Ξύπνημα
Ο Στέφανος ξύπνησε πριν ακουστεί ο ήχος. Το ρολόι στο χέρι του δονήθηκε ανεπαίσθητα, σαν υπενθύμιση. Άνοιξε τα μάτια και, για λίγα δευτερόλεπτα, έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας το ταβάνι. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο ήταν ακριβώς όσο έπρεπε. Σταθερή. Το σώμα του δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί.
Σηκώθηκε και περπάτησε ξυπόλυτος μέχρι την κουζίνα. Η μηχανή του καφέ άναψε μόνη της. Ο πρώτος espresso της ημέρας είχε πάντα την ίδια γεύση, την ίδια πυκνότητα. Κάποια στιγμή, σχεδόν από συνήθεια, πήρε το κινητό και άνοιξε την εφαρμογή. Οι αριθμοί ήταν εκεί. Τα μισθώματα είχαν μπει. Όχι όλα την ίδια ώρα, αλλά όλα εγκαίρως. Κοίταξε για λίγο την οθόνη χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Ήταν απλώς επιβεβαίωση. Ένα σημάδι ότι ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί όπως τον περίμενε.
Σε ένα άλλο παράθυρο διάβασε έναν τίτλο για την αγορά ακινήτων. Ποσοστά, αυξήσεις, λέξεις που δεν τον τρόμαζαν. Χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. Δεν ένιωσε χαρά. Ένιωσε συνέπεια. Το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί με έναν αριθμό στο μυαλό του και ξύπνησε με έναν ελαφρώς μεγαλύτερο. Δεν είχε κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κι όμως, είχε συμβεί.
Ο Μάνος ξύπνησε από έναν ήχο που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το κεφάλι του. Χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι ήταν κομπρεσέρ. Κάπου κοντά. Μπορεί και δίπλα. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και κρύο. Έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Το σώμα του άργησε να συμφωνήσει με την ώρα.
Σηκώθηκε και άνοιξε το αιρκοντίσιον. Το άφησε ανοιχτό όσο έπλενε το πρόσωπό του. Όχι παραπάνω. Ο λογαριασμός του προηγούμενου μήνα ήταν ακόμα νωπός στη μνήμη του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα μάτια του έδειχναν πιο κουρασμένα απ’ όσο θυμόταν.Καθώς ντυνόταν, οι σκέψεις άρχισαν να μπαίνουν σε σειρά, σαν κουτάκια. Κοινόχρηστα. Υπόλοιπο. Ημερομηνίες. Έκανε έναν γρήγορο υπολογισμό, χωρίς χαρτί, χωρίς αριθμομηχανή. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Αν κάτι πήγαινε στραβά, δεν υπήρχε χώρος. Ούτε χρόνος.
Μετακίνηση και Καφές
Ο Στέφανος μπήκε στο αυτοκίνητο και περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα με εκείνον τον πνιχτό, καθησυχαστικό ήχο. Η λεωφόρος ήταν ήδη πνιγμένη στην κίνηση, αλλά δεν τον ενοχλούσε. Είχε κι αυτή τον ρυθμό της. Έβαλε ένα podcast και άφησε τη φωνή να γεμίσει το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Μιλούσαν για αγορές, για κύκλους, για ευκαιρίες που εμφανίζονται εκεί όπου άλλοι βλέπουν κρίση. Δεν άκουγε κάθε λέξη. Αρκούσε ο τόνος.
Σταμάτησε σε ένα φανάρι και κοίταξε μπροστά. Τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν μια γραμμή που δεν φαινόταν να τελειώνει. Δεν βιαζόταν. Ήξερε ότι θα φτάσει. Όταν είδε το κατάστημα στη γωνία, έστριψε χωρίς να το σκεφτεί. Παρήγγειλε καφέ και ένα σάντουιτς. Ο υπάλληλος χαμογέλασε μηχανικά. Ο Στέφανος πλήρωσε και κοίταξε για μια στιγμή την απόδειξη πριν τη ρίξει στο καλάθι των αχρήστων.
Καθώς έπινε τον καφέ στο αυτοκίνητο, σκέφτηκε ότι τα πράγματα είχαν ακριβύνει. Όχι με ανησυχία· περισσότερο σαν παρατήρηση. Σαν κάτι που διαβάζεις στον καιρό. Αν είχε μετοχές σε εταιρείες τροφίμων, ίσως να ήταν και καλό νέο. Έβαλε μπρος και ξαναμπήκε στην κίνηση, αφήνοντας πίσω το κατάστημα, την απόδειξη και τις σκέψεις για την ακρίβεια.
Ο Μάνος στεκόταν όρθιος στο τρόλεϊ, κρατώντας μια χειρολαβή που γυάλιζε από τη χρήση. Το μηχανάκι του έμενε παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι. Τα λάστιχα είχαν σχεδόν λιώσει, αλλά θα άντεχαν λίγο ακόμα. Τα κρατούσε για ώρα ανάγκης. Γύρω του, σώματα κολλημένα το ένα στο άλλο, βλέμματα χαμηλωμένα. Κανείς δεν μιλούσε, εκτός από μια γυναίκα λίγο πιο πέρα.
«Δεν βγαίνω, Χριστίνα μου», έλεγε στο τηλέφωνο. «Σου λέω, δεν βγαίνω. Μου ζήτησε αύξηση πενήντα ευρώ»
Ο Μάνος ένιωσε ένα ρίγος να του ανεβαίνει στη σπονδυλική στήλη. Δεν ήταν τα πενήντα ευρώ. Ήταν η φράση. Την είχε ακούσει κι άλλες φορές, από άλλους, σε άλλα μέσα. Πάντα με τον ίδιο τόνο. Σαν αναγγελία.
Όταν έφτασε στο γραφείο, άφησε το μπουφάν στην καρέκλα και πήγε στο κυλικείο. Πήρε έναν καφέ. Πλήρωσε και, για μια στιγμή, έμεινε να κοιτάζει το ποτήρι. Θυμήθηκε πόσο έκανε πέρυσι. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Η διαφορά ήταν μικρή, αλλά σταθερή. Την ένιωσε σαν βάρος στο χέρι του. Σκέφτηκε μια λέξη που δεν θα έλεγε ποτέ φωναχτά και ήπιε την πρώτη γουλιά.
Σούπερ Μάρκετ
και Επένδυση
Το απόγευμα
κύλησε ήσυχα για τον Στέφανο. Δεν είχε κάτι επείγον να κάνει, οπότε πέρασε από
το ντελικατέσεν της γειτονιάς του, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Η
πόρτα άνοιξε αθόρυβα και τον τύλιξε μια γνώριμη μυρωδιά: τυριά, κρασί, κάτι
ξηρό και παλιό που έδινε την αίσθηση διάρκειας. Ζήτησε δύο κομμάτια, άκουσε
ονόματα, χρονιές, περιοχές. Έγνεψε καταφατικά. Δεν ρώτησε τιμές. Δεν είχε
νόημα.
Στο ταμείο,
έβγαλε την κάρτα και περίμενε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Η απόδειξη μπήκε
διπλωμένη στην τσέπη, χωρίς να διαβαστεί. Στον δρόμο για το σπίτι άκουγε
ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Μιλούσαν για πλεονάσματα, για επιδόσεις καλύτερες του
αναμενόμενου. Οι λέξεις ήταν ίδιες με αυτές που άκουγε εδώ και μήνες.
Σταθερότητα. Εμπιστοσύνη. Αγορές.
Όταν έφτασε
σπίτι, άφησε τις σακούλες στον πάγκο και άνοιξε την τηλεόραση. Οι ίδιες
ειδήσεις, αυτή τη φορά με εικόνα. Γραφήματα που ανέβαιναν. Δηλώσεις μετρημένες.
Ένιωσε μια ήρεμη βεβαιότητα. Όχι ενθουσιασμό· κάτι πιο βαθύ. Το αίσθημα ότι τα
πράγματα, παρά τον θόρυβο, πήγαιναν όπως έπρεπε. Ότι το σύστημα είχε ισορροπία.
Και ότι αυτή η ισορροπία τον περιλάμβανε.
Ο Μάνος μπήκε στο
σούπερ μάρκετ λίγο πριν κλείσει. Τα φώτα ήταν δυνατά, σχεδόν επιθετικά. Τα
καρότσια έτριζαν. Στον διάδρομο με τα λαχανικά, μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατούσε
τρεις ντομάτες και τις ζύγιζε ξανά και ξανά, σαν να περίμενε διαφορετικό
αποτέλεσμα. Ο Μάνος την προσπέρασε χωρίς να κοιτάξει. Ήξερε το βλέμμα. Το είχε
δει πολλές φορές.
Στάθηκε μπροστά
στο ράφι με τα απορρυπαντικά. Το μεγάλο μπουκάλι είχε πάλι ανέβει. Το πήρε στα
χέρια του και το ξαναέβαλε στη θέση του. Σκέφτηκε κάτι που είχε ακούσει το
πρωί: ότι ο πληθωρισμός είχε πέσει. Το είπε από μέσα του, σαν δοκιμή. Δεν του
φάνηκε αληθινό.
Γέμισε το καλάθι
με τα απολύτως απαραίτητα. Όχι αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που δεν μπορούσε να
αποφύγει. Στο ταμείο, κοίταξε την οθόνη καθώς ανέβαινε το ποσό. Σαράντα πέντε
ευρώ. Έβγαλε την κάρτα και πλήρωσε. Η σακούλα ήταν ελαφριά.
Στον δρόμο για το
σπίτι, σκέφτηκε το ψυγείο. Πριν τρία χρόνια, με τα ίδια χρήματα, το γέμιζε.
Τώρα, απλώς το διατηρούσε. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και άφησε τις
σακούλες στο τραπέζι. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο. Πολύ ήσυχο.
Το Τηλεφώνημα
Ο Στέφανος
καθόταν στον καναπέ με το φως χαμηλωμένο. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο. Είχε
ανοίξει την ατζέντα στο κινητό και περνούσε τα ονόματα με τον αντίχειρα,
μηχανικά, σαν να έλεγχε κάτι που ήξερε ήδη. Στάθηκε σε ένα. Το κοίταξε λίγο
περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
Το συμβόλαιο
έληγε τον επόμενο μήνα.
Σκέφτηκε ότι ο
Μάνος ήταν συνεπής. Δεν είχε καθυστερήσει ποτέ. Δεν είχε δημιουργήσει πρόβλημα.
Από τους καλούς. Αλλά αυτό δεν είχε σχέση με το θέμα. Το θέμα ήταν αλλού. Το
είχε δει γύρω του, το είχε ακούσει στα τραπέζια, το είχε διαβάσει σε αριθμούς.
Οι τιμές είχαν φύγει. Το διπλανό διαμέρισμα είχε νοικιαστεί πολύ παραπάνω. Τα
τετρακόσια πενήντα του φάνηκαν ξαφνικά λίγα. Σχεδόν αφελή.
Δεν το ένιωσε σαν
πίεση. Ούτε σαν επιλογή. Περισσότερο σαν διόρθωση. Κάτι που έπρεπε να γίνει για
να επανέλθει η ισορροπία. Πάτησε κλήση.
Το κινητό του
Μάνου άρχισε να χτυπάει πάνω στο τραπέζι. Το είδε και δεν το σήκωσε αμέσως. Το
όνομα στην οθόνη ήταν σαφές. Έμεινε να το κοιτάζει, σαν να περίμενε να αλλάξει.
Όταν απάντησε, η φωνή του τού φάνηκε ξένη.
— Γεια σου, Μάνο
μου, τι κάνεις;
— Καλά, κύριε Στέφανε. Πείτε μου.
Η φωνή από την
άλλη άκρη ήταν ήρεμη, σχεδόν φιλική. Ο Στέφανος μιλούσε αργά, με εκείνον τον
τόνο που χρησιμοποιείς όταν θέλεις να δείξεις ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
— Λοιπόν, λήγει
το συμβόλαιο τον άλλο μήνα. Ξέρεις πώς έχουν πάει τα πράγματα. Οι τιμές, τα
έξοδα… Δεν βγαίνω, αγόρι μου. Πρέπει να το πάμε στα εξακόσια.
Ο Μάνος δεν
απάντησε αμέσως. Στάθηκε όρθιος στο σαλόνι, με το κινητό στο αυτί. Τα νούμερα
άρχισαν να περνούν από το μυαλό του χωρίς σειρά. Ενοίκιο. Ρεύμα. Φαγητό. Το
ποσό που κρατούσε στην άκρη — αν μπορούσε να το κρατήσει.
— Τα εξακόσια
είναι πολλά, είπε τελικά. Ο μισθός μου είναι εννιακόσια πενήντα.
Υπήρξε μια μικρή
παύση. Όχι αμηχανία. Περισσότερο υπολογισμός.
— Το καταλαβαίνω,
Μάνο μου. Όλοι δυσκολευόμαστε. Αλλά κι εγώ έχω υποχρεώσεις. Και, να σου πω την
αλήθεια, σου κάνω και χάρη. Αλλού ζητάνε εφτακόσια. Σκέψου το και πες μου μέχρι
Παρασκευή. Αλλιώς… ξέρεις, υπάρχει ενδιαφέρον.
Η λέξη έμεινε να
αιωρείται. Ενδιαφέρον.
— Εντάξει, είπε ο
Μάνος. Θα σας πω.
Έκλεισαν.
Ο ήχος της
γραμμής που κόπηκε γέμισε το δωμάτιο. Ο Μάνος έμεινε ακίνητος, με το κινητό
ακόμα στο χέρι. Ένιωσε κάτι να κατεβαίνει αργά στο στομάχι του. Όχι θυμό. Όχι
φόβο. Κάτι πιο βαρύ. Σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί χωρίς αυτόν.
Η Νύχτα
Ο Στέφανος έσβησε το φως στο σαλόνι και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Η μέρα είχε κυλήσει όπως έπρεπε. Όσα χρειάζονταν είχαν τακτοποιηθεί.
Πριν κλείσει τα μάτια, το διαμέρισμα πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του. Αν ο Μάνος έφευγε, δεν θα ήταν πρόβλημα. Ένα βάψιμο, λίγες φωτογραφίες, και η αγγελία θα ανέβαινε μόνη της. Οι τιμές ήταν εκεί. Το ήξερε. Είχε δει τα παραδείγματα. Είχε ακούσει τις ιστορίες. Πάντα υπήρχαν λύσεις.
Γύρισε στο πλάι. Η αναπνοή του έγινε αργή, σταθερή. Στον ύπνο του, εικόνες μπλέχτηκαν χωρίς βάρος: γραφήματα που ανέβαιναν, αριθμοί που έκλειναν σωστά, λέξεις όπως «σταθερότητα» και «εμπιστοσύνη», λέξεις που δεν χρειάζονταν εξήγηση. Κοιμήθηκε βαθιά, σαν άνθρωπος που δεν περιμένει τίποτα δυσάρεστο από το πρωί.
Ο Μάνος δεν άναψε το φως. Καθόταν στον καναπέ, με τα πόδια στο πάτωμα και τα χέρια ακίνητα στα γόνατα. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από τον δρόμο. Ένα φανάρι άλλαζε χρώμα κάθε τόσο, ρίχνοντας σκιές στους τοίχους. Κοίταζε το ταβάνι χωρίς να το βλέπει πραγματικά.
Το τηλεφώνημα γύριζε στο μυαλό του χωρίς λόγια πια. Μόνο αριθμοί. Τα εξακόσια. Τα εννιακόσια πενήντα. Αυτό που έμενε. Αυτό που δεν έμενε. Προσπάθησε να σκεφτεί πρακτικά, σαν να ήταν κάποιος άλλος. Τι θα έκανε; Πού θα πήγαινε; Πόσο αντέχει κανείς να μικραίνει τη ζωή του χωρίς να το πει δυνατά;
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Ήπιε λίγο νερό. Γύρισε πίσω και κάθισε πάλι. Δεν ένιωθε φθόνο. Ούτε ζήλια. Αυτό που ένιωθε ήταν κάτι πιο σταθερό. Όχι απώλεια, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι είχε κλείσει οριστικά.
Λίγο μετά τις δύο, άνοιξε τον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε μηχανικά. Αγγελίες. Τετραγωνικά. Περιοχές. Τιμές. Διάβαζε χωρίς να σταματά. Ένα ημιυπόγειο. Είκοσι πέντε τετραγωνικά. Τετρακόσια ευρώ. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, όχι για να ξεκουραστεί, αλλά για να αντέξει την εικόνα.
Έξω, η πόλη είχε σχεδόν σωπάσει. Κάπου μακριά πέρασε ένα αυτοκίνητο. Ο Μάνος έμεινε καθισμένος στο σκοτάδι. Ψιθύρισε κάτι που δεν περίμενε απάντηση και έκλεισε την οθόνη.
Το Χάσμα
Το εικοσιτετράωρο
τελείωσε χωρίς να αφήσει ίχνη. Κανένα γεγονός που να το
ξεχωρίζει από τα προηγούμενα. Μια μέρα όπως όλες οι άλλες, που πέρασε και
καταγράφηκε μόνο σε μικρές μεταβολές: σε αριθμούς που ανέβηκαν, σε αντοχές που
μειώθηκαν.
Ο Στέφανος
ξύπνησε την επόμενη μέρα όπως ακριβώς είχε κοιμηθεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει
αισθητά, κι όμως κάτι είχε προστεθεί. Όχι κάτι που να πιάνεται. Κάτι που υπήρχε
ήδη, απλώς λίγο περισσότερο. Η αξία, το περιθώριο, η ασφάλεια. Δεν χρειαζόταν
να το μετρήσει. Το ήξερε από τον τρόπο που στεκόταν μέσα στο δωμάτιο.
Ο Μάνος ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε χαθεί. Όχι απότομα, αλλά σταδιακά, σαν αέρας που φεύγει από έναν χώρο που δεν ήταν ποτέ εντελώς κλειστός. Δεν είχε χάσει δουλειά, ούτε σπίτι — ακόμα. Είχε χάσει, όμως, τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μπορούν να μείνουν όπως είναι. Και αυτό ήταν αρκετό.
Συμπέρασμα
Αν κάποιος
κοίταζε τη χώρα από μακριά, θα έβλεπε μια γραμμή που ανεβαίνει. Μια ιστορία
επιτυχίας, επιβεβαιωμένη με αριθμούς. Αν πλησίαζε λίγο περισσότερο, θα έβλεπε
δύο ανθρώπους που δεν συναντήθηκαν ποτέ πραγματικά, παρότι συνδέονταν με τον
πιο άμεσο τρόπο. Ο ένας ζούσε από το βάρος που σήκωνε ο άλλος, χωρίς να το
νιώθει. Ο άλλος σήκωνε βάρος χωρίς να το βλέπει κανείς.
Το χάσμα δεν ήταν
αποτέλεσμα σύγκρουσης. Κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν αδίκησε με τη στενή έννοια
της λέξης. Όλα έγιναν νόμιμα, λογικά, ορθολογικά. Αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό
στοιχείο. Το σύστημα δεν έτριζε. Δούλευε.
Και ακριβώς γι’
αυτό, το χάσμα μεγάλωνε. Ο Στέφανος και ο Μάνος συνέχισαν τη ζωή τους. Ο ένας
με την αίσθηση ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο άλλος με την αίσθηση
ότι το έδαφος μετακινείται. Ανήκαν στην ίδια πόλη, στην ίδια εποχή, στην ίδια
οικονομία. Αλλά όχι στην ίδια πραγματικότητα.
Το εικοσιτετράωρο
είχε κλείσει τον κύκλο του.





