άκυρη.


Ιούλιος 2016: ‘’Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’
Το αεροπλάνο επιστρέφει από το Πεκίνο και μαζί του επιστρέφει κι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Ο  πρωθυπουργός Τσίπρας δεν φέρνει μόνο συμφωνίες και επενδύσεις αλλά και μια φράση, ιερή στην επαναστατική φιλολογία, σχεδόν σαν φυλαχτό: ‘’Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’.

Δεν την λέει για να περιγράψει την πραγματικότητα. Την λέει για να την αλλάξει. Για να την ξαναβαφτίσει. Γιατί εκείνη τη στιγμή η χώρα είναι κουρασμένη, πιεσμένη, μπλεγμένη σε διαπραγματεύσεις και αβεβαιότητες, κι όμως εκείνος επιλέγει να τη δει αλλιώς: όχι ως κρίση, αλλά ως κίνηση. Η αναταραχή δεν τον τρομάζει, τον κρατά. Είναι το στοιχείο του, όπως ο αέρας για τον αλεξιπτωτιστή: μέσα της κινείται και αναπνέει.

Η πίεση γίνεται εργαλείο, η σύγκρουση ταυτότητα, η αβεβαιότητα αφήγημα. Η χώρα μοιάζει με κάτι που δεν έχει τελειώσει ακόμη· τίποτα δεν σταθεροποιείται, αλλά όλα παραμένουν ανοιχτά, κι αυτό τότε μοιάζει αρκετό. Ο Τσίπρας δεν δίνει απαντήσεις, κρατά τα πράγματα σε εκκρεμότητα, ένα διαρκές ‘’θα δούμε’’ που αφήνει χώρο για τα πάντα, μέχρι που η αναταραχή, σιγά-σιγά, παύει να είναι υπόσχεση και αρχίζει να γίνεται απλώς… κούραση.

Απρίλιος 2026: ‘’ Επιστρέφω για να επιστρέψει στη χώρα η σταθερότητα και η κανονικότητα’’
Δέκα χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος επιστρέφει, αλλά αυτή τη φορά δεν φέρνει μαζί του ούτε δράκους ούτε Μάο. Φέρνει κάτι βγαλμένο από το ντουλάπι της Δεξιάς: κανονικότητα. Και το κάνει στους Δελφούς — γιατί αν είναι να αλλάξεις αφήγημα, καλό είναι να έχεις και λίγη νεοφιλελεύθερη μεταφυσική υποστήριξη. ‘’Επιστρέφω για να επιστρέψει η σταθερότητα και η κανονικότητα’’, λέει, και για μια στιγμή μένει ένα μικρό κενό στον αέρα, σαν να ψάχνει η ίδια η φράση να θυμηθεί πού την έχουμε ξανακούσει.

 Γιατί στο ενδιάμεσο, 2019–2026, συνέβη κάτι απλό: η κανονικότητα εφαρμόστηκε. Όχι ως ιδέα, αλλά ως πρόγραμμα. Με δείκτες, πίνακες, επιδοτήσεις, επενδυτικές βαθμίδες και μια γενική αίσθηση ότι ‘’η χώρα πάει καλά’’, αρκεί να μη ρωτάς πολύ πώς πάει εσύ. Η σταθερότητα εγκαταστάθηκε σαν έπιπλο: βαρύ, χρήσιμο, αλλά πάντα κάπως ‘’τσόντα’’ στο σαλόνι. Οι κρίσεις ήρθαν η μία μετά την άλλη —πανδημία, ενέργεια, φωτιές, πλημμύρες, πόλεμοι— αλλά αντί για «θαυμάσια κατάσταση» βαφτίστηκαν «διαχείριση». Δηλαδή: μην ανησυχείτε, το χάος είναι υπό έλεγχο.

 Και κάπου εκεί, η αναταραχή του 2016 άρχισε να μοιάζει με παλιά φωτογραφία: λίγο ρομαντική, λίγο θολή, λίγο επικίνδυνη αν τη δεις για πολλή ώρα. Η κοινωνία κουράστηκε να είναι σε «εν εξελίξει» κατάσταση. Ήθελε κάτι να μην κινείται. Έστω κάτι μικρό. Έστω τον λογαριασμό του ρεύματος — αν και αυτός είχε άλλα σχέδια.

 Έτσι, το 2026, ο Τσίπρας επιστρέφει σαν άνθρωπος που έφυγε από πάρτι και γύρισε για να καθαρίσει και να μαζέψει τα σπασμένα. Δεν μιλά για αναταραχή αλλά για τάξη. Δεν υπόσχεται άνοιγμα αλλά σταθεροποίηση. Και το πιο ωραίο; Δεν αναιρεί το παρελθόν του. Το χρησιμοποιεί. Γιατί τώρα μπορεί να πει, χωρίς να το πει: «ξέρω τι σημαίνει χάος — το έχω ζήσει»

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το εκκρεμές. Το 2016 στο ένα άκρο: ένταση, ρήξη, «θα δούμε». Το 2026 στο άλλο: ισορροπία, διαχείριση, «να τελειώνουμε». Και ο ίδιος άνθρωπος να πηγαίνει από τη μία πλευρά στην άλλη χωρίς να σπάει, απλώς αλλάζοντας ρυθμό.

Το ερώτημα δεν είναι αν άλλαξε. Το ερώτημα είναι αν κατάλαβε κάτι ή απλώς περίμενε να κουραστούμε όλοι αρκετά ώστε η κανονικότητα να ακούγεται σαν επανάσταση. Γιατί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2020, η μεγαλύτερη πολιτική καινοτομία δεν είναι να υποσχεθείς το καινούργιο.

Είναι να υποσχεθεί ότι δεν θα συμβεί τίποτα.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Το κόστος εξηγείται, το κέρδος συμβαίνει

 Πρωί πρωί, πριν βγω για ψώνια, έπεσα σε ένα ποστ. Αποσπάσματα από συνέδριο: δηλώσεις, λόγια καθαρά και τακτοποιημένα. 



Ο πρόεδρος του ΣΕΒ μιλούσε για καχυποψία. Ότι το κράτος αντιμετωπίζει τις επιχειρήσεις σαν ύποπτες. Συνέχισε λέγοντας ότι δημιουργείται ένα πλαίσιο δυσπιστίας. Ότι οι επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως εν δυνάμει εκμεταλλευτές και τα παρόμοια. Και κάπου εκεί μου ήρθε μια σκέψη, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη αλλά αρκετά ειλικρινής: η αγορά δεν χρειάζεται πρόθεση για να σε εκμεταλλευτεί. Το αποτέλεσμα είναι ήδη μέσα στον τρόπο που λειτουργεί.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ μιλούσε για «εκ προοιμίου ενοχή». Η φράση είχε κάτι σχεδόν λογοτεχνικό. Σαν να βρισκόμαστε όλοι σε ένα μυθιστόρημα όπου το έγκλημα είναι γνωστό αλλά ο δράστης παραμένει αφηρημένος. Γιατί αν το δεις ψυχρά, κανείς δεν λέει «ανεβάζω τιμές». Λέει κάτι πιο κομψό: «προσαρμόζω περιθώρια». Το περιθώριο — αυτή η μικρή λέξη που δεν φαίνεται πουθενά αλλά εμφανίζεται πάντα στο τέλος.

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ —ή τουλάχιστον το απόσπασμά του μέσα στο ποστ— έλεγε ότι το πλαφόν «τιμωρεί το κέρδος». Εκεί γέλασα λίγο. Γιατί για να τιμωρηθεί κάτι, πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο. Και για να θεωρηθεί υπεύθυνο, πρέπει να πάψει να είναι φυσικό. Και να μην αρκεί το ότι δεν είναι νόμιμο.

Στα
σχόλια, κάποιος έγραφε για το κόστος. Για τα logistics. Για τις εισαγόμενες πρώτες ύλες. Ήταν σωστός. Η τιμή δεν γεννιέται στο ράφι. Έρχεται από μακριά. Από πλοία, από καύσιμα, από κόσμους που δεν βλέπεις. Αλλά το ενδιαφέρον είναι αλλού: στο ότι το κόστος πάντα εξηγείται, ενώ το κέρδος δεν λέει ποτέ από πού έρχεται.

Με αυτά στο μυαλό, βγήκα σαββατιάτικα από το σπίτι σαν καλός και συνειδητοποιημένος καταναλωτής. 

Γύρισα σπίτι με τρεις σακούλες, ένα σακουλάκι από το φαρμακείο και ένα ρεζερβουάρ γεμάτο βενζίνη και υπαρξιακά ερωτήματα. Δεν μπορώ να πω ότι με έκλεψαν. Θα ήταν άδικο. Το πορτοφόλι μου άδειασε με έναν τρόπο σχεδόν ευγενικό. Κανείς δεν με πίεσε. Κανείς δεν φώναξε. Με κοίταξαν στα μάτια, μου έδωσαν απόδειξη και με άφησαν να φύγω με την αξιοπρέπειά μου άθικτη. Ένιωσα σαν να είχα βιώσει κάποια τελετουργία μετάβασης από την κατανάλωση σε ένα λογιστικό μυστήριο.

Το σούπερ μάρκετ πήγε καλά. Με την έννοια ότι δεν λιποθύμησα. Έκανα εκείνη τη μικρή διαδρομή ανάμεσα στα ράφια που μοιάζει με κοινωνικό πείραμα: μπαίνεις ως καταναλωτής και βγαίνεις ως λογιστής. Στο τυρί, που είναι αδυναμία μου, στάθηκα λίγο παραπάνω. Διάβαζα τιμές όπως διαβάζει κανείς ποίηση σε δύσκολη περίοδο: αργά, με καχυποψία, ψάχνοντας νόημα εκεί που ξέρεις ότι δεν υπάρχει

.Στο φαρμακείο, τα πράγματα ήταν πιο απλά. Εκεί δεν συγκρίνεις. Υποκύπτεις. Πλήρωσα κοιτώντας τον φαρμακοποιό που χαμογελούσε με εκείνη τη συμπάθεια που έχουν οι άνθρωποι που ξέρουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.

Στο βενζινάδικο, ο μετρητής έγραφε ευρώ αγόρταγα. Με τη βεβαιότητα που έχουν τα πράγματα που δεν αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Τον κοιτούσα και μου ήρθε η λέξη αχόρταγος. Όχι ως χαρακτηρισμός αλλά ως κατάσταση. Μια πείνα χωρίς σώμα. Δίνεις, παίρνει. Ξαναδίνεις, συνεχίζει. Όχι γιατί χρειάζεται αλλά γιατί έτσι λειτουργεί. Πριν φτάσω στο ποσό που δεν ήθελα να δω, κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι δεν πληρώνω μόνο καύσιμο. Συμμετέχω. Σε κάτι που δεν χορταίνει, δεν τελειώνει, δεν εξηγείται. Μόνο επαναλαμβάνεται.

Και κάπου εκεί, με τις σακούλες στο πάτωμα και την απόδειξη στο χέρι, θυμήθηκα το ποστ. Τα προϊόντα ήταν εκεί. Αθώα. Δεν ήξεραν τίποτα για πλαφόν, για συνέδρια, για πολιτική οικονομία. Ήταν απλώς πράγματα. Με τιμές που είχαν ήδη αποφασιστεί αλλού.

Και τότε σκέφτηκα ότι το πρόβλημα με το πλαφόν δεν είναι ότι περιορίζει το κέρδος. Είναι ότι, για μια στιγμή, αποκαλύπτει ότι το κέρδος μπορεί να περιοριστεί. Και αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί αν μπορεί να περιοριστεί, τότε δεν είναι φυσικό. Και αν δεν είναι φυσικό, τότε κάποιος το καθορίζει. Και αν κάποιος το καθορίζει, τότε  κάποιος άλλος το πληρώνει.

Κοίταξα ξανά την απόδειξη. Δεν είχε χιούμορ. Αλλά είχε ακρίβεια.




Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Θεοκρατίες σε πόλεμο (2)

 Πριν λίγους μήνες έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «Θεοκρατίες σε πόλεμο». Το έγραψα γιατί δεν άντεχα άλλο το θέατρο: το μόνιμο αφήγημα περί «δημοκρατικών κοινωνιών» που πολεμούν μια «θεοκρατία», λες και το πρόβλημα της εποχής είναι απλώς ένα λάθος καθεστώς σε ένα λάθος μέρος. Το δίπολο ήταν καθαρό, υπερβολικά καθαρό. Και ακριβώς γι’ αυτό με έκανε να δυσπιστώ. Οι ιστορίες που είναι τόσο καθαρές συνήθως δεν είναι αλήθεια· είναι εργαλείο..


Έγραψα λοιπόν ότι δεν έχουμε ένα σκιάχτρο απέναντι σε έναν άγγελο. Έχουμε μορφές ιεροποίησης που συγκρούονται—και η σύγκρουση δεν γίνεται μόνο για σύνορα και βάσεις, αλλά για το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει σαν να κρατάει το μέτρο του κόσμου. Οι ΗΠΑ—με το In God We Trust να κυκλοφορεί σε κάθε συναλλαγή σαν αόρατο ευχολόγιο, με το «God bless America» να κλείνει ομιλίες σαν τελετουργικό κλείδωμα του νοήματος. Το Ισραήλ—με τη θρησκευτική νομοθεσία να παρεμβαίνει σε ό,τι λέγεται ιδιωτικό και με την ιθαγένεια να αποκτά βάρος που δεν είναι μόνο νομικό αλλά σχεδόν μεταφυσικό. Και από την άλλη το Ιράν—θεοκρατικό, ναι, αυταρχικό, ναι, αλλά όχι το καρτούν που βολεύει. Όχι το μπουντρούμι χωρίς παράθυρα. Ένα κράτος με θεσμούς, με εσωτερικές τριβές, με κοινωνία που αναπνέει, με μορφές δημιουργίας και τεχνογνωσίας που δεν χωράνε στην εύκολη λέξη «μεσαίωνας».

Το έγραψα αυτό και, για λίγες ώρες, ένιωσα πως τακτοποίησα κάτι μέσα μου. Σαν να έβαλα μια καρφίτσα σε έναν χάρτη και να είπα: εδώ είναι το ψέμα. Αλλά το ψέμα δεν μένει στη θέση του. Γλιστράει. Και το πιο ύπουλο είναι ότι, ακόμη κι όταν το αναγνωρίζεις, δεν σταματά να δουλεύει. Συνεχίζει να δικαιολογεί. Συνεχίζει να ντύνει την ισχύ με ύφος αρετής.

Κι ύστερα έρχεται η δική μας πλευρά της ιστορίας—η πλευρά που δεν εμφανίζεται στις μεγάλες αναλύσεις γιατί είναι υπερβολικά κοινή. Εμείς εδώ, στο κάτω άκρο της Ευρώπης, δεν έχουμε την πολυτέλεια της καθαρής ιδεολογίας. Ζούμε από τις ρωγμές. Από εισαγωγές, από καύσιμα, από ροές που περνούν μακριά μας. Ένα στενό που κλείνει, ένα λιμάνι που γίνεται στόχος, ένα ασφάλιστρο που εκτοξεύεται—και ξαφνικά το κόστος εμφανίζεται στο τραπέζι σου σαν συγγενής που δεν τον κάλεσες αλλά ξέρει ήδη πού είναι τα ποτήρια. Δεν χρειάζεται να σου εξηγήσει πολλά. Αρκεί να καθίσει.

Τότε ακούς τη λέξη «αποτροπή» και, αντί για στρατηγικές, σκέφτεσαι το ράφι με το λάδι. Ακούς «ασφάλεια» και σκέφτεσαι τον λογαριασμό του ρεύματος. Η γεωπολιτική εδώ δεν είναι χάρτης· είναι συνήθεια. Είναι το μόνιμο σφίξιμο στο στομάχι όταν οι λέξεις «κλιμάκωση» και «ναυτιλία» μπαίνουν στην ίδια πρόταση.

Και δεν μπορώ να πω πως είμαι μόνο θεατής. Το κοιτάω κι από μια άλλη, άχαρη γωνία: είναι και η δουλειά μου. Μετράω, συγκρίνω, προσπαθώ να μεταφράσω τον φόβο σε αριθμούς, να χωρέσω το χάος σε διαγράμματα, να κάνω την αβεβαιότητα κάτι που μπορείς να συζητήσεις χωρίς να ουρλιάξεις. Καμιά φορά, όταν δουλεύω αργά τη νύχτα, νιώθω σαν να φτιάχνω αποδείξεις για ένα δικαστήριο που δεν θα γίνει ποτέ. Σαν να προσπαθώ να πείσω κάποιον που δεν θα εμφανιστεί: κοιτάξτε, αυτό είναι προβλέψιμο, αυτό είναι μηχανικό, αυτό είναι αποτέλεσμα. Μα μετά θυμάμαι ότι οι μηχανισμοί δεν αρκούν. Γιατί η πολιτική δεν είναι πάντα μαθηματικά. Είναι και πίστη. Πίστη όχι στον Θεό, αλλά στην εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.

Ο πόλεμος, ειδικά όταν ακουμπάει ενέργεια και θαλάσσιες ροές, είναι ένας τρόπος να αλλάξεις την οικονομία χωρίς να αλλάξεις νόμο. Ένας τρόπος να αυξήσεις τις τιμές χωρίς να το ψηφίσεις. Κι ύστερα υπάρχει το δολάριο, αυτό το παγκόσμιο νευρικό σύστημα. Όταν φοβάται ο κόσμος, μαζεύεται γύρω του σαν να μαζεύεται γύρω από φωτιά. Και τότε η φωτιά καίει αλλού. Η ρευστότητα γίνεται έλλειψη, η έλλειψη γίνεται πανικός, ο πανικός γίνεται επιτόκιο, κι εσύ εδώ το νιώθεις όχι σαν διάγραμμα αλλά σαν πρόσωπο—σαν το πρόσωπο ενός ανθρώπου που έχει αρχίσει να υπολογίζει τη ζωή του με μικρότερες κινήσεις.

Αυτό φαίνεται και στον τρόπο που μιλούν οι άνθρωποι. Οι κουβέντες γίνονται πιο κοφτές. Οι φίλοι που κάποτε έλεγαν «άσε με μ’ αυτά» αρχίζουν να διαλέγουν πλευρές. Η λέξη «στρατόπεδο» επιστρέφει χωρίς να λέγεται. Κι εγώ σκέφτομαι κάτι που πάντα με τρόμαζε: δεν χρειάζεται να είσαι φανατικός για να γίνεις φανατικός. Αρκεί να φοβηθείς αρκετά. Αρκεί να νιώσεις ότι αν δεν ανήκεις κάπου θα μείνεις ακάλυπτος.

Κι εδώ ξαναγυρνάω στο ίδιο σημείο: αυτό που με εξοργίζει δεν είναι μόνο η βία. Είναι η μεταμφίεσή της. Η βία που ντύνεται «ηθική». Η ισχύς που ιεροποιείται. Το έχω δει να δουλεύει παντού: όταν ο ένας λέει «ορθολογισμός» και ο άλλος λέει «πίστη», στην ουσία και οι δύο λένε «δίκιο μου». Μόνο που το δίκιο μου, όταν γίνεται ιερό, δεν χρειάζεται απόδειξη. Και τότε η διαφωνία δεν είναι διαφωνία· είναι ύβρις. Η διόρθωση δεν είναι διόρθωση· είναι προδοσία. Έτσι κατασκευάζεις θεοκρατία χωρίς να χρειάζεσαι ράσα. Αρκεί να έχεις γλώσσα.

Σ’ εκείνο το κείμενο είχα αστειευτεί και τους είχα πει «κοκκαλοθεοκράτες». Το έγραψα για να αντέξω την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια είναι άβολη: ότι πολλοί από αυτούς που μιλούν για δημοκρατία μιλούν στην πραγματικότητα για τη δική τους θρησκεία της ισχύος. Μια θρησκεία χωρίς ναούς, αλλά με βάσεις, ομόλογα, δορυφόρους, αρμάδες και δελτία. Μια θρησκεία που ιεροποιεί τον εαυτό της ως κοσμική και γι’ αυτό δεν δέχεται την κατηγορία της πίστης. Οι άλλοι πιστεύουν—εμείς ξέρουμε, λένε. Κι αυτή ακριβώς η βεβαιότητα είναι το πιο θεοκρατικό πράγμα πάνω τους.

Το Ιράν δεν είναι άγιο. Ούτε το Ισραήλ. Ούτε οι ΗΠΑ. Αλλά το παιχνίδι δεν παίζεται για το ποιος είναι άγιος. Παίζεται για το ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζεται άγιος. Κι όταν έχεις αυτό το δικαίωμα, μπορείς να δικαιολογήσεις σχεδόν τα πάντα: κυρώσεις που πνίγουν, δολοφονίες που βαφτίζονται «αποτροπή», κυβερνοπόλεμο που βαφτίζεται «ασφάλεια», εισβολές που βαφτίζονται «ελευθερία». Η λέξη αλλάζει και η πράξη μένει ίδια. Μόνο που η πράξη, όταν επιστρέφει ως κόστος, δεν έχει λέξεις να τη σκεπάσουν.

Στην Ελλάδα έχουμε μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε αυτά, όχι επειδή είμαστε σοφότεροι, αλλά επειδή έχουμε τραυματιστεί. Έχουμε ζήσει το πώς μια γλώσσα «αναγκαιότητας» μπορεί να γίνει μαστίγιο. Έχουμε δει πώς οι αριθμοί μετατρέπονται σε ηθική, πώς οι αποφάσεις βαφτίζονται «μονόδρομος». Γι’ αυτό, όταν ακούω τώρα πάλι τα μεγάλα αφηγήματα, νιώθω μια παλιά ναυτία. Ξέρω ότι πίσω τους υπάρχει πάντα ένας λογαριασμός, κι αυτός ο λογαριασμός δεν πάει ποτέ στους ίδιους. Πάει στους ανθρώπους που μετράνε τη ζωή τους σε μικρές πληρωμές και σε μικρές αναβολές.

Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι ο πιο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι ο πόλεμος καθαυτός, αλλά η κανονικοποίηση. Το να συνηθίσουμε ότι οι πόλεμοι είναι φυσιολογικοί, ότι οι τιμές είναι «νέα πραγματικότητα», ότι η δημοκρατία είναι ένα λογότυπο, ότι οι θεοκρατίες υπάρχουν παντού αρκεί να αλλάξεις ένδυμα. Το να μάθουμε να ζούμε μέσα σε ένα μόνιμο «όλα αυτά είναι έτσι».
Κι όμως, κάποια νύχτα, όταν το κινητό σβήνει και μένουν μόνο τα μικρά λαμπάκια να αναβοσβήνουν, υπάρχει μια ανάσα. Σκέφτομαι ότι η ιστορία, όσο κι αν την οδηγούν οι μεγάλοι, δεν είναι ποτέ πλήρως δική τους. Ότι υπάρχει ένα μικρό περιθώριο: η άρνηση να καταπιείς το ψέμα. Η απαίτηση για καθαρή γλώσσα. Η επιμονή να θυμάσαι ποιος πληρώνει το κόστος. Αν δεν μπορώ να σταματήσω τους πολέμους, μπορώ τουλάχιστον να αρνηθώ την τελετουργία της ιεροποίησης.

Να πω: δεν πιστεύω το στόρι  σας.