https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Σπηλιοκαυγάδες και Σπηλιοδιχοτομήσεις

Μετά τη συναυλία των Nick Cave & The Bad Seeds (Νίκος Σπηλιάς & Οι Κακοί Σπόροι) κυκλοφόρησαν πολλά σχόλια, από την άνευ όρων αποθέωση μέχρι την ολική απαξίωση. Απλοποιώντας αναπόφευκτα, μπορούμε να δούμε δύο αντίθετους τρόπους πρόσληψης του ίδιου φαινομένου: τον έναν που βλέπει στον σημερινό Cave την ενσωμάτωση και την παρακμή μιας παλιάς αντι-κουλτούρας και τον άλλο που βλέπει μια σπάνια στιγμή συγκίνησης, ανθρώπινης παρουσίας και ποιητικής αλήθειας.

Η αντίθεση δεν φαίνεται να αφορά τόσο στο αν η συναυλία ήταν καλή ή κακή, αν ο Cave τραγούδησε καλά ή όχι, αν το κοινό ανταποκρίθηκε ή αν η διοργάνωση είχε τον γνωστό χαρακτήρα των μεγάλων καλοκαιρινών φεστιβάλ, αλλά σε κάτι, μάλλον, βαθύτερο: τι σημαίνει σήμερα ο Nick Cave στην Ελλάδα, ποιο κοινωνικό σώμα τον ακολουθεί, τι απέγινε το παλιό underground, πώς γερνά μια ροκ κουλτούρα και πώς μια κάποτε περιθωριακή μουσική εμπειρία μετατρέπεται, μετά από δεκαετίες, σε δημόσιο γεγονός.

Πριν απ’ όλα ας  δούμε λίγα δεδομένα:

Οι N Cave & The Βad Seeds είναι δεύτεροι σε επισκεψιμότητα στην Ελλάδα, μετά τους Scorpions και μαζί με τους Tindersticks – αν λογαριάσουμε και την πρώτη επίσκεψη του Cave το 1982 με τους Birthday Party και την εμφάνιση του με τους Grinderman τον 2011, περνάει μόνος στη δεύτερη θέση.



Εξαιρετικές θέσεις παίρνουμε και σε αριθμό συναυλιών ανά κάτοικο και ειδικά σε αριθμό συναυλιών ανά $ αγοραστικής δύναμης, όπου μας ξεπερνά μόνο η πατρίδα Αυστραλία.




Στη συχνότητα επισκεψιμότητας πρωτεύουν οι Tindersticks με σχεδόν μια συναυλία κάθε χρόνο από 2001-2024. Οι Nick Cave & The Bad Seeds εδώ δεν είναι στην κορυφή με μόλις μία συναυλία ανά δυο έτη αλλά για ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Να σημειωθεί ότι Tindersticks, Nick Cave & The Bad Seeds, Dead Can Dance, με 100-1000 φορές λιγότερες πωλήσεις από μαστόδοντα τύπου Scorpions και Iron Maiden, τα πηγαίνουν πολύ καλά στη χώρα μας. 

Καλλιτέχνης / συγκρότημα

Συναυλίες στην Ελλάδα

Πρώτη–τελευταία καταγεγραμμένη εμφάνιση

Έτη εύρους

Συναυλίες / χρόνο

Tindersticks

23

2001–2024

24

0,96

James

20

2001–2024

24

0,83

Scorpions

27

1990–2022

33

0,82

Placebo

14

1999–2024

26

0,54

Nick Cave & The Bad Seeds

23

1982/1984–2026

45/43

0,53

Iron Maiden

16

1988–2026

39

0,41

Manu Chao

8

2002–2023

22

0,36

Dead Can Dance

11

1990–2022

33

0,33

Depeche Mode

5

1985–2017

33

0,15




Ο Cave φαίνεται να έχει αναπτύξει μια σχέση διάρκειας με το ελληνικό κοινό, για να μην πούμε ότι μπορούμε αν τον πούμε ότι έχει ριζώσει. Από το 1982/1984 μέχρι το 2026, η παρουσία του συνοδεύει σχεδόν ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία του ελληνικού εναλλακτικού ροκ ακροατηρίου. Από τους μικρούς και μεσαίους χώρους, από το Hima Club, το Club 22, το Ρόδον, στον Μύλο και το Ιβανώφειο, μέχρι τα μεγάλα φεστιβάλ, την Πλατεία Νερού και τη θεσμοποιημένη φεστιβαλική εμπειρία, η διαδρομή του Cave είναι ταυτόχρονα και διαδρομή ενός κοινού (όπως πιθανότατα έχει αντιληφθεί ο αναγνώστης αγνοώ το αίσχος της Nick Cave Solo συναυίας στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, θεωρώντας τη ως μη γενόμενη). 

#

Ημερομηνία

Πόλη

Χώρος / φεστιβάλ

Περιοδεία / φάση

1

20 Νοεμβρίου 1984

Αθήνα

Hima Club

From Her to Eternity Tour

2

21 Νοεμβρίου 1984

Αθήνα

Hima Club

From Her to Eternity Tour

3

25 Σεπτεμβρίου 1987

Αθήνα

Club 22

Your Funeral… My Trial περίοδος

4

26 Σεπτεμβρίου 1987

Αθήνα

Club 22

Your Funeral… My Trial περίοδος

5

3 Μαΐου 1989

Αθήνα

Rodon Club

Tender Prey Tour

6

4 Μαΐου 1989

Αθήνα

Rodon Club

Tender Prey Tour

7

5 Μαΐου 1989

Αθήνα

Rodon Club

Tender Prey Tour

8

16 Ιουνίου 1990

Αθήνα

Lycabettus Theatre

The Good Son Tour

9

17 Ιουνίου 1990

Αθήνα

Lycabettus Theatre

The Good Son Tour

10

18 Μαΐου 1992

Θεσσαλονίκη

Ιβανώφειο

Henry’s Dream Tour

11

19 Μαΐου 1992

Αθήνα

Sporting

Henry’s Dream Tour

12

5 Απριλίου 1995

Αθήνα

Peristeri Arena

Let Love In Tour

13

6 Απριλίου 1995

Θεσσαλονίκη

Μύλος

Let Love In Tour

14

7 Απριλίου 1995

Θεσσαλονίκη

Ιβανώφειο

Let Love In Tour

15

14 Ιουλίου 1998

Αθήνα / Πειραιάς

Rockwave Festival, Φρεαττύδα

The Boatman’s Call Tour

16

4 Δεκεμβρίου 2004

Αθήνα

Hellinikon Arena

The Abattoir Blues Tour

17

5 Δεκεμβρίου 2004

Θεσσαλονίκη

Βελλίδειο

The Abattoir Blues Tour

18

6 Ιουνίου 2008

Θεσσαλονίκη

Μονή Λαζαριστών

Dig, Lazarus, Dig!!! Tour

19

7 Ιουνίου 2008

Αθήνα

Θέατρο Λυκαβηττού

Dig, Lazarus, Dig!!! Tour

20

16 Νοεμβρίου 2017

Πειραιάς

Tae-Kwon-Do Stadium

Skeleton Tree Tour

21

23 Ιουνίου 2018

Πειραιάς

Ejekt Festival, Πλατεία Νερού

Skeleton Tree Tour

22

15 Ιουνίου 2022

Πειραιάς

Release Athens, Πλατεία Νερού

Summer 2022 Tour

23

24 Ιουνίου 2026

Πειραιάς

Release Athens, Πλατεία Νερού

UK & Europe Summer 2026 Tour



Ας ξαναγυρίσουμε στον Σπηλιοκαυγά. 

Ο πρώτος τρόπος διαβάζει τη διαδρομή του Nick Cave ως εκφυλισμό. Δεν βλέπει στον σημερινό Cave τον άγριο, σκοτεινό performer της post-punk εποχής, αλλά μια εικόνα πλέον ακίνδυνη και καταναλώσιμη. Κυρίως, όμως, βλέπει στο κοινό του ένα κοινωνικό σύμπτωμα: τον παλιό ακροατή της αμφισβήτησης, που έχει πια βολευτεί, ενταχθεί και αποδεχθεί την κανονικότητα, αλλά χρειάζεται ακόμη ένα αισθητικό άλλοθι για να πιστεύει ότι διατηρεί βάθος, σκοτάδι και εξαίρεση.

Η κεντρική φιγούρα είναι ο «βολεμένος μεσήλικας», όχι ηλικιακά αλλά κοινωνικά: ο άνθρωπος που κάποτε φαντασιωνόταν τον εαυτό του ως φορέα αντίστασης, αλλά σήμερα ζει μέσα στην ασφάλεια, την ιδιοκτησία, την οικογένεια, την κατανάλωση και την κοινωνική αναγνώριση. Για αυτόν, ο Cave λειτουργεί σαν άφεση αμαρτιών: λίγη σκοτεινή ποίηση, λίγη εξομολόγηση, λίγος θρήνος σε ασφαλή συσκευασία.  Η παλιά αντι-κουλτούρα επιστρέφει ως φετιχοποιημένο εμπόρευμα, θα σχολίαζε ο καθοδηγητής μου στο Κόμμα. Το underground γίνεται ασφαλής ανάμνηση, το σκοτάδι lifestyle, η μελαγχολία καταναλώσιμη ταυτότητα — μαζί με μπίρα, βραχιολάκι εισόδου και, μετά το τέλος της συναυλίας, burger. Ωστόσο, στην πραγματικότητά το ότι μια συναυλία είναι εμπορική και φεστιβαλική δεν σημαίνει ότι είναι ψεύτικη. Σημαίνει ότι είναι αντιφατική. Στο ίδιο πεδίο συνυπάρχουν ο  καταναλωτής του event και ο άνθρωπος που δακρύζει πραγματικά.

Ο δεύτερος τρόπος βλέπει στον Cave όχι καρικατούρα, αλλά ανθρώπινη παρουσία: θρήνο, απώλεια, έρωτα, προσευχή, βλέμμα, άγγιγμα. Η μεγάλη κλίμακα δεν ακυρώνει τη μυσταγωγία· για ένα μέρος του κοινού, την εντείνει. Και έτσι ίσως εξηγείται η απήχηση του Cave στην Ελλάδα: άλλη μουσική, αλλά ίδια ανάγκη για θρήνο, πάθος, ενοχή, θάνατο, σκοτεινή μελωδία, θεατρικότητα, ανδρική ευαλωτότητα και τα υπόλοιπα. Το ότι κάποιος τον είπε «Καζαντζίδη της Αυστραλίας» δεν είναι τελείως άστοχο. Άλλο ρεπερτόριο, ίδια ανάγκη για δημόσιο πόνο.

Καλλιτεχνικά, όμως, η εικόνα είναι πιο περίπλοκη. Ο πρώιμος Cave είχε κίνδυνο, ρήξη, ένταση. Από το Let Love In και μετά εμφανίζεται κόπωση και μανιέρα. Στα μεταγενέστερα έργα η φωνή γίνεται πιο αχνή, οι Bad Seeds συχνά υποχωρούν σε ατμοσφαιρικό φόντο και το πένθος, ακόμη κι όταν είναι πραγματικό, κινδυνεύει να γίνει αισθητική μέθοδος: ηλεκτρονικές ομίχλες, αργές απαγγελίες, ιερατική στάση, επαναλαμβανόμενη υψηλή σοβαρότητα. Το τραύμα γίνεται σκηνικό κεφάλαιο· η οδύνη αναγνωρίσιμη μορφή πολιτισμικής αξίας.

Ο σημερινός Cave δεν είναι ο Cave των Birthday Party ούτε των πρώιμων Κακών Σπόρων. Υπάρχει και δημιουργεί αλλά συνήθως παγιδεύεται στη μανιέρα, την αυτοεπανάληψη και την καλοστημένη ιεροπρέπεια. Ένας παλιός underground μύθος που έγινε φεστιβαλικός θεσμός. 

Το ερώτημα μένει ανοιχτό: βλέπουμε ακόμη κάτι ζωντανό ή  μια ωραία, συγκινητική και πολύ καλά σκηνοθετημένη σκιά;










Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Ο θάνατος ενός ευεργέτη του κεφαλαίου

Το Jacobin αποτελεί μια αντιφατική αλλά σημαντική φωνή της σύγχρονης αγγλόφωνης Αριστεράς. Έχει συμβάλει στην εκλαΐκευση της ταξικής ανάλυσης, στην επαναφορά σοσιαλιστικού λεξιλογίου στον δημόσιο λόγο και στην κριτική θεσμών που η φιλελεύθερη δημοσιογραφία παρουσιάζει συνήθως ως ουδέτερους, τεχνοκρατικούς ή υπεράνω πολιτικής. Ο ορίζοντάς του παραμένει κυρίως σοσιαλδημοκρατικός —εκλογική στρατηγική, συνδικάτα, κοινωνικό κράτος, ριζοσπαστική μεταρρύθμιση— περισσότερο παρά στρατηγική επαναστατικής ρήξης με το καπιταλιστικό κράτος. Αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία του. Εξηγεί όμως και τη δύναμη και τα όριά του: τα καλύτερα κείμενά του ανοίγουν δρόμο προς μια ουσιαστική κριτική, χωρίς πάντα να τη φτάνουν μέχρι το τέλος.


Το ίδιο ισχύει, κατά αναλογία, και για το Jacobin Greece: ένας χώρος πλατιάς αριστερής, κινηματικής και σοσιαλδημοκρατικής δημοσιογραφίας, που επιχειρεί να ξαναφέρει την ταξική γλώσσα εκεί όπου κυριαρχούν ο τεχνοκρατικός ευπρεπισμός και η φιλελεύθερη ομίχλη. Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν είναι να του ζητήσουμε να γίνει κάτι άλλο, αλλά να δούμε τι αποκαλύπτει και τι αφήνει ανολοκλήρωτο.

Το άρθρο του για τον Alan Greenspan (που προχθές αποχαιρέτησε τον καθόλου μάταιο γι’ αυτόν και τα αφεντικά του (καπιταλιστικό) κόσμο μας ) είναι καλό παράδειγμα αυτής της διπλής λειτουργίας. Απορρίπτει τον μύθο του Greenspan ως λαμπρού αλλά δήθεν πλανημένου τεχνοκράτη της ελεύθερης αγοράς και τον παρουσιάζει ως κάτι πολιτικά ακριβέστερο: έναν ευέλικτο υπηρέτη της άρχουσας τάξης. Η σημασία του δεν βρίσκεται στη δογματική του συνέπεια, αλλά στην ταξική του πίστη. Μπορούσε να εγκαταλείπει τον κανόνα του χρυσού, να αλλάζει ρητορική, να ανέχεται χαμηλή ανεργία όταν οι μισθοί παρέμεναν πειθαρχημένοι, να στηρίζει φορολογικές περικοπές για τους πλούσιους και να υπερασπίζεται την απορρύθμιση όταν το απαιτούσε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Το σταθερό στοιχείο δεν ήταν η θεωρία. Ήταν η υπηρεσία προς το κεφάλαιο.

Οι παλιότεροι και οι παλιότερες θυμούνται πιθανότατα τα χρόνια του Greenspan στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα, από το 1987 έως το 2006, όπως θυμούνται και τη σχεδόν θρησκευτική λατρεία που τον περιέβαλλε. Διορισμένος από τον Reagan, συνέχισε το ίδιο νεοφιλελεύθερο κακάρισμα επί Bush πατρός, Clinton καυλιάρη και Bush υιού. Τα αμερικανικά και διεθνή μέσα τον παρουσίαζαν ως maestro, ως oracle, ως αινιγματικό ιερέα της αγοράς που μπορούσε με μία μισοσκότεινη φράση για τα επιτόκια να καθησυχάσει ή να ταράξει τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Ήταν ο πολυδιαφημισμένος κόκορας του νεοφιλελευθερισμού: όσο ανέβαιναν τα assets, όλοι νόμιζαν πως ξημέρωνε.


Τα πρόσφατα επικήδεια κείμενα για τον Greenspan έχουν ενδιαφέρον επειδή δεν μπορούν πια να κρατήσουν ακέραιο τον παλιό μύθο. Το Reuters τον θυμήθηκε ως άνθρωπο μεγάλων επιτυχιών και αβυσσαλέων αποτυχιών: τον πρόεδρο της Fed που επέβλεψε μακρά επέκταση, αλλά και εκείνον που είδε την «irrational exuberance» χωρίς να τη σταματήσει, που στήριξε τη χαλαρή νομισματική πολιτική, την απορρύθμιση και το περιβόητο «Greenspan put», συμβάλλοντας έτσι στο περιβάλλον που οδήγησε στη χρηματοπιστωτική καταστροφή του 2008. Ακόμη και το Forbes, από την αντίθετη πλευρά, επιχείρησε να τον απομυθοποιήσει διαφορετικά: «ούτε ιδιοφυΐα ούτε κακός», απλώς άνθρωπος που δέχτηκε τα εγκώμια του «Maestro» όταν η οικονομική συγκυρία τον ευνοούσε και φορτώθηκε αργότερα ευθύνες για μια στροφή που δεν ήταν αποκλειστικά δικό του έργο. Το κρίσιμο όμως δεν είναι αν ο Greenspan ήταν μεγαλοφυΐα, τέρας ή απλώς ματαιόδοξος τεχνοκράτης. Είναι ότι τα λάθη του ήταν συνεπή με την κοσμοθεωρία του και ότι η εποχή του χρειαζόταν ακριβώς έναν τέτοιο άνθρωπο: αρκετά ιδεολόγο για να πιστεύει στην αγορά, αρκετά τεχνοκράτη για να την παρουσιάζει ως επιστήμη, και αρκετά ευέλικτο για να υπηρετεί κάθε φορά τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Εδώ βοηθά ιδιαίτερα το στοιχείο που υπενθύμισε το NPR: ο Greenspan δεν ήταν απλώς τεχνοκράτης. Ήταν άνθρωπος διαμορφωμένος μέσα στον κύκλο της Ayn Rand, μέλος του περίφημου “Collective”, συνεργάτης του Objectivist, συγγραφέας υπέρ του κανόνα του χρυσού, φίλος της Rand μέχρι τον θάνατό της. Η Rand δεν ήταν βιογραφική λεπτομέρεια. Ήταν μέρος του ιδεολογικού του σχηματισμού. Πίσω από τον κεντρικό τραπεζίτη με τα μοντέλα, τα δεδομένα και τις αινιγματικές διατυπώσεις βρισκόταν μια σχεδόν μεταφυσική πίστη στην αγορά, στην ατομική ιδιοκτησία, στην επιχειρηματική αρετή και στην εχθρότητα προς τον κρατικό έλεγχο. Η τεχνοκρατική ουδετερότητα είχε πολύ συγκεκριμένη ιδεολογική καταγωγή 

Γι’ αυτό η αποτυχία του Greenspan δεν ήταν απλώς τεχνική. Ήταν ιδεολογική. Δεν ήταν ότι απλώς «δεν είδε» τη φούσκα. Την είδε, την ονόμασε, και παρ’ όλα αυτά δεν έκανε τίποτε, γιατί η ίδια του η πίστη στην αυτορρυθμιζόμενη αγορά δεν του επέτρεπε να δεχθεί ότι η Wall Street, οι τράπεζες και οι επενδυτές δεν αυτοπειθαρχούνται όταν υπάρχει κέρδος να αποσπαστεί. Όταν μετά το 2008 παραδέχθηκε ότι υπήρχε ένα «σφάλμα» στο μοντέλο του, δεν κατέρρευσε απλώς μία οικονομική υπόθεση. Κατέρρευσε μια ολόκληρη ηθική φαντασίωση του νεοφιλελευθερισμού: ότι το ιδιωτικό συμφέρον μπορεί, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο, να γεννήσει κοινωνική ορθολογικότητα. Είναι αυτό που σε απλά ελληνικά λέγεται «πούτσες μπλε»

Το πιο δυνατό σημείο του άρθρου του Jacobin είναι ότι αναλύει τη Fed ως θεσμό ταξικής εξουσίας. Συνδέει την επίθεση του Paul Volcker στον πληθωρισμό με τη συντριβή της εργασίας και δείχνει πώς ο Greenspan κληρονόμησε μια εργατική τάξη ήδη πειθαρχημένη από ανεργία, αποσυνδικαλιστικοποίηση, επισφάλεια, εργοδοτική υγειονομική εξάρτηση και μνήμη ήττας. Η «θαυματουργή οικονομία» της δεκαετίας του 1990 δεν βασιζόταν μόνο στην παραγωγικότητα ή στην καινοτομία, αλλά στους τραυματισμένους εργαζόμενους που φοβούνταν να διεκδικήσουν. Η μακροοικονομική σταθερότητα για το κεφάλαιο στηριζόταν στον φόβο της εργασίας.

Εδώ βρίσκεται το πιο ουσιαστικό στοιχείο της ανάλυσης: οι μισθοί δεν είναι απλές τιμές στην αγορά εργασίας, αλλά αποτελέσματα ταξικής πάλης. Η ανησυχία της Fed για τον πληθωρισμό είναι ταυτόχρονα ανησυχία για την πειθάρχηση της εργασίας. Η νομισματική πολιτική εμφανίζεται τεχνική, αλλά το περιεχόμενό της είναι πολιτικό: κρατά την εργασία αρκετά αδύναμη ώστε να μην απειλείται η κερδοφορία.

Ωστόσο, το άρθρο έχει όρια. Παραμένει κάπως προσωποκεντρικό. Ο Greenspan εμφανίζεται ως πιστός υπηρέτης της άρχουσας τάξης, αλλά το πραγματικό υποκείμενο είναι ο μετασχηματισμός του αμερικανικού καπιταλισμού μετά τη δεκαετία του 1970: αποβιομηχάνιση, χρηματιστικοποίηση, παγκοσμιοποίηση, αποδυνάμωση των συνδικάτων, αποκατάσταση της κερδοφορίας και ανασύνθεση της ταξικής εξουσίας. Ο Greenspan υπήρξε φορέας αυτής της διαδικασίας, όχι δημιουργός της.

Μια βαθύτερη ανάλυση θα έβλεπε επίσης τη Fed όχι μόνο ως διαχειριστή της αμερικανικής εργασίας, αλλά ως θεσμό του παγκόσμιου καπιταλισμού: δολαριακή ηγεμονία, διεθνές χρέος, ροές κεφαλαίου, κρίσεις στην περιφέρεια, πειθαρχία του ΔΝΤ, εξάρτηση οικονομιών. Η «ανεξαρτησία» της κεντρικής τράπεζας είναι μορφή απόκρυψης ταξικής κυριαρχίας πίσω από τεχνική γλώσσα. Συνολικά, το άρθρο είναι χρήσιμο αλλά ανολοκλήρωτο: δείχνει σωστά ότι ο Greenspan δεν ήταν αθώος τεχνοκράτης αλλά ταξικός λειτουργός. Για να ολοκληρωθεί όμως η κριτική, πρέπει να φανεί ότι πίσω από τον μαέστρο βρισκόταν ολόκληρη η ορχήστρα: κράτος, κεφάλαιο, χρήμα, χρηματοπιστωτική σφαίρα και αυτοκρατορία. Τα κοκόρια του νεοφιλελευθερισμού λαλούν δυνατά. Αλλά το κοτέτσι είναι πάντα ο ίδιος ο καπιταλισμός.

 


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η εγγραφή κι η μίτρα

 Ο Α. αποφάσισε να γραφτεί στην ΕΛΑΣ ένα απόγευμα που δεν είχε τίποτε ηρωικό. Δεν έπεφτε η κυβέρνηση, δεν υπήρχε πλατεία, πανό, ιστορική φωτογραφία, ούτε εκείνη η ηλεκτρισμένη αίσθηση ότι οι εποχές γυρίζουν σελίδα μπροστά σου και εσύ, για μία φορά στη ζωή σου, δεν είσαι απλώς αναγνώστης αλλά μικρό γράμμα μέσα στην πρόταση. Ήταν ένα απλό απόγευμα μιας απλής Τετάρτης.



Είχε γυρίσει από το σχολείο με το κεφάλι βαρύ, με μια κούραση περισσότερο πολιτισμική παρά σωματική. Είχε μιλήσει στους μαθητές για την τραγωδία, για την ύβρη, για τη μοίρα και για τον άνθρωπο που δεν είναι ποτέ απολύτως κύριος του κόσμου του. Τους είχε πει, όπως έλεγε κάθε χρόνο, ότι στην αρχαία τραγωδία η μοίρα δεν είναι απλή μοιρολατρία. Δεν είναι ένας μηχανισμός που συνθλίβει μαριονέτες. Ο τραγικός ήρωας δρα μέσα σε όρια που δεν επέλεξε: θεοί, νόμοι, παλιές ενοχές, οικογένεια, πόλη, χρησμοί, άγνοια. Αλλά δρα. Επιμένει, αποφασίζει, συγκρούεται, σφάλλει, αναλαμβάνει. Ο Οιδίποδας δεν είναι μόνο θύμα του χρησμού· είναι και ο άνθρωπος που ζητά την αλήθεια μέχρι τέλους. Η Αντιγόνη δεν πεθαίνει επειδή απλώς την καταπίνει το πεπρωμένο· πεθαίνει επειδή επιλέγει να πράξει μέσα σε έναν κόσμο όπου καμία επιλογή δεν είναι αθώα.

Και καθώς τα έλεγε αυτά, καθώς εξηγούσε με σχεδόν επαγγελματική βεβαιότητα ότι η τραγωδία είναι το δράμα της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα στην αναγκαιότητα, ένιωσε ξαφνικά ντροπή. Όχι για τους μαθητές. Για τον εαυτό του. Γιατί έξω από την τάξη, στη δική του ζωή, είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί την αρχαία τραγωδία σαν άλλοθι. Όχι σαν τρόπο να καταλάβει τα όρια της δράσης, αλλά σαν κομψό όνομα της παραίτησης. Όλα είχαν γίνει μοίρα: η ΝΔ πρώτη, η αντιπολίτευση κομματιασμένη, η κοινωνία κουρασμένη, οι νέοι φευγάτοι, οι δημοσκοπήσεις σαν ηλεκτροκαρδιογράφημα ασθενούς που δεν πεθαίνει αλλά δεν ζει κιόλας. Είχε βαφτίσει αναγκαιότητα αυτό που μπορεί να ήταν απλώς φόβος. Είχε ονομάσει πεπρωμένο αυτό που ίσως ήταν συνήθεια.

Και τότε, σαν έκλαμψη, του ήρθε στο μυαλό κάτι που ακούστηκε όχι σαν αισιοδοξία, αλλά σαν προσταγή: «αρκετά με την κακή χρήση της τραγωδίας».

Άνοιξε τον υπολογιστή. Στην οθόνη εμφανίστηκε η σελίδα εγγραφής της ΕΛΑΣ — Ενωτική Λαϊκή Αριστερή Συμπαράταξη. Το νέο κόμμα του Τσίπρα είχε ανακοινωθεί λίγες μέρες πριν, με ένα σήμα που προσπαθούσε να φαίνεται και ιστορικό και μοντέρνο, και με μια ιδρυτική διακήρυξη όπου οι λέξεις «δημοκρατία», «κοινωνική δικαιοσύνη», «πράσινη μετάβαση», «κυβερνώσα Αριστερά» και «λαϊκή αξιοπρέπεια» στέκονταν η μία δίπλα στην άλλη σαν παλιοί σύντροφοι που ξανασυναντιούνται σε μνημόσυνο αλλά αποφασίζουν να το κάνουν συνέδριο.

Κοίταξε τη φόρμα. Ονοματεπώνυμο. Email. Τηλέφωνο. Περιοχή. Επάγγελμα. Συμφωνώ με τις αρχές και το καταστατικό. Στάθηκε στο τελευταίο κουτάκι. Πάντα φοβόταν τα κουτάκια. Τα κουτάκια είχαν κάτι από μικρή συνθηκολόγηση. Τσεκάρεις και προχωράς. Συμφωνώ. Αποδέχομαι. Δηλώνω. Υποβάλλω. Όλη η νεωτερικότητα σε κουτάκια. Κάποτε οι άνθρωποι έδιναν όρκους κάτω από ουρανούς, μπροστά σε θεούς, σε συντρόφους, σε νεκρούς. Τώρα τσεκάρουν τετραγωνάκια. Το τσέκαρε.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν έγινε τίποτα. Ύστερα η οθόνη έγραψε: «Η εγγραφή σας ολοκληρώθηκε επιτυχώς».

Ο Α. περίμενε κάτι. Ένα εσωτερικό ρίγος. Μια φωνή. Ένα μικρό 1917 μέσα στην κουζίνα του. Τίποτα.

Κι όμως, μετά από λίγο, ένιωσε κάτι. Όχι ελπίδα ακριβώς. Η ελπίδα ήταν λέξη επικίνδυνη. Αυτό που ένιωσε ήταν πιο ταπεινό: ένα είδος τεχνητής θέρμανσης. Σαν να είχε ανάψει μικρό αερόθερμο μέσα σε παγωμένο δωμάτιο. Δεν άλλαζε τον χειμώνα, αλλά άλλαζε την αίσθηση των χεριών.

Τις επόμενες μέρες ήρθε ο ενθουσιασμός. Όχι πηγαίος, ούτε απόλυτα γνήσιος. Αυτό το ήξερε. Δεν εξαπατούσε τον εαυτό του τόσο εύκολα. Ήταν ένας ενθουσιασμός κατασκευασμένος, σαν σκηνικό σε σχολική γιορτή: χαρτόνια βαμμένα μπλε, κόκκινες κορδέλες, ένα σύνθημα με μαρκαδόρο, παιδιά που φορτώνονται την Ιστορία για τρία λεπτά και μετά επιστρέφουν στο κυλικείο. Αλλά η κατασκευή δεν σημαίνει πάντα ψεύδος. Και το σπίτι κατασκευή είναι. Και το ποίημα κατασκευή είναι. Και η δημοκρατία, στην καλύτερη περίπτωση, κατασκευή είναι: μια ανθρώπινη απόφαση να μη ζήσουμε σαν λύκοι επειδή θα μπορούσαμε.

Έτσι, άρχισε να παρακολουθεί τις ανακοινώσεις της ΕΛΑΣ. Διάβαζε κείμενα, έμπαινε σε διαδικτυακές συναντήσεις, άκουγε ανθρώπους που μιλούσαν για κοινωνικό κράτος, εργασία, στέγη, δημοκρατία, πράσινο σχεδιασμό. Κάποιοι μιλούσαν άσχημα, με εκείνη την ξύλινη γλώσσα που κάνει ακόμη ακόμη και δικαστικές αποφάσεις να ακούγονται λυρικές. Άλλοι όμως είχαν κάτι. Όχι μεγαλείο. Κανονικό ανθρώπινο θυμό. Μιλούσαν για ενοίκια, για μισθούς, για γιατρούς, για σχολεία, για το παιδί τους που έφυγε Γερμανία, για τη μάνα τους που περίμενε μήνες για εξέταση, για το χωριό που έκλεισε το δημοτικό. Τους άκουγε και σκεφτόταν: υπάρχει ακόμη χώρα κάτω από τη χώρα.

Στο σχολείο άκουσε τους συναδέλφους να λένε πάλι ότι «όλοι ίδιοι είναι». Αυτή τη φορά δεν θύμωσε αμέσως. Τους κοίταξε με την τρυφερότητα γιατρού που έχει δει πολλές φορές την ίδια ασθένεια. Η φράση «όλοι ίδιοι είναι» του φάνηκε ξαφνικά όχι μόνο αντιδραστική αλλά και πένθιμη. Ήταν η φράση ανθρώπων που είχαν χάσει τόσες φορές ώστε αποφάσισαν να λένε πως ποτέ δεν υπήρχε κάτι να χαθεί.

«Δεν είναι όλοι ίδιοι», είπε.

Οι άλλοι τον κοίταξαν. Δεν συνέχισε. Δεν ήθελε να γίνει ο άνθρωπος που μόλις γράφτηκε σε κόμμα και μετά από 48 ώρες μοιράζει σωτηριολογικά φυλλάδια. Υπάρχει μια ειδική γελοιότητα του νεοφώτιστου, και ο Α. τη φοβόταν. Ήθελε απλώς να ξαναβρεί το δικαίωμα στη δυνατότητα. Και για λίγες μέρες το κατάφερε. Αισθανόταν ότι είναι ένας ολοκληρωμένος ΕΛΑΣίτης.

Ξυπνούσε και δεν ένιωθε αμέσως το γνωστό βάρος. Διόρθωνε γραπτά χωρίς να σκέφτεται ότι οι μαθητές του προορίζονται για μια χώρα που τους έχει ήδη αποχαιρετήσει. Στο λεωφορείο κοιτούσε τους ανθρώπους και προσπαθούσε να τους φανταστεί όχι ως επιβάτες της παρακμής, αλλά ως ενδεχόμενους πολίτες. Έγραφε σημειώσεις για τοπική οργάνωση. Σκεφτόταν μια εκδήλωση για τη στέγη. Μια συζήτηση για το δημόσιο σχολείο. Ένα κείμενο για την εργασία. Ίσως, έλεγε μέσα του, δεν χρειάζεται να ξεκινήσεις από τη μεγάλη Ιστορία. Ίσως αρκεί να ξεκινήσεις από μια αίθουσα, δώδεκα καρέκλες, έναν θερμοσίφωνα που δεν δουλεύει και ανθρώπους που αποφασίζουν να μη μιλούν μόνο για το πόσο χάλια είναι όλα.

Κι έπειτα ήρθε η βόμβα: «Διπλασιασμός αποδοχών για τους μητροπολίτες».

Ο Α. το διάβασε μία φορά. Μετά δεύτερη. Μετά τρίτη, όπως διαβάζει κανείς μια άσκηση μαθητή όπου το λάθος είναι τόσο εξωφρενικό ώστε υποψιάζεται πως φταίει ο ίδιος για το πώς διατύπωσε την εκφώνηση.

Διπλασιασμός. Όχι μικρή αύξηση. Όχι αναπροσαρμογή. Όχι τεχνική διόρθωση. Διπλασιασμός.

Και μόνο για την εκκλησιαστική ιεραρχία. Τους δεσποτάδες. Την κορυφή. Τους ανθρώπους του θρόνου, της διοικητικής ισχύος, των τελετών, των πρωτοκόλλων, της θεσμικής πρόσβασης. Για τον φτωχοπαπά της ενορίας τίποτε. Αν και μέσα του κάτι τού έλεγε ότι με κάποιον τρόπο θα ενεργοποιηθούν μυστηριώδεις ιεροί μηχανισμοί και θα μετακυλήσουν τις αυξήσεις και στους υπόλοιπους, χαμηλότερων βαθμίδων, επαγγελματίες.

Περίμενε την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ.

Την πρώτη ώρα, τίποτα.

Εντάξει, σκέφτηκε. Θέλουν να το διασταυρώσουν. Να τοποθετηθούν σοβαρά. Να μη βγάλουν πρόχειρη καταγγελία.

Τη δεύτερη ώρα, τίποτα.

Άνοιξε την ιστοσελίδα. Τίποτα.

Άνοιξε τα κοινωνικά δίκτυα. Μια ανάρτηση για την ακρίβεια. Μία για την Παλαιστίνη. Μία για τη νεολαία. Μία φωτογραφία του Τσίπρα με νέους ανθρώπους σε κύκλο, όλοι λίγο πιο φωτεινοί από όσο επιτρέπει η πραγματικότητα.

Για τους δεσποτάδες, κουβέντα.

Ο Α. ένιωσε εκείνο το παλιό, επικίνδυνο κενό πίσω από το στέρνο. Όχι θυμό πια. Κάτι πιο βαθύ. Την αίσθηση ότι το έργο είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται πριν καν ολοκληρωθεί η πρώτη πράξη. Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να παρηγορηθεί λέγοντας «μοίρα». Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο, σχεδόν αισχρό. Η σιωπή δεν ήταν χρησμός. Δεν ερχόταν από τους θεούς. Ερχόταν από ανθρώπους, από επιτελεία, από υπολογισμούς, από εκείνον τον παλιό φόβο μήπως δυσαρεστηθεί η Εκκλησία, μήπως χαθεί το κέντρο, μήπως ενοχληθούν οι μετριοπαθείς, μήπως η Αριστερά φανεί πάλι Αριστερά πριν προλάβει να φανεί κυβερνώσα.

Και τότε κατάλαβε ότι η τραγωδία είχε επιστρέψει από την πίσω πόρτα. Όχι ως πεπρωμένο, αλλά ως δοκιμασία ευθύνης. Δεν τον συνέτριβε κάποια αρχαία κατάρα. Κανένας χρησμός δεν του είχε ανακοινώσει ότι κάθε αριστερή ελπίδα είναι καταδικασμένη να γονατίζει μπροστά σε μια μίτρα. Το ερώτημα ήταν πιο ταπεινό και γι’ αυτό πιο σκληρό: Τι κάνεις όταν το νέο δεν έχει ακόμη γεννηθεί και όμως μοιάζει ήδη κουρασμένο;

Και τότε, για μια στιγμή, σκέφτηκε τη μάνα του. «Να γίνεις παπάς», του έλεγε κάποτε. Όχι από βαθιά θεολογική έμπνευση. Από εκείνη τη λαϊκή, πρακτική σοφία των γυναικών που είχαν δει τη ζωή να τρώει άντρες με περισσότερα όνειρα από εισοδήματα. «Θα έχεις τον μισθό σου, την ενορία σου, τον κόσμο σου. Θα σε σέβονται. Δεν θα σε τρώει η ανασφάλεια».

Και πού ξέρεις, συμπλήρωσε μόνος του, μπορεί να γινόμουν και δεσπότης ή, τουλάχιστον, τιτουλάριος επίσκοπος — 70% αύξηση. Νοτ μπαντ. Ή, ου φαύλον όπως μπορεί να έλεγε κι ο Κρέοντας. 

Μια γλυκιά νύστα τον τύλιξε καθώς σκεφτόταν τον εαυτό του με αρχιερατική μίτρα. Έκλεισε τα μάτια και, μετά από δεκάδες χρόνια, του ήρθε στο μυαλό το Σύμβολο της Πίστεως: Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα, και τα λοιπά