https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η εγγραφή κι η μίτρα

 Ο Α. αποφάσισε να γραφτεί στην ΕΛΑΣ ένα απόγευμα που δεν είχε τίποτε ηρωικό. Δεν έπεφτε η κυβέρνηση, δεν υπήρχε πλατεία, πανό, ιστορική φωτογραφία, ούτε εκείνη η ηλεκτρισμένη αίσθηση ότι οι εποχές γυρίζουν σελίδα μπροστά σου και εσύ, για μία φορά στη ζωή σου, δεν είσαι απλώς αναγνώστης αλλά μικρό γράμμα μέσα στην πρόταση. Ήταν ένα απλό απόγευμα μιας απλής Τετάρτης.



Είχε γυρίσει από το σχολείο με το κεφάλι βαρύ, με μια κούραση περισσότερο πολιτισμική παρά σωματική. Είχε μιλήσει στους μαθητές για την τραγωδία, για την ύβρη, για τη μοίρα και για τον άνθρωπο που δεν είναι ποτέ απολύτως κύριος του κόσμου του. Τους είχε πει, όπως έλεγε κάθε χρόνο, ότι στην αρχαία τραγωδία η μοίρα δεν είναι απλή μοιρολατρία. Δεν είναι ένας μηχανισμός που συνθλίβει μαριονέτες. Ο τραγικός ήρωας δρα μέσα σε όρια που δεν επέλεξε: θεοί, νόμοι, παλιές ενοχές, οικογένεια, πόλη, χρησμοί, άγνοια. Αλλά δρα. Επιμένει, αποφασίζει, συγκρούεται, σφάλλει, αναλαμβάνει. Ο Οιδίποδας δεν είναι μόνο θύμα του χρησμού· είναι και ο άνθρωπος που ζητά την αλήθεια μέχρι τέλους. Η Αντιγόνη δεν πεθαίνει επειδή απλώς την καταπίνει το πεπρωμένο· πεθαίνει επειδή επιλέγει να πράξει μέσα σε έναν κόσμο όπου καμία επιλογή δεν είναι αθώα.

Και καθώς τα έλεγε αυτά, καθώς εξηγούσε με σχεδόν επαγγελματική βεβαιότητα ότι η τραγωδία είναι το δράμα της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα στην αναγκαιότητα, ένιωσε ξαφνικά ντροπή. Όχι για τους μαθητές. Για τον εαυτό του. Γιατί έξω από την τάξη, στη δική του ζωή, είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί την αρχαία τραγωδία σαν άλλοθι. Όχι σαν τρόπο να καταλάβει τα όρια της δράσης, αλλά σαν κομψό όνομα της παραίτησης. Όλα είχαν γίνει μοίρα: η ΝΔ πρώτη, η αντιπολίτευση κομματιασμένη, η κοινωνία κουρασμένη, οι νέοι φευγάτοι, οι δημοσκοπήσεις σαν ηλεκτροκαρδιογράφημα ασθενούς που δεν πεθαίνει αλλά δεν ζει κιόλας. Είχε βαφτίσει αναγκαιότητα αυτό που μπορεί να ήταν απλώς φόβος. Είχε ονομάσει πεπρωμένο αυτό που ίσως ήταν συνήθεια.

Και τότε, σαν έκλαμψη, του ήρθε στο μυαλό κάτι που ακούστηκε όχι σαν αισιοδοξία, αλλά σαν προσταγή: «αρκετά με την κακή χρήση της τραγωδίας».

Άνοιξε τον υπολογιστή. Στην οθόνη εμφανίστηκε η σελίδα εγγραφής της ΕΛΑΣ — Ενωτική Λαϊκή Αριστερή Συμπαράταξη. Το νέο κόμμα του Τσίπρα είχε ανακοινωθεί λίγες μέρες πριν, με ένα σήμα που προσπαθούσε να φαίνεται και ιστορικό και μοντέρνο, και με μια ιδρυτική διακήρυξη όπου οι λέξεις «δημοκρατία», «κοινωνική δικαιοσύνη», «πράσινη μετάβαση», «κυβερνώσα Αριστερά» και «λαϊκή αξιοπρέπεια» στέκονταν η μία δίπλα στην άλλη σαν παλιοί σύντροφοι που ξανασυναντιούνται σε μνημόσυνο αλλά αποφασίζουν να το κάνουν συνέδριο.

Κοίταξε τη φόρμα. Ονοματεπώνυμο. Email. Τηλέφωνο. Περιοχή. Επάγγελμα. Συμφωνώ με τις αρχές και το καταστατικό. Στάθηκε στο τελευταίο κουτάκι. Πάντα φοβόταν τα κουτάκια. Τα κουτάκια είχαν κάτι από μικρή συνθηκολόγηση. Τσεκάρεις και προχωράς. Συμφωνώ. Αποδέχομαι. Δηλώνω. Υποβάλλω. Όλη η νεωτερικότητα σε κουτάκια. Κάποτε οι άνθρωποι έδιναν όρκους κάτω από ουρανούς, μπροστά σε θεούς, σε συντρόφους, σε νεκρούς. Τώρα τσεκάρουν τετραγωνάκια. Το τσέκαρε.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν έγινε τίποτα. Ύστερα η οθόνη έγραψε: «Η εγγραφή σας ολοκληρώθηκε επιτυχώς».

Ο Α. περίμενε κάτι. Ένα εσωτερικό ρίγος. Μια φωνή. Ένα μικρό 1917 μέσα στην κουζίνα του. Τίποτα.

Κι όμως, μετά από λίγο, ένιωσε κάτι. Όχι ελπίδα ακριβώς. Η ελπίδα ήταν λέξη επικίνδυνη. Αυτό που ένιωσε ήταν πιο ταπεινό: ένα είδος τεχνητής θέρμανσης. Σαν να είχε ανάψει μικρό αερόθερμο μέσα σε παγωμένο δωμάτιο. Δεν άλλαζε τον χειμώνα, αλλά άλλαζε την αίσθηση των χεριών.

Τις επόμενες μέρες ήρθε ο ενθουσιασμός. Όχι πηγαίος, ούτε απόλυτα γνήσιος. Αυτό το ήξερε. Δεν εξαπατούσε τον εαυτό του τόσο εύκολα. Ήταν ένας ενθουσιασμός κατασκευασμένος, σαν σκηνικό σε σχολική γιορτή: χαρτόνια βαμμένα μπλε, κόκκινες κορδέλες, ένα σύνθημα με μαρκαδόρο, παιδιά που φορτώνονται την Ιστορία για τρία λεπτά και μετά επιστρέφουν στο κυλικείο. Αλλά η κατασκευή δεν σημαίνει πάντα ψεύδος. Και το σπίτι κατασκευή είναι. Και το ποίημα κατασκευή είναι. Και η δημοκρατία, στην καλύτερη περίπτωση, κατασκευή είναι: μια ανθρώπινη απόφαση να μη ζήσουμε σαν λύκοι επειδή θα μπορούσαμε.

Έτσι, άρχισε να παρακολουθεί τις ανακοινώσεις της ΕΛΑΣ. Διάβαζε κείμενα, έμπαινε σε διαδικτυακές συναντήσεις, άκουγε ανθρώπους που μιλούσαν για κοινωνικό κράτος, εργασία, στέγη, δημοκρατία, πράσινο σχεδιασμό. Κάποιοι μιλούσαν άσχημα, με εκείνη την ξύλινη γλώσσα που κάνει ακόμη ακόμη και δικαστικές αποφάσεις να ακούγονται λυρικές. Άλλοι όμως είχαν κάτι. Όχι μεγαλείο. Κανονικό ανθρώπινο θυμό. Μιλούσαν για ενοίκια, για μισθούς, για γιατρούς, για σχολεία, για το παιδί τους που έφυγε Γερμανία, για τη μάνα τους που περίμενε μήνες για εξέταση, για το χωριό που έκλεισε το δημοτικό. Τους άκουγε και σκεφτόταν: υπάρχει ακόμη χώρα κάτω από τη χώρα.

Στο σχολείο άκουσε τους συναδέλφους να λένε πάλι ότι «όλοι ίδιοι είναι». Αυτή τη φορά δεν θύμωσε αμέσως. Τους κοίταξε με την τρυφερότητα γιατρού που έχει δει πολλές φορές την ίδια ασθένεια. Η φράση «όλοι ίδιοι είναι» του φάνηκε ξαφνικά όχι μόνο αντιδραστική αλλά και πένθιμη. Ήταν η φράση ανθρώπων που είχαν χάσει τόσες φορές ώστε αποφάσισαν να λένε πως ποτέ δεν υπήρχε κάτι να χαθεί.

«Δεν είναι όλοι ίδιοι», είπε.

Οι άλλοι τον κοίταξαν. Δεν συνέχισε. Δεν ήθελε να γίνει ο άνθρωπος που μόλις γράφτηκε σε κόμμα και μετά από 48 ώρες μοιράζει σωτηριολογικά φυλλάδια. Υπάρχει μια ειδική γελοιότητα του νεοφώτιστου, και ο Α. τη φοβόταν. Ήθελε απλώς να ξαναβρεί το δικαίωμα στη δυνατότητα. Και για λίγες μέρες το κατάφερε. Αισθανόταν ότι είναι ένας ολοκληρωμένος ΕΛΑΣίτης.

Ξυπνούσε και δεν ένιωθε αμέσως το γνωστό βάρος. Διόρθωνε γραπτά χωρίς να σκέφτεται ότι οι μαθητές του προορίζονται για μια χώρα που τους έχει ήδη αποχαιρετήσει. Στο λεωφορείο κοιτούσε τους ανθρώπους και προσπαθούσε να τους φανταστεί όχι ως επιβάτες της παρακμής, αλλά ως ενδεχόμενους πολίτες. Έγραφε σημειώσεις για τοπική οργάνωση. Σκεφτόταν μια εκδήλωση για τη στέγη. Μια συζήτηση για το δημόσιο σχολείο. Ένα κείμενο για την εργασία. Ίσως, έλεγε μέσα του, δεν χρειάζεται να ξεκινήσεις από τη μεγάλη Ιστορία. Ίσως αρκεί να ξεκινήσεις από μια αίθουσα, δώδεκα καρέκλες, έναν θερμοσίφωνα που δεν δουλεύει και ανθρώπους που αποφασίζουν να μη μιλούν μόνο για το πόσο χάλια είναι όλα.

Κι έπειτα ήρθε η βόμβα: «Διπλασιασμός αποδοχών για τους μητροπολίτες».

Ο Α. το διάβασε μία φορά. Μετά δεύτερη. Μετά τρίτη, όπως διαβάζει κανείς μια άσκηση μαθητή όπου το λάθος είναι τόσο εξωφρενικό ώστε υποψιάζεται πως φταίει ο ίδιος για το πώς διατύπωσε την εκφώνηση.

Διπλασιασμός. Όχι μικρή αύξηση. Όχι αναπροσαρμογή. Όχι τεχνική διόρθωση. Διπλασιασμός.

Και μόνο για την εκκλησιαστική ιεραρχία. Τους δεσποτάδες. Την κορυφή. Τους ανθρώπους του θρόνου, της διοικητικής ισχύος, των τελετών, των πρωτοκόλλων, της θεσμικής πρόσβασης. Για τον φτωχοπαπά της ενορίας τίποτε. Αν και μέσα του κάτι τού έλεγε ότι με κάποιον τρόπο θα ενεργοποιηθούν μυστηριώδεις ιεροί μηχανισμοί και θα μετακυλήσουν τις αυξήσεις και στους υπόλοιπους, χαμηλότερων βαθμίδων, επαγγελματίες.

Περίμενε την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ.

Την πρώτη ώρα, τίποτα.

Εντάξει, σκέφτηκε. Θέλουν να το διασταυρώσουν. Να τοποθετηθούν σοβαρά. Να μη βγάλουν πρόχειρη καταγγελία.

Τη δεύτερη ώρα, τίποτα.

Άνοιξε την ιστοσελίδα. Τίποτα.

Άνοιξε τα κοινωνικά δίκτυα. Μια ανάρτηση για την ακρίβεια. Μία για την Παλαιστίνη. Μία για τη νεολαία. Μία φωτογραφία του Τσίπρα με νέους ανθρώπους σε κύκλο, όλοι λίγο πιο φωτεινοί από όσο επιτρέπει η πραγματικότητα.

Για τους δεσποτάδες, κουβέντα.

Ο Α. ένιωσε εκείνο το παλιό, επικίνδυνο κενό πίσω από το στέρνο. Όχι θυμό πια. Κάτι πιο βαθύ. Την αίσθηση ότι το έργο είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται πριν καν ολοκληρωθεί η πρώτη πράξη. Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να παρηγορηθεί λέγοντας «μοίρα». Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο, σχεδόν αισχρό. Η σιωπή δεν ήταν χρησμός. Δεν ερχόταν από τους θεούς. Ερχόταν από ανθρώπους, από επιτελεία, από υπολογισμούς, από εκείνον τον παλιό φόβο μήπως δυσαρεστηθεί η Εκκλησία, μήπως χαθεί το κέντρο, μήπως ενοχληθούν οι μετριοπαθείς, μήπως η Αριστερά φανεί πάλι Αριστερά πριν προλάβει να φανεί κυβερνώσα.

Και τότε κατάλαβε ότι η τραγωδία είχε επιστρέψει από την πίσω πόρτα. Όχι ως πεπρωμένο, αλλά ως δοκιμασία ευθύνης. Δεν τον συνέτριβε κάποια αρχαία κατάρα. Κανένας χρησμός δεν του είχε ανακοινώσει ότι κάθε αριστερή ελπίδα είναι καταδικασμένη να γονατίζει μπροστά σε μια μίτρα. Το ερώτημα ήταν πιο ταπεινό και γι’ αυτό πιο σκληρό: Τι κάνεις όταν το νέο δεν έχει ακόμη γεννηθεί και όμως μοιάζει ήδη κουρασμένο;

Και τότε, για μια στιγμή, σκέφτηκε τη μάνα του. «Να γίνεις παπάς», του έλεγε κάποτε. Όχι από βαθιά θεολογική έμπνευση. Από εκείνη τη λαϊκή, πρακτική σοφία των γυναικών που είχαν δει τη ζωή να τρώει άντρες με περισσότερα όνειρα από εισοδήματα. «Θα έχεις τον μισθό σου, την ενορία σου, τον κόσμο σου. Θα σε σέβονται. Δεν θα σε τρώει η ανασφάλεια».

Και πού ξέρεις, συμπλήρωσε μόνος του, μπορεί να γινόμουν και δεσπότης ή, τουλάχιστον, τιτουλάριος επίσκοπος — 70% αύξηση. Νοτ μπαντ. Ή, ου φαύλον όπως μπορεί να έλεγε κι ο Κρέοντας. 

Μια γλυκιά νύστα τον τύλιξε καθώς σκεφτόταν τον εαυτό του με αρχιερατική μίτρα. Έκλεισε τα μάτια και, μετά από δεκάδες χρόνια, του ήρθε στο μυαλό το Σύμβολο της Πίστεως: Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα, και τα λοιπά






Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Τρία ροκ τραγούδια για την ΕΛΑΣ (Εθνική Λέσχη Απογοητευμένων Συριζαίων). Ή: Πώς η τεχνητή νοημοσύνη επιβεβαίωσε στατιστικά αυτό που ήδη φοβόμασταν

Φόρτωσα στα ΑΙ μου (Πυγμαλίωνα και Διοτίμα) όλες τις διαθέσιμες ιστορίες του ροκ, κλασικές και μη. Του έδωσα αναλύσεις πολιτικές, κοινωνιολογικές, πολιτισμικές, ψυχαναλυτικές, μαρξιστικές, μεταμαρξιστικές, νεοφιλελεύθερες, αντινεοφιλελεύθερες, μετα-πανκ, προ-πανκ, αντι-πανκ και μερικές που δεν κατάλαβα ούτε εγώ γιατί τις είχα αποθηκεύσει.

Ύστερα του έριξα και αρκετά MB από το δικό μου αποθησαυρισμένο υλικό: παλιά κείμενα για το Παιδί Αλεξίπτωτο, σημειώσεις για τον Τσίπρα και τα ΜΜΕ, παρατηρήσεις για τη σχέση του με τις Εκκλησίες, τον Πάπα, το Άγιον Όρος, τη μάντισσα Άννα, τον Ανέμελο Οδοστρωτήρα, τα συνθήματα του από το 1990 ως σήμερα, τη μετάβαση από το «να μπορούμε να λείπουμε από το μάθημα» στο «η αναμονή τελείωσε» και από το νταούλι στη γκλίτσα.

Το ερώτημα ήταν απλό:

 Ποιο ροκ τραγούδι ταιριάζει περισσότερο στο νέο κόμμα Τσίπρα;

Αλλά επειδή δεν ήθελα να μείνουμε στο ξερά ερμηνευτικό επίπεδο —γιατί το ξερά ερμηνευτικό επίπεδο είναι ωραίο, αλλά δεν πείθει πια κανέναν αν δεν έχει και έναν πίνακα, έναν δείκτη, μια ποσοτικοποίηση, ένα χρώμα θετικοποίησης, κάτι τέλος πάντων που να μοιάζει ότι πέρασε από Excel— του ζήτησα να κάνει και στατιστική ανάλυση.

 «Θέλω», του είπα, «να δεις το ζήτημα από τέσσερις γωνίες:

α. νεοφιλελεύθερη,
β. συντηρητική,
γ. σοσιαλδημοκρατική,
δ. μαρξιστική.

Και μετά να καταλήξεις σε τριάδα».

Τα ΑΙ υπάκουσαν. Κι αυτό είναι ήδη ανησυχητικό. Όχι επειδή οι μηχανές σκέφτονται καλύτερα από τους ανθρώπους, αλλά επειδή υπακούν καθαρότερα. Ο άνθρωπος, ακόμη κι όταν λέει «ναι», κρατάει μέσα του ένα υπόλοιπο άρνησης. Η μηχανή, όταν λέει «εκτελώ», δεν κρατάει τίποτα. Γι’ αυτό η υπακοή της είναι τόσο πειστική — και τόσο τρομακτική.

Πριν όμως μπει στα τραγούδια, ζήτησε διευκρίνιση για τον χώρο της ανακοίνωσης.

«Τι είναι το Θησείο;» ρώτησε ο Πυγμαλίωνας, με εκείνο το άψυχο ενδιαφέρον που έχουν οι μηχανές όταν ετοιμάζονται να καταλάβουν κάτι που εμείς προσποιούμαστε ότι έχουμε καταλάβει από καιρό.

«Γιατί δεν το ψάχνεις», του λέω.

«Θέλω να μου πεις εσύ», ανταπαντάει.

Και τότε αναγκάστηκα να του εξηγήσω.

Το Θησείο δεν είναι απλώς μια ωραία αθηναϊκή γειτονιά για καφέδες, περιπάτους, τουρίστες, παγκάκια, μουσικούς του δρόμου και ζευγάρια που παριστάνουν ότι συζητούν για την αρχαιότητα ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουν πού θα φάνε. Είναι ένας από τους πιο φορτισμένους συμβολικά χώρους της Αθήνας. Βρίσκεται δίπλα στην Αρχαία Αγορά, κοντά στην Ακρόπολη, στην Πνύκα, στο Μοναστηράκι, στον λόφο του Φιλοπάππου. Δηλαδή μέσα σε ένα σκηνικό όπου η Ελλάδα κοιτάζει τον εαυτό της και λέει: «Κάτι υπήρξαμε, κάτι είμαστε, κάτι θα μπορούσαμε να ξαναγίνουμε, αρκεί να μη μας χαλάσει το μικρόφωνο».

Η επιλογή του Θησείου για την ανακοίνωση νέου κόμματος δεν είναι ουδέτερη. Δεν είναι σαν να λες «κλείσαμε μια αίθουσα ξενοδοχείου γιατί είχε διαθέσιμες καρέκλες και καλό air condition». Είναι επιλογή σκηνικού. Και στην πολιτική το σκηνικό δεν είναι ποτέ απλώς σκηνικό. Είναι μέρος του λόγου.

Αν παρουσιάσεις ένα κόμμα σε ξενοδοχείο, λες: είμαστε θεσμικοί, σοβαροί, συνεδριακοί, με πρόγραμμα και coffee break.

Αν το παρουσιάσεις σε πλατεία, λες: είμαστε λαϊκοί, ανοιχτοί, κινηματικοί.

 Αν το παρουσιάσεις στο Θησείο, λες κάτι πιο σύνθετο:

 ερχόμαστε να συνδέσουμε το παρόν με τη μεγάλη ιστορία· να μιλήσουμε για δημοκρατία κάτω από τη σκιά της αρχαίας δημοκρατίας· να εμφανίσουμε το νέο κόμμα όχι σαν οργανωτικό μηχανισμό, αλλά σαν ιστορική στιγμή.

 Το Θησείο δίνει στον ομιλητή ένα είδος δανεικής αρχαιότητας. Δεν χρειάζεται να την πει ο ίδιος. Την έχει πίσω του. Η Ακρόπολη, η Αγορά, η Πνύκα, όλο αυτό το ιστορικό ντεκόρ λειτουργεί σαν σιωπηρός συμπρωταγωνιστής. Ο πολιτικός μιλά για το μέλλον, αλλά πίσω του στέκονται οι πέτρες και ψιθυρίζουν: «Πρόσεξε τι λες, σε ακούμε εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια».

 Στην περίπτωση Τσίπρα, αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Διότι ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως άγνωστος νέος πολιτικός. Επιστρέφει ως πρόσωπο με βαρύ φορτίο: ελπίδα, δημοψήφισμα, μνημόνιο, ήττα, παραίτηση, Ινστιτούτο, επανεμφάνιση. Άρα χρειάζεται έναν χώρο που να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να θυμίζει ιστορία, αλλά και να υπόσχεται νέα αρχή.

 Το Θησείο υπηρετεί ακριβώς αυτό. Είναι αρκετά ιστορικό για να δώσει βάθος. Αρκετά ανοιχτό για να δώσει λαϊκότητα. Αρκετά τουριστικό για να γράφει καλά στην κάμερα. Αρκετά αθηναϊκό για να φανεί κεντρικό. Αρκετά κοντά στην Ακρόπολη για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι η ανακοίνωση ενός κόμματος ανήκει κάπως στη συνέχεια της πόλης, της δημοκρατίας και της μεγάλης ελληνικής αφήγησης.

Και κάπου εδώ μπαίνει ο «ποιμένας».

Διότι όταν μιλάμε παρακάτω για τον ποιμενικό Τσίπρα ή για το σύνδρομο του ποιμένα / τσοπάνη, δεν εννοούμε φυσικά ότι ο Τσίπρας έχει κάποια σχέση με πραγματική κτηνοτροφία. Δεν υπονοούμε ότι κατεβαίνει στο Θησείο με γκλίτσα και μετράει κατσίκια ανά εκλογική περιφέρεια, αν και η εικόνα, ας είμαστε τίμιοι, έχει μια κάποια γοητεία.

Η λέξη «ποιμένας» χρησιμοποιείται μεταφορικά. Στην πολιτική και στη θρησκευτική γλώσσα, ο ποιμένας είναι αυτός που οδηγεί, προστατεύει, μαζεύει τους σκορπισμένους, φροντίζει το ποίμνιο. Ο «καλός ποιμήν» είναι η μορφή του ηγέτη-προστάτη, αυτού που δεν εμφανίζεται απλώς για να ζητήσει ψήφο, αλλά για να πει: «Ξέρω ότι έχετε χαθεί, ξέρω ότι έχετε πληγωθεί, ελάτε να σας οδηγήσω ξανά».

Το «τσοπάνης» είναι η λαϊκή, σατιρική, αποϊεροποιημένη εκδοχή της ίδιας εικόνας. Ο ποιμένας έχει βιβλική ευγένεια. Ο τσοπάνης έχει χώμα στα παπούτσια, κουδούνια, φωνές, μαντρί και πρακτικό νου.

Όταν λοιπόν λέμε ότι ο Τσίπρας εμφανίζεται ως ποιμήν ή τσοπάνης, εννοούμε ότι η επιστροφή του στήνεται σαν κάλεσμα προς ένα σκορπισμένο πολιτικό ακροατήριο: Κεντροαριστερά, Αριστερά, απογοητευμένοι του ΣΥΡΙΖΑ, αντιδεξιοί ψηφοφόροι, αποχή, άνθρωποι που δεν πιστεύουν εύκολα αλλά ψάχνουν κάτι να αντιπαρατεθεί στη μητσοτακική κυριαρχία.

 Η εικόνα είναι απλή:

 το ποίμνιο έχει σκορπίσει,

ο λύκος κυκλοφορεί,
το παλιό μαντρί γκρεμίστηκε,
το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζεται ότι έχει τίτλους ιδιοκτησίας στο λιβάδι,
η ΝΔ λέει ότι δεν υπάρχουν λύκοι αλλά μόνο επενδυτικές ευκαιρίες,

 και ο Τσίπρας εμφανίζεται στο ύψωμα λέγοντας: «Ελάτε, η αναμονή τελείωσε».

 Εκεί ακριβώς το Θησείο αποκτά πρόσθετη σημασία. Δεν είναι απλώς τόπος ανακοίνωσης. Είναι σκηνή επανεμφάνισης. Ο ποιμένας δεν επιστρέφει σε κλειστή αίθουσα. Επιστρέφει σε ανοιχτό ιστορικό χώρο, με φόντο την πόλη, τη δημοκρατία, την αρχαιότητα, τη μνήμη. Θέλει να φανεί ότι δεν ιδρύει απλώς ένα ακόμη κόμμα, αλλά ότι ξαναμαζεύει μια διασκορπισμένη παράταξη κάτω από ένα ιστορικό βλέμμα.

Αφού το ΑΙ έλαβε υπόψη του και αυτή την τοπογραφική/πολιτισμική  παράμετρο, έκανε το πρώτο σημασιολογικό σκανάρισμα της ομιλίας. Εντόπισε τις λέξεις-κλειδιά: λαός, κοινωνική πλειοψηφία, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, δημοκρατία, νέα Μεταπολίτευση, σοκ εντιμότητας, νέος πατριωτισμός, σύντροφοι, φίλες και φίλοι, αλλαγή πολιτικής, ζωή με αξιοπρέπεια, κοπάδι, κάτι παραπάνω από κόμμα.

Μετά τις αντιστοίχισε με θεματικά μοτίβα του ροκ: επιστροφή, διάψευση, εξέγερση, αυτοεξαπάτηση, επανάληψη, ηγεσία, προδομένη ελπίδα, θορυβώδης ανασύνθεση, συλλογική αυταπάτη, πολιτική λύτρωση, ιστορική σκηνοθεσία, και βέβαια το πιο κρίσιμο: frontman syndrome. Δηλαδή η ιστορική τάση ορισμένων τραγουδιστών και πολιτικών αρχηγών να πιστεύουν ότι, αν σηκώσουν αρκετά ψηλά το χέρι, το κοινό θα μετατραπεί σε λαό.

Στη συνέχεια πέρασε στη συγκριτική ιδεολογική αξιολόγηση.

1. Η νεοφιλελεύθερη γωνία

Από νεοφιλελεύθερη άποψη, το νέο κόμμα Τσίπρα θυμίζει ένα παλιό συγκρότημα που επιστρέφει με reunion tour, ζητώντας από το κοινό να ξεχάσει ότι στην προηγούμενη περιοδεία κάηκαν τα ενισχυτικά, χάθηκε το ταμείο και ο ντράμερ έφυγε με τον μάνατζερ.

 Το ΑΙ εδώ πρότεινε ως βασικό τραγούδι το:

 


The Who — Won’t Get Fooled Again

 Διότι η νεοφιλελεύθερη κριτική λέει: ωραίες οι λέξεις περί δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας και κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά η αγορά θυμάται. Οι επενδυτές θυμούνται. Οι φορολογούμενοι θυμούνται. Οι τράπεζες θυμούνται. Οι μικρομεσαίοι θυμούνται. Το 2015 θυμάται τον εαυτό του κάθε βράδυ και στέλνει ειδοποίηση.

Το κεντρικό ρεφρέν, βέβαια, είναι φαρμακερό:

 Meet the new boss / Same as the old boss.

 Σε ελεύθερη μετάφραση:

 Γνωρίστε τον νέο αρχηγό. Είναι ο παλιός αρχηγός με άλλο λογότυπο.

 2. Η συντηρητική γωνία

Από συντηρητική άποψη, το νέο κόμμα Τσίπρα δεν είναι απλώς πολιτική πρωτοβουλία. Είναι επιστροφή του χάους με κανονισμένη σκηνοθεσία. Ο συντηρητικός δεν ακούει «νέα Μεταπολίτευση». Ακούει «έρχονται πάλι οι πλατείες, τα πανό, οι επιτροπές, οι συνιστώσες και οι άνθρωποι που λένε “σύντροφε” σε χώρους με κλιματισμό».

 Εδώ το ΑΙ πρότεινε:

 


The Clash — Should I Stay or Should I Go

Διότι αυτό είναι το ερώτημα που, σύμφωνα με τη συντηρητική ανάγνωση, βασανίζει τον Τσίπρα από το 2019 και μετά.

 Να μείνω;

Να φύγω;
Να παραιτηθώ;
Να ιδρύσω Ινστιτούτο;
Να αφήσω το νέο κύμα;
Να γυρίσω όταν το νέο κύμα κάνει ζημιές στο σαλόνι;
Να εμφανιστώ ως πρώην;
Να επανεμφανιστώ ως νυν;
Να πω «φίλες και φίλοι»;
Να μου ξεφύγει «συντρόφισσες και σύντροφοι»;
Να σηκώσω τη γκλίτσα ή να την κρατήσω χαμηλά για να μη φοβηθεί το κέντρο;

Η συντηρητική κριτική δεν ασχολείται τόσο με τη λεπτή ταξική ανάλυση. Θέλει σταθερότητα. Θέλει κανονικότητα. Θέλει να μην ξαναδεί τον Τσίπρα να κοιτά την Ευρώπη με βλέμμα μαθητή που λέει «θέλω να κρίνω μόνος μου αν θα λείψω από το μάθημα».

Για τον συντηρητικό, ο Τσίπρας είναι ο άνθρωπος που δεν έφυγε ποτέ αρκετά ώστε να ησυχάσει η χώρα.

 Το ΑΙ μέτρησε τον δείκτη αμφιταλάντευσης Τσίπρα:

 Stay/Go Index: 87/100.

Παράμετροι: παραίτηση 2023, Ινστιτούτο, δημόσιες παρεμβάσεις, υποψία επιστροφής, τελική επανεμφάνιση, υψηλή δραματουργία «με κάλεσαν».

Συμπέρασμα: το τραγούδι ταιριάζει απολύτως στον Τσίπρα της ενδιάμεσης περιόδου, εκείνον που βγήκε από την πόρτα αλλά άφησε το παλτό του στην καρέκλα.

 3. Η σοσιαλδημοκρατική γωνία

Η σοσιαλδημοκρατική ανάγνωση είναι πιο τρυφερή αλλά και πιο ενοχλημένη. Δεν απορρίπτει τον Τσίπρα ολοκληρωτικά. Αναγνωρίζει ότι πιάνει πραγματικά προβλήματα: ανισότητες, μισθούς, στέγη, υγεία, παιδεία, κράτος δικαίου, ακρίβεια, κοινωνική πλειοψηφία. Αλλά τον κοιτά με το βλέμμα ανθρώπου που ακούει έναν παλιό φίλο να λέει «έχω αλλάξει» και θυμάται ότι το έχει ξανακούσει.

Εδώ το ΑΙ πρότεινε:



Talking Heads — Once in a Lifetime

Το τραγούδι αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι το απόλυτο τραγούδι του Τσίπρα που στέκεται μπροστά στο νέο του κόμμα, στο Θησείο, με την αρχαία πέτρα πίσω του και το παλιό του πολιτικό φορτίο μέσα του, και αναρωτιέται:

Well, how did I get here?

Πώς βρέθηκα πάλι εδώ;

Πώς από το μαθητικό «να μπορούμε να λείπουμε από το μάθημα» φτάσαμε στο «να αποκτήσει φωνή η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία»;

Πώς από το «θα σκίσουμε τα μνημόνια» φτάσαμε στο «σοκ εντιμότητας»;

Πώς από την Ιθάκη περάσαμε στο Ινστιτούτο και από το Ινστιτούτο στη γκλίτσα;

Πώς από το «Πρώτη φορά Αριστερά» φτάσαμε στο «κάτι παραπάνω από κόμμα»;

Και, κυρίως:

 Same as it ever was.

Η σοσιαλδημοκρατική ματιά δεν θέλει να πετάξει τον Τσίπρα στα σκουπίδια. Θέλει όμως να τον κατεβάσει από το ύψωμα. Θέλει πρόγραμμα, σοβαρότητα, θεσμούς, φορολογικό σχέδιο, κοινωνικό κράτος με κοστολόγηση, πράσινη μετάβαση με διοικητική ικανότητα, όχι άλλη μία τελετουργία αρχηγικής επανόδου με ιστορικές αναφορές και ποιητικά κλεισίματα.

 Το ΑΙ έφτιαξε εδώ έναν Δείκτη Σοσιαλδημοκρατικής Αμηχανίας.

Αποτελέσματα:

Παράμετρος

Βαθμός

Κοινωνική στόχευση

84/100

Προγραμματική ακρίβεια

51/100

Αυτοκριτική 2015

38/100

Ικανότητα συσπείρωσης

79/100

Κίνδυνος αρχηγικού μεσσιανισμού

88/100

 

Μέσος δείκτης: 68/100, δηλαδή «ενδιαφέρων αλλά επικίνδυνα τσιπρικός».

 

Το Once in a Lifetime πήρε εδώ:

 

Σοσιαλδημοκρατική συμβατότητα: 91/100.

 

Διότι εκφράζει ακριβώς την αμηχανία της επανάληψης με άλλο κοστούμι.

 

4. Η μαρξιστική γωνία

Η μαρξιστική ανάγνωση ήταν η πιο σκληρή. Το ΑΙ χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω, μάλλον επειδή ξεφύλλισε εσωτερικά κάτι ανάμεσα σε Μαρξ, Λένιν, Γκράμσι, Πουλαντζά, Bottomore και τις παλιές μας σημειώσεις για το Παιδί Αλεξίπτωτο.

 

Η διάγνωση ήταν ανελέητη:

 

Ο Τσίπρας μιλά για αδικία αλλά όχι για εκμετάλλευση.
Μιλά για ολιγαρχία αλλά όχι για κεφάλαιο.
Μιλά για κοινωνική πλειοψηφία αλλά όχι για εργατική τάξη.
Μιλά για δημοκρατία αλλά όχι για κοινωνικοποίηση της οικονομικής εξουσίας.
Μιλά για σύντροφους αλλά οργανώνει αρχηγικό κόμμα.
Μιλά για συμμετοχή αλλά ζητά υπογραφές σε πλατφόρμα.
Μιλά για ιστορικούς αγώνες αλλά τους χρησιμοποιεί ως συμβολικό κεφάλαιο για εκλογική επανεκκίνηση.

 

Εδώ το ΑΙ πρότεινε ως βασικό τραγούδι πάλι το:

 

The Who — Won’t Get Fooled Again

 

Αλλά για άλλον λόγο από τον νεοφιλελεύθερο.

Ο νεοφιλελεύθερος το ακούει και σκέφτεται: «Μην ξαναπέσουμε σε κρατισμό».

 

Ο μαρξιστής το ακούει και σκέφτεται: «Μην ξαναπέσουμε σε αριστερή διαχείριση του καπιταλισμού».

 

Και οι δύο τραγουδούν το ίδιο ρεφρέν, αλλά ο ένας κρατάει Financial Times και ο άλλος Ριζοσπάστη. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να τρομάξει κανείς.

 

Η μαρξιστική βαθμολόγηση:

Παράμετρος

Βαθμός

Αντιολιγαρχική ρητορική

82/100

Αντικαπιταλιστική σαφήνεια

27/100

Ταξική ονοματοδοσία

31/100

Κινηματική αυτοοργάνωση

29/100

Αρχηγική συγκέντρωση

93/100

Συμβολική χρήση ιστορίας

96/100

 Συμπέρασμα: υψηλή ρητορική ένταση, χαμηλή επαναστατική καθαρότητα, μέγιστη πιθανότητα να μετατραπεί η ταξική οργή σε εκλογικό μαντρί.

Η ποσοτική-στατιστική ανάλυση

Για να μη μείνουμε, λοιπόν, στο ξερά ερμηνευτικό επίπεδο, το ΑΙ κατασκεύασε έναν σύνθετο δείκτη που ονόμασε:

Rock-Political Fit IndexRPFI

Ο δείκτης αυτός μετρά τη συμβατότητα κάθε τραγουδιού με επτά άξονες της τσιπρικής επανεμφάνισης:

  1. Δείκτης Επιστροφής
    Πόσο εκφράζει το τραγούδι την ιδέα του
    comeback.
  2. Δείκτης Διάψευσης
    Πόσο κουβαλά μνήμη προηγούμενης απογοήτευσης.
  3. Δείκτης Ποιμενικότητας
    Πόσο ταιριάζει με το σύνδρομο του ποιμένα / τσοπάνη.
  4. Δείκτης Θεάματος
    Πόσο λειτουργεί ως σκηνική, τηλεοπτική,
    frontman στιγμή.
  5. Δείκτης Ιδεολογικής Αμφισημίας
    Πόσο χωρά διαφορετικές ερμηνείες από δεξιά, αριστερά, κέντρο και καφενείο.
  6. Δείκτης Θησείου
    Πόσο ταιριάζει με την επιλογή ενός ιστορικού, ανοιχτού, αρχαιοδημοκρατικού σκηνικού για την ανακοίνωση.
  7. Δείκτης Γκλίτσας
    Πόσο μπορεί να ακουστεί το τραγούδι ενώ ο Ηγέτης στέκεται συμβολικά στο ύψωμα και καλεί το διασκορπισμένο ποίμνιο.

Τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:

Τραγούδι

Επιστροφή

Διάψευση

Ποιμενικότητα

Θέαμα

Αμφισημία

Θησείο

Γκλίτσα

Σύνολο

The Who — Won’t Get Fooled Again

88

97

76

91

84

78

73

83,9

Talking Heads — Once in a Lifetime

93

89

81

86

96

94

87

89,4

The Clash — Should I Stay or Should I Go

95

78

62

88

82

70

61

76,6

Bob Dylan — Like a Rolling Stone

74

90

55

79

91

82

58

75,6

Pink Floyd — Sheep

69

85

99

73

70

65

100

80,1

Radiohead — No Surprises

61

92

58

64

88

60

52

67,9

Nick Cave — The Mercy Seat

52

94

60

89

75

72

61

71,9

Rage Against the Machine — Killing in the Name

58

66

41

97

54

45

38

57,0

Το ενδιαφέρον είναι ότι το Pink FloydSheep είχε τέλειο Δείκτη Γκλίτσας, 100/100, και σχεδόν

τέλειο Δείκτη Ποιμενικότητας, 99/100, αλλά απορρίφθηκε από την τελική τριάδα επειδή ήταν υπερβολικά κυριολεκτικό. Όταν μιλάμε για τσοπάνη, δεν χρειάζεται να φέρουμε και τα πρόβατα στο εξώφυλλο. Κάπου πρέπει να υπάρχει και λίγη διακριτικότητα.

Το Nick CaveThe Mercy Seat μπήκε προσωρινά στη συζήτηση, ιδίως λόγω του αποθησαυρισμένου υλικού μου και της παλιάς σχέσης με τον Good Son, αλλά κρίθηκε υπερβολικά μεταφυσικό και δικαστικό. Ο Τσίπρας δεν κάθεται ακόμη στην ηλεκτρική καρέκλα. Στέκεται στο Θησείο με μικρόφωνο.

Το Rage Against the Machine απορρίφθηκε διότι, όσο κι αν θα άρεσε σε ορισμένους παλιούς κινηματικούς, το νέο κόμμα Τσίπρα δεν έχει αρκετή οργή για να αντέξει τέτοια κιθάρα. Το ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι «Killing in the Name». Είναι περισσότερο «Signing in the Platform».

 Η τελική τριάδα

Μετά την ποσοτική ανάλυση, τις ιδεολογικές γωνίες, τη γεωγραφία του Θησείου και την εφαρμογή του Δείκτη Τσοπανικής Επανόδου, το ΑΙ κατέληξε στην εξής τριάδα:

1. Talking Heads — Once in a Lifetime

Το τραγούδι του υπαρξιακού Τσίπρα. Του ανθρώπου που κοιτάζει τη διαδρομή του και μοιάζει να ρωτά:

Πώς από τη μαθητική απουσία φτάσαμε στην ποιμενική επιστροφή;

Πώς από την ελπίδα φτάσαμε στο Ινστιτούτο;

Πώς από το «Όχι» φτάσαμε στο «η αναμονή τελείωσε»;

Πώς γίνεται να επιστρέφω ως νέος ενώ είμαι ήδη η παλιά μου ιστορία;

Και πώς γίνεται όλο αυτό να συμβαίνει στο Θησείο, με την αρχαία δημοκρατία πίσω μου και το παλιό μνημόνιο μέσα μου;

Ελληνικός υπότιτλος:

«Πώς βρέθηκα πάλι εδώ;»

 2. The Who — Won’t Get Fooled Again

Το τραγούδι του κοινού. Όχι του Τσίπρα. Του κοινού.

Των ανθρώπων που θέλουν να πιστέψουν αλλά θυμούνται. Των ανθρώπων που λένε «δεν ξαναπαγιδεύομαι», αλλά ταυτόχρονα κοιτούν τον Οδοστρωτήρα και λένε «μήπως να το ξανασκεφτούμε;»

Ελληνικός υπότιτλος:

«Δεν μας ξαναπιάνεις — εκτός αν δεν έχουμε άλλον.»

 3. The Clash — Should I Stay or Should I Go

Το τραγούδι της περιόδου 2019-2026. Του Τσίπρα που παραιτείται αλλά δεν εξαφανίζεται. Που παραμερίζει αλλά κρατά θέση. Που φτιάχνει Ινστιτούτο αλλά όχι κόμμα. Που περιμένει το νέο κύμα, βλέπει το νέο κύμα να κάνει μούσκεμα το σπίτι, και επιστρέφει λέγοντας ότι δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος.

Ελληνικός υπότιτλος:

«Να φύγω, να μείνω ή να επιστρέψω ως ιστορική ανάγκη;»

 Τελικό πόρισμα

Το ΑΙ, αφού κατανάλωσε ροκ ιστορία, πολιτική θεωρία, κοινωνιολογία, αποθηκευμένα κείμενα, συνθήματα του Τσίπρα, αναμνήσεις από το Παιδί Αλεξίπτωτο, αρκετή υπολογιστική μελαγχολία και μια πλήρη τοπογραφική ανάλυση του Θησείου, κατέληξε ότι το νέο κόμμα Τσίπρα δεν έχει ένα τραγούδι. Έχει τρία.

Γιατί και ο ίδιος ο Τσίπρας δεν είναι ένας.

Είναι ο μαθητής που ήθελε να λείπει.

Ο κινηματικός που ήθελε να καταργήσει τα ΜΑΤ.

Ο αντιμνημονιακός που βαρούσε νταούλι.

Ο πρωθυπουργός που έμαθε ότι οι αγορές δεν χορεύουν πάντα σε ελληνικό ρυθμό.

Ο παραιτημένος που ίδρυσε Ινστιτούτο.

Ο ποιμήν που ξανακατεβαίνει στο λιβάδι.

Και το Θησείο είναι η τέλεια σκηνή για αυτή τη μεταμόρφωση: ένας ιστορικός χώρος όπου μπορείς να παρουσιάσεις κάτι νέο έχοντας πίσω σου όσο περισσότερο παλιό γίνεται.

 Γι’ αυτό η τελική πρόταση δεν μπορεί να είναι απλώς μουσική. Είναι διαγνωστική:

Once in a Lifetime για την υπαρξιακή απορία.
Wont Get Fooled Again για τη συλλογική καχυποψία.
Should I Stay or Should I Go για την πολιτική του επιστροφή ως παρατεταμένο δισταγμό.

 
Αν όμως πρέπει να διαλέξουμε ένα και μόνο τραγούδι για να μπει στα ηχεία της πρώτης συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛ.Α.Σ., τότε το ΑΙ, με στατιστική ψυχρότητα και ερμηνευτική κακία, επιλέγει:

 Talking Heads — Once in a Lifetime

 Διότι μόνο αυτό χωράει όλη τη σκηνή:

τον Τσίπρα,
τη γκλίτσα,
το Θησείο,
την Ακρόπολη,
τα παλιά συνθήματα,
το νέο κόμμα,
το παλιό τραύμα,
την κοινωνική πλειοψηφία,
το ποίμνιο,
τους τουρίστες που περνούν χωρίς να ξέρουν τι συμβαίνει,
και την ερώτηση που κανένα πολιτικό συνέδριο δεν θέλει να ακούσει δυνατά:

 «Καλά, πώς βρεθήκαμε πάλι εδώ;»

 

 


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η επιστροφή του Τόμας Μαν: πώς κατεβαίνουμε από το Μαγικό Βουνό;

Το Books’ Journal ήταν πάντα πιο «νεοφιλελέ» απ’ όσο αντέχουν τα γούστα μου, αλλά όταν έχει αφιέρωμα σε κάτι ή κάποιον που με ενδιαφέρει το αγοράζω. Έτσι και με το τρέχον τεύχος για τον Τόμας Μαν. Το αφιέρωμα έχει τίτλο «Η συνείδηση της Ευρώπης» και πρέπει να ομολογήσω ότι, αν και κάπως μεγαλόστομος, δεν είναι άστοχος. Υπάρχουν συγγραφείς που αντέχουν τέτοιους τίτλους χωρίς να τους καταπίνει η ρητορεία. Ο Τόμας Μαν είναι ένας από αυτούς. Όχι επειδή υπήρξε πάντοτε ηθικά διαυγής ή πολιτικά αλάνθαστος — το αντίθετο. Αλλά επειδή η ίδια του η διαδρομή μοιάζει με μικρογραφία των αντιφάσεων της Ευρώπης του (μιά άλλη « συνείδηση της Ευρώπης» ήταν/είναι(;) ένας επίσης γερμανός,  ο πρόσφατα αποθανείς Γιούργκεν Χάμπερμας, ένας φιλόσοφος που προσπάθησε να σώσει το πρόγραμμα του Διαφωτισμού ποντάροντας στη δύναμη της επικοινωνίας, του διαλόγου και του ορθού λόγου).




Θα μείνω στο Μαγικό Βουνό, μυθιστόρημα με το οποίο έχω ιδιαίτερη σχέση ή, μάλλον, μυθιστόρημα με τους ήρωες του οποίου έχω ιδιαίτερη σχέση: Σετεμπρίνι (ο φιλελεύθερος ουμανισμός της προόδου, της λογικής και της δημοκρατικής παιδείας), Νάφτα (η αντιφιλελεύθερη γοητεία της αυθεντίας, της θυσίας και του απόλυτου νοήματος), Χανς Κάστορπ (ο μέσος Ευρωπαίος που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν) κι η Ρωσίδα Κλαούντια Σοσά (ο απόλυτος ερωτικός πειρασμός, η αταξία, η απομάκρυνση από τα δυτικά, ορθολογικά πρότυπα της αστικής ευπρέπειας).

Με την ευκαιρία του αφιερώματος του περιοδικού, τους ξαναθυμήθηκα τους ήρωες αυτούς  - αν υποθέσω ότι τους ξέχασα ποτέ αφού για όλα σχεδόν τα θέματα που προκύπτουν μπορεί κάποιος να ρωτήσει: τί θα έλεγε ο Σετεμπρίνι; Τί ο Νάφτα; Πώς θα αντιδρούσε ο Χανς Κάστορπ; Τί θα  έκανε η Σοσά; Και προσπάθησα να το ξαναθυμηθώ ξεφυλλίζοντας το– όχι να το διαβάσω – όχι ως μυθιστόρημα ιδεών, ούτε μόνο ως αλληγορία της Ευρώπης πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ως μυθιστόρημα μιας αστικής κοινωνίας που έχει υψηλό πνευματικό πολιτισμό, παιδεία, μουσική, ιατρική, επιστήμη, γλώσσες και τελετουργίες, αλλά δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις υλικές και ιστορικές αντιφάσεις που διαλύουν τη βάση του ίδιου της του πολιτισμού. 


Στο περιοδικό υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του Ι.Χ. ντε Φάμπρι με τίτλο «Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης». Βρίσκω τη  βασική του σύλληψη εύστοχη: ο Μαν δεν γράφει απλώς για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για έναν κόσμο που δεν ξέρει ακόμη ότι ζει πριν από τον πόλεμο. Το Μπέργκχοφ, έτσι, γίνεται η τελευταία συνομιλία της παλιάς Ευρώπης· ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μιλούν, τρώνε, ερωτεύονται, φιλοσοφούν και αναπαύονται, ενώ η Ιστορία πλησιάζει χωρίς ακόμη να έχει ακουστεί ο κρότος της. Αυτή η ανάγνωση πιάνει την ιστορική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος: τον προπολεμικό χρόνο, την ευγένεια πριν από τη βία, την ανάλυση πριν από την καταστροφή.

Αλλά δεν αρκεί να πούμε ότι η Ευρώπη δεν αναγνώρισε εγκαίρως την καταστροφή που ερχόταν. Πρέπει να ρωτήσουμε και τι είδους Ευρώπη ήταν αυτή. Ποιοι είχαν τον χρόνο να συζητούν τόσο πολύ; Ποιοι μπορούσαν να μετατρέψουν την αρρώστια σε παρατεταμένη εμπειρία αυτομόρφωσης; Ποια κοινωνική τάξη μπορούσε να κατοικεί την αναβολή σαν μορφή ζωής; Το Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς πνευματικό σανατόριο. Είναι και ταξικά προσδιορισμένος χώρος: κόσμος ελεύθερου χρόνου, κατανάλωσης, ιατρικής εξουσίας, υπηρεσιών, αόρατης εργασίας, εισοδήματος και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης. Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης γίνεται εκεί επειδή μόνο ένας ορισμένος αστικός κόσμος είχε τη δυνατότητα να κάνει την κρίση του αισθητική, συζήτηση, μαθητεία και παραμονή.

Εδώ θυμήθηκα μια παλιότερη ανάλυση του Γ. Λυκιαρδόπουλου, την «Ουμανιστική περιπέτεια». Ο Λυκιαρδόπουλος δεν διάβαζε το Μαγικό Βουνό σαν κομψή ευρωπαϊκή αλληγορία. Δεν το αντιμετώπιζε απλώς ως μυθιστόρημα ιδεών, όπου ο Σετεμπρίνι λέει το ένα, ο Νάφτα το άλλο, και ο Κάστορπ κάθεται ανάμεσά τους σαν ευγενικός φοιτητής σε σεμινάριο ευρωπαϊκής ιστορίας. Το διάβαζε ως δοκιμασία του ίδιου του ουμανισμού. Ως περιπέτεια, όχι ως ασφαλή διαδρομή προς το φως, αλλά ως πέρασμα από περιοχές όπου το φως και το σκοτάδι δεν ξεχωρίζουν τόσο εύκολα όσο θα ήθελαν οι παιδαγωγοί.

Εκεί όπου ο ντε Φάμπρι βλέπει την Ευρώπη πριν από την καταστροφή, ο Λυκιαρδόπουλος δείχνει την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Πίσω από τον φωτεινό λόγο του Σετεμπρίνι υπάρχει ήδη ο λανθάνων αντι-ανθρωπισμός της προόδου, της χρησιμότητας, της πειθαρχίας και της αστικής αξιοκρατίας. Αυτό είναι το σημείο όπου ο Λυκιαρδόπουλος γίνεται σχεδόν υλιστής: ο ουμανισμός δεν εμφανίζεται ως καθαρή ιδέα, αλλά ως ιστορική μορφή αστικής κοινωνίας. Ο Σετεμπρίνι υπερασπίζεται τη λογική, την παιδεία, τη δημοκρατία, την πρόοδο· αλλά πίσω από αυτά υπάρχει και η απαίτηση της παραγωγικότητας, η ηθική της χρησιμότητας, η πεδιάδα της εργασίας, της πειθαρχίας και της κοινωνικής επιλογής.

Ο Σετεμπρίνι, λοιπόν, δεν είναι απλώς «καλός». Είναι αναγκαίος, αλλά όχι αθώος. Εκπροσωπεί τον αστικό ουμανισμό: την πίστη στον άνθρωπο, αλλά και την πίστη ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει χρήσιμος, παραγωγικός, έλλογος, πειθαρχημένος, ενταγμένος στον χρόνο της προόδου. Όταν λέει στον Κάστορπ να κατεβεί στην πεδιάδα, δεν τον καλεί μόνο στη ζωή. Τον καλεί και στον κόσμο της αστικής κανονικότητας: εργασία, καθήκον, απόδοση, κοινωνική ευθύνη, ωφέλιμη ύπαρξη. Το δίκιο του είναι πραγματικό. Αλλά είναι δίκιο ιστορικά προσδιορισμένο. Δεν είναι οικουμενικό φως έξω από την κοινωνία· είναι φως μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης και μιας ορισμένης πίστης στην πρόοδο.

Απέναντί του στέκεται ο Νάφτα. Ο Νάφτα είναι τρομακτικός, αλλά όχι ανεξήγητος. Δεν είναι απλώς σκοτάδι έξω από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Είναι μια σκοτεινή δυνατότητα που γεννιέται μέσα από τις αντιφάσεις του. Συμπυκνώνει έναν τύπο κεντρο-ευρωπαίου ριζοσπάστη διανοουμένου που μισεί την αστική χρησιμότητα, βλέπει τα κενά του φιλελεύθερου ουμανισμού, καταλαβαίνει την κούραση του ατόμου απέναντι στην ελευθερία, αλλά απαντά με αυθεντία, θυσία, υποταγή, θεολογική βία. Με διαλεκτικούς όρους, ο Νάφτα είναι η άρνηση της αστικής κοινωνίας, αλλά μια άρνηση παραμορφωμένη. Δεν υπερβαίνει την αστική αλλοτρίωση προς μια χειραφετητική κοινωνία. Τη μετατρέπει σε λατρεία της ολότητας και του θανάτου.

Έτσι, το ζεύγος Σεττεμπρίνι–Νάφτα δεν είναι απλώς διαφωτισμός εναντίον σκοταδισμού. Είναι εσωτερική διαλεκτική της αστικής Ευρώπης. Ο Σετεμπρίνι είναι η θέση: πρόοδος, λογική, παιδεία, χρησιμότητα. Ο Νάφτα είναι η άρνηση: απόλυτο, κοινότητα, θυσία, αυθεντία. Αλλά η άρνηση αυτή δεν είναι ακόμη απελευθέρωση. Είναι αντιδραστική υπέρβαση, ψεύτικη λύση, μια μορφή εξέγερσης που δεν οδηγεί στη χειραφέτηση αλλά στην υποταγή. Γι’ αυτό ο Νάφτα γίνεται πειστικός εκεί όπου ο Σετεμπρίνι μένει ανεπαρκής: απαντά σε πραγματικές πληγές, αλλά τις θεραπεύει με δηλητήριο.

Ο Χανς Κάστορπ βρίσκεται ανάμεσά τους, σαν τον μέσο Ευρωπαίο: εκείνον που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν. Αλλά χρειάζεται και εδώ μια υλιστική διόρθωση. Ο Κάστορπ δεν είναι αφηρημένος άνθρωπος. Είναι νεαρός αστός, τεχνικά μορφωμένος, μελλοντικός μηχανικός, κληρονόμος ενός κόσμου ιδιοκτησίας, εκπαίδευσης και κοινωνικής ασφάλειας. Η «αθωότητά» του είναι ταξικά δομημένη. Μπορεί να καθυστερεί επειδή έχει το προνόμιο να καθυστερεί. Μπορεί να δοκιμάζει ιδέες, αρρώστιες, πάθη και πειρασμούς επειδή ένας ολόκληρος υλικός κόσμος στηρίζει αυτή τη δυνατότητα αναβολής.

Φυσικά, αυτό δεν μειώνει την υπαρξιακή του σημασία. Την κάνει ιστορικά πιο ακριβή. Ο Κάστορπ είναι ένοχος όχι μόνο επειδή μαθαίνει χωρίς να αποφασίζει, αλλά επειδή η ίδια του η δυνατότητα να μαθαίνει αργά, να αφήνεται στην αρρώστια, να μετατρέπει την κρίση σε εμπειρία αυτομόρφωσης, είναι προνόμιο μιας τάξης που μπορεί να ζει την παρακμή της ως πνευματική περιπέτεια. Ο άρρωστος του Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς άνθρωπος εκτός μάχης. Είναι κάποιος που μπορεί να είναι εκτός μάχης χωρίς αμέσως να καταστραφεί. Η αναβολή του έχει κοινωνική βάση.

Το Μπέργκχοφ, λοιπόν, πρέπει να διαβαστεί ως κοινωνική ολότητα σε μικρογραφία. Δεν δείχνει μόνο τι σκέφτεται η Ευρώπη. Δείχνει πώς ζει: πώς οργανώνει τον χρόνο, πώς καταναλώνει την αρρώστια, πώς κρύβει την εργασία πίσω από την άνεση, πώς μετατρέπει την υλική ασφάλεια σε πνευματική αμφιβολία. Είναι κλειστός κόσμος με δικούς του κανόνες, γεύματα, θερμομετρήσεις, περιπάτους, κουβέρτες, τελετουργίες, ερωτικές εντάσεις, ιδεολογικές μονομαχίες. Μια ολόκληρη Ευρώπη σε συμπύκνωση: καλλιεργημένη, ταξική, άρρωστη, αυτάρεσκη, φοβισμένη, ανίκανη να κατεβεί εγκαίρως.

Αυτό είναι και το πιο σύγχρονο σημείο του μυθιστορήματος. Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι το Μπέργκχοφ. Δεν ζει την ίδια ιστορική στιγμή. Έχει πίσω της τον φασισμό, τον ναζισμό, το Ολοκαύτωμα, την αποαποικιοποίηση, την ευρωπαϊκή ενοποίηση, τον Ψυχρό Πόλεμο, τον νεοφιλελευθερισμό, τη χρηματοπιστωτική κρίση, τη μετανάστευση, την κλιματική απειλή, την ψηφιακή μετάβαση, τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όποιος λέει απλώς «ζούμε ξανά το 1914» κάνει την Ιστορία πολύ εύκολη. Αλλά υπάρχει μια αναλογία μορφής: η αναλογία της αναβολής.

Η σημερινή ευρωπαϊκή αναβολή δεν είναι μόνο πνευματική. Είναι υλική. Πίσω από την κρίση αυτοκατανόησης υπάρχουν υλικές αντιφάσεις: ανισότητα, αποβιομηχάνιση, ενεργειακή εξάρτηση, τεχνολογική εξάρτηση, γεωπολιτική αποδυνάμωση, αποδυνάμωση συλλογικών μορφών ζωής, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η Ευρώπη μιλά πολύ για αξίες, δικαιώματα, δημοκρατία, πολιτισμό. Αλλά συχνά δυσκολεύεται να απαντήσει στις υλικές συνθήκες που κάνουν τους νέους Νάφτα πειστικούς: φόβος, κοινωνική ανασφάλεια, αίσθηση εγκατάλειψης, ανάγκη προστασίας, μίσος για μια ελευθερία που βιώνεται ως μοναξιά.

Γι’ αυτό η επιστροφή στον Μαν δεν έχει νόημα αν είναι νοσταλγική. Δεν επιστρέφουμε στην παλιά Ευρώπη για να παρηγορηθούμε ότι κάποτε υπήρχε περισσότερη παιδεία, περισσότερη μουσική, περισσότερη ευγένεια. Επιστρέφουμε για να δούμε ότι η παιδεία, η μουσική και η ευγένεια δεν έσωσαν από μόνες τους τίποτε. Ένας πολιτισμός μπορεί να είναι καλλιεργημένος και άρρωστος μαζί. Μπορεί να μιλά για ανθρωπισμό ενώ έχει ήδη μέσα του τις μορφές της ανθρωποθυσίας. Μπορεί να υπερασπίζεται τη ζωή, αλλά να οργανώνει την κοινωνία του γύρω από χρησιμότητα, επιλογή και αποκλεισμό.

Η κορύφωση αυτής της διαλεκτικής βρίσκεται στο «Χιόνι». Εκεί ο Κάστορπ μένει μόνος, χωρίς δασκάλους. Χάνει τον προσανατολισμό του και βλέπει ένα όραμα αρμονίας: ήλιο, θάλασσα, νεότητα, κοινότητα, ομορφιά. Αλλά πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει ο ναός· και μέσα στον ναό υπάρχει η ανθρωποθυσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανθρωπισμός είναι ψέμα. Σημαίνει ότι δεν είναι αθώος. Το «Χιόνι» είναι η στιγμή όπου ο Κάστορπ βλέπει την ενότητα των αντιθέτων: ομορφιά και βία, κοινότητα και θυσία, πολιτισμός και βαρβαρότητα, ζωή και θάνατος.

Αυτή όμως δεν είναι τελική σύνθεση. Δεν γίνεται πρόγραμμα. Δεν γίνεται ιδεολογία. Είναι στιγμιαία διαλεκτική όραση. Ο Κάστορπ βλέπει ότι η ανθρωπιστική κοινότητα και η ανθρωποθυσία δεν είναι δύο ξένοι κόσμοι, αλλά δύο όψεις της ίδιας ιστορικής ανθρωπότητας. Γι’ αυτό το «Χιόνι» δεν δικαιώνει ούτε τον Σετεμπρίνι ούτε τον Νάφτα. Ο Σετεμπρίνι θέλει τη ζωή, αλλά δεν βλέπει πάντα το σκοτάδι πίσω από τις φωτεινές του λέξεις. Ο Νάφτα βλέπει το σκοτάδι, αλλά το λατρεύει. Ο Κάστορπ, για μια στιγμή, καταλαβαίνει κάτι δυσκολότερο: ότι πρέπει να γνωρίσουμε τον θάνατο χωρίς να του επιτρέψουμε να κυβερνήσει τη σκέψη μας.

Έτσι το Μαγικό Βουνό επιστρέφει σήμερα όχι ως μνημείο της ευρωπαϊκής κουλτούρας, αλλά ως διαγνωστικό εργαλείο. Ο ντε Φάμπρι μάς βοηθά να δούμε τον προπολεμικό χρόνο. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς βοηθά να δούμε την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Και μπορούμε να σκεφτούμε  τον τρόπο με τον οποίο οι μορφές σκέψης, οι ηθικές αγωνίες και οι ιδεολογικές συγκρούσεις παράγονται μέσα σε ιστορικές και ταξικές σχέσεις. Πρέπει να ρωτήσουμε ποια υλική κοινωνία μπορεί ακόμη να στηρίξει τις καλύτερες λέξεις της;

Ο Μαν δεν επιστρέφει για να μας πει μια πλευρά να διαλέξουμε. Επιστρέφει για να μας αναγκάσει να δούμε γιατί καμία πλευρά δεν είναι αθώα. Και κυρίως για να μας θυμίσει ότι η γνώση δεν αρκεί αν δεν γίνει πράξη. Το Μαγικό Βουνό δεν μιλά απλώς για την αναβολή. Την παράγει. Ο αναγνώστης ανεβαίνει μαζί με τον Κάστορπ στο βουνό, μπαίνει στον χρόνο του σανατορίου, μαθαίνει να καθυστερεί, να σκέφτεται λίγο ακόμη, να πιστεύει ότι υπάρχει ακόμη χρόνος. Και όταν στο τέλος ο χρόνος αυτός διαλύεται από τον πόλεμο, καταλαβαίνουμε ότι δεν διακόπτεται μόνο η ιστορία του Κάστορπ. Διακόπτεται και η δική μας αναγνωστική παραμονή.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι δεν ξέρουμε τον δρόμο προς την πεδιάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η πεδιάδα δεν είναι ποτέ αθώα: είναι ο κόσμος της εργασίας, της ιστορίας, της σύγκρουσης, της απόφασης. Και το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε ποτέ εγκαίρως αν η κάθοδος θα μας οδηγήσει στη ζωή ή στα χαρακώματα