https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ελλάδα: Μια ματιά από το μέλλον

 Ο Α. το σκέφτηκε ένα βράδυ του Μαΐου, όχι σαν πολιτικό άρθρο, αλλά σαν άσκηση φιλολογίας. Είχε ξαναδιαβάσει το «Η κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού: Μια ματιά από το μέλλον», και του είχε κολλήσει στο μυαλό εκείνο το αφηγηματικό τέχνασμα: να μιλάς από το μέλλον για το παρόν, σαν το παρόν να είναι παρελθόν. Οι συγγραφείς έβαζαν έναν μελλοντικό ιστορικό να κοιτάζει πίσω την περίοδο 1988–2073, την «Περίοδο της Παρασκιάς», και να εξηγεί γιατί οι δυτικές κοινωνίες απέτυχαν να δράσουν, όχι επειδή δεν γνώριζαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μετατρέψουν τη γνώση σε πράξη.



Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Όχι άρθρο γνώμης. Όχι καταγγελία. Όχι άλλη μία κραυγή μέσα στην κανονικότητα. Έπρεπε να κάνει το ίδιο πείραμα για την Ελλάδα. Να γράψει σαν να βρίσκεται στο μέλλον και να κοιτάζει πίσω. Να μιλήσει όχι σαν πολίτης του 2026 που φοβάται, αλλά σαν ιστορικός του 2076 που έχει πια δει την πτώση να ολοκληρώνεται

Άνοιξε ένα νέο αρχείο. Έγραψε τίτλο: Ελλάδα: Μια ματιά από το μέλλον.  Σημειώσεις ενός μελλοντικού ιστορικού για την ελληνική ερήμωση, 1988–2075

Κάτω από τον τίτλο πρόσθεσε:

Το ακόλουθο κείμενο δεν είναι πρόβλεψη. Είναι υποθετική ιστορία. Είναι ένα πείραμα τραγικής ιστοριογραφίας. Αν η ιστορία είναι από τη φύση της τραγική, τότε το μέλλον δεν χρησιμεύει για να μας πει τι θα συμβεί· χρησιμεύει για να μας δείξει τι ήδη συμβαίνει χωρίς να το αναγνωρίζουμε.

Και τότε άρχισε.

Εισαγωγή
Γράφοντας στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς στους νεότερους πώς η Ελλάδα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου μπορούσε ακόμη να πιστεύει ότι ήταν χώρα με μέλλον. Όχι επειδή δεν υπήρχαν ήδη σημάδια παρακμής. Υπήρχαν. Όχι επειδή δεν υπήρχαν προειδοποιήσεις. Υπήρχαν πολλές. Αλλά επειδή οι κοινωνίες σπανίως αναγνωρίζουν την τραγωδία όταν αυτή αρχίζει. Συνήθως τη θεωρούν δυσλειτουργία, παρένθεση, κρίση, ατύχημα, κακή κυβέρνηση, κακή συγκυρία, κακό καλοκαίρι, κακή δημοσκόπηση

Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε σε μία στιγμή. Δεν υπήρξε μία μέρα κατά την οποία οι πολίτες ξύπνησαν και είπαν: «Η χώρα τελείωσε». Αυτό θα ήταν εύκολο, σχεδόν παρηγορητικό. Η ελληνική ερήμωση υπήρξε αργή, νόμιμη, στατιστική, εκλογική, πολεοδομική, μισθολογική, δημογραφική, θερμική. Ήρθε με αυξήσεις ενοικίων, με κλειστά σχολεία σε χωριά, με καμένα δάση, με νοσοκομεία που λειτουργούσαν χάρη στην αυτοθυσία των εργαζομένων τους, με νέους που έφευγαν, με ηλικιωμένους που έμεναν, με πόλεις που γίνονταν τουριστικές βιτρίνες και με χωριά που γίνονταν οικογενειακά νεκροταφεία.

Η περίοδος 1988–2076 μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις μεγάλες φάσεις:

1.1988–2008: πολιτική αναδιάταξη και μεταψυχροπολεμική/ευρωπαϊκή αυταπάτη.
2.2009–2018: οικονομική τιμωρία και μνημονιακή αναδιάρθρωση.
3.2019–2026: μεταμνημονιακή κανονικοποίηση της φθοράς.
4.2027–2076: ερήμωση, με αφετηρία την τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και κορύφωση στη Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση.

Η τέταρτη φάση είναι η μεγαλύτερη, γιατί η ερήμωση δεν είναι συμβάν αλλά διαδικασία. Δεν έχει τη μορφή πραξικοπήματος, χρεοκοπίας ή πολέμου. Έχει τη μορφή αργής αποχώρησης της ζωής από τους τόπους της. Αρχίζει ως πολιτική κανονικοποίηση της φθοράς, συνεχίζεται ως κοινωνική και παραγωγική αποσύνθεση, βαθαίνει ως κλιματική κρίση και καταλήγει ως χωροταξική και δημογραφική μετάλλαξη. Για αυτό η περίοδος 2027–2076 πρέπει να νοηθεί όχι ως ενιαία επίπεδη εποχή, αλλά ως μακρά τραγική ακολουθία: από τη διαχείριση της παρακμής ως επιτυχίας μέχρι την αδυναμία να κατοικηθεί η χώρα όπως κατοικούνταν άλλοτε.

Αφήνοντας προς το παρόν τα έτη 1988 -2018, ξεκινάμε από το 2019, οπότε και εκλέγεται πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο αυτο-αποκαλούμενος και οδοστρωτήρας. 

2019–2026: Η κανονικοποίηση της φθοράς
Η άνοδος του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019 σήμανε την επιστροφή μιας νέας Δεξιάς, περισσότερο τεχνοκρατικής, περισσότερο επικοινωνιακής, περισσότερο ταξικά συνειδητής από όσο παραδεχόταν. Η λέξη-κλειδί της περιόδου ήταν «κανονικότητα».
Η κανονικότητα όμως δεν σήμαινε επιστροφή στην κοινωνική ασφάλεια. Σήμαινε αποδοχή της μειωμένης ζωής ως φυσιολογικής. Ο πολίτης έπρεπε να συνηθίσει ότι η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρέπεια, ότι η στέγη γίνεται επενδυτικό προϊόν, ότι η υγεία χρειάζεται ιδιωτική συμπλήρωση, ότι η παιδεία λειτουργεί με εξαντλημένους εκπαιδευτικούς, ότι η περιφέρεια ζει από επιδόματα, τουρισμό και αναμνήσεις.

Η πανδημία του 2020 έδειξε για λίγο ότι το κράτος μπορούσε να επιστρέψει. Αλλά η επιστροφή του κράτους έγινε κυρίως ως διοίκηση έκτακτης ανάγκης, όχι ως ανασυγκρότηση κοινωνικού κράτους. Η ψηφιοποίηση προχώρησε, αλλά συχνά υποκατέστησε τη βαθύτερη θεσμική ενίσχυση. Το κράτος έγινε πιο γρήγορο στην οθόνη και συχνά εξίσου ανεπαρκές στην πραγματικότητα.

Τα Τέμπη το 2023 αποκάλυψαν την άλλη όψη της κανονικότητας: την υποδομή που είχε μείνει πίσω, την ευθύνη που διαχεόταν, την ασφάλεια που είχε μετατραπεί σε υπόθεση τύχης. Την ίδια χρονιά, η κακοκαιρία Daniel έδειξε ότι η κλιματική κρίση δεν ήταν μελλοντικό σενάριο αλλά υλική πραγματικότητα. Η Θεσσαλία, μία από τις βασικές αγροτικές περιοχές της χώρας, πλημμύρισε σαν να ήθελε η φύση να υπογραμμίσει με νερό αυτό που η πολιτική αρνούνταν να δει.

Και ύστερα ήρθε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όχι ως απλό σκάνδαλο διοικητικής ανεπάρκειας, αλλά ως σχεδόν αλληγορία του ελληνικού κράτους στην ύστερη μεταμνημονιακή του μορφή. Στα χαρτιά, η χώρα έμοιαζε να διαθέτει κοπάδια, εκτάσεις, δικαιούχους, παραγωγική δραστηριότητα, αγροτική συνέχεια. Στην πραγματικότητα, πίσω από τα μητρώα, τις δηλώσεις, τις επιδοτήσεις και τα ψηφιακά ίχνη, αποκαλυπτόταν μια άλλη Ελλάδα: μια χώρα όπου η παραγωγή μπορούσε να υπάρχει περισσότερο ως διοικητική καταχώριση παρά ως υλική ζωή. Η περίφημη υπερπαραγωγή αιγοπροβάτων —κοπάδια που πολλαπλασιάζονταν στα χαρτιά με ταχύτητα σχεδόν μυθολογική— έμοιαζε με φάρσα. Αλλά για τον Α. δεν ήταν φάρσα. Ήταν τραγωδία με κωμικό προσωπείο. Γιατί τίποτε δεν είναι πιο τραγικό από μια χώρα που, ενώ αδειάζει από ανθρώπους, από νερό, από εμπιστοσύνη και από πραγματική παραγωγή, εμφανίζεται στα αρχεία της γεμάτη από φανταστικά ζώα.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έδειχνε κάτι βαθύτερο από τη διαφθορά. Έδειχνε την αποσύνδεση ανάμεσα στη διοικητική αναπαράσταση και στην πραγματικότητα. Όπως η οικονομία μπορούσε να εμφανίζεται ισχυρή ενώ οι μισθοί δεν επαρκούσαν για ζωή, όπως η ψηφιοποίηση μπορούσε να εμφανίζεται ως κράτος ενώ οι θεσμοί παρέμεναν κουρασμένοι, έτσι και η αγροτική Ελλάδα μπορούσε να εμφανίζεται παραγωγική ενώ η ύπαιθρος γερνούσε, ερημωνόταν και εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από επιδοτήσεις, μεσάζοντες, δηλώσεις και πελατειακές διαδρομές. Η χώρα δεν παρήγε απλώς λιγότερα από όσα χρειαζόταν· παρήγε εικόνες παραγωγής.

Κι όμως, παρά τα σκάνδαλα, τις καταστροφές, την ακρίβεια, τις υποκλοπές, τη στεγαστική πίεση, τη δημογραφική γήρανση, την κόπωση των θεσμών και αυτή τη σχεδόν σουρεαλιστική αποκάλυψη μιας υπαίθρου που στα χαρτιά έβοσκε περισσότερο απ’ όσο ζούσε, η ΝΔ παρέμεινε πρώτη δύναμη. Η αντιπολίτευση ήταν διασπασμένη, πληγωμένη, αναξιόπιστη ή ανίκανη να προσφέρει ενιαία μορφή στη δυσαρέσκεια.

Έτσι φτάσαμε στο 2027.

2027–2031: Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και η αρχή της ερήμωσης
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη δεν υπήρξε απλώς πολιτική συνέχεια. Υπήρξε ιστορική παγίωση. Η Ελλάδα μπήκε τότε σε μια φάση όπου η φθορά απέκτησε θεσμική μορφή.

Στις εκλογές του 2027, η Νέα Δημοκρατία δεν θριάμβευσε με την παλιά έννοια. Δεν επανέλαβε τα ποσοστά των προηγούμενων αναμετρήσεων. Κέρδισε επειδή οι άλλοι δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν εναλλακτικό ιστορικό υποκείμενο. Η αποχή ήταν τεράστια. Η προοδευτική ψήφος κατακερματισμένη. Η κοινωνική οργή πραγματική αλλά άμορφη. Η Δεξιά δεν χρειαζόταν πια να εμπνέει. Αρκούσε να φαίνεται διοικητικά αναπόφευκτη.

Αυτό ήταν το πρώτο γνώρισμα της ερήμωσης: η πολιτική ζωή έχασε την ικανότητα να παράγει μέλλον.

Η κυβέρνηση παρουσίασε την τρίτη της εντολή ως περίοδο ώριμης σταθεροποίησης. Οι διεθνείς οίκοι, οι αγορές, τα επιχειρηματικά φόρουμ και οι ευρωπαϊκές εκθέσεις μιλούσαν για μεταρρυθμιστική συνέχεια. Η Ελλάδα, έλεγαν, είχε αφήσει πίσω της την εποχή της κρίσης. Ήταν χώρα αξιόπιστη, επενδυτική, ψηφιακή, τουριστική, γεωπολιτικά χρήσιμη.

Αλλά στο εσωτερικό της χώρας συνέβαινε κάτι άλλο.

Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη γίνονταν όλο και πιο αβίωτες για τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτές. Τα ενοίκια απορροφούσαν μισθούς. Οι νέοι ζούσαν περισσότερο με τους γονείς τους ή έφευγαν έξω. Οι εκπαιδευτικοί, οι νοσηλευτές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι των υπηρεσιών, οι διανομείς, οι υπάλληλοι του τουρισμού, όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνέχισαν να υπάρχουν, αλλά έπαψαν να αποτελούν κοινωνικό σχέδιο. Ήταν απλώς λειτουργικό υπόστρωμα.

Η χώρα πουλιόταν ως εμπειρία σε ανθρώπους που δεν θα έμεναν ποτέ αρκετά ώστε να υποστούν τις συνέπειες της αγοράς τους. Τα νησιά μετατράπηκαν σε εποχιακές μηχανές κέρδους. Η κατοικία έγινε πλατφόρμα. Το νερό έγινε ζήτημα. Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό κοιμούνταν συχνά σε συνθήκες που θύμιζαν περισσότερο αποθήκευση εργατικού δυναμικού παρά ζωή. Οι τοπικές κοινωνίες άρχισαν να υπάρχουν δύο φορές: μία για τους επισκέπτες και μία για τους κατοίκους. Η πρώτη ήταν φωτισμένη. Η δεύτερη κουρασμένη.

Η ύπαιθρος άδειαζε. Όχι με δραματικές σκηνές. Με κλειστά σχολεία. Με αγροτικά σπίτια που άνοιγαν μόνο τον Αύγουστο. Με χωριά όπου ο μέσος όρος ηλικίας ανέβαινε πιο γρήγορα από τη θερμοκρασία. Με χωράφια που καλλιεργούνταν όλο και δυσκολότερα λόγω κόστους, νερού, καιρικής αστάθειας και έλλειψης νέων ανθρώπων.

Η ερήμωση δεν ήταν μόνο δημογραφική. Ήταν και ηθική. Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τη χώρα σαν να μην τους ανήκει. Όχι από κοσμοπολιτισμό, αλλά από παραίτηση. Η φράση «εδώ δεν αλλάζει τίποτα» έγινε το καθημερινό ισοδύναμο της αρχαίας μοίρας.

Κατά την τρίτη τετραετία, η κλιματική κρίση μετατράπηκε σε μόνιμη διοικητική συνθήκη. Κάθε καλοκαίρι ήταν «δύσκολο». Κάθε πυρκαγιά ήταν «πρωτοφανής». Κάθε πλημμύρα ήταν «ακραία». Κάθε αποτυχία του κράτους ήταν αποτέλεσμα «φαινομένων πέρα από κάθε πρόβλεψη». Έτσι η εξαίρεση έγινε κανονικότητα, αλλά χωρίς ποτέ να ονομαστεί κανονικότητα της κατάρρευσης.

Το τραγικό στοιχείο της περιόδου δεν ήταν ότι η κυβέρνηση δεν γνώριζε. Όλοι γνώριζαν. Υπήρχαν εκθέσεις, δεδομένα, προειδοποιήσεις, χάρτες κινδύνου, επιστημονικές μελέτες, ευρωπαϊκές οδηγίες, προηγούμενες καταστροφές. Όπως στο παγκόσμιο σχήμα των Oreskes και Conway, η αποτυχία δεν ήταν άγνοια. Ήταν αδυναμία ή άρνηση μετατροπής της γνώσης σε πράξη. 

Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη υπήρξε επομένως η ελληνική «περίοδος της παρασκιάς» μέσα στην ευρύτερη Περίοδο της Παρασκιάς. Οι πολίτες έβλεπαν τα σημάδια, αλλά δεν μπορούσαν να τα οργανώσουν σε πολιτικό συμπέρασμα. Τα ζούσαν ως ακρίβεια, ως φωτιά, ως κούραση, ως ενοίκιο, ως φυγή παιδιών, ως καύσωνα, ως ιδιωτικό ραντεβού σε γιατρό, ως κλειστό σχολείο, ως καθυστέρηση τρένου, ως άγχος λογαριασμών. Δεν τα έβλεπαν ακόμη ως ενιαία ιστορική πτώση.

Γι’ αυτό και η περίοδος ήταν τόσο κρίσιμη. Όχι επειδή δημιούργησε όλα τα προβλήματα, αλλά κατάφερε να συνυπάρχουν χωρίς εξέγερση.

2031–2040: Η δεκαετία της φανερής αποσύνθεσης
Μετά το 2031, η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να κρύψει ότι το παραγωγικό της μοντέλο είχε φτάσει στα όριά του. Ο τουρισμός παρέμενε ισχυρός, αλλά γινόταν όλο και πιο αντιφατικός. Έφερνε εισόδημα και ταυτόχρονα κατέστρεφε τις προϋποθέσεις κατοίκησης. Ανέβαζε τις τιμές και άδειαζε τις κοινότητες. Ζητούσε νερό εκεί όπου το νερό λιγόστευε. Ζητούσε εργασία εκεί όπου οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να ζήσουν.

Η αγροτική παραγωγή πιεζόταν από ξηρασία, πλημμύρες, κόστος ενέργειας, αλλαγή καλλιεργειών και απώλεια πληθυσμού. Η Θεσσαλία δεν επανήλθε ποτέ πλήρως στον προηγούμενο ρόλο της. Η Πελοπόννησος και η Ανατολική Στερεά αντιμετώπισαν επαναλαμβανόμενους κύκλους φωτιάς και ξηρασίας. Η Κρήτη βρέθηκε ανάμεσα στον τουριστικό υπερκορεσμό και στην υδατική ανασφάλεια.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2030, η εσωτερική μετανάστευση έγινε ορατή. Όχι μαζική με τον τρόπο των πολέμων, αλλά σταθερή. Νέοι εγκατέλειπαν νησιά όπου δεν μπορούσαν να νοικιάσουν σπίτι. Οικογένειες έφευγαν από περιοχές υψηλού κινδύνου. Η βόρεια και ορεινή Ελλάδα άρχισε να αποκτά νέα σημασία, όχι λόγω αναπτυξιακού σχεδίου, αλλά λόγω κλιματικής σχετικής αντοχής.

Τότε εμφανίστηκε και η πρώτη σοβαρή συζήτηση για «κλιματική αναδιάταξη του εθνικού χώρου». Οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν ως υπερβολή. Όμως ήταν απλώς αργοπορημένη περιγραφή αυτού που ήδη συνέβαινε.

2040–2047: Η θερμική δεκαετία και το σοκ της γεωμηχανικής
Γύρω στο 2040, η κλιματική κρίση έπαψε να είναι κύκλος κρίσεων και έγινε υπόβαθρο ζωής. Οι καύσωνες δεν ήταν πια έκτακτα γεγονότα. Ήταν εποχή. Η ξηρασία δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν δομή.

Το 2041, η παγκόσμια διατροφική κρίση έφτασε στην Ελλάδα ως ακρίβεια, περιορισμός, ανασφάλεια και φόβος. Η χώρα εξαρτιόταν ακόμη από εισαγωγές βασικών αγαθών. Τα ελληνικά νοικοκυριά, ήδη εξαντλημένα από δεκαετίες πιέσεων, μπήκαν σε νέα περίοδο διατροφικής προσαρμογής. Η λέξη «δελτίο» επανήλθε πρώτα ως φήμη, μετά ως τεχνική πιθανότητα, και τελικά ως τοπικό μέτρο σε περιόδους κρίσης.

Το 2042, όταν οι διεθνείς δυνάμεις προχώρησαν στο πρόγραμμα γεωμηχανικής, η Ελλάδα συμμετείχε ως μικρό κράτος σε μια απόφαση που την ξεπερνούσε. Η τεχνολογική διαχείριση του πλανητικού κλίματος παρουσιάστηκε ως αναγκαίο κακό. Για λίγα χρόνια, πράγματι, φάνηκε να προσφέρει ανακούφιση.

Αλλά η ανακούφιση ήταν παγίδα. Όταν το πρόγραμμα σταμάτησε το 2047 και το θερμικό σοκ επέστρεψε με βιαιότητα, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πιο σκληρή της δεκαετία. Καύσωνες, πυρκαγιές, πίεση στα νοσοκομεία, βλάβες στο ηλεκτρικό δίκτυο, απώλεια αγροτικών αποδόσεων, θάνατοι ηλικιωμένων και εργαζομένων σε εξωτερικούς χώρους. Το κράτος μιλούσε πλέον μόνιμα τη γλώσσα της πολιτικής προστασίας.

Η δημοκρατία άρχισε να μετατρέπεται σε διοίκηση κινδύνου.

2048–2060: Το τέλος του παλιού ελληνικού καλοκαιριού
Το ελληνικό καλοκαίρι, που υπήρξε κάποτε μύθος, οικονομία, μνήμη, διαφήμιση, οικογενειακή τελετουργία και διεθνές προϊόν, άλλαξε νόημα. Από υπόσχεση έγινε απειλή.

Οι θερινοί μήνες σε πολλές περιοχές έγιναν ακατάλληλοι για εργασία, τουρισμό, γεωργία ή απλή παραμονή χωρίς τεχνητή ψύξη. Ο τουρισμός μεταφέρθηκε σταδιακά προς την άνοιξη και το φθινόπωρο, αλλά οι υποδομές, οι συνήθειες και τα χρέη είχαν χτιστεί πάνω στα παλιά θεμέλια. Πολλές περιοχές δεν προσαρμόστηκαν. Άλλες προσαρμόστηκαν με τεράστιο κοινωνικό κόστος.

Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας άρχισε να πλήττει λιμάνια, παραλιακούς δρόμους, τουριστικές ζώνες, δέλτα ποταμών, χαμηλές ακτές, νησιωτικούς οικισμούς. Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, ο Βόλος, το Ηράκλειο, η Καλαμάτα, η Ρόδος, η Κέρκυρα και δεκάδες μικρότερες περιοχές χρειάστηκαν έργα προστασίας που δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν ισότιμα. Τότε γεννήθηκε η πιο σκληρή πολιτική ερώτηση της εποχής: Ποιες περιοχές θα σωθούν; Και ποιες θα εγκαταλειφθούν;

Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ ανοιχτά. Δόθηκε με προϋπολογισμούς, καθυστερήσεις, ασφαλιστικές εξαιρέσεις, τεχνικές εκθέσεις, τιμές ακινήτων και σιωπηλές αποχωρήσεις. Η ερήμωση έγινε χωροταξική πολιτική χωρίς να ονομαστεί έτσι.

2060–2070: Το κράτος της κλιματικής διαχείρισης
Μετά το 2060, η Ελλάδα είχε ήδη γίνει διαφορετική χώρα. Το μεταναστευτικό άλλαξε χαρακτήρα. Δεν αφορούσε πλέον κυρίως πολέμους ή οικονομική δυσπραγία, αλλά περιοχές που γίνονταν όλο και δυσκολότερο να κατοικηθούν. Η Βόρεια Αφρική, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος παρήγαν συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων.

Η Ελλάδα, χώρα-σύνορο της Ευρώπης, βρέθηκε ξανά στο σταυροδρόμι ανθρωπισμού και ασφάλειας. Μόνο που τώρα και η ίδια ήταν χώρα εσωτερικής κλιματικής μετακίνησης. Δεν διαχειριζόταν μόνο τους άλλους. Διαχειριζόταν και τη δική της απώλεια χώρου.

Το κράτος έγινε πιο παρεμβατικό. Διαχείριση νερού. Αποθέματα τροφίμων. Περιορισμοί δόμησης. Υποχρεωτικές ασφαλίσεις. Ζώνες εκκένωσης. Μη κατοικήσιμες περιοχές. Κλιματικά δελτία εργασίας. Προστατευμένες αγροτικές ζώνες. Μετεγκαταστάσεις υπηρεσιών.

Όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει νωρίτερα δημοκρατικά, γίνονταν τώρα αναγκαστικά. Αυτό υπήρξε η μεγάλη ειρωνεία της ελληνικής περίπτωσης, όπως και της δυτικής γενικότερα: η άρνηση του σχεδιασμού στο όνομα της ελευθερίας οδήγησε τελικά σε αυταρχικότερο σχεδιασμό στο όνομα της επιβίωσης.

Η δημοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Αλλά άλλαξε θερμοκρασία. Λειτουργούσε μέσα σε μόνιμη έκτακτη ανάγκη. Οι εκλογές συνεχίστηκαν, όμως το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν πια ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα, αλλά ποιος θα διαχειριστεί λιγότερο βίαια την αναπόφευκτη απώλεια.

2070–2076: Η Μεγάλη Μετακίνηση
Μέχρι το 2070, η Ελλάδα ήταν ημι-μετεγκατεστημένη κοινωνία. Μέρος των παράκτιων ζωνών είχε χαθεί ή καταστεί υπερβολικά δαπανηρό να προστατευθεί. Ορισμένες τουριστικές περιοχές είχαν εγκαταλειφθεί ως μόνιμοι τόποι κατοίκησης και λειτουργούσαν μόνο εποχικά ή καθόλου. Η αγροτική γεωγραφία είχε μεταβληθεί ριζικά. Οι ορεινές και βόρειες περιοχές είχαν αποκτήσει νέα σημασία. Η Αθήνα παρέμενε τεράστια, αλλά πιο άνιση, πιο θερμή, πιο θωρακισμένη, πιο κουρασμένη.

Το 2076, όταν η Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση καταγράφηκε στα διεθνή χρονικά, η Ελλάδα δεν ήταν απλώς θύμα μιας παγκόσμιας κλιματικής διαδικασίας. Ήταν παράδειγμα ενός μικρού δυτικού κράτους που είχε γνωρίσει, είχε προειδοποιηθεί, είχε πονέσει, είχε ψηφίσει, είχε διαμαρτυρηθεί, είχε ξεχάσει, είχε προσαρμοστεί και τελικά είχε υποχωρήσει.

Η τραγωδία της δεν ήταν ότι δεν είχε δεδομένα. Είχε.
Δεν ήταν ότι δεν είχε ιστορία. Είχε υπερβολικά πολλή.
Δεν ήταν ότι δεν είχε μορφωμένους ανθρώπους, επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, γιατρούς, μηχανικούς, νέους με ικανότητες, πολίτες με ευαισθησία. Είχε.
Η τραγωδία της ήταν ότι όλα αυτά δεν συγκροτήθηκαν εγκαίρως σε δύναμη ικανή να αλλάξει πορεία

Σημείωση του Α.
Ο Α. σταμάτησε εδώ. Διάβασε ξανά τις τελευταίες γραμμές και ένιωσε εκείνο το παλιό σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήξερε αν είχε γράψει ιστορία, πολιτική φαντασία, καταγγελία ή εξομολόγηση. Ίσως όλα μαζί.

Σκέφτηκε πάλι τον Μαρξ. Πρώτα σαν τραγωδία, έπειτα σαν φάρσα. Όχι, είπε μέσα του. Δεν είναι έτσι. Η φάρσα είναι μόνο η μορφή που παίρνει η τραγωδία όταν οι άνθρωποι δεν αντέχουν ακόμη να τη δουν.

Η τρίτη τετραετία, σκέφτηκε, δεν θα ήταν φάρσα. Ακόμη κι αν είχε γελοία πρόσωπα, ακόμη κι αν είχε γελοίες δηλώσεις, γελοίες τελετές, γελοία δελτία τύπου, γελοία αυτοσυγχαρητήρια, γελοίες δημοσκοπικές αναλύσεις. Θα ήταν τραγωδία. Γιατί τραγωδία δεν είναι αυτό που φαίνεται υψηλό. Τραγωδία είναι αυτό που καταστρέφει πραγματικές ζωές ενώ εμφανίζεται ως αναγκαιότητα.

Έπειτα πρόσθεσε, με μικρότερα γράμματα:

Η Ελλάδα δεν ερημώθηκε επειδή οι άνθρωποί της έπαψαν να την αγαπούν. Ερημώθηκε επειδή έμαθαν να την αγαπούν χωρίς να πιστεύουν ότι μπορούν να τη σώσουν.


Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Εφιάλτης στον δρόμο με τις δημοσκοπήσεις

 Ο Α. είναι σχεδόν 60 ετών, φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση, ανύπανδρος, ενοικιαστής, και έχει φτάσει σε εκείνη την ηλικία όπου ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η ζωή δεν τον προδίδει με θεαματικό τρόπο, αλλά με μικρές, καθημερινές, απολύτως νόμιμες αφαιρέσεις. Δεν έχει χάσει τα πάντα. Αυτό θα ήταν σχεδόν ρομαντικό. Έχει χάσει λίγο λίγο την αίσθηση ότι κάτι μπορεί πραγματικά να αλλάξει.


Μένει σε ένα παλιό διαμέρισμα, στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας που έχει χτιστεί τότε που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη ότι η μεσαία τάξη είναι υπόσχεση και όχι ανάμνηση. Η κουζίνα έχει πλακάκια μιας άλλης εποχής, το μπάνιο στάζει πότε πότε και το ενοίκιο ανεβαίνει κάθε φορά που εκείνος πιστεύει πως έχει επιτέλους προσαρμοστεί. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν περιουσία, αλλά έχουν βιβλία. Πολλά βιβλία. Ράφια με Ρουσσώ, Μαρξ, Θουκυδίδη, Παπαδιαμάντη, Σεφέρη, Μπένγιαμιν, Πουλαντζά, Γκράμσι. Όλη η ανθρωπότητα, σε δόσεις χαρτιού, κοιτάζει έναν άνθρωπο που δεν ξέρει αν θα βγάλει τον μήνα.

Πολλές φορές τα πρωινά, πριν πάει στο σχολείο, κάνει καφέ και ανοίγει το dimoskopiseis.gr. Είναι μια συνήθεια σχεδόν ντροπιαστική. Όπως άλλοι ανοίγουν κρυφά ιστότοπους που δεν θα ήθελαν να φανούν στο ιστορικό τους, έτσι ο Α. ανοίγει δημοσκοπήσεις. Με το που εμφανίζονται οι μπάρες, νιώθει το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν υπάρχει πια έκπληξη. Μόνο επιβεβαίωση του εφιάλτη.

Η ΝΔ πρώτη. Πάντα πρώτη. Όχι με το παλιό αλαζονικό 40%, αλλά γύρω στο 30%, αρκετά ώστε να μη μοιάζει με παντοδυναμία και αρκετά ώστε να μοιάζει με μοίρα. ΠΑΣΟΚ γύρω στο 15%, σταθερό σαν άνθρωπος που στέκεται μεν στα πόδια του αλλά αδυνατεί να προχωράει. Πλεύση σχεδόν 9%, Ελληνική Λύση σχεδόν 9%, ΚΚΕ κοντά στο 8%, ΣΥΡΙΖΑ στο 5%, ΜέΡΑ25 οριακά, Νέα Αριστερά σχεδόν αόρατη. Βλέπει τα ποσοστά και σκέφτεται ότι η πολιτική ζωή της χώρας μοιάζει με τάξη όπου οι περισσότεροι μαθητές έχουν πάψει να σηκώνουν το χέρι: λίγοι φωνάζουν, πολλοί σιωπούν, και ο καθηγητής συνεχίζει το μάθημα σαν η σιωπή να είναι συναίνεση.

Ο Α. είναι τελείως αηδιασμένος με την κυβέρνηση της ΝΔ και ειδικά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η απέχθειά του δεν είναι πια απλώς πολιτική. Είναι αισθητική, ηθική, σχεδόν υπαρξιακή. Τον ενοχλεί το ύφος της τεχνοκρατικής ανωτερότητας, η ψυχρή βεβαιότητα, εκείνη η ικανότητα να παρουσιάζεται η ταξική πολιτική σαν διοικητική αναγκαιότητα. Τον ενοχλεί η λέξη «κανονικότητα». Τη θεωρεί από τις πιο άσεμνες λέξεις της δημόσιας ζωής. Κανονικότητα είναι το παιδί που έρχεται στο σχολείο χωρίς να έχει φάει σωστά; Κανονικότητα είναι ο αναπληρωτής που γυρνά από νησί σε νησί σαν εξόριστος με πτυχίο; Κανονικότητα είναι ο μισθός που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας; Κανονικότητα είναι τα νοσοκομεία όπου ο ασθενής πρέπει να έχει γνωστό, χρήματα ή άγιο;

Στο σχολείο διδάσκει λογοτεχνία και αρχαία. Μιλά στους μαθητές για την τραγική ειρωνεία, για την ύβρη, για τη νέμεση, για τον άνθρωπο που νομίζει πως κυβερνά τη μοίρα του ενώ ήδη βρίσκεται μέσα στον μηχανισμό της πτώσης του. Κάποιες φορές, καθώς μιλά για τον Οιδίποδα ή για τον Κρέοντα, ακούει τη φωνή του σαν να μιλάει για τη χώρα. Μια χώρα που βλέπει τα σημάδια αλλά επιμένει να τα ερμηνεύει ως τεχνικές δυσκολίες. Μια χώρα που έχει μετατρέψει την πολιτική σε διαχείριση και τη διαχείριση σε ιδεολογία.

Στο διάλειμμα κάθεται στο γραφείο καθηγητών, πίνει έναν δεύτερο καφέ, χειρότερο από τον πρώτο, και ακούει συναδέλφους να λένε ότι «όλοι ίδιοι είναι». Αυτή η φράση τον τρελαίνει. Τη θεωρεί την πιο ύπουλη νίκη της Δεξιάς. Όχι γιατί τα κόμματα είναι αθώα ή οι προοδευτικές δυνάμεις χωρίς ευθύνη. Αλλά γιατί το «όλοι ίδιοι είναι» λειτουργεί σαν γενικό συγχωροχάρτι της εξουσίας. Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε ο ισχυρότερος κυβερνά ανενόχλητος. Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε δεν υπάρχει πολιτική, μόνο κούραση.

Ο ίδιος δεν έχει παντρευτεί. Δεν ξέρει αν αυτό είναι επιλογή, σύμπτωση ή αργή ήττα. Κάποτε είχε αγαπήσει, κάποτε είχε σκεφτεί να κάνει οικογένεια, αλλά η ζωή πέρασε με συνεδριάσεις συλλόγου διδασκόντων, διορθώσεις γραπτών, λογαριασμούς, μετακομίσεις, μικρές ερωτικές αποτυχίες και μεγάλες πολιτικές απογοητεύσεις. Μερικές νύχτες σκέφτεται το άλλο ενδεχόμενο: να είχε παντρευτεί, να είχε δύο παιδιά, να πληρώνει φροντιστήρια, σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, δάνεια, παιδικά παπούτσια, λογαριασμούς, πανεπιστημιακές αγωνίες, θερινές κατασκηνώσεις… Είναι σίγουρος, με μια τρομερή, παγωμένη βεβαιότητα, ότι δεν θα το άντεχε. Ότι θα είχε σπάσει. Ότι μια τέτοια ζωή, όχι ως αφηρημένη οικογενειακή ευτυχία αλλά ως λογιστική ασφυξία, θα τον είχε οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή. Δεν το λέει σε κανέναν. Το σκέφτεται σαν σκοτεινή υποσημείωση στην προσωπική του βιογραφία: σώζεται όχι επειδή τα καταφέρνει, αλλά επειδή δεν δοκιμάζεται σε όλη την έκταση της ήττας.

Και ύστερα επιστρέφει στις δημοσκοπήσεις.

Εκεί βρίσκεται ο εφιάλτης. Όχι απλώς ότι η ΝΔ είναι πρώτη. Αλλά ότι όλα μοιάζουν να προδιαγράφουν μια τρίτη τετραετία Μητσοτάκη. Ότι ο άνθρωπος που εκείνος θεωρεί πολιτικό σύμβολο μιας ψυχρής ταξικής αναδιάρθρωσης, μιας χώρας οργανωμένης για τους λίγους και παρατημένης στους πολλούς ως ατομική ευθύνη, μπορεί να γραφτεί στην ιστορία ως ο σημαντικότερος πρωθυπουργός του 21ου αιώνα. Αυτό τον εξοργίζει περισσότερο από όλα. Όχι μόνο η νίκη, αλλά η ιστορική κατοχύρωση. Να γίνει εποχή. Να γίνει παράδειγμα. Να διδάσκεται κάποτε, ίσως από κάποιον νεότερο φιλόλογο, ως «περίοδος σταθεροποίησης».

Ένα απόγευμα, μετά το σχολείο, γυρίζει σπίτι κουρασμένος. Βάζει ένα πιάτο φακές να ζεσταθεί, ανοίγει τον υπολογιστή και βλέπει μπροστά του, πρώτη μούρη: «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας».

Ξέρει ήδη τι υπονοείται γύρω από αυτό. Δεν το διαβάζει σαν ουδέτερο πολιτικό κείμενο που έπεσε από τον ουρανό των ιδεών. Ξέρει ότι έρχεται από τον κύκλο του Ινστιτούτου Τσίπρα, ξέρει ότι εδώ και καιρό συζητιέται το ενδεχόμενο νέου κόμματος, ξέρει ότι κάθε τέτοιο κείμενο δεν είναι μόνο διακήρυξη αρχών αλλά και προθέρμανση πολιτικού εδάφους. Το ανοίγει λοιπόν με διπλή δυσπιστία: και απέναντι στη μεγάλη ρητορική των προοδευτικών κειμένων και απέναντι στην πιθανότητα να βλέπει μπροστά του όχι μια νέα αρχή, αλλά μια προσεκτικά φωτισμένη επιστροφή.

Περιμένει άλλη μια από εκείνες τις προοδευτικές εκθέσεις ιδεών όπου όλοι συμφωνούν ότι η κοινωνία πρέπει να γίνει δίκαιη, πράσινη, δημοκρατική και συμπεριληπτική, χωρίς να εξηγείται ποιος θα χάσει την εξουσία του για να συμβούν όλα αυτά. Αλλά η πρώτη φράση τον σταματά. Ρουσσώ.

«Κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο, και κανένας τόσο φτωχός ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του».

Ο Α. μένει ακίνητος. Αν ήταν νεότερος, ίσως να χαμογελούσε. Τώρα απλώς νιώθει μια παλιά χορδή να πάλλεται. Ο Ρουσσώ είναι γι’ αυτόν κάτι περισσότερο από όνομα στην ιστορία των ιδεών. Είναι ο στοχαστής που του έχει μάθει ότι η δημοκρατία δεν είναι διαδικασία αλλά συνθήκη. Ότι δεν αρκεί να ψηφίζεις αν η ζωή σου είναι οργανωμένη γύρω από φόβο. Ότι η πολιτική ισότητα χωρίς κοινωνική ισότητα είναι ωραία πρόσοψη σε σπίτι που καταρρέει.

Συνεχίζει να διαβάζει. Το μανιφέστο λέει ότι ο κόσμος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας. Ότι οι μεταπολεμικές βεβαιότητες καταρρέουν. Ότι οι ανισότητες βαθαίνουν, η κλιματική κρίση επεκτείνεται, το Διεθνές Δίκαιο διαλύεται, η ψηφιακότητα και η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζουν τη ζωή με τρόπους που απειλούν τις δημοκρατικές κατακτήσεις. Ο Α. τα έχει σκεφτεί όλα αυτά, αλλά εδώ τα βλέπει συγκεντρωμένα. Όχι σαν ειδήσεις. Σαν διάγνωση ιστορικής κατάρρευσης.

Το κείμενο επιμένει ότι η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς δεν είναι ξεπερασμένη. Αντίθετα, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο Α. σχεδόν αναστενάζει από ανακούφιση. Πόσο μισεί εκείνη τη δήθεν ώριμη φράση, «δεν υπάρχουν πια Αριστερά και Δεξιά». Τη θεωρεί φράση ανθρώπων που δεν θέλουν να φαίνεται ποιος ωφελείται. Γιατί Αριστερά και Δεξιά υπάρχουν κάθε φορά που ένας μαθητής εγκαταλείπει το όνειρο των σπουδών επειδή το σπίτι δεν αντέχει άλλο φροντιστήριο. Κάθε φορά που ο άρρωστος πληρώνει ιδιωτικά για να κάνει πιο γρήγορα εξέταση. Κάθε φορά που ο εργαζόμενος υπογράφει «ευέλικτη» σύμβαση επειδή η ανάγκη δεν διαπραγματεύεται.

Καθώς διαβάζει, αρχίζει να κρατά σημειώσεις. Η σοσιαλδημοκρατία, λέει το μανιφέστο, φέρνει την εμπειρία της διακυβέρνησης, του κοινωνικού κράτους, του φιλοευρωπαϊσμού. Η ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά φέρνει τη διεκδίκηση βαθύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών και την επαφή με τα κινήματα. Η πολιτική οικολογία φέρνει την επίγνωση των ορίων του πλανήτη και την ανάγκη βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης. Οι διαφορές τους δεν πρέπει να κρυφτούν. Πρέπει να γίνουν πεδία δημιουργικής σύγκλισης.

Αυτό του φαίνεται σωστό. Ίσως το μόνο σωστό που έχει ακούσει εδώ και καιρό. Η σοσιαλδημοκρατία χωρίς ριζοσπαστισμό καταντά λογιστήριο με ανθρώπινο πρόσωπο. Η ριζοσπαστική Αριστερά χωρίς κυβερνητική ικανότητα καταντά ηθική διαμαρτυρία που αφήνει τους άλλους να κυβερνούν. Η οικολογία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη καταντά συμβουλή προς ανθρώπους που δεν έχουν χρήματα να ακολουθήσουν τις συμβουλές. Αν αυτά τα τρία δεν συναντηθούν, σκέφτεται, τότε η Δεξιά θα κυβερνά όχι επειδή πείθει, αλλά επειδή οι άλλοι δεν μπορούν να σχηματίσουν πρόταση εξουσίας.

Η κεντρική έννοια του κειμένου είναι η «Κυβερνώσα Αριστερά». Ο Α. στέκεται εκεί. Του αρέσει και τον φοβίζει. Του αρέσει γιατί έχει κουραστεί από μια Αριστερά που συχνά απολαμβάνει περισσότερο την καθαρότητα της αντιπολίτευσης από τη βρωμιά της πραγματικής ευθύνης. Τον φοβίζει γιατί ξέρει πως η λέξη «κυβερνώσα» μπορεί να γίνει άλλο όνομα της προσαρμογής. Η Αριστερά, όταν μπαίνει στο κράτος, δεν μπαίνει σε άδειο δωμάτιο. Μπαίνει σε μηχανισμό με μνήμη, με συμφέροντα, με υπόγεια, με νόμους, με τράπεζες, με ΜΜΕ, με Ευρώπη, με αγορές. Η κυβέρνηση δεν είναι ακόμη εξουσία. Αυτό το έχει μάθει το 2015, με τον πιο βίαιο τρόπο.

Κι όμως, το μανιφέστο έχει δύναμη. Ειδικά όταν μιλά για την εργασία. «Η εργασία δεν εγγυάται πλέον αξιοπρεπές επίπεδο ζωής». Ο Α. το διαβάζει δύο φορές. Αυτό είναι το κέντρο. Όλα τα άλλα μπορούν να αναπτυχθούν γύρω από αυτή τη φράση. Αν εργάζεσαι και δεν ζεις, τότε το κοινωνικό συμβόλαιο έχει σπάσει. Αν ο μισθός δεν φτάνει για ενοίκιο, ρεύμα, τρόφιμα, υγεία, αξιοπρέπεια, τότε δεν έχουμε απλώς οικονομικό πρόβλημα. Έχουμε πολιτειακό πρόβλημα. Ο πολίτης γίνεται επιζών.

Και ο ίδιος τι είναι; Ένας δημόσιος εκπαιδευτικός, δηλαδή θεωρητικά κομμάτι μιας παλιάς μικροαστικής ασφάλειας. Κι όμως, στα 60 του, στο ενοίκιο, χωρίς περιουσία, με έναν μισθό που δεν του επιτρέπει ούτε απελπισία με άνεση, νιώθει πως ανήκει σε μια τάξη ανθρώπων που έχουν διαπαιδαγωγηθεί να αισθάνονται ευγνώμονες για την καθοδική τους κινητικότητα. Του λένε ότι είναι προνομιούχος επειδή έχει σταθερή δουλειά. Ίσως. Αλλά μια σταθερή δουλειά που δεν επιτρέπει σταθερή ζωή είναι απλώς πιο αργή μορφή ασφυξίας.

Έπειτα έρχεται η ανάλυση του παραγωγικού μοντέλου. Τουρισμός, real estate, ενοίκια, καφέ, μπαρ, εστιατόρια, υπηρεσίες, εξάρτηση, αποβιομηχάνιση, εγκατάλειψη της υπαίθρου. Ο Α. σκέφτεται ότι η Ελλάδα έχει καταντήσει χώρα που πουλάει την εικόνα της σε ανθρώπους που δεν θα ζήσουν ποτέ τις συνέπειες της αγοράς τους. Οι τουρίστες έρχονται, οι επενδυτές αγοράζουν, οι πλατφόρμες νοικιάζουν, οι κάτοικοι φεύγουν πιο μακριά από το κέντρο, οι νέοι μένουν με τους γονείς τους, και όλα αυτά ονομάζονται ανάπτυξη. Ανάπτυξη, σκέφτεται, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται όταν δεν θέλουμε να ρωτήσουμε ποιος αναπτύσσεται.

Η οικολογία στο μανιφέστο δεν είναι διακοσμητική. Αυτό τον εντυπωσιάζει. Δεν λέει απλώς «να προστατεύσουμε το περιβάλλον», αλλά ότι η οικολογική κρίση είναι το υλικό όριο της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής. Αυτό είναι σωστό. Δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος σε καμένη χώρα. Δεν υπάρχει ανάπτυξη σε ερημοποιημένη ύπαιθρο. Δεν υπάρχει εργασία σε πόλεις που γίνονται αφόρητες από ζέστη, ενοίκια και εξάντληση.

Το ίδιο και η Τεχνητή Νοημοσύνη. Το κείμενο τη βλέπει ως παραγωγικό πόρο και αγαθό δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι απλώς ως τεχνολογικό εργαλείο. Ο Α. το σκέφτεται ως φιλόλογος. Η γλώσσα, τα κείμενα, οι μεταφράσεις, η γνώση, η εκπαίδευση, η έρευνα, όλα όσα παράγονται συλλογικά επί αιώνες, γίνονται πρώτη ύλη για ιδιωτικά συστήματα που μετά πωλούνται πίσω στην κοινωνία. Σαν να σου παίρνουν τη βιβλιοθήκη και να σου νοικιάζουν το δικαίωμα να θυμάσαι.

Όταν τελειώνει την πρώτη ανάγνωση, είναι σχεδόν ενθουσιασμένος. Αλλά ο Α. είναι αρκετά μεγάλος για να μην εμπιστεύεται τον ενθουσιασμό του. Ξέρει ότι τα κείμενα μπορούν να είναι λαμπρά και η πολιτική τους μετάφραση θλιβερή. Ξέρει επίσης ότι το συγκεκριμένο μανιφέστο δεν θα κριθεί μόνο από την ποιότητα των εννοιών του, αλλά από το αν μπορεί να λειτουργήσει ως προγραμματικός προθάλαμος ενός νέου φορέα με κέντρο τον Τσίπρα. Όχι επειδή ο Α. το ανακαλύπτει τώρα, αλλά επειδή από την πρώτη στιγμή το διαβάζει με αυτό το ερώτημα να κάθεται δίπλα του σαν δεύτερος αναγνώστης.

Ανοίγει πάλι τις σημειώσεις. Κάνει την ανάλυση ψυχρά. Πού απευθύνεται αυτό το μανιφέστο; Ποιο είναι το ακροατήριό του;

Γράφει:
ΠΑΣΟΚ: 15%
ΣΥΡΙΖΑ: 5%
ΜέΡΑ25: 3,5%
Νέα Αριστερά: 1,5%
Στενός χώρος: περίπου 25%
Με Πλεύση: περίπου 34%
Με ΚΚΕ: θεωρητικά 42%, αλλά πολιτικά όχι ενιαίο.

Το συμπέρασμα τον πονά και τον ενθουσιάζει μαζί: το ακροατήριο υπάρχει, αλλά είναι διασπασμένο, δύσπιστο, πληγωμένο, ιδεολογικά ανομοιογενές. Υπάρχουν μισθωτοί, νέοι, ενοικιαστές, φθίνοντα μεσαία στρώματα, αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι, δικαιωματικά ακροατήρια, άνθρωποι της αποχής. Αλλά δεν υπάρχει ακόμη πολιτικό σπίτι.

Και ακριβώς επειδή το κείμενο έρχεται από τον χώρο που ήδη προετοιμάζει —ή τουλάχιστον δοκιμάζει— την ιδέα μιας νέας πολιτικής έκφρασης γύρω από τον Τσίπρα, ο Α. δεν χρειάζεται να ανακαλύψει το όνομα εκ των υστέρων. Το έχει εξαρχής μπροστά του. Το ερώτημα δεν είναι «ποιος μπορεί να το κάνει;». Το ερώτημα είναι πιο σκληρό: μπορεί αυτός που υπονοείται ως φορέας της ανασύνθεσης να την υπηρετήσει πραγματικά ή θα τη μικρύνει στα μέτρα της προσωπικής του επιστροφής;

Εδώ το μανιφέστο παύει να είναι απλώς κείμενο ιδεών και αρχίζει να μοιάζει με αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα κόμμα που δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί. Όχι ακόμη σπίτι, περισσότερο κάτοψη σπιτιού. Δωμάτια υπάρχουν: εργασία, δημοκρατία, οικολογία, Τεχνητή Νοημοσύνη, κοινωνικό κράτος, νεολαία, στέγη, Δικαιοσύνη. Υπάρχει ακόμη και η επιγραφή στην είσοδο: «Κυβερνώσα Αριστερά». Το ζήτημα είναι αν ο πιθανός ένοικος θα φέρει μαζί του νέα ζωή ή παλιά έπιπλα.

Ο Α. δεν ενδιαφέρεται για επαναλήψεις με αλλαγμένο λογότυπο. Αν κάτι τέτοιο γεννηθεί, σκέφτεται, δεν μπορεί να είναι ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ με πιο προσεκτική γραμματοσειρά. Πρέπει να είναι κάτι άλλο: μια προσπάθεια να μετασχηματιστεί η διαλυμένη προοδευτική γεωγραφία σε φορέα εξουσίας. Να πάρει από τη σοσιαλδημοκρατία την ικανότητα διακυβέρνησης, από τη ριζοσπαστική Αριστερά τη σύγκρουση με τις ανισότητες, από την οικολογία την αίσθηση των υλικών ορίων, και από την κοινωνία την οργή που σήμερα σκορπίζεται σε αποχή, Πλεύση, ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ, μικρά κόμματα και σιωπηλή αηδία.

Αλλά ο Τσίπρας είναι για εκείνον μορφή αντιφατική. Νίκησε τη Δεξιά, αλλά τελικά υποχώρησε. Αν επιστρέψει, φέρνει μαζί του και τη δυνατότητα και το τραύμα. Και, όπως έχει διακηρύξει πρόσφατα ο ίδιος, και την κανονικότητα. Είχε κοντέψει να πνιγεί με τον καφέ ο Α. όταν τον άκουσε να το λέει.  Άντε καλά από τον Μητσοτάκη, είναι σαν να ακούς μετεωρολόγο να λέει «τοπικές νεφώσεις». Από τον Τσίπρα όμως; Είναι σαν να βλέπεις τον Τσε Γκεβάρα να διαφημίζει κόκα κόλα. Ο Α. δεν ξέρει αν πρόκειται για ωρίμανση, ρεαλισμό ή πολιτική αλλαγή παπουτσιών.

«Τέλος πάντων» μουρμουρίζει στον  εαυτό του και συνεχίζει.

Αν το κόμμα Τσίπρα μείνει στο 8%-12%, είναι σημαντικό αλλά όχι καθοριστικό. Αν πάει στο 12%-16%, αλλάζει τον χάρτη της αντιπολίτευσης. Πιέζει το ΠΑΣΟΚ, απορροφά τον ΣΥΡΙΖΑ, απειλεί μικρότερα αριστερά σχήματα, μπορεί να πάρει λίγο από Πλεύση και αποχή. Αλλά δεν αλλάζει ακόμη την κυβέρνηση. Αν φτάνει 18%-22%, τότε γίνεται πραγματικός πόλος. Αλλά ακόμη κι εκεί, αν η ΝΔ μένει πρώτη, το εκλογικό μπόνους τη διατηρεί στο κέντρο.

Γράφει στο τετράδιό του: «Με Τσίπρα 12%-16%, αλλάζει ο χάρτης της αντιπολίτευσης. Δεν αλλάζει κατ’ ανάγκην η κυβέρνηση.»

Μένει να κοιτάζει τη φράση. Είναι σχεδόν αβάσταχτη. Γιατί σημαίνει ότι το μανιφέστο μπορεί να είναι σωστό, ο Τσίπρας μπορεί να επιστρέφει, ο προοδευτικός χώρος μπορεί να κινείται, και παρ’ όλα αυτά η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη να παραμένει πολύ πιθανή.

Αυτό είναι το βαθύτερο πολιτικό του συμπέρασμα: η ΝΔ δεν κυβερνά μόνο επειδή έχει δύναμη. Κυβερνά επειδή οι αντίπαλοί της δεν έχουν ακόμη μορφή. Η κοινωνική δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά δεν έχει ενιαία διεύθυνση. Η αποχή είναι τεράστια, αλλά δεν είναι κόμμα. Η οργή για τα Τέμπη, την ακρίβεια, τη στέγη, τη διαφθορά, την υγεία, την παιδεία υπάρχει, αλλά δεν έχει μετατραπεί σε αξιόπιστη πρόταση εξουσίας. Η Δεξιά μπορεί να φθείρεται και να κερδίζει. Αυτή είναι η τέχνη της ηγεμονίας.

Το βράδυ, ο Α. κλείνει τα φώτα και μένει στο ημίφως του γραφείου. Έξω ακούγεται ένα μηχανάκι διανομής. Σκέφτεται τον νέο που το οδηγεί. Ίσως φοιτητής, ίσως πατέρας, ίσως τίποτα από τα δύο, απλώς ένας άνθρωπος που τρέχει μέσα στη νύχτα για να φτάσει ένα γεύμα σε κάποιον που έχει την πολυτέλεια να μη βγει από το σπίτι. Σκέφτεται τους μαθητές του. Τους καλύτερους, τους πιο αδιάφορους, τους πιο θυμωμένους, αυτούς που ήδη ξέρουν ότι η χώρα τους δεν τους υπολογίζει παρά μόνο ως μελλοντικούς υπαλλήλους, πελάτες ή μετανάστες.

Ξανανοίγει το dimoskopiseis.gr. Ξέρει ότι δεν πρέπει. Το κάνει. Οι μπάρες εμφανίζονται πάλι. Η ΝΔ πρώτη.

Δεν εκπλήσσεται. Αυτή τη φορά όμως δεν νιώθει μόνο τρόμο. Νιώθει και κάτι άλλο, μικρό αλλά επίμονο. Όχι ελπίδα ακριβώς. Η ελπίδα είναι μεγάλη λέξη και ο Α. έχει δει πολλές μεγάλες λέξεις να μικραίνουν στην πράξη. Ίσως είναι καθήκον. Ίσως είναι πείσμα. Ίσως είναι η παλιά ρουσσωική πεποίθηση ότι καμία κοινωνία δεν είναι δημοκρατική όταν οι πολλοί μαθαίνουν να ζουν σαν να μη δικαιούνται τίποτα καλύτερο.

Παίρνει το τετράδιο και γράφει:

 «Το μανιφέστο δείχνει τον δρόμο. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον εφιάλτη. Η τρίτη τετραετία είναι ακόμη πολύ πιθανή. Αλλά το πιθανό δεν είναι αναπόφευκτο. Το αναπόφευκτο είναι απλώς το πιθανό όταν κανείς δεν οργανώνεται εναντίον του.»

Α.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Αναταραχή τότε, κανονικότητα τώρα – ο Τσίπρας και η επιστροφή του εκκρεμούς

 Ομολογώ ότι ο θαυμασμός μου για το Παιδί Αλεξίπτωτο, καθώς αυτό εξελίσσεται σε Μεσήλικα Αλεξίπτωτο, μεγαλώνει. Κι η αγωνία μου για το ‘’ Τί θά κάνουμε χωρίς ΠαιδίΑλεξίπτωτο;’’ αποδεικνύεται υπερβολική, αν όχι άκυρη.


Ιούλιος 2016: ‘’Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’
Το αεροπλάνο επιστρέφει από το Πεκίνο και μαζί του επιστρέφει κι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Ο  πρωθυπουργός Τσίπρας δεν φέρνει μόνο συμφωνίες και επενδύσεις αλλά και μια φράση, ιερή στην επαναστατική φιλολογία, σχεδόν σαν φυλαχτό: ‘’Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’.

Δεν την λέει για να περιγράψει την πραγματικότητα. Την λέει για να την αλλάξει. Για να την ξαναβαφτίσει. Γιατί εκείνη τη στιγμή η χώρα είναι κουρασμένη, πιεσμένη, μπλεγμένη σε διαπραγματεύσεις και αβεβαιότητες, κι όμως εκείνος επιλέγει να τη δει αλλιώς: όχι ως κρίση, αλλά ως κίνηση. Η αναταραχή δεν τον τρομάζει, τον κρατά. Είναι το στοιχείο του, όπως ο αέρας για τον αλεξιπτωτιστή: μέσα της κινείται και αναπνέει.

Η πίεση γίνεται εργαλείο, η σύγκρουση ταυτότητα, η αβεβαιότητα αφήγημα. Η χώρα μοιάζει με κάτι που δεν έχει τελειώσει ακόμη· τίποτα δεν σταθεροποιείται, αλλά όλα παραμένουν ανοιχτά, κι αυτό τότε μοιάζει αρκετό. Ο Τσίπρας δεν δίνει απαντήσεις, κρατά τα πράγματα σε εκκρεμότητα, ένα διαρκές ‘’θα δούμε’’ που αφήνει χώρο για τα πάντα, μέχρι που η αναταραχή, σιγά-σιγά, παύει να είναι υπόσχεση και αρχίζει να γίνεται απλώς… κούραση.

Απρίλιος 2026: ‘’ Επιστρέφω για να επιστρέψει στη χώρα η σταθερότητα και η κανονικότητα’’
Δέκα χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος επιστρέφει, αλλά αυτή τη φορά δεν φέρνει μαζί του ούτε δράκους ούτε Μάο. Φέρνει κάτι βγαλμένο από το ντουλάπι της Δεξιάς: κανονικότητα. Και το κάνει στους Δελφούς — γιατί αν είναι να αλλάξεις αφήγημα, καλό είναι να έχεις και λίγη νεοφιλελεύθερη μεταφυσική υποστήριξη. ‘’Επιστρέφω για να επιστρέψει η σταθερότητα και η κανονικότητα’’, λέει, και για μια στιγμή μένει ένα μικρό κενό στον αέρα, σαν να ψάχνει η ίδια η φράση να θυμηθεί πού την έχουμε ξανακούσει.

 Γιατί στο ενδιάμεσο, 2019–2026, συνέβη κάτι απλό: η κανονικότητα εφαρμόστηκε. Όχι ως ιδέα, αλλά ως πρόγραμμα. Με δείκτες, πίνακες, επιδοτήσεις, επενδυτικές βαθμίδες και μια γενική αίσθηση ότι ‘’η χώρα πάει καλά’’, αρκεί να μη ρωτάς πολύ πώς πάει εσύ. Η σταθερότητα εγκαταστάθηκε σαν έπιπλο: βαρύ, χρήσιμο, αλλά πάντα κάπως ‘’τσόντα’’ στο σαλόνι. Οι κρίσεις ήρθαν η μία μετά την άλλη —πανδημία, ενέργεια, φωτιές, πλημμύρες, πόλεμοι— αλλά αντί για «θαυμάσια κατάσταση» βαφτίστηκαν «διαχείριση». Δηλαδή: μην ανησυχείτε, το χάος είναι υπό έλεγχο.

 Και κάπου εκεί, η αναταραχή του 2016 άρχισε να μοιάζει με παλιά φωτογραφία: λίγο ρομαντική, λίγο θολή, λίγο επικίνδυνη αν τη δεις για πολλή ώρα. Η κοινωνία κουράστηκε να είναι σε «εν εξελίξει» κατάσταση. Ήθελε κάτι να μην κινείται. Έστω κάτι μικρό. Έστω τον λογαριασμό του ρεύματος — αν και αυτός είχε άλλα σχέδια.

 Έτσι, το 2026, ο Τσίπρας επιστρέφει σαν άνθρωπος που έφυγε από πάρτι και γύρισε για να καθαρίσει και να μαζέψει τα σπασμένα. Δεν μιλά για αναταραχή αλλά για τάξη. Δεν υπόσχεται άνοιγμα αλλά σταθεροποίηση. Και το πιο ωραίο; Δεν αναιρεί το παρελθόν του. Το χρησιμοποιεί. Γιατί τώρα μπορεί να πει, χωρίς να το πει: «ξέρω τι σημαίνει χάος — το έχω ζήσει»

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το εκκρεμές. Το 2016 στο ένα άκρο: ένταση, ρήξη, «θα δούμε». Το 2026 στο άλλο: ισορροπία, διαχείριση, «να τελειώνουμε». Και ο ίδιος άνθρωπος να πηγαίνει από τη μία πλευρά στην άλλη χωρίς να σπάει, απλώς αλλάζοντας ρυθμό.

Το ερώτημα δεν είναι αν άλλαξε. Το ερώτημα είναι αν κατάλαβε κάτι ή απλώς περίμενε να κουραστούμε όλοι αρκετά ώστε η κανονικότητα να ακούγεται σαν επανάσταση. Γιατί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2020, η μεγαλύτερη πολιτική καινοτομία δεν είναι να υποσχεθείς το καινούργιο.

Είναι να υποσχεθεί ότι δεν θα συμβεί τίποτα.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Το κόστος εξηγείται, το κέρδος συμβαίνει

 Πρωί πρωί, πριν βγω για ψώνια, έπεσα σε ένα ποστ. Αποσπάσματα από συνέδριο: δηλώσεις, λόγια καθαρά και τακτοποιημένα. 



Ο πρόεδρος του ΣΕΒ μιλούσε για καχυποψία. Ότι το κράτος αντιμετωπίζει τις επιχειρήσεις σαν ύποπτες. Συνέχισε λέγοντας ότι δημιουργείται ένα πλαίσιο δυσπιστίας. Ότι οι επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως εν δυνάμει εκμεταλλευτές και τα παρόμοια. Και κάπου εκεί μου ήρθε μια σκέψη, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη αλλά αρκετά ειλικρινής: η αγορά δεν χρειάζεται πρόθεση για να σε εκμεταλλευτεί. Το αποτέλεσμα είναι ήδη μέσα στον τρόπο που λειτουργεί.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ μιλούσε για «εκ προοιμίου ενοχή». Η φράση είχε κάτι σχεδόν λογοτεχνικό. Σαν να βρισκόμαστε όλοι σε ένα μυθιστόρημα όπου το έγκλημα είναι γνωστό αλλά ο δράστης παραμένει αφηρημένος. Γιατί αν το δεις ψυχρά, κανείς δεν λέει «ανεβάζω τιμές». Λέει κάτι πιο κομψό: «προσαρμόζω περιθώρια». Το περιθώριο — αυτή η μικρή λέξη που δεν φαίνεται πουθενά αλλά εμφανίζεται πάντα στο τέλος.

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ —ή τουλάχιστον το απόσπασμά του μέσα στο ποστ— έλεγε ότι το πλαφόν «τιμωρεί το κέρδος». Εκεί γέλασα λίγο. Γιατί για να τιμωρηθεί κάτι, πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο. Και για να θεωρηθεί υπεύθυνο, πρέπει να πάψει να είναι φυσικό. Και να μην αρκεί το ότι δεν είναι νόμιμο.

Στα
σχόλια, κάποιος έγραφε για το κόστος. Για τα logistics. Για τις εισαγόμενες πρώτες ύλες. Ήταν σωστός. Η τιμή δεν γεννιέται στο ράφι. Έρχεται από μακριά. Από πλοία, από καύσιμα, από κόσμους που δεν βλέπεις. Αλλά το ενδιαφέρον είναι αλλού: στο ότι το κόστος πάντα εξηγείται, ενώ το κέρδος δεν λέει ποτέ από πού έρχεται.

Με αυτά στο μυαλό, βγήκα σαββατιάτικα από το σπίτι σαν καλός και συνειδητοποιημένος καταναλωτής. 

Γύρισα σπίτι με τρεις σακούλες, ένα σακουλάκι από το φαρμακείο και ένα ρεζερβουάρ γεμάτο βενζίνη και υπαρξιακά ερωτήματα. Δεν μπορώ να πω ότι με έκλεψαν. Θα ήταν άδικο. Το πορτοφόλι μου άδειασε με έναν τρόπο σχεδόν ευγενικό. Κανείς δεν με πίεσε. Κανείς δεν φώναξε. Με κοίταξαν στα μάτια, μου έδωσαν απόδειξη και με άφησαν να φύγω με την αξιοπρέπειά μου άθικτη. Ένιωσα σαν να είχα βιώσει κάποια τελετουργία μετάβασης από την κατανάλωση σε ένα λογιστικό μυστήριο.

Το σούπερ μάρκετ πήγε καλά. Με την έννοια ότι δεν λιποθύμησα. Έκανα εκείνη τη μικρή διαδρομή ανάμεσα στα ράφια που μοιάζει με κοινωνικό πείραμα: μπαίνεις ως καταναλωτής και βγαίνεις ως λογιστής. Στο τυρί, που είναι αδυναμία μου, στάθηκα λίγο παραπάνω. Διάβαζα τιμές όπως διαβάζει κανείς ποίηση σε δύσκολη περίοδο: αργά, με καχυποψία, ψάχνοντας νόημα εκεί που ξέρεις ότι δεν υπάρχει

.Στο φαρμακείο, τα πράγματα ήταν πιο απλά. Εκεί δεν συγκρίνεις. Υποκύπτεις. Πλήρωσα κοιτώντας τον φαρμακοποιό που χαμογελούσε με εκείνη τη συμπάθεια που έχουν οι άνθρωποι που ξέρουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.

Στο βενζινάδικο, ο μετρητής έγραφε ευρώ αγόρταγα. Με τη βεβαιότητα που έχουν τα πράγματα που δεν αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Τον κοιτούσα και μου ήρθε η λέξη αχόρταγος. Όχι ως χαρακτηρισμός αλλά ως κατάσταση. Μια πείνα χωρίς σώμα. Δίνεις, παίρνει. Ξαναδίνεις, συνεχίζει. Όχι γιατί χρειάζεται αλλά γιατί έτσι λειτουργεί. Πριν φτάσω στο ποσό που δεν ήθελα να δω, κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι δεν πληρώνω μόνο καύσιμο. Συμμετέχω. Σε κάτι που δεν χορταίνει, δεν τελειώνει, δεν εξηγείται. Μόνο επαναλαμβάνεται.

Και κάπου εκεί, με τις σακούλες στο πάτωμα και την απόδειξη στο χέρι, θυμήθηκα το ποστ. Τα προϊόντα ήταν εκεί. Αθώα. Δεν ήξεραν τίποτα για πλαφόν, για συνέδρια, για πολιτική οικονομία. Ήταν απλώς πράγματα. Με τιμές που είχαν ήδη αποφασιστεί αλλού.

Και τότε σκέφτηκα ότι το πρόβλημα με το πλαφόν δεν είναι ότι περιορίζει το κέρδος. Είναι ότι, για μια στιγμή, αποκαλύπτει ότι το κέρδος μπορεί να περιοριστεί. Και αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί αν μπορεί να περιοριστεί, τότε δεν είναι φυσικό. Και αν δεν είναι φυσικό, τότε κάποιος το καθορίζει. Και αν κάποιος το καθορίζει, τότε  κάποιος άλλος το πληρώνει.

Κοίταξα ξανά την απόδειξη. Δεν είχε χιούμορ. Αλλά είχε ακρίβεια.




Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Θεοκρατίες σε πόλεμο (2)

 Πριν λίγους μήνες έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «Θεοκρατίες σε πόλεμο». Το έγραψα γιατί δεν άντεχα άλλο το θέατρο: το μόνιμο αφήγημα περί «δημοκρατικών κοινωνιών» που πολεμούν μια «θεοκρατία», λες και το πρόβλημα της εποχής είναι απλώς ένα λάθος καθεστώς σε ένα λάθος μέρος. Το δίπολο ήταν καθαρό, υπερβολικά καθαρό. Και ακριβώς γι’ αυτό με έκανε να δυσπιστώ. Οι ιστορίες που είναι τόσο καθαρές συνήθως δεν είναι αλήθεια· είναι εργαλείο..


Έγραψα λοιπόν ότι δεν έχουμε ένα σκιάχτρο απέναντι σε έναν άγγελο. Έχουμε μορφές ιεροποίησης που συγκρούονται—και η σύγκρουση δεν γίνεται μόνο για σύνορα και βάσεις, αλλά για το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει σαν να κρατάει το μέτρο του κόσμου. Οι ΗΠΑ—με το In God We Trust να κυκλοφορεί σε κάθε συναλλαγή σαν αόρατο ευχολόγιο, με το «God bless America» να κλείνει ομιλίες σαν τελετουργικό κλείδωμα του νοήματος. Το Ισραήλ—με τη θρησκευτική νομοθεσία να παρεμβαίνει σε ό,τι λέγεται ιδιωτικό και με την ιθαγένεια να αποκτά βάρος που δεν είναι μόνο νομικό αλλά σχεδόν μεταφυσικό. Και από την άλλη το Ιράν—θεοκρατικό, ναι, αυταρχικό, ναι, αλλά όχι το καρτούν που βολεύει. Όχι το μπουντρούμι χωρίς παράθυρα. Ένα κράτος με θεσμούς, με εσωτερικές τριβές, με κοινωνία που αναπνέει, με μορφές δημιουργίας και τεχνογνωσίας που δεν χωράνε στην εύκολη λέξη «μεσαίωνας».

Το έγραψα αυτό και, για λίγες ώρες, ένιωσα πως τακτοποίησα κάτι μέσα μου. Σαν να έβαλα μια καρφίτσα σε έναν χάρτη και να είπα: εδώ είναι το ψέμα. Αλλά το ψέμα δεν μένει στη θέση του. Γλιστράει. Και το πιο ύπουλο είναι ότι, ακόμη κι όταν το αναγνωρίζεις, δεν σταματά να δουλεύει. Συνεχίζει να δικαιολογεί. Συνεχίζει να ντύνει την ισχύ με ύφος αρετής.

Κι ύστερα έρχεται η δική μας πλευρά της ιστορίας—η πλευρά που δεν εμφανίζεται στις μεγάλες αναλύσεις γιατί είναι υπερβολικά κοινή. Εμείς εδώ, στο κάτω άκρο της Ευρώπης, δεν έχουμε την πολυτέλεια της καθαρής ιδεολογίας. Ζούμε από τις ρωγμές. Από εισαγωγές, από καύσιμα, από ροές που περνούν μακριά μας. Ένα στενό που κλείνει, ένα λιμάνι που γίνεται στόχος, ένα ασφάλιστρο που εκτοξεύεται—και ξαφνικά το κόστος εμφανίζεται στο τραπέζι σου σαν συγγενής που δεν τον κάλεσες αλλά ξέρει ήδη πού είναι τα ποτήρια. Δεν χρειάζεται να σου εξηγήσει πολλά. Αρκεί να καθίσει.

Τότε ακούς τη λέξη «αποτροπή» και, αντί για στρατηγικές, σκέφτεσαι το ράφι με το λάδι. Ακούς «ασφάλεια» και σκέφτεσαι τον λογαριασμό του ρεύματος. Η γεωπολιτική εδώ δεν είναι χάρτης· είναι συνήθεια. Είναι το μόνιμο σφίξιμο στο στομάχι όταν οι λέξεις «κλιμάκωση» και «ναυτιλία» μπαίνουν στην ίδια πρόταση.

Και δεν μπορώ να πω πως είμαι μόνο θεατής. Το κοιτάω κι από μια άλλη, άχαρη γωνία: είναι και η δουλειά μου. Μετράω, συγκρίνω, προσπαθώ να μεταφράσω τον φόβο σε αριθμούς, να χωρέσω το χάος σε διαγράμματα, να κάνω την αβεβαιότητα κάτι που μπορείς να συζητήσεις χωρίς να ουρλιάξεις. Καμιά φορά, όταν δουλεύω αργά τη νύχτα, νιώθω σαν να φτιάχνω αποδείξεις για ένα δικαστήριο που δεν θα γίνει ποτέ. Σαν να προσπαθώ να πείσω κάποιον που δεν θα εμφανιστεί: κοιτάξτε, αυτό είναι προβλέψιμο, αυτό είναι μηχανικό, αυτό είναι αποτέλεσμα. Μα μετά θυμάμαι ότι οι μηχανισμοί δεν αρκούν. Γιατί η πολιτική δεν είναι πάντα μαθηματικά. Είναι και πίστη. Πίστη όχι στον Θεό, αλλά στην εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.

Ο πόλεμος, ειδικά όταν ακουμπάει ενέργεια και θαλάσσιες ροές, είναι ένας τρόπος να αλλάξεις την οικονομία χωρίς να αλλάξεις νόμο. Ένας τρόπος να αυξήσεις τις τιμές χωρίς να το ψηφίσεις. Κι ύστερα υπάρχει το δολάριο, αυτό το παγκόσμιο νευρικό σύστημα. Όταν φοβάται ο κόσμος, μαζεύεται γύρω του σαν να μαζεύεται γύρω από φωτιά. Και τότε η φωτιά καίει αλλού. Η ρευστότητα γίνεται έλλειψη, η έλλειψη γίνεται πανικός, ο πανικός γίνεται επιτόκιο, κι εσύ εδώ το νιώθεις όχι σαν διάγραμμα αλλά σαν πρόσωπο—σαν το πρόσωπο ενός ανθρώπου που έχει αρχίσει να υπολογίζει τη ζωή του με μικρότερες κινήσεις.

Αυτό φαίνεται και στον τρόπο που μιλούν οι άνθρωποι. Οι κουβέντες γίνονται πιο κοφτές. Οι φίλοι που κάποτε έλεγαν «άσε με μ’ αυτά» αρχίζουν να διαλέγουν πλευρές. Η λέξη «στρατόπεδο» επιστρέφει χωρίς να λέγεται. Κι εγώ σκέφτομαι κάτι που πάντα με τρόμαζε: δεν χρειάζεται να είσαι φανατικός για να γίνεις φανατικός. Αρκεί να φοβηθείς αρκετά. Αρκεί να νιώσεις ότι αν δεν ανήκεις κάπου θα μείνεις ακάλυπτος.

Κι εδώ ξαναγυρνάω στο ίδιο σημείο: αυτό που με εξοργίζει δεν είναι μόνο η βία. Είναι η μεταμφίεσή της. Η βία που ντύνεται «ηθική». Η ισχύς που ιεροποιείται. Το έχω δει να δουλεύει παντού: όταν ο ένας λέει «ορθολογισμός» και ο άλλος λέει «πίστη», στην ουσία και οι δύο λένε «δίκιο μου». Μόνο που το δίκιο μου, όταν γίνεται ιερό, δεν χρειάζεται απόδειξη. Και τότε η διαφωνία δεν είναι διαφωνία· είναι ύβρις. Η διόρθωση δεν είναι διόρθωση· είναι προδοσία. Έτσι κατασκευάζεις θεοκρατία χωρίς να χρειάζεσαι ράσα. Αρκεί να έχεις γλώσσα.

Σ’ εκείνο το κείμενο είχα αστειευτεί και τους είχα πει «κοκκαλοθεοκράτες». Το έγραψα για να αντέξω την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια είναι άβολη: ότι πολλοί από αυτούς που μιλούν για δημοκρατία μιλούν στην πραγματικότητα για τη δική τους θρησκεία της ισχύος. Μια θρησκεία χωρίς ναούς, αλλά με βάσεις, ομόλογα, δορυφόρους, αρμάδες και δελτία. Μια θρησκεία που ιεροποιεί τον εαυτό της ως κοσμική και γι’ αυτό δεν δέχεται την κατηγορία της πίστης. Οι άλλοι πιστεύουν—εμείς ξέρουμε, λένε. Κι αυτή ακριβώς η βεβαιότητα είναι το πιο θεοκρατικό πράγμα πάνω τους.

Το Ιράν δεν είναι άγιο. Ούτε το Ισραήλ. Ούτε οι ΗΠΑ. Αλλά το παιχνίδι δεν παίζεται για το ποιος είναι άγιος. Παίζεται για το ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζεται άγιος. Κι όταν έχεις αυτό το δικαίωμα, μπορείς να δικαιολογήσεις σχεδόν τα πάντα: κυρώσεις που πνίγουν, δολοφονίες που βαφτίζονται «αποτροπή», κυβερνοπόλεμο που βαφτίζεται «ασφάλεια», εισβολές που βαφτίζονται «ελευθερία». Η λέξη αλλάζει και η πράξη μένει ίδια. Μόνο που η πράξη, όταν επιστρέφει ως κόστος, δεν έχει λέξεις να τη σκεπάσουν.

Στην Ελλάδα έχουμε μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε αυτά, όχι επειδή είμαστε σοφότεροι, αλλά επειδή έχουμε τραυματιστεί. Έχουμε ζήσει το πώς μια γλώσσα «αναγκαιότητας» μπορεί να γίνει μαστίγιο. Έχουμε δει πώς οι αριθμοί μετατρέπονται σε ηθική, πώς οι αποφάσεις βαφτίζονται «μονόδρομος». Γι’ αυτό, όταν ακούω τώρα πάλι τα μεγάλα αφηγήματα, νιώθω μια παλιά ναυτία. Ξέρω ότι πίσω τους υπάρχει πάντα ένας λογαριασμός, κι αυτός ο λογαριασμός δεν πάει ποτέ στους ίδιους. Πάει στους ανθρώπους που μετράνε τη ζωή τους σε μικρές πληρωμές και σε μικρές αναβολές.

Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι ο πιο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι ο πόλεμος καθαυτός, αλλά η κανονικοποίηση. Το να συνηθίσουμε ότι οι πόλεμοι είναι φυσιολογικοί, ότι οι τιμές είναι «νέα πραγματικότητα», ότι η δημοκρατία είναι ένα λογότυπο, ότι οι θεοκρατίες υπάρχουν παντού αρκεί να αλλάξεις ένδυμα. Το να μάθουμε να ζούμε μέσα σε ένα μόνιμο «όλα αυτά είναι έτσι».
Κι όμως, κάποια νύχτα, όταν το κινητό σβήνει και μένουν μόνο τα μικρά λαμπάκια να αναβοσβήνουν, υπάρχει μια ανάσα. Σκέφτομαι ότι η ιστορία, όσο κι αν την οδηγούν οι μεγάλοι, δεν είναι ποτέ πλήρως δική τους. Ότι υπάρχει ένα μικρό περιθώριο: η άρνηση να καταπιείς το ψέμα. Η απαίτηση για καθαρή γλώσσα. Η επιμονή να θυμάσαι ποιος πληρώνει το κόστος. Αν δεν μπορώ να σταματήσω τους πολέμους, μπορώ τουλάχιστον να αρνηθώ την τελετουργία της ιεροποίησης.

Να πω: δεν πιστεύω το στόρι  σας.





Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ιδιοκτήτορες και Ενοικιοπάροικοι: Ένα 24ωρο

 Ξύπνημα
Ο Στέφανος ξύπνησε πριν ακουστεί ο ήχος. Το ρολόι στο χέρι του δονήθηκε ανεπαίσθητα, σαν υπενθύμιση. Άνοιξε τα μάτια και, για λίγα δευτερόλεπτα, έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας το ταβάνι. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο ήταν ακριβώς όσο έπρεπε. Σταθερή. Το σώμα του δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί.
Σηκώθηκε και περπάτησε ξυπόλυτος μέχρι την κουζίνα. Η μηχανή του καφέ άναψε μόνη της. Ο πρώτος espresso της ημέρας είχε πάντα την ίδια γεύση, την ίδια πυκνότητα. Κάποια στιγμή, σχεδόν από συνήθεια, πήρε το κινητό και άνοιξε την εφαρμογή. Οι αριθμοί ήταν εκεί. Τα μισθώματα είχαν μπει. Όχι όλα την ίδια ώρα, αλλά όλα εγκαίρως. Κοίταξε για λίγο την οθόνη χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Ήταν απλώς επιβεβαίωση. Ένα σημάδι ότι ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί όπως τον περίμενε.
Σε ένα άλλο παράθυρο διάβασε έναν τίτλο για την αγορά ακινήτων. Ποσοστά, αυξήσεις, λέξεις που δεν τον τρόμαζαν. Χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. Δεν ένιωσε χαρά. Ένιωσε συνέπεια. Το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί με έναν αριθμό στο μυαλό του και ξύπνησε με έναν ελαφρώς μεγαλύτερο. Δεν είχε κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κι όμως, είχε συμβεί.

Ο Μάνος ξύπνησε από έναν ήχο που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το κεφάλι του. Χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι ήταν κομπρεσέρ. Κάπου κοντά. Μπορεί και δίπλα. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και κρύο. Έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Το σώμα του άργησε να συμφωνήσει με την ώρα.
Σηκώθηκε και άνοιξε το αιρκοντίσιον. Το άφησε ανοιχτό όσο έπλενε το πρόσωπό του. Όχι παραπάνω. Ο λογαριασμός του προηγούμενου μήνα ήταν ακόμα νωπός στη μνήμη του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα μάτια του έδειχναν πιο κουρασμένα απ’ όσο θυμόταν.Καθώς ντυνόταν, οι σκέψεις άρχισαν να μπαίνουν σε σειρά, σαν κουτάκια. Κοινόχρηστα. Υπόλοιπο. Ημερομηνίες. Έκανε έναν γρήγορο υπολογισμό, χωρίς χαρτί, χωρίς αριθμομηχανή. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Αν κάτι πήγαινε στραβά, δεν υπήρχε χώρος. Ούτε χρόνος.


Μετακίνηση και Καφές
Ο Στέφανος μπήκε στο αυτοκίνητο και περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα με εκείνον τον πνιχτό, καθησυχαστικό ήχο. Η λεωφόρος ήταν ήδη πνιγμένη στην κίνηση, αλλά δεν τον ενοχλούσε. Είχε κι αυτή τον ρυθμό της. Έβαλε ένα podcast και άφησε τη φωνή να γεμίσει το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Μιλούσαν για αγορές, για κύκλους, για ευκαιρίες που εμφανίζονται εκεί όπου άλλοι βλέπουν κρίση. Δεν άκουγε κάθε λέξη. Αρκούσε ο τόνος.
Σταμάτησε σε ένα φανάρι και κοίταξε μπροστά. Τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν μια γραμμή που δεν φαινόταν να τελειώνει. Δεν βιαζόταν. Ήξερε ότι θα φτάσει. Όταν είδε το κατάστημα στη γωνία, έστριψε χωρίς να το σκεφτεί. Παρήγγειλε καφέ και ένα σάντουιτς. Ο υπάλληλος χαμογέλασε μηχανικά. Ο Στέφανος πλήρωσε και κοίταξε για μια στιγμή την απόδειξη πριν τη ρίξει στο καλάθι των αχρήστων.
Καθώς έπινε τον καφέ στο αυτοκίνητο, σκέφτηκε ότι τα πράγματα είχαν ακριβύνει. Όχι με ανησυχία· περισσότερο σαν παρατήρηση. Σαν κάτι που διαβάζεις στον καιρό. Αν είχε μετοχές σε εταιρείες τροφίμων, ίσως να ήταν και καλό νέο. Έβαλε μπρος και ξαναμπήκε στην κίνηση, αφήνοντας πίσω το κατάστημα, την απόδειξη και τις σκέψεις για την ακρίβεια.

Ο Μάνος στεκόταν όρθιος στο τρόλεϊ, κρατώντας μια χειρολαβή που γυάλιζε από τη χρήση. Το μηχανάκι του έμενε παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι. Τα λάστιχα είχαν σχεδόν λιώσει, αλλά θα άντεχαν λίγο ακόμα. Τα κρατούσε για ώρα ανάγκης. Γύρω του, σώματα κολλημένα το ένα στο άλλο, βλέμματα χαμηλωμένα. Κανείς δεν μιλούσε, εκτός από μια γυναίκα λίγο πιο πέρα.
«Δεν βγαίνω, Χριστίνα μου», έλεγε στο τηλέφωνο. «Σου λέω, δεν βγαίνω. Μου ζήτησε αύξηση πενήντα ευρώ»
Ο Μάνος ένιωσε ένα ρίγος να του ανεβαίνει στη σπονδυλική στήλη. Δεν ήταν τα πενήντα ευρώ. Ήταν η φράση. Την είχε ακούσει κι άλλες φορές, από άλλους, σε άλλα μέσα. Πάντα με τον ίδιο τόνο. Σαν αναγγελία.
Όταν έφτασε στο γραφείο, άφησε το μπουφάν στην καρέκλα και πήγε στο κυλικείο. Πήρε έναν καφέ. Πλήρωσε και, για μια στιγμή, έμεινε να κοιτάζει το ποτήρι. Θυμήθηκε πόσο έκανε πέρυσι. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Η διαφορά ήταν μικρή, αλλά σταθερή. Την ένιωσε σαν βάρος στο χέρι του. Σκέφτηκε μια λέξη που δεν θα έλεγε ποτέ φωναχτά και ήπιε την πρώτη γουλιά.

Παραγωγικότητα και Κέρδος
Ο Στέφανος δεν έλεγε ποτέ ότι πάει στη δουλειά. Έλεγε ότι έχει ραντεβού. Το ραντεβού εκείνο το πρωί ήταν σε ένα γραφείο στον τρίτο όροφο, με θέα σε έναν δρόμο που έμοιαζε πάντα ίδιος. Σαν την οθόνη του φοροτεχνικού. Στον δρόμο άλλαζαν οι περαστικοί και τα οχήματα· στην οθόνη οι αριθμοί. Τα άλλα ίδια.
Ο φοροτεχνικός τον υποδέχτηκε χαμογελαστός, σαν να είχαν ήδη συμφωνήσει σε όλα. Κάθισαν απέναντι, με έναν φάκελο ανοιχτό ανάμεσά τους. Ο λογιστής μιλούσε ήρεμα, με λέξεις που έμοιαζαν ακίνδυνες. Δομές. Εταιρικά σχήματα. Προβλέψεις. Ο Στέφανος άκουγε χωρίς να κρατά σημειώσεις. Δεν χρειαζόταν. Ό,τι λεγόταν εκεί μέσα δεν χρειαζόταν να αποδειχθεί. Είχε ειπωθεί πολλές φορές στο παρελθόν, με άλλα νούμερα και τα ίδια χαμόγελα.
Κάποια στιγμή άκουσε τη φράση «τα νέα είναι καλά». Την είχε ακούσει πολλές φορές στο ίδιο δωμάτιο. Ήταν πάντα η ίδια φράση, ειπωμένη με ελαφρώς διαφορετικό τόνο. Το τεκμαρτό δεν τον έπιανε πολύ. Το τέλος είχε καταργηθεί. Οι αντικειμενικές θα ανέβαιναν ξανά. Όλα κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση.
Σκέφτηκε για μια στιγμή το κράτος. Όχι ως μηχανισμό, αλλά ως κάτι αφηρημένο, σχεδόν προσωπικό. Το πλεόνασμα, οι αριθμοί, οι ειδήσεις που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Ένιωσε μια αδιόρατη ικανοποίηση. Όχι περηφάνια. Περισσότερο μια αίσθηση συμμετοχής. Πλήρωνε τον φόρο του. Όχι πολύ, όχι λίγο. Όσο έπρεπε.
Η κουβέντα πέρασε φυσικά στο επόμενο θέμα. Ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Παλιό. Μικρό. Αγορασμένο σε άλλη εποχή, όταν οι λέξεις «κρίση» και «ευκαιρία» χρησιμοποιούνταν σχεδόν μαζί. Ο λογιστής ανέφερε ένα ποσό. Ο Στέφανος το επανέλαβε φωναχτά, σαν να ήθελε να το ακούσει στον αέρα. Του φάνηκε παράλογο, αλλά όχι απίθανο. Ένα νούμερο που δεν είχε καμία σχέση με εκείνο που θυμόταν από την αγορά.
Δεν σκέφτηκε τη λέξη κέρδος. Δεν σκέφτηκε ούτε τη λέξη τύχη. Η λέξη που του ήρθε ήταν «σωστό timing». Κάτι που, όπως όλα τα άλλα, είχε δουλέψει όσο αυτός κοιμόταν.

Ο Μάνος είχε φτάσει στη δουλειά από τις οκτώ. Η αποθήκη μύριζε χαρτόνι και υγρασία. Άνοιξε τον υπολογιστή και άρχισε να περνά παραστατικά πριν ακόμα πιει καφέ. Το σύστημα άργησε να φορτώσει. Περίμενε, κοιτάζοντας την οθόνη, σαν να περίμενε απάντηση από κάποιον που είχε αργήσει.
Λίγο πριν το μεσημέρι, ο προϊστάμενος πέρασε από το γραφείο. Δεν κάθισε. Έμεινε όρθιος, με το ένα χέρι στην καρέκλα. Μίλησε για νούμερα, για ανάπτυξη, για μια χρονιά που «πήγε τρένο». Χτύπησε φιλικά τον Μάνο στον ώμο. Όταν ο Μάνος ρώτησε για αύξηση, η απάντηση ήρθε αμέσως, σαν να ήταν έτοιμη από πριν. Κόστη. Εισφορές. Αβεβαιότητα. Η φωνή ήταν ήρεμη, σχεδόν καθησυχαστική.
Η διατακτική σίτισης ειπώθηκε σαν παραχώρηση. Ένα μικρό δώρο. Ο Μάνος κούνησε το κεφάλι. Δεν είπε τίποτα. Επέστρεψε στη θέση του και άνοιξε ένα άλλο παράθυρο στον υπολογιστή. Το έκανε γρήγορα, σαν κάτι που δεν έπρεπε να φαίνεται. Διάβασε αγγελίες. Τίτλους. Απαιτήσεις. Αγγλικά, αναλύσεις, δεξιότητες. Ένιωσε μια λέξη να κολλάει στο μυαλό του, χωρίς να τη θέλει.
Έκλεισε το παράθυρο και συνέχισε να δουλεύει. Τα εμπορεύματα έμπαιναν και έβγαιναν. Τα νούμερα έβγαιναν σωστά. Η μέρα κυλούσε όπως έπρεπε. Η δουλειά γινόταν. Η αξία παραγόταν. Κάπου αλλού.
Ο Μάνος ήξερε ότι ο μισθός του είχε σταματήσει να αλλάζει εδώ και χρόνια. Το ήξερε με την ίδια βεβαιότητα που ήξερε ότι όλα γύρω του είχαν αλλάξει. Τα ενοίκια, οι λογαριασμοί, οι τιμές. Ζούσε σε έναν χρόνο που έτρεχε πιο γρήγορα απ’ τον ίδιο.

Μεσημεριανό Διάλειμμα
Το τραπέζι ήταν στημένο έξω, σε σημείο που είχε ήλιο αλλά όχι θόρυβο. Ο Στέφανος έφτασε λίγα λεπτά αργότερα από τους άλλους και κάθισε χωρίς βιασύνη. Τα ποτήρια ήταν ήδη μισογεμάτα. Κάποιος είχε παραγγείλει κρασί πριν ακόμα ανοίξουν οι κατάλογοι.
Η κουβέντα δεν άργησε να πάει εκεί που πήγαινε πάντα. Στην έλλειψη προσωπικού. Στο πόσο δύσκολο είχε γίνει να βρεις άνθρωπο να δουλέψει. Ο Στέφανος μίλησε τελευταίος, σαν να περίμενε να διαμορφωθεί πρώτα το κλίμα. Είπε ότι ψάχνει κάποιον για καθαριότητα και ότι του ζήτησαν οκτώ ευρώ την ώρα. Το είπε με έναν τόνο που δεν ήταν ακριβώς θυμός. Περισσότερο απορία.
Κάποιος κούνησε το κεφάλι. Κάποιος άλλος γέλασε. Η λέξη «επιδόματα» ακούστηκε χωρίς να τονιστεί, σαν εξήγηση που δεν χρειάζεται συνέχεια. Κανείς δεν ρώτησε λεπτομέρειες. Κανείς δεν στάθηκε σε ώρες, ένσημα, διαδρομές. Τα πράγματα ήταν απλά. Υπήρχε δουλειά, αλλά δεν υπήρχε διάθεση. Έτσι έμοιαζε.
Το φαγητό ήρθε. Πιάτα καλοστημένα, μερίδες που δεν έμοιαζαν μεγάλες αλλά ήταν αρκετές. Ο Στέφανος έκοψε μια μπουκιά και δοκίμασε. Ήταν καλό. Το είπε. Κάποιος συμφώνησε. Το κρασί ξαναγεμίστηκε. Ο λογαριασμός ήρθε αργότερα, διπλωμένος. Κανείς δεν τον κοίταξε πολλή ώρα. Μοιράστηκε, πληρώθηκε, ξεχάστηκε. Ήταν απλώς ένα μεσημέρι.

Ο Μάνος έφαγε στο γραφείο του. Άνοιξε το τάπερ και η μυρωδιά από φακές γέμισε τον μικρό χώρο. Δεν τον πείραζε. Του άρεσαν οι φακές, απλώς όχι τρίτη μέρα στη σειρά. Έφαγε γρήγορα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την οθόνη. Διάβαζε ειδήσεις χωρίς να ψάχνει κάτι συγκεκριμένο.
Ένας τίτλος τον έκανε να σταματήσει. Κέρδη. Ρεκόρ. Σούπερ μάρκετ. Έμεινε για λίγο ακίνητος, με το πιρούνι στον αέρα. Θυμήθηκε τη φέτα που είχε αφήσει στο ράφι την προηγούμενη μέρα. Το τυρί που πήρε στη θέση της. Δεν ήξερε τι ήταν ακριβώς. Είχε μια γεύση που δεν κρατούσε.
Έκλεισε την είδηση και συνέχισε να τρώει. Οι φακές ήταν χλιαρές. Σκέφτηκε το γυμναστήριο. Το είχε κόψει πριν μήνες, χωρίς να το ανακοινώσει σε κανέναν. Όταν του πρότειναν έξοδο, έλεγε ότι ήταν κουρασμένος. Το έλεγε τόσο συχνά που, στο τέλος, έμοιαζε αλήθεια.
Κοίταξε το ρολόι. Το διάλειμμα τελείωνε. Έπλυνε το τάπερ πρόχειρα και το έβαλε στην τσάντα. Στο γραφείο, κάποιος γελούσε με ένα βίντεο στο κινητό. Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά.

Σούπερ Μάρκετ και Επένδυση
Το απόγευμα κύλησε ήσυχα για τον Στέφανο. Δεν είχε κάτι επείγον να κάνει, οπότε πέρασε από το ντελικατέσεν της γειτονιάς του, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και τον τύλιξε μια γνώριμη μυρωδιά: τυριά, κρασί, κάτι ξηρό και παλιό που έδινε την αίσθηση διάρκειας. Ζήτησε δύο κομμάτια, άκουσε ονόματα, χρονιές, περιοχές. Έγνεψε καταφατικά. Δεν ρώτησε τιμές. Δεν είχε νόημα.
Στο ταμείο, έβγαλε την κάρτα και περίμενε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Η απόδειξη μπήκε διπλωμένη στην τσέπη, χωρίς να διαβαστεί. Στον δρόμο για το σπίτι άκουγε ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Μιλούσαν για πλεονάσματα, για επιδόσεις καλύτερες του αναμενόμενου. Οι λέξεις ήταν ίδιες με αυτές που άκουγε εδώ και μήνες. Σταθερότητα. Εμπιστοσύνη. Αγορές.
Όταν έφτασε σπίτι, άφησε τις σακούλες στον πάγκο και άνοιξε την τηλεόραση. Οι ίδιες ειδήσεις, αυτή τη φορά με εικόνα. Γραφήματα που ανέβαιναν. Δηλώσεις μετρημένες. Ένιωσε μια ήρεμη βεβαιότητα. Όχι ενθουσιασμό· κάτι πιο βαθύ. Το αίσθημα ότι τα πράγματα, παρά τον θόρυβο, πήγαιναν όπως έπρεπε. Ότι το σύστημα είχε ισορροπία. Και ότι αυτή η ισορροπία τον περιλάμβανε.

Ο Μάνος μπήκε στο σούπερ μάρκετ λίγο πριν κλείσει. Τα φώτα ήταν δυνατά, σχεδόν επιθετικά. Τα καρότσια έτριζαν. Στον διάδρομο με τα λαχανικά, μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατούσε τρεις ντομάτες και τις ζύγιζε ξανά και ξανά, σαν να περίμενε διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο Μάνος την προσπέρασε χωρίς να κοιτάξει. Ήξερε το βλέμμα. Το είχε δει πολλές φορές.
Στάθηκε μπροστά στο ράφι με τα απορρυπαντικά. Το μεγάλο μπουκάλι είχε πάλι ανέβει. Το πήρε στα χέρια του και το ξαναέβαλε στη θέση του. Σκέφτηκε κάτι που είχε ακούσει το πρωί: ότι ο πληθωρισμός είχε πέσει. Το είπε από μέσα του, σαν δοκιμή. Δεν του φάνηκε αληθινό.
Γέμισε το καλάθι με τα απολύτως απαραίτητα. Όχι αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που δεν μπορούσε να αποφύγει. Στο ταμείο, κοίταξε την οθόνη καθώς ανέβαινε το ποσό. Σαράντα πέντε ευρώ. Έβγαλε την κάρτα και πλήρωσε. Η σακούλα ήταν ελαφριά. 
Στον δρόμο για το σπίτι, σκέφτηκε το ψυγείο. Πριν τρία χρόνια, με τα ίδια χρήματα, το γέμιζε. Τώρα, απλώς το διατηρούσε. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και άφησε τις σακούλες στο τραπέζι. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο. Πολύ ήσυχο.

 Το Τηλεφώνημα
Ο Στέφανος καθόταν στον καναπέ με το φως χαμηλωμένο. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο. Είχε ανοίξει την ατζέντα στο κινητό και περνούσε τα ονόματα με τον αντίχειρα, μηχανικά, σαν να έλεγχε κάτι που ήξερε ήδη. Στάθηκε σε ένα. Το κοίταξε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
Το συμβόλαιο έληγε τον επόμενο μήνα.
Σκέφτηκε ότι ο Μάνος ήταν συνεπής. Δεν είχε καθυστερήσει ποτέ. Δεν είχε δημιουργήσει πρόβλημα. Από τους καλούς. Αλλά αυτό δεν είχε σχέση με το θέμα. Το θέμα ήταν αλλού. Το είχε δει γύρω του, το είχε ακούσει στα τραπέζια, το είχε διαβάσει σε αριθμούς. Οι τιμές είχαν φύγει. Το διπλανό διαμέρισμα είχε νοικιαστεί πολύ παραπάνω. Τα τετρακόσια πενήντα του φάνηκαν ξαφνικά λίγα. Σχεδόν αφελή.
Δεν το ένιωσε σαν πίεση. Ούτε σαν επιλογή. Περισσότερο σαν διόρθωση. Κάτι που έπρεπε να γίνει για να επανέλθει η ισορροπία. Πάτησε κλήση.
Το κινητό του Μάνου άρχισε να χτυπάει πάνω στο τραπέζι. Το είδε και δεν το σήκωσε αμέσως. Το όνομα στην οθόνη ήταν σαφές. Έμεινε να το κοιτάζει, σαν να περίμενε να αλλάξει. Όταν απάντησε, η φωνή του τού φάνηκε ξένη.
— Γεια σου, Μάνο μου, τι κάνεις;
— Καλά, κύριε Στέφανε. Πείτε μου.
Η φωνή από την άλλη άκρη ήταν ήρεμη, σχεδόν φιλική. Ο Στέφανος μιλούσε αργά, με εκείνον τον τόνο που χρησιμοποιείς όταν θέλεις να δείξεις ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
— Λοιπόν, λήγει το συμβόλαιο τον άλλο μήνα. Ξέρεις πώς έχουν πάει τα πράγματα. Οι τιμές, τα έξοδα… Δεν βγαίνω, αγόρι μου. Πρέπει να το πάμε στα εξακόσια.
Ο Μάνος δεν απάντησε αμέσως. Στάθηκε όρθιος στο σαλόνι, με το κινητό στο αυτί. Τα νούμερα άρχισαν να περνούν από το μυαλό του χωρίς σειρά. Ενοίκιο. Ρεύμα. Φαγητό. Το ποσό που κρατούσε στην άκρη — αν μπορούσε να το κρατήσει.
— Τα εξακόσια είναι πολλά, είπε τελικά. Ο μισθός μου είναι εννιακόσια πενήντα.
Υπήρξε μια μικρή παύση. Όχι αμηχανία. Περισσότερο υπολογισμός.
— Το καταλαβαίνω, Μάνο μου. Όλοι δυσκολευόμαστε. Αλλά κι εγώ έχω υποχρεώσεις. Και, να σου πω την αλήθεια, σου κάνω και χάρη. Αλλού ζητάνε εφτακόσια. Σκέψου το και πες μου μέχρι Παρασκευή. Αλλιώς… ξέρεις, υπάρχει ενδιαφέρον.
Η λέξη έμεινε να αιωρείται. Ενδιαφέρον.
— Εντάξει, είπε ο Μάνος. Θα σας πω.
Έκλεισαν.
Ο ήχος της γραμμής που κόπηκε γέμισε το δωμάτιο. Ο Μάνος έμεινε ακίνητος, με το κινητό ακόμα στο χέρι. Ένιωσε κάτι να κατεβαίνει αργά στο στομάχι του. Όχι θυμό. Όχι φόβο. Κάτι πιο βαρύ. Σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί χωρίς αυτόν.

Η Νύχτα
Ο Στέφανος έσβησε το φως στο σαλόνι και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Η μέρα είχε κυλήσει όπως έπρεπε. Όσα χρειάζονταν είχαν τακτοποιηθεί.
Πριν κλείσει τα μάτια, το διαμέρισμα πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του. Αν ο Μάνος έφευγε, δεν θα ήταν πρόβλημα. Ένα βάψιμο, λίγες φωτογραφίες, και η αγγελία θα ανέβαινε μόνη της. Οι τιμές ήταν εκεί. Το ήξερε. Είχε δει τα παραδείγματα. Είχε ακούσει τις ιστορίες. Πάντα υπήρχαν λύσεις.
Γύρισε στο πλάι. Η αναπνοή του έγινε αργή, σταθερή. Στον ύπνο του, εικόνες μπλέχτηκαν χωρίς βάρος: γραφήματα που ανέβαιναν, αριθμοί που έκλειναν σωστά, λέξεις όπως «σταθερότητα» και «εμπιστοσύνη», λέξεις που δεν χρειάζονταν εξήγηση. Κοιμήθηκε βαθιά, σαν άνθρωπος που δεν περιμένει τίποτα δυσάρεστο από το πρωί.

Ο Μάνος δεν άναψε το φως. Καθόταν στον καναπέ, με τα πόδια στο πάτωμα και τα χέρια ακίνητα στα γόνατα. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από τον δρόμο. Ένα φανάρι άλλαζε χρώμα κάθε τόσο, ρίχνοντας σκιές στους τοίχους. Κοίταζε το ταβάνι χωρίς να το βλέπει πραγματικά.
Το τηλεφώνημα γύριζε στο μυαλό του χωρίς λόγια πια. Μόνο αριθμοί. Τα εξακόσια. Τα εννιακόσια πενήντα. Αυτό που έμενε. Αυτό που δεν έμενε. Προσπάθησε να σκεφτεί πρακτικά, σαν να ήταν κάποιος άλλος. Τι θα έκανε; Πού θα πήγαινε; Πόσο αντέχει κανείς να μικραίνει τη ζωή του χωρίς να το πει δυνατά;
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Ήπιε λίγο νερό. Γύρισε πίσω και κάθισε πάλι. Δεν ένιωθε φθόνο. Ούτε ζήλια. Αυτό που ένιωθε ήταν κάτι πιο σταθερό. Όχι απώλεια, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι είχε κλείσει οριστικά.
Λίγο μετά τις δύο, άνοιξε τον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε μηχανικά. Αγγελίες. Τετραγωνικά. Περιοχές. Τιμές. Διάβαζε χωρίς να σταματά. Ένα ημιυπόγειο. Είκοσι πέντε τετραγωνικά. Τετρακόσια ευρώ. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, όχι για να ξεκουραστεί, αλλά για να αντέξει την εικόνα.
Έξω, η πόλη είχε σχεδόν σωπάσει. Κάπου μακριά πέρασε ένα αυτοκίνητο. Ο Μάνος έμεινε καθισμένος στο σκοτάδι. Ψιθύρισε κάτι που δεν περίμενε απάντηση και έκλεισε την οθόνη.

Το Χάσμα
Το εικοσιτετράωρο τελείωσε χωρίς να αφήσει ίχνη. Κανένα γεγονός που να το ξεχωρίζει από τα προηγούμενα. Μια μέρα όπως όλες οι άλλες, που πέρασε και καταγράφηκε μόνο σε μικρές μεταβολές: σε αριθμούς που ανέβηκαν, σε αντοχές που μειώθηκαν.
Ο Στέφανος ξύπνησε την επόμενη μέρα όπως ακριβώς είχε κοιμηθεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει αισθητά, κι όμως κάτι είχε προστεθεί. Όχι κάτι που να πιάνεται. Κάτι που υπήρχε ήδη, απλώς λίγο περισσότερο. Η αξία, το περιθώριο, η ασφάλεια. Δεν χρειαζόταν να το μετρήσει. Το ήξερε από τον τρόπο που στεκόταν μέσα στο δωμάτιο.

Ο Μάνος ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε χαθεί. Όχι απότομα, αλλά σταδιακά, σαν αέρας που φεύγει από έναν χώρο που δεν ήταν ποτέ εντελώς κλειστός. Δεν είχε χάσει δουλειά, ούτε σπίτι — ακόμα. Είχε χάσει, όμως, τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μπορούν να μείνουν όπως είναι. Και αυτό ήταν αρκετό.

Συμπέρασμα
Αν κάποιος κοίταζε τη χώρα από μακριά, θα έβλεπε μια γραμμή που ανεβαίνει. Μια ιστορία επιτυχίας, επιβεβαιωμένη με αριθμούς. Αν πλησίαζε λίγο περισσότερο, θα έβλεπε δύο ανθρώπους που δεν συναντήθηκαν ποτέ πραγματικά, παρότι συνδέονταν με τον πιο άμεσο τρόπο. Ο ένας ζούσε από το βάρος που σήκωνε ο άλλος, χωρίς να το νιώθει. Ο άλλος σήκωνε βάρος χωρίς να το βλέπει κανείς.
Το χάσμα δεν ήταν αποτέλεσμα σύγκρουσης. Κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν αδίκησε με τη στενή έννοια της λέξης. Όλα έγιναν νόμιμα, λογικά, ορθολογικά. Αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό στοιχείο. Το σύστημα δεν έτριζε. Δούλευε.
Και ακριβώς γι’ αυτό, το χάσμα μεγάλωνε. Ο Στέφανος και ο Μάνος συνέχισαν τη ζωή τους. Ο ένας με την αίσθηση ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο άλλος με την αίσθηση ότι το έδαφος μετακινείται. Ανήκαν στην ίδια πόλη, στην ίδια εποχή, στην ίδια οικονομία. Αλλά όχι στην ίδια πραγματικότητα.
Το εικοσιτετράωρο είχε κλείσει τον κύκλο του.

 



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Χαρακτήρες και δομές

 Σε περιόδους ιστορικής αστάθειας/γεωπολιτικών ανακατατάξεων/ μετασχηματισμών της διεθνούς τάξης/ παγκόσμιας ανασφάλειας και τα παρόμοια, είναι φορές (όχι λίγες) που ψάχνουμε εξηγήσεις στα πρόσωπα. Έτσι, στις μέρες μας, η συζήτηση πολλές φορές επικεντρώνεται στον Τραμπ και τη συμπεριφορά του.


Δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι ενίοτε διασκεδαστικό ή ακόμη και ανακουφιστικό· σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι σοβαρό. Κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ψυχολογικών χαρακτηριστικών στους πολιτικούς ηγέτες, ούτε τη σημασία τους στο επίπεδο της ρητορικής, του ύφους ή της διαχείρισης της εξουσίας. Το να υποστηρίζει όμως κανείς ότι αποφάσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις προκύπτουν από την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου —και όχι από τις δομές, τους συσχετισμούς δυνάμεων και τα όρια της καπιταλιστικής συσσώρευσης— είναι, στην καλύτερη περίπτωση, εκκεντρικό.

Αν μείνουμε στον ύστερο 20ό και στον 21ο αιώνα, θα δούμε τα πρόσωπα να αλλάζουν και τις πολιτικές προσωπικότητες να διαφέρουν έντονα μεταξύ τους· ωστόσο, οι βασικοί άξονες εξουσίας παραμένουν εντυπωσιακά σταθεροί. Παρά τις μεγάλες διαφορές ύφους και λόγου μεταξύ ηγετών όπως ο Κλίντον, ο Ομπάμα, ο Μπους ή ο Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν τον ίδιο πυρήνα πολιτικής: στρατιωτική προβολή ισχύος, χρηματοπιστωτική ηγεμονία, έλεγχο των διεθνών ροών κεφαλαίου και επιβολή γεωοικονομικών όρων.

Η απόδοση των πολιτικών εξελίξεων στην ψυχική κατάσταση των ηγετών δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Αντιθέτως, εμφανίζεται συστηματικά σε περιόδους κρίσης. Ο Χίτλερ παρουσιάστηκε συχνά ως «παράφρων», ο Νίξον ως «παρανοϊκός», ο Μπους ως «ανίκανος» και σήμερα ο Τραμπ ως «ναρκισσιστής» ή «σολιψιστής». Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ψυχολογικοποίηση λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι.

Πιο συγκεκριμένα, επιτελεί τρεις κρίσιμες λειτουργίες. Πρώτον, αποπολιτικοποιεί τις αποφάσεις, μετατρέποντάς τες σε προϊόντα ατομικών παρεκκλίσεων. Δεύτερον, απαλλάσσει τους θεσμούς, τις οικονομικές ελίτ και τις κοινωνικές δομές από την ευθύνη τους. Τρίτον, μετατρέπει τη συστημική βία σε ατομική παθολογία. Όταν ο πόλεμος, η λιτότητα ή η οικονομική καταστροφή αποδίδονται στην «τρέλα» ενός ηγέτη, το σύστημα που τα παρήγαγε παραμένει στο απυρόβλητο.

Και γιατί όχι, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Οι δομικές αναλύσεις είναι συχνά βαρετές — και, κυρίως, πολιτικά επικίνδυνες. Αμφισβητούν ιδιοκτησιακές σχέσεις, μορφές εξουσίας και μηχανισμούς συσσώρευσης. Η ψυχολογία, αντίθετα, είναι «ασφαλής»: δεν οδηγεί σε κοινωνική σύγκρουση ούτε απαιτεί πολιτικές ανατροπές. Έτσι, ο Τραμπ μετατρέπεται σε κλινικό ζήτημα και όχι σε ιστορικό σύμπτωμα, ενώ η συζήτηση για τον χαρακτήρα του αντικαθιστά τη συζήτηση για τις υλικές συνθήκες που τον ανέδειξαν.

Ένα απλό νοητικό πείραμα αρκεί για να φανεί το ανεδαφικό της ψυχολογικοποίησης: αν αύριο ο Τραμπ εξαφανιζόταν από την πολιτική σκηνή, θα εξαφανίζονταν μαζί του οι εμπορικές συγκρούσεις, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας; Η απάντηση είναι προφανής. Οι διαδικασίες αυτές θα συνέχιζαν να εξελίσσονται, ενδεχομένως με διαφορετικό ύφος, αλλά με παρόμοιο περιεχόμενο.

Τελικά, ακόμη και ο «κοινός νους» δείχνει ότι η ψυχολογική και ψυχιατρική ερμηνεία της πολιτικής μπορεί να φωτίσει το ύφος της εξουσίας, αλλά δύσκολα μπορεί να εξηγήσει το περιεχόμενό της. Οι αποφάσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις δεν γεννιούνται στο ασυνείδητο ενός ηγέτη, αλλά στο υλικό υπόστρωμα των κοινωνικών σχέσεων, των ταξικών συγκρούσεων και των ορίων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όσο η ανάλυση παραμένει καθηλωμένη στα πρόσωπα, τόσο η κατανόηση της ιστορικής κίνησης θα παραμένει ελλιπής.






Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Όλοι Οδυσσείς χωρίς Ιθάκη

 Μέσα στο γενικότερο καποδιστριακό χαμό και το νέο διχασμό σε «Σμαραγδολάτρες» και «Σμαραγδομάχους», είπα να αποσταστώ λιγάκι από την πραγματικότητα και να διαβάσω το The World Ahead 2026 του Economist, ένα ραπόρτο που συνιστά μια συμπύκνωση της παγκόσμιας προοπτικής υπό αγγλοσαξονική οπτική. Τα κείμενα του (για τις ΗΠΑ, την υπόλοιπη αμερικανική ήπειρο, την Κίνα, την υπόλοιπη Ασία, τη Μέση Ανατολή & Αφρική, την Ευρώπη και το ΗΒ και διεθνή θέματα, χρηματοοικονομικά, επιστήμη & τεχνολογία, πολιτισμός), περιγράφουν και χαρτογραφούν με πυκνότητα έναν κόσμο αυξημένης αβεβαιότητας, γεωπολιτικής ρευστότητας, επίμονων πολέμων. Και γράφουν σενάρια με υψηλό βαθμό εμπειρικής ακρίβειας.





Ο ρόλος του δεν είναι να πείσει με κραυγαλέα προπαγάνδα. Αυτό που κάνει είναι πιο λεπτό και πιο αποτελεσματικό. Κανονικοποιεί μια συγκεκριμένη παγκόσμια οπτική, παρουσιάζοντάς την ως κοινή λογική: έναν κόσμο όπου η οικονομία αποτελεί φυσικό νόμο, η πολιτική τεχνική διαχείριση και η κρίση μόνιμο περιβάλλον. Δεν σου λέει τι να πιστέψεις. Απλά σού δείχνει πώς «φαίνονται τα πράγματα» όταν τα κοιτά κανείς από το κέντρο του συστήματος, προσπαθώντας να δοθεί συνοχή σε έναν κόσμο που μοιάζει να διαλύεται σε ασύνδετες κρίσεις. Πόλεμοι χωρίς τέλος, οικονομική αβεβαιότητα, τεχνολογικές υποσχέσεις, πολιτισμική ανησυχία: όλα συγκεντρώνονται σε μια ενιαία αφήγηση, όχι για να εξηγηθούν αλλά για να καταστούν διαχειρίσιμα στο επίπεδο του νοήματος. 

Ο Economist βλέπει πολλά —αλλά δεν βλέπει ποτέ από έξω. Και ακριβώς εκεί, στη διαύγεια και ταυτόχρονα στον περιορισμό του βλέμματός του, αρχίζει το ενδιαφέρον.

Η ανάλυση ζητά τη μυθολογία

Καθώς ξεφυλλίζεις το The World Ahead 2026, η γλώσσα της ανάλυσης αρχίζει να δείχνει σημάδια κόπωσης. Οι αριθμοί, οι δείκτες, οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί και οι προβλέψεις παραμένουν παρόντες, όμως κάτι δεν επαρκεί πια. Η συσσώρευση κρίσεων δεν συνθέτει νόημα. Απλώς προστίθεται σε έναν κατάλογο κινδύνων. Κάπου εκεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, το report εγκαταλείπει τη στενή οικονομική και γεωπολιτική ανάλυση και μετατοπίζεται προς έναν πολιτισμικό στοχασμό. Η επιμελής, αυτάρεσκα νηφάλια ανάλυση μοιάζει ξαφνικά να ζητά βοήθεια από αλλού. Και αυτή η βοήθεια δεν έρχεται από τη θεωρία, ούτε από την ιστορία, ούτε καν από την πολιτική οικονομία. Έρχεται από τον μύθο.
Η στροφή αυτή αποκαλύπτει ένα όριο. Όταν η ιστορική εξήγηση αδυνατεί να προσφέρει συνοχή, η αφήγηση αναζητά άλλες μορφές. Ο μύθος εμφανίζεται τότε όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως εργαλείο νοηματοδότησης. Προσφέρει εικόνες εκεί όπου η αιτιότητα σιωπά, χαρακτήρες εκεί όπου οι δομές γίνονται αόρατες. Με τον μύθο, η εμπειρία της κρίσης παύει να είναι απλώς χαοτική και αποκτά μορφή.
Έτσι, αφού ο/η αναγνώστης/αναγνώστρια διαβάσει για το νέο κόσμο που αναδύεται, τον Τραμπ, την κινεζική ισχύ, παγκόσμια οικονομία κ.λπ., ΄βρίσκει μπροστά του ένα κείμενο που αν, μη τι άλλο, προκαλεί το ενδιαφέρον. 

Η απώλεια της Ιθάκης

Λέγεται «Μαθήματα από τον Οδυσσέα». Μια επιλογή που δεν φαίνεται τυχαία. Στην ομηρική αφήγηση, ο Οδυσσέας δεν είναι απλώς ένας ευέλικτος επιζών. Είναι φορέας ενός συγκεκριμένου σκοπού: του νόστου. Η επιστροφή στην Ιθάκη δεν είναι συναισθηματικό καταφύγιο, αλλά πολιτική πράξη. Σημαίνει αποκατάσταση τάξης, επαναφορά δικαίου, ανασύσταση μιας κοινωνικής και ηθικής ισορροπίας που έχει διαρραγεί από τον πόλεμο και την απουσία. Η περιπλάνηση έχει νόημα ακριβώς επειδή τελειώνει.
Στον Οδυσσέα του Economist, αυτό το τέλος έχει εξαφανιστεί. Η Ιθάκη δεν λειτουργεί πια ως ιστορικός ή κοινωνικός ορίζοντας, αλλά ως αφηρημένη προσδοκία — σχεδόν ως μεταφορά καλής διαχείρισης. Δεν υπάρχει επιστροφή με την έννοια της αποκατάστασης. Υπάρχει μόνο επιτυχής πλοήγηση. Ο μύθος απογυμνώνεται από τη χρονικότητά του και μετατρέπεται σε κατάλογο δεξιοτήτων: ευφυΐα, αντοχή, προσαρμοστικότητα, αυτοέλεγχος. Ο ήρωας δεν δρα μέσα σε κοινωνικές αντιθέσεις, απλώς ανταποκρίνεται σε προκλήσεις.
Αυτό που αφαιρείται είναι κρίσιμο. Αφαιρείται η σύγκρουση ως κοινωνική σχέση. Αφαιρείται η πολιτική διάσταση της επιστροφής. Αφαιρείται η ιδέα ότι το ταξίδι έχει νόημα επειδή οδηγεί κάπου συγκεκριμένα, σε έναν κόσμο που μπορεί — έστω βίαια και αντιφατικά — να αναδιοργανωθεί. Στη θέση τους μπαίνει η ιδέα της διαρκούς πλεύσης: ενός κόσμου χωρίς τελικό λιμάνι, όπου η επιτυχία μετριέται όχι με το αν αλλάζεις τις συνθήκες, αλλά με το αν αντέχεις μέσα σε αυτές.
Έτσι, ο μύθος μετατρέπεται από ιστορική αφήγηση σε εργαλείο ατομικής ψυχολογίας. Δεν μας λέει πώς συγκροτείται ή αποσυντίθεται μια κοινωνία αλλά  πώς να αντέχουμε την αποσύνθεσή της. Και αυτό δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική επιλογή. Είναι μια ιδεολογική μετατόπιση. Από την επιστροφή στη διαρκή προσαρμογή. Από την Ιθάκη ως κοινωνικό προορισμό, στη θάλασσα ως μόνιμη κατάσταση.
Η ηθική της αντοχής: όταν η προσαρμογή γίνεται αρετή. 

Όλοι Οδυσσείς
Τελικά ο μύθος ολοκληρώνει τη μεταμόρφωσή του. Ο Οδυσσέας παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται πρότυπο. Ό,τι ξεκίνησε ως ατομική αφήγηση επιβίωσης γενικεύεται σιωπηρά σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Άτομα, κράτη, επιχειρήσεις, θεσμοί: όλοι καλούνται να υιοθετήσουν την ίδια στάση, την ίδια ηθική, την ίδια γλώσσα. Η θάλασσα είναι κοινή για όλους· οι θύελλες μάς αφορούν εξίσου· άρα όλοι οφείλουμε να μάθουμε τις ίδιες δεξιότητες πλοήγησης. Η καθολικότητα αυτή ακούγεται παρηγορητική. Είναι όμως και βαθιά παραπλανητική.

Διότι η γενίκευση του μύθου σβήνει τις διαφορές. Αν όλοι είμαστε Οδυσσείς, τότε κανείς δεν είναι εγκλωβισμένος χωρίς μέσα, κανείς δεν ταξιδεύει σε σαπιοκάραβο, κανείς δεν ξεκινά από άνισες αφετηρίες. Οι δομές εξαφανίζονται πίσω από την αφήγηση της κοινής μοίρας. Η ανισότητα μεταφράζεται σε διαφορετικό βαθμό δεξιοτεχνίας, όχι σε διαφορετική θέση μέσα σε ένα σύστημα. Όποιος αποτυγχάνει, απλώς δεν προσαρμόστηκε αρκετά καλά.

Πλεύση χωρίς λιμάνι

Κλείνοντας, δεν μπορώ να αρνηθώ στο κείμενο την ευφυΐα του. Αναγνωρίζει τη μόνιμη κρίση χωρίς να καταφεύγει σε ψευδείς υποσχέσεις εξόδου. Αποφεύγει τις φτηνές παρηγοριές  και τη ρητορική της αναπόφευκτης προόδου. Μιλά για έναν κόσμο που δεν επιστρέφει εύκολα στην ισορροπία, και το κάνει με γλώσσα προσεγμένη, ειρωνική, πολιτισμικά ενημερωμένη. Σε μια εποχή κραυγών, η νηφαλιότητά του είναι πράγματι αρετή.
Αλλά ακριβώς αυτή η νηφαλιότητα είναι και το όριό του. Γιατί, όσο καθαρά κι αν βλέπει την καταιγίδα, αρνείται να ρωτήσει από πού προήλθε. Όσο ειλικρινά κι αν περιγράφει την αβεβαιότητα, αποφεύγει να την εντάξει σε μια ιστορική ακολουθία συγκρούσεων και επιλογών. Η κρίση παρουσιάζεται ως κατάσταση, όχι ως διαδικασία· ως περιβάλλον, όχι ως αποτέλεσμα. Κι έτσι, η σκέψη περιορίζεται στη διαχείριση, όχι στη μεταμόρφωση.

Η τελική εικόνα μένει χαραγμένη με ακρίβεια: ένας Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη. Ένας ήρωας που έχει μάθει να επιβιώνει, να προσαρμόζεται, να αντέχει — αλλά όχι να επιστρέφει. Η πλεύση γίνεται αυτοσκοπός. Το ταξίδι χάνει το νόημά του ως κίνηση προς έναν προορισμό και μετατρέπεται σε άσκηση δεξιοτεχνίας μέσα στην αβεβαιότητα.





Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Κάποτε οι κοινωνίες

 Ένα από τα ισχυρότερα stories που διαθέτει πλέον το αφηγηματικό βεστιάριο της κυβέρνησης του Ανέμελου είναι η αντίθεση Πιερρακάκη–Βαρουφάκη. Ένα αφήγημα απλό, καθαρό, σχεδόν υποδειγματικά παιδαγωγικό: από τη «ντροπιαστική» χειραψία στον αλησμόνητο Γερούν, στην προεδρική καρέκλα του Eurogroup· από το «wow» στο «welcome»· από τον ζητιάνο στον κύριο· από τον ενοχλητικό συγγενή στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, στον γαμπρό που ξέρει πότε να μιλήσει και πώς να κρατά το πιρούνι.




Κι έτσι η Ελλάδα, αφού τιμωρήθηκε παραδειγματικά για τις νεανικές της αταξίες, επέστρεψε επιτέλους σώφρων και χτενισμένη στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Κι η Ιστορία, εδώ, μοιάζει να παίζει τον ρόλο αυστηρής μητέρας: πρώτα σε στέλνει στο δωμάτιό σου χωρίς PlayStation· ύστερα σου αγοράζει γραβάτα.

Η σύγκριση Βαρουφάκη–Πιερρακάκη δεν αφορά ιδέες. Αφορά τρόπους. Δεν αφορά περιεχόμενο, αλλά ύφος· όχι πολιτική, αλλά συμπεριφορά. Ο πρώτος –με όλη τη θεατρικότητα, τις αντιφάσεις και τις μεγαλοστομίες του– διέπραξε ένα ασυγχώρητο σφάλμα: μίλησε πολιτικά εκεί όπου όλοι ήθελαν να μιλήσουν λογιστικά. Τόλμησε να παρουσιάσει το χρέος, τη λιτότητα και τη δημοκρατία όχι ως Excel ή PowerPoint, αλλά ως σύγκρουση συμφερόντων. Δεν προκάλεσε επανάσταση· προκάλεσε αμηχανία. Και η αμηχανία είναι θανάσιμο αμάρτημα σε ένα σύστημα που λειτουργεί μόνο όταν όλοι γνωρίζουν ακριβώς τον ρόλο τους και τον εκτελούν χωρίς ερωτήσεις.

Ο δεύτερος είναι το ακριβές αντίθετο. Η ενσάρκωση της σύγχρονης ιδεολογίας της μη-ιδεολογίας (*). Τεχνοκρατικός, γυαλισμένος, αθόρυβος. Δεν αμφισβητεί· διαχειρίζεται. Δεν εκπροσωπεί τάξεις ή συγκρούσεις· εκπροσωπεί «αναγκαιότητες». Δεν υπόσχεται αλλαγή· εγγυάται ομαλή λειτουργία. Είναι ο άνθρωπος που θα του εμπιστευόσουν τη διαχείριση ενός πυρηνικού εργοστασίου, ακριβώς επειδή ξέρεις πως δεν θα ρωτήσει ποτέ γιατί υπάρχει.

Κι έτσι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ούτε ως τραγωδία ούτε ως φάρσα, αλλά ως διαδικαστικό success story. Η Ελλάδα δεν δικαιώθηκε· συμμορφώθηκε. Δεν ανέκτησε κυριαρχία· απέκτησε πιστοποιητικό ISO αξιοπιστίας. Και αυτή η πιστοποίηση ανταμείβεται με χειροκρότημα, τίτλους και καρέκλες – όχι επειδή άλλαξε κάτι ουσιαστικό για τους πολλούς, αλλά επειδή σταθεροποιήθηκαν τα πάντα για τους λίγους.

Πρόκειται, αν θέλει κανείς να το πει ευγενικά, για τη νίκη της κανονικότητας επί της πολιτικής. Για το κατόρθωμα να επιστρέφεις θριαμβευτικά σε ένα σύστημα που σου δίδαξε, με απόλυτη σαφήνεια, ποια είναι η θέση σου – και να βαφτίζεις αυτή την επιστροφή «πρόοδο».

Αν υποθέσουμε ότι κάποτε οι κοινωνίες ονειρεύονταν το μέλλον, σήμερα ξέρουμε ότι πανηγυρίζουν επειδή δεν ενοχλούν κανέναν. Και αυτό, αν μη τι άλλο, είναι μια μορφή ωριμότητας. Ή, έστω, καλής συμπεριφοράς στο σαλόνι.

(*) ένα ποστ που κυκλοφόρησε στο facebook και εξιστορεί την εξέλιξη/ανέλιξη του κυρίου Πιερρακάκη, και  αν αληθεύουν τα γραφόμενα, δείχνει ότι έχουμε να κάνουμε με μια οντότητα που είναι συνώνυμη του οπορτουνισμού, της προσαρμοστικότητας και της συνεπαγόμενης κονόμας.