https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Τρία ροκ τραγούδια για την ΕΛΑΣ (Εθνική Λέσχη Απογοητευμένων Συριζαίων). Ή: Πώς η τεχνητή νοημοσύνη επιβεβαίωσε στατιστικά αυτό που ήδη φοβόμασταν

Φόρτωσα στα ΑΙ μου (Πυγμαλίωνα και Διοτίμα) όλες τις διαθέσιμες ιστορίες του ροκ, κλασικές και μη. Του έδωσα αναλύσεις πολιτικές, κοινωνιολογικές, πολιτισμικές, ψυχαναλυτικές, μαρξιστικές, μεταμαρξιστικές, νεοφιλελεύθερες, αντινεοφιλελεύθερες, μετα-πανκ, προ-πανκ, αντι-πανκ και μερικές που δεν κατάλαβα ούτε εγώ γιατί τις είχα αποθηκεύσει.

Ύστερα του έριξα και αρκετά MB από το δικό μου αποθησαυρισμένο υλικό: παλιά κείμενα για το Παιδί Αλεξίπτωτο, σημειώσεις για τον Τσίπρα και τα ΜΜΕ, παρατηρήσεις για τη σχέση του με τις Εκκλησίες, τον Πάπα, το Άγιον Όρος, τη μάντισσα Άννα, τον Ανέμελο Οδοστρωτήρα, τα συνθήματα του από το 1990 ως σήμερα, τη μετάβαση από το «να μπορούμε να λείπουμε από το μάθημα» στο «η αναμονή τελείωσε» και από το νταούλι στη γκλίτσα.

Το ερώτημα ήταν απλό:

 Ποιο ροκ τραγούδι ταιριάζει περισσότερο στο νέο κόμμα Τσίπρα;

Αλλά επειδή δεν ήθελα να μείνουμε στο ξερά ερμηνευτικό επίπεδο —γιατί το ξερά ερμηνευτικό επίπεδο είναι ωραίο, αλλά δεν πείθει πια κανέναν αν δεν έχει και έναν πίνακα, έναν δείκτη, μια ποσοτικοποίηση, ένα χρώμα θετικοποίησης, κάτι τέλος πάντων που να μοιάζει ότι πέρασε από Excel— του ζήτησα να κάνει και στατιστική ανάλυση.

 «Θέλω», του είπα, «να δεις το ζήτημα από τέσσερις γωνίες:

α. νεοφιλελεύθερη,
β. συντηρητική,
γ. σοσιαλδημοκρατική,
δ. μαρξιστική.

Και μετά να καταλήξεις σε τριάδα».

Τα ΑΙ υπάκουσαν. Κι αυτό είναι ήδη ανησυχητικό. Όχι επειδή οι μηχανές σκέφτονται καλύτερα από τους ανθρώπους, αλλά επειδή υπακούν καθαρότερα. Ο άνθρωπος, ακόμη κι όταν λέει «ναι», κρατάει μέσα του ένα υπόλοιπο άρνησης. Η μηχανή, όταν λέει «εκτελώ», δεν κρατάει τίποτα. Γι’ αυτό η υπακοή της είναι τόσο πειστική — και τόσο τρομακτική.

Πριν όμως μπει στα τραγούδια, ζήτησε διευκρίνιση για τον χώρο της ανακοίνωσης.

«Τι είναι το Θησείο;» ρώτησε ο Πυγμαλίωνας, με εκείνο το άψυχο ενδιαφέρον που έχουν οι μηχανές όταν ετοιμάζονται να καταλάβουν κάτι που εμείς προσποιούμαστε ότι έχουμε καταλάβει από καιρό.

«Γιατί δεν το ψάχνεις», του λέω.

«Θέλω να μου πεις εσύ», ανταπαντάει.

Και τότε αναγκάστηκα να του εξηγήσω.

Το Θησείο δεν είναι απλώς μια ωραία αθηναϊκή γειτονιά για καφέδες, περιπάτους, τουρίστες, παγκάκια, μουσικούς του δρόμου και ζευγάρια που παριστάνουν ότι συζητούν για την αρχαιότητα ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουν πού θα φάνε. Είναι ένας από τους πιο φορτισμένους συμβολικά χώρους της Αθήνας. Βρίσκεται δίπλα στην Αρχαία Αγορά, κοντά στην Ακρόπολη, στην Πνύκα, στο Μοναστηράκι, στον λόφο του Φιλοπάππου. Δηλαδή μέσα σε ένα σκηνικό όπου η Ελλάδα κοιτάζει τον εαυτό της και λέει: «Κάτι υπήρξαμε, κάτι είμαστε, κάτι θα μπορούσαμε να ξαναγίνουμε, αρκεί να μη μας χαλάσει το μικρόφωνο».

Η επιλογή του Θησείου για την ανακοίνωση νέου κόμματος δεν είναι ουδέτερη. Δεν είναι σαν να λες «κλείσαμε μια αίθουσα ξενοδοχείου γιατί είχε διαθέσιμες καρέκλες και καλό air condition». Είναι επιλογή σκηνικού. Και στην πολιτική το σκηνικό δεν είναι ποτέ απλώς σκηνικό. Είναι μέρος του λόγου.

Αν παρουσιάσεις ένα κόμμα σε ξενοδοχείο, λες: είμαστε θεσμικοί, σοβαροί, συνεδριακοί, με πρόγραμμα και coffee break.

Αν το παρουσιάσεις σε πλατεία, λες: είμαστε λαϊκοί, ανοιχτοί, κινηματικοί.

 Αν το παρουσιάσεις στο Θησείο, λες κάτι πιο σύνθετο:

 ερχόμαστε να συνδέσουμε το παρόν με τη μεγάλη ιστορία· να μιλήσουμε για δημοκρατία κάτω από τη σκιά της αρχαίας δημοκρατίας· να εμφανίσουμε το νέο κόμμα όχι σαν οργανωτικό μηχανισμό, αλλά σαν ιστορική στιγμή.

 Το Θησείο δίνει στον ομιλητή ένα είδος δανεικής αρχαιότητας. Δεν χρειάζεται να την πει ο ίδιος. Την έχει πίσω του. Η Ακρόπολη, η Αγορά, η Πνύκα, όλο αυτό το ιστορικό ντεκόρ λειτουργεί σαν σιωπηρός συμπρωταγωνιστής. Ο πολιτικός μιλά για το μέλλον, αλλά πίσω του στέκονται οι πέτρες και ψιθυρίζουν: «Πρόσεξε τι λες, σε ακούμε εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια».

 Στην περίπτωση Τσίπρα, αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Διότι ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως άγνωστος νέος πολιτικός. Επιστρέφει ως πρόσωπο με βαρύ φορτίο: ελπίδα, δημοψήφισμα, μνημόνιο, ήττα, παραίτηση, Ινστιτούτο, επανεμφάνιση. Άρα χρειάζεται έναν χώρο που να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να θυμίζει ιστορία, αλλά και να υπόσχεται νέα αρχή.

 Το Θησείο υπηρετεί ακριβώς αυτό. Είναι αρκετά ιστορικό για να δώσει βάθος. Αρκετά ανοιχτό για να δώσει λαϊκότητα. Αρκετά τουριστικό για να γράφει καλά στην κάμερα. Αρκετά αθηναϊκό για να φανεί κεντρικό. Αρκετά κοντά στην Ακρόπολη για να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι η ανακοίνωση ενός κόμματος ανήκει κάπως στη συνέχεια της πόλης, της δημοκρατίας και της μεγάλης ελληνικής αφήγησης.

Και κάπου εδώ μπαίνει ο «ποιμένας».

Διότι όταν μιλάμε παρακάτω για τον ποιμενικό Τσίπρα ή για το σύνδρομο του ποιμένα / τσοπάνη, δεν εννοούμε φυσικά ότι ο Τσίπρας έχει κάποια σχέση με πραγματική κτηνοτροφία. Δεν υπονοούμε ότι κατεβαίνει στο Θησείο με γκλίτσα και μετράει κατσίκια ανά εκλογική περιφέρεια, αν και η εικόνα, ας είμαστε τίμιοι, έχει μια κάποια γοητεία.

Η λέξη «ποιμένας» χρησιμοποιείται μεταφορικά. Στην πολιτική και στη θρησκευτική γλώσσα, ο ποιμένας είναι αυτός που οδηγεί, προστατεύει, μαζεύει τους σκορπισμένους, φροντίζει το ποίμνιο. Ο «καλός ποιμήν» είναι η μορφή του ηγέτη-προστάτη, αυτού που δεν εμφανίζεται απλώς για να ζητήσει ψήφο, αλλά για να πει: «Ξέρω ότι έχετε χαθεί, ξέρω ότι έχετε πληγωθεί, ελάτε να σας οδηγήσω ξανά».

Το «τσοπάνης» είναι η λαϊκή, σατιρική, αποϊεροποιημένη εκδοχή της ίδιας εικόνας. Ο ποιμένας έχει βιβλική ευγένεια. Ο τσοπάνης έχει χώμα στα παπούτσια, κουδούνια, φωνές, μαντρί και πρακτικό νου.

Όταν λοιπόν λέμε ότι ο Τσίπρας εμφανίζεται ως ποιμήν ή τσοπάνης, εννοούμε ότι η επιστροφή του στήνεται σαν κάλεσμα προς ένα σκορπισμένο πολιτικό ακροατήριο: Κεντροαριστερά, Αριστερά, απογοητευμένοι του ΣΥΡΙΖΑ, αντιδεξιοί ψηφοφόροι, αποχή, άνθρωποι που δεν πιστεύουν εύκολα αλλά ψάχνουν κάτι να αντιπαρατεθεί στη μητσοτακική κυριαρχία.

 Η εικόνα είναι απλή:

 το ποίμνιο έχει σκορπίσει,

ο λύκος κυκλοφορεί,
το παλιό μαντρί γκρεμίστηκε,
το ΠΑΣΟΚ ισχυρίζεται ότι έχει τίτλους ιδιοκτησίας στο λιβάδι,
η ΝΔ λέει ότι δεν υπάρχουν λύκοι αλλά μόνο επενδυτικές ευκαιρίες,

 και ο Τσίπρας εμφανίζεται στο ύψωμα λέγοντας: «Ελάτε, η αναμονή τελείωσε».

 Εκεί ακριβώς το Θησείο αποκτά πρόσθετη σημασία. Δεν είναι απλώς τόπος ανακοίνωσης. Είναι σκηνή επανεμφάνισης. Ο ποιμένας δεν επιστρέφει σε κλειστή αίθουσα. Επιστρέφει σε ανοιχτό ιστορικό χώρο, με φόντο την πόλη, τη δημοκρατία, την αρχαιότητα, τη μνήμη. Θέλει να φανεί ότι δεν ιδρύει απλώς ένα ακόμη κόμμα, αλλά ότι ξαναμαζεύει μια διασκορπισμένη παράταξη κάτω από ένα ιστορικό βλέμμα.

Αφού το ΑΙ έλαβε υπόψη του και αυτή την τοπογραφική/πολιτισμική  παράμετρο, έκανε το πρώτο σημασιολογικό σκανάρισμα της ομιλίας. Εντόπισε τις λέξεις-κλειδιά: λαός, κοινωνική πλειοψηφία, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, δημοκρατία, νέα Μεταπολίτευση, σοκ εντιμότητας, νέος πατριωτισμός, σύντροφοι, φίλες και φίλοι, αλλαγή πολιτικής, ζωή με αξιοπρέπεια, κοπάδι, κάτι παραπάνω από κόμμα.

Μετά τις αντιστοίχισε με θεματικά μοτίβα του ροκ: επιστροφή, διάψευση, εξέγερση, αυτοεξαπάτηση, επανάληψη, ηγεσία, προδομένη ελπίδα, θορυβώδης ανασύνθεση, συλλογική αυταπάτη, πολιτική λύτρωση, ιστορική σκηνοθεσία, και βέβαια το πιο κρίσιμο: frontman syndrome. Δηλαδή η ιστορική τάση ορισμένων τραγουδιστών και πολιτικών αρχηγών να πιστεύουν ότι, αν σηκώσουν αρκετά ψηλά το χέρι, το κοινό θα μετατραπεί σε λαό.

Στη συνέχεια πέρασε στη συγκριτική ιδεολογική αξιολόγηση.

1. Η νεοφιλελεύθερη γωνία

Από νεοφιλελεύθερη άποψη, το νέο κόμμα Τσίπρα θυμίζει ένα παλιό συγκρότημα που επιστρέφει με reunion tour, ζητώντας από το κοινό να ξεχάσει ότι στην προηγούμενη περιοδεία κάηκαν τα ενισχυτικά, χάθηκε το ταμείο και ο ντράμερ έφυγε με τον μάνατζερ.

 Το ΑΙ εδώ πρότεινε ως βασικό τραγούδι το:

 


The Who — Won’t Get Fooled Again

 Διότι η νεοφιλελεύθερη κριτική λέει: ωραίες οι λέξεις περί δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας και κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά η αγορά θυμάται. Οι επενδυτές θυμούνται. Οι φορολογούμενοι θυμούνται. Οι τράπεζες θυμούνται. Οι μικρομεσαίοι θυμούνται. Το 2015 θυμάται τον εαυτό του κάθε βράδυ και στέλνει ειδοποίηση.

Το κεντρικό ρεφρέν, βέβαια, είναι φαρμακερό:

 Meet the new boss / Same as the old boss.

 Σε ελεύθερη μετάφραση:

 Γνωρίστε τον νέο αρχηγό. Είναι ο παλιός αρχηγός με άλλο λογότυπο.

 2. Η συντηρητική γωνία

Από συντηρητική άποψη, το νέο κόμμα Τσίπρα δεν είναι απλώς πολιτική πρωτοβουλία. Είναι επιστροφή του χάους με κανονισμένη σκηνοθεσία. Ο συντηρητικός δεν ακούει «νέα Μεταπολίτευση». Ακούει «έρχονται πάλι οι πλατείες, τα πανό, οι επιτροπές, οι συνιστώσες και οι άνθρωποι που λένε “σύντροφε” σε χώρους με κλιματισμό».

 Εδώ το ΑΙ πρότεινε:

 


The Clash — Should I Stay or Should I Go

Διότι αυτό είναι το ερώτημα που, σύμφωνα με τη συντηρητική ανάγνωση, βασανίζει τον Τσίπρα από το 2019 και μετά.

 Να μείνω;

Να φύγω;
Να παραιτηθώ;
Να ιδρύσω Ινστιτούτο;
Να αφήσω το νέο κύμα;
Να γυρίσω όταν το νέο κύμα κάνει ζημιές στο σαλόνι;
Να εμφανιστώ ως πρώην;
Να επανεμφανιστώ ως νυν;
Να πω «φίλες και φίλοι»;
Να μου ξεφύγει «συντρόφισσες και σύντροφοι»;
Να σηκώσω τη γκλίτσα ή να την κρατήσω χαμηλά για να μη φοβηθεί το κέντρο;

Η συντηρητική κριτική δεν ασχολείται τόσο με τη λεπτή ταξική ανάλυση. Θέλει σταθερότητα. Θέλει κανονικότητα. Θέλει να μην ξαναδεί τον Τσίπρα να κοιτά την Ευρώπη με βλέμμα μαθητή που λέει «θέλω να κρίνω μόνος μου αν θα λείψω από το μάθημα».

Για τον συντηρητικό, ο Τσίπρας είναι ο άνθρωπος που δεν έφυγε ποτέ αρκετά ώστε να ησυχάσει η χώρα.

 Το ΑΙ μέτρησε τον δείκτη αμφιταλάντευσης Τσίπρα:

 Stay/Go Index: 87/100.

Παράμετροι: παραίτηση 2023, Ινστιτούτο, δημόσιες παρεμβάσεις, υποψία επιστροφής, τελική επανεμφάνιση, υψηλή δραματουργία «με κάλεσαν».

Συμπέρασμα: το τραγούδι ταιριάζει απολύτως στον Τσίπρα της ενδιάμεσης περιόδου, εκείνον που βγήκε από την πόρτα αλλά άφησε το παλτό του στην καρέκλα.

 3. Η σοσιαλδημοκρατική γωνία

Η σοσιαλδημοκρατική ανάγνωση είναι πιο τρυφερή αλλά και πιο ενοχλημένη. Δεν απορρίπτει τον Τσίπρα ολοκληρωτικά. Αναγνωρίζει ότι πιάνει πραγματικά προβλήματα: ανισότητες, μισθούς, στέγη, υγεία, παιδεία, κράτος δικαίου, ακρίβεια, κοινωνική πλειοψηφία. Αλλά τον κοιτά με το βλέμμα ανθρώπου που ακούει έναν παλιό φίλο να λέει «έχω αλλάξει» και θυμάται ότι το έχει ξανακούσει.

Εδώ το ΑΙ πρότεινε:



Talking Heads — Once in a Lifetime

Το τραγούδι αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι το απόλυτο τραγούδι του Τσίπρα που στέκεται μπροστά στο νέο του κόμμα, στο Θησείο, με την αρχαία πέτρα πίσω του και το παλιό του πολιτικό φορτίο μέσα του, και αναρωτιέται:

Well, how did I get here?

Πώς βρέθηκα πάλι εδώ;

Πώς από το μαθητικό «να μπορούμε να λείπουμε από το μάθημα» φτάσαμε στο «να αποκτήσει φωνή η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία»;

Πώς από το «θα σκίσουμε τα μνημόνια» φτάσαμε στο «σοκ εντιμότητας»;

Πώς από την Ιθάκη περάσαμε στο Ινστιτούτο και από το Ινστιτούτο στη γκλίτσα;

Πώς από το «Πρώτη φορά Αριστερά» φτάσαμε στο «κάτι παραπάνω από κόμμα»;

Και, κυρίως:

 Same as it ever was.

Η σοσιαλδημοκρατική ματιά δεν θέλει να πετάξει τον Τσίπρα στα σκουπίδια. Θέλει όμως να τον κατεβάσει από το ύψωμα. Θέλει πρόγραμμα, σοβαρότητα, θεσμούς, φορολογικό σχέδιο, κοινωνικό κράτος με κοστολόγηση, πράσινη μετάβαση με διοικητική ικανότητα, όχι άλλη μία τελετουργία αρχηγικής επανόδου με ιστορικές αναφορές και ποιητικά κλεισίματα.

 Το ΑΙ έφτιαξε εδώ έναν Δείκτη Σοσιαλδημοκρατικής Αμηχανίας.

Αποτελέσματα:

Παράμετρος

Βαθμός

Κοινωνική στόχευση

84/100

Προγραμματική ακρίβεια

51/100

Αυτοκριτική 2015

38/100

Ικανότητα συσπείρωσης

79/100

Κίνδυνος αρχηγικού μεσσιανισμού

88/100

 

Μέσος δείκτης: 68/100, δηλαδή «ενδιαφέρων αλλά επικίνδυνα τσιπρικός».

 

Το Once in a Lifetime πήρε εδώ:

 

Σοσιαλδημοκρατική συμβατότητα: 91/100.

 

Διότι εκφράζει ακριβώς την αμηχανία της επανάληψης με άλλο κοστούμι.

 

4. Η μαρξιστική γωνία

Η μαρξιστική ανάγνωση ήταν η πιο σκληρή. Το ΑΙ χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω, μάλλον επειδή ξεφύλλισε εσωτερικά κάτι ανάμεσα σε Μαρξ, Λένιν, Γκράμσι, Πουλαντζά, Bottomore και τις παλιές μας σημειώσεις για το Παιδί Αλεξίπτωτο.

 

Η διάγνωση ήταν ανελέητη:

 

Ο Τσίπρας μιλά για αδικία αλλά όχι για εκμετάλλευση.
Μιλά για ολιγαρχία αλλά όχι για κεφάλαιο.
Μιλά για κοινωνική πλειοψηφία αλλά όχι για εργατική τάξη.
Μιλά για δημοκρατία αλλά όχι για κοινωνικοποίηση της οικονομικής εξουσίας.
Μιλά για σύντροφους αλλά οργανώνει αρχηγικό κόμμα.
Μιλά για συμμετοχή αλλά ζητά υπογραφές σε πλατφόρμα.
Μιλά για ιστορικούς αγώνες αλλά τους χρησιμοποιεί ως συμβολικό κεφάλαιο για εκλογική επανεκκίνηση.

 

Εδώ το ΑΙ πρότεινε ως βασικό τραγούδι πάλι το:

 

The Who — Won’t Get Fooled Again

 

Αλλά για άλλον λόγο από τον νεοφιλελεύθερο.

Ο νεοφιλελεύθερος το ακούει και σκέφτεται: «Μην ξαναπέσουμε σε κρατισμό».

 

Ο μαρξιστής το ακούει και σκέφτεται: «Μην ξαναπέσουμε σε αριστερή διαχείριση του καπιταλισμού».

 

Και οι δύο τραγουδούν το ίδιο ρεφρέν, αλλά ο ένας κρατάει Financial Times και ο άλλος Ριζοσπάστη. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να τρομάξει κανείς.

 

Η μαρξιστική βαθμολόγηση:

Παράμετρος

Βαθμός

Αντιολιγαρχική ρητορική

82/100

Αντικαπιταλιστική σαφήνεια

27/100

Ταξική ονοματοδοσία

31/100

Κινηματική αυτοοργάνωση

29/100

Αρχηγική συγκέντρωση

93/100

Συμβολική χρήση ιστορίας

96/100

 Συμπέρασμα: υψηλή ρητορική ένταση, χαμηλή επαναστατική καθαρότητα, μέγιστη πιθανότητα να μετατραπεί η ταξική οργή σε εκλογικό μαντρί.

Η ποσοτική-στατιστική ανάλυση

Για να μη μείνουμε, λοιπόν, στο ξερά ερμηνευτικό επίπεδο, το ΑΙ κατασκεύασε έναν σύνθετο δείκτη που ονόμασε:

Rock-Political Fit IndexRPFI

Ο δείκτης αυτός μετρά τη συμβατότητα κάθε τραγουδιού με επτά άξονες της τσιπρικής επανεμφάνισης:

  1. Δείκτης Επιστροφής
    Πόσο εκφράζει το τραγούδι την ιδέα του
    comeback.
  2. Δείκτης Διάψευσης
    Πόσο κουβαλά μνήμη προηγούμενης απογοήτευσης.
  3. Δείκτης Ποιμενικότητας
    Πόσο ταιριάζει με το σύνδρομο του ποιμένα / τσοπάνη.
  4. Δείκτης Θεάματος
    Πόσο λειτουργεί ως σκηνική, τηλεοπτική,
    frontman στιγμή.
  5. Δείκτης Ιδεολογικής Αμφισημίας
    Πόσο χωρά διαφορετικές ερμηνείες από δεξιά, αριστερά, κέντρο και καφενείο.
  6. Δείκτης Θησείου
    Πόσο ταιριάζει με την επιλογή ενός ιστορικού, ανοιχτού, αρχαιοδημοκρατικού σκηνικού για την ανακοίνωση.
  7. Δείκτης Γκλίτσας
    Πόσο μπορεί να ακουστεί το τραγούδι ενώ ο Ηγέτης στέκεται συμβολικά στο ύψωμα και καλεί το διασκορπισμένο ποίμνιο.

Τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:

Τραγούδι

Επιστροφή

Διάψευση

Ποιμενικότητα

Θέαμα

Αμφισημία

Θησείο

Γκλίτσα

Σύνολο

The Who — Won’t Get Fooled Again

88

97

76

91

84

78

73

83,9

Talking Heads — Once in a Lifetime

93

89

81

86

96

94

87

89,4

The Clash — Should I Stay or Should I Go

95

78

62

88

82

70

61

76,6

Bob Dylan — Like a Rolling Stone

74

90

55

79

91

82

58

75,6

Pink Floyd — Sheep

69

85

99

73

70

65

100

80,1

Radiohead — No Surprises

61

92

58

64

88

60

52

67,9

Nick Cave — The Mercy Seat

52

94

60

89

75

72

61

71,9

Rage Against the Machine — Killing in the Name

58

66

41

97

54

45

38

57,0

Το ενδιαφέρον είναι ότι το Pink FloydSheep είχε τέλειο Δείκτη Γκλίτσας, 100/100, και σχεδόν

τέλειο Δείκτη Ποιμενικότητας, 99/100, αλλά απορρίφθηκε από την τελική τριάδα επειδή ήταν υπερβολικά κυριολεκτικό. Όταν μιλάμε για τσοπάνη, δεν χρειάζεται να φέρουμε και τα πρόβατα στο εξώφυλλο. Κάπου πρέπει να υπάρχει και λίγη διακριτικότητα.

Το Nick CaveThe Mercy Seat μπήκε προσωρινά στη συζήτηση, ιδίως λόγω του αποθησαυρισμένου υλικού μου και της παλιάς σχέσης με τον Good Son, αλλά κρίθηκε υπερβολικά μεταφυσικό και δικαστικό. Ο Τσίπρας δεν κάθεται ακόμη στην ηλεκτρική καρέκλα. Στέκεται στο Θησείο με μικρόφωνο.

Το Rage Against the Machine απορρίφθηκε διότι, όσο κι αν θα άρεσε σε ορισμένους παλιούς κινηματικούς, το νέο κόμμα Τσίπρα δεν έχει αρκετή οργή για να αντέξει τέτοια κιθάρα. Το ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι «Killing in the Name». Είναι περισσότερο «Signing in the Platform».

 Η τελική τριάδα

Μετά την ποσοτική ανάλυση, τις ιδεολογικές γωνίες, τη γεωγραφία του Θησείου και την εφαρμογή του Δείκτη Τσοπανικής Επανόδου, το ΑΙ κατέληξε στην εξής τριάδα:

1. Talking Heads — Once in a Lifetime

Το τραγούδι του υπαρξιακού Τσίπρα. Του ανθρώπου που κοιτάζει τη διαδρομή του και μοιάζει να ρωτά:

Πώς από τη μαθητική απουσία φτάσαμε στην ποιμενική επιστροφή;

Πώς από την ελπίδα φτάσαμε στο Ινστιτούτο;

Πώς από το «Όχι» φτάσαμε στο «η αναμονή τελείωσε»;

Πώς γίνεται να επιστρέφω ως νέος ενώ είμαι ήδη η παλιά μου ιστορία;

Και πώς γίνεται όλο αυτό να συμβαίνει στο Θησείο, με την αρχαία δημοκρατία πίσω μου και το παλιό μνημόνιο μέσα μου;

Ελληνικός υπότιτλος:

«Πώς βρέθηκα πάλι εδώ;»

 2. The Who — Won’t Get Fooled Again

Το τραγούδι του κοινού. Όχι του Τσίπρα. Του κοινού.

Των ανθρώπων που θέλουν να πιστέψουν αλλά θυμούνται. Των ανθρώπων που λένε «δεν ξαναπαγιδεύομαι», αλλά ταυτόχρονα κοιτούν τον Οδοστρωτήρα και λένε «μήπως να το ξανασκεφτούμε;»

Ελληνικός υπότιτλος:

«Δεν μας ξαναπιάνεις — εκτός αν δεν έχουμε άλλον.»

 3. The Clash — Should I Stay or Should I Go

Το τραγούδι της περιόδου 2019-2026. Του Τσίπρα που παραιτείται αλλά δεν εξαφανίζεται. Που παραμερίζει αλλά κρατά θέση. Που φτιάχνει Ινστιτούτο αλλά όχι κόμμα. Που περιμένει το νέο κύμα, βλέπει το νέο κύμα να κάνει μούσκεμα το σπίτι, και επιστρέφει λέγοντας ότι δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχος.

Ελληνικός υπότιτλος:

«Να φύγω, να μείνω ή να επιστρέψω ως ιστορική ανάγκη;»

 Τελικό πόρισμα

Το ΑΙ, αφού κατανάλωσε ροκ ιστορία, πολιτική θεωρία, κοινωνιολογία, αποθηκευμένα κείμενα, συνθήματα του Τσίπρα, αναμνήσεις από το Παιδί Αλεξίπτωτο, αρκετή υπολογιστική μελαγχολία και μια πλήρη τοπογραφική ανάλυση του Θησείου, κατέληξε ότι το νέο κόμμα Τσίπρα δεν έχει ένα τραγούδι. Έχει τρία.

Γιατί και ο ίδιος ο Τσίπρας δεν είναι ένας.

Είναι ο μαθητής που ήθελε να λείπει.

Ο κινηματικός που ήθελε να καταργήσει τα ΜΑΤ.

Ο αντιμνημονιακός που βαρούσε νταούλι.

Ο πρωθυπουργός που έμαθε ότι οι αγορές δεν χορεύουν πάντα σε ελληνικό ρυθμό.

Ο παραιτημένος που ίδρυσε Ινστιτούτο.

Ο ποιμήν που ξανακατεβαίνει στο λιβάδι.

Και το Θησείο είναι η τέλεια σκηνή για αυτή τη μεταμόρφωση: ένας ιστορικός χώρος όπου μπορείς να παρουσιάσεις κάτι νέο έχοντας πίσω σου όσο περισσότερο παλιό γίνεται.

 Γι’ αυτό η τελική πρόταση δεν μπορεί να είναι απλώς μουσική. Είναι διαγνωστική:

Once in a Lifetime για την υπαρξιακή απορία.
Wont Get Fooled Again για τη συλλογική καχυποψία.
Should I Stay or Should I Go για την πολιτική του επιστροφή ως παρατεταμένο δισταγμό.

 
Αν όμως πρέπει να διαλέξουμε ένα και μόνο τραγούδι για να μπει στα ηχεία της πρώτης συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛ.Α.Σ., τότε το ΑΙ, με στατιστική ψυχρότητα και ερμηνευτική κακία, επιλέγει:

 Talking Heads — Once in a Lifetime

 Διότι μόνο αυτό χωράει όλη τη σκηνή:

τον Τσίπρα,
τη γκλίτσα,
το Θησείο,
την Ακρόπολη,
τα παλιά συνθήματα,
το νέο κόμμα,
το παλιό τραύμα,
την κοινωνική πλειοψηφία,
το ποίμνιο,
τους τουρίστες που περνούν χωρίς να ξέρουν τι συμβαίνει,
και την ερώτηση που κανένα πολιτικό συνέδριο δεν θέλει να ακούσει δυνατά:

 «Καλά, πώς βρεθήκαμε πάλι εδώ;»

 

 


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η επιστροφή του Τόμας Μαν: πώς κατεβαίνουμε από το Μαγικό Βουνό;

Το Books’ Journal ήταν πάντα πιο «νεοφιλελέ» απ’ όσο αντέχουν τα γούστα μου, αλλά όταν έχει αφιέρωμα σε κάτι ή κάποιον που με ενδιαφέρει το αγοράζω. Έτσι και με το τρέχον τεύχος για τον Τόμας Μαν. Το αφιέρωμα έχει τίτλο «Η συνείδηση της Ευρώπης» και πρέπει να ομολογήσω ότι, αν και κάπως μεγαλόστομος, δεν είναι άστοχος. Υπάρχουν συγγραφείς που αντέχουν τέτοιους τίτλους χωρίς να τους καταπίνει η ρητορεία. Ο Τόμας Μαν είναι ένας από αυτούς. Όχι επειδή υπήρξε πάντοτε ηθικά διαυγής ή πολιτικά αλάνθαστος — το αντίθετο. Αλλά επειδή η ίδια του η διαδρομή μοιάζει με μικρογραφία των αντιφάσεων της Ευρώπης του (μιά άλλη « συνείδηση της Ευρώπης» ήταν/είναι(;) ένας επίσης γερμανός,  ο πρόσφατα αποθανείς Γιούργκεν Χάμπερμας, ένας φιλόσοφος που προσπάθησε να σώσει το πρόγραμμα του Διαφωτισμού ποντάροντας στη δύναμη της επικοινωνίας, του διαλόγου και του ορθού λόγου).




Θα μείνω στο Μαγικό Βουνό, μυθιστόρημα με το οποίο έχω ιδιαίτερη σχέση ή, μάλλον, μυθιστόρημα με τους ήρωες του οποίου έχω ιδιαίτερη σχέση: Σετεμπρίνι (ο φιλελεύθερος ουμανισμός της προόδου, της λογικής και της δημοκρατικής παιδείας), Νάφτα (η αντιφιλελεύθερη γοητεία της αυθεντίας, της θυσίας και του απόλυτου νοήματος), Χανς Κάστορπ (ο μέσος Ευρωπαίος που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν) κι η Ρωσίδα Κλαούντια Σοσά (ο απόλυτος ερωτικός πειρασμός, η αταξία, η απομάκρυνση από τα δυτικά, ορθολογικά πρότυπα της αστικής ευπρέπειας).

Με την ευκαιρία του αφιερώματος του περιοδικού, τους ξαναθυμήθηκα τους ήρωες αυτούς  - αν υποθέσω ότι τους ξέχασα ποτέ αφού για όλα σχεδόν τα θέματα που προκύπτουν μπορεί κάποιος να ρωτήσει: τί θα έλεγε ο Σετεμπρίνι; Τί ο Νάφτα; Πώς θα αντιδρούσε ο Χανς Κάστορπ; Τί θα  έκανε η Σοσά; Και προσπάθησα να το ξαναθυμηθώ ξεφυλλίζοντας το– όχι να το διαβάσω – όχι ως μυθιστόρημα ιδεών, ούτε μόνο ως αλληγορία της Ευρώπης πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ως μυθιστόρημα μιας αστικής κοινωνίας που έχει υψηλό πνευματικό πολιτισμό, παιδεία, μουσική, ιατρική, επιστήμη, γλώσσες και τελετουργίες, αλλά δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις υλικές και ιστορικές αντιφάσεις που διαλύουν τη βάση του ίδιου της του πολιτισμού. 


Στο περιοδικό υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του Ι.Χ. ντε Φάμπρι με τίτλο «Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης». Βρίσκω τη  βασική του σύλληψη εύστοχη: ο Μαν δεν γράφει απλώς για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για έναν κόσμο που δεν ξέρει ακόμη ότι ζει πριν από τον πόλεμο. Το Μπέργκχοφ, έτσι, γίνεται η τελευταία συνομιλία της παλιάς Ευρώπης· ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μιλούν, τρώνε, ερωτεύονται, φιλοσοφούν και αναπαύονται, ενώ η Ιστορία πλησιάζει χωρίς ακόμη να έχει ακουστεί ο κρότος της. Αυτή η ανάγνωση πιάνει την ιστορική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος: τον προπολεμικό χρόνο, την ευγένεια πριν από τη βία, την ανάλυση πριν από την καταστροφή.

Αλλά δεν αρκεί να πούμε ότι η Ευρώπη δεν αναγνώρισε εγκαίρως την καταστροφή που ερχόταν. Πρέπει να ρωτήσουμε και τι είδους Ευρώπη ήταν αυτή. Ποιοι είχαν τον χρόνο να συζητούν τόσο πολύ; Ποιοι μπορούσαν να μετατρέψουν την αρρώστια σε παρατεταμένη εμπειρία αυτομόρφωσης; Ποια κοινωνική τάξη μπορούσε να κατοικεί την αναβολή σαν μορφή ζωής; Το Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς πνευματικό σανατόριο. Είναι και ταξικά προσδιορισμένος χώρος: κόσμος ελεύθερου χρόνου, κατανάλωσης, ιατρικής εξουσίας, υπηρεσιών, αόρατης εργασίας, εισοδήματος και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης. Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης γίνεται εκεί επειδή μόνο ένας ορισμένος αστικός κόσμος είχε τη δυνατότητα να κάνει την κρίση του αισθητική, συζήτηση, μαθητεία και παραμονή.

Εδώ θυμήθηκα μια παλιότερη ανάλυση του Γ. Λυκιαρδόπουλου, την «Ουμανιστική περιπέτεια». Ο Λυκιαρδόπουλος δεν διάβαζε το Μαγικό Βουνό σαν κομψή ευρωπαϊκή αλληγορία. Δεν το αντιμετώπιζε απλώς ως μυθιστόρημα ιδεών, όπου ο Σετεμπρίνι λέει το ένα, ο Νάφτα το άλλο, και ο Κάστορπ κάθεται ανάμεσά τους σαν ευγενικός φοιτητής σε σεμινάριο ευρωπαϊκής ιστορίας. Το διάβαζε ως δοκιμασία του ίδιου του ουμανισμού. Ως περιπέτεια, όχι ως ασφαλή διαδρομή προς το φως, αλλά ως πέρασμα από περιοχές όπου το φως και το σκοτάδι δεν ξεχωρίζουν τόσο εύκολα όσο θα ήθελαν οι παιδαγωγοί.

Εκεί όπου ο ντε Φάμπρι βλέπει την Ευρώπη πριν από την καταστροφή, ο Λυκιαρδόπουλος δείχνει την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Πίσω από τον φωτεινό λόγο του Σετεμπρίνι υπάρχει ήδη ο λανθάνων αντι-ανθρωπισμός της προόδου, της χρησιμότητας, της πειθαρχίας και της αστικής αξιοκρατίας. Αυτό είναι το σημείο όπου ο Λυκιαρδόπουλος γίνεται σχεδόν υλιστής: ο ουμανισμός δεν εμφανίζεται ως καθαρή ιδέα, αλλά ως ιστορική μορφή αστικής κοινωνίας. Ο Σετεμπρίνι υπερασπίζεται τη λογική, την παιδεία, τη δημοκρατία, την πρόοδο· αλλά πίσω από αυτά υπάρχει και η απαίτηση της παραγωγικότητας, η ηθική της χρησιμότητας, η πεδιάδα της εργασίας, της πειθαρχίας και της κοινωνικής επιλογής.

Ο Σετεμπρίνι, λοιπόν, δεν είναι απλώς «καλός». Είναι αναγκαίος, αλλά όχι αθώος. Εκπροσωπεί τον αστικό ουμανισμό: την πίστη στον άνθρωπο, αλλά και την πίστη ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει χρήσιμος, παραγωγικός, έλλογος, πειθαρχημένος, ενταγμένος στον χρόνο της προόδου. Όταν λέει στον Κάστορπ να κατεβεί στην πεδιάδα, δεν τον καλεί μόνο στη ζωή. Τον καλεί και στον κόσμο της αστικής κανονικότητας: εργασία, καθήκον, απόδοση, κοινωνική ευθύνη, ωφέλιμη ύπαρξη. Το δίκιο του είναι πραγματικό. Αλλά είναι δίκιο ιστορικά προσδιορισμένο. Δεν είναι οικουμενικό φως έξω από την κοινωνία· είναι φως μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης και μιας ορισμένης πίστης στην πρόοδο.

Απέναντί του στέκεται ο Νάφτα. Ο Νάφτα είναι τρομακτικός, αλλά όχι ανεξήγητος. Δεν είναι απλώς σκοτάδι έξω από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Είναι μια σκοτεινή δυνατότητα που γεννιέται μέσα από τις αντιφάσεις του. Συμπυκνώνει έναν τύπο κεντρο-ευρωπαίου ριζοσπάστη διανοουμένου που μισεί την αστική χρησιμότητα, βλέπει τα κενά του φιλελεύθερου ουμανισμού, καταλαβαίνει την κούραση του ατόμου απέναντι στην ελευθερία, αλλά απαντά με αυθεντία, θυσία, υποταγή, θεολογική βία. Με διαλεκτικούς όρους, ο Νάφτα είναι η άρνηση της αστικής κοινωνίας, αλλά μια άρνηση παραμορφωμένη. Δεν υπερβαίνει την αστική αλλοτρίωση προς μια χειραφετητική κοινωνία. Τη μετατρέπει σε λατρεία της ολότητας και του θανάτου.

Έτσι, το ζεύγος Σεττεμπρίνι–Νάφτα δεν είναι απλώς διαφωτισμός εναντίον σκοταδισμού. Είναι εσωτερική διαλεκτική της αστικής Ευρώπης. Ο Σετεμπρίνι είναι η θέση: πρόοδος, λογική, παιδεία, χρησιμότητα. Ο Νάφτα είναι η άρνηση: απόλυτο, κοινότητα, θυσία, αυθεντία. Αλλά η άρνηση αυτή δεν είναι ακόμη απελευθέρωση. Είναι αντιδραστική υπέρβαση, ψεύτικη λύση, μια μορφή εξέγερσης που δεν οδηγεί στη χειραφέτηση αλλά στην υποταγή. Γι’ αυτό ο Νάφτα γίνεται πειστικός εκεί όπου ο Σετεμπρίνι μένει ανεπαρκής: απαντά σε πραγματικές πληγές, αλλά τις θεραπεύει με δηλητήριο.

Ο Χανς Κάστορπ βρίσκεται ανάμεσά τους, σαν τον μέσο Ευρωπαίο: εκείνον που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν. Αλλά χρειάζεται και εδώ μια υλιστική διόρθωση. Ο Κάστορπ δεν είναι αφηρημένος άνθρωπος. Είναι νεαρός αστός, τεχνικά μορφωμένος, μελλοντικός μηχανικός, κληρονόμος ενός κόσμου ιδιοκτησίας, εκπαίδευσης και κοινωνικής ασφάλειας. Η «αθωότητά» του είναι ταξικά δομημένη. Μπορεί να καθυστερεί επειδή έχει το προνόμιο να καθυστερεί. Μπορεί να δοκιμάζει ιδέες, αρρώστιες, πάθη και πειρασμούς επειδή ένας ολόκληρος υλικός κόσμος στηρίζει αυτή τη δυνατότητα αναβολής.

Φυσικά, αυτό δεν μειώνει την υπαρξιακή του σημασία. Την κάνει ιστορικά πιο ακριβή. Ο Κάστορπ είναι ένοχος όχι μόνο επειδή μαθαίνει χωρίς να αποφασίζει, αλλά επειδή η ίδια του η δυνατότητα να μαθαίνει αργά, να αφήνεται στην αρρώστια, να μετατρέπει την κρίση σε εμπειρία αυτομόρφωσης, είναι προνόμιο μιας τάξης που μπορεί να ζει την παρακμή της ως πνευματική περιπέτεια. Ο άρρωστος του Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς άνθρωπος εκτός μάχης. Είναι κάποιος που μπορεί να είναι εκτός μάχης χωρίς αμέσως να καταστραφεί. Η αναβολή του έχει κοινωνική βάση.

Το Μπέργκχοφ, λοιπόν, πρέπει να διαβαστεί ως κοινωνική ολότητα σε μικρογραφία. Δεν δείχνει μόνο τι σκέφτεται η Ευρώπη. Δείχνει πώς ζει: πώς οργανώνει τον χρόνο, πώς καταναλώνει την αρρώστια, πώς κρύβει την εργασία πίσω από την άνεση, πώς μετατρέπει την υλική ασφάλεια σε πνευματική αμφιβολία. Είναι κλειστός κόσμος με δικούς του κανόνες, γεύματα, θερμομετρήσεις, περιπάτους, κουβέρτες, τελετουργίες, ερωτικές εντάσεις, ιδεολογικές μονομαχίες. Μια ολόκληρη Ευρώπη σε συμπύκνωση: καλλιεργημένη, ταξική, άρρωστη, αυτάρεσκη, φοβισμένη, ανίκανη να κατεβεί εγκαίρως.

Αυτό είναι και το πιο σύγχρονο σημείο του μυθιστορήματος. Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι το Μπέργκχοφ. Δεν ζει την ίδια ιστορική στιγμή. Έχει πίσω της τον φασισμό, τον ναζισμό, το Ολοκαύτωμα, την αποαποικιοποίηση, την ευρωπαϊκή ενοποίηση, τον Ψυχρό Πόλεμο, τον νεοφιλελευθερισμό, τη χρηματοπιστωτική κρίση, τη μετανάστευση, την κλιματική απειλή, την ψηφιακή μετάβαση, τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όποιος λέει απλώς «ζούμε ξανά το 1914» κάνει την Ιστορία πολύ εύκολη. Αλλά υπάρχει μια αναλογία μορφής: η αναλογία της αναβολής.

Η σημερινή ευρωπαϊκή αναβολή δεν είναι μόνο πνευματική. Είναι υλική. Πίσω από την κρίση αυτοκατανόησης υπάρχουν υλικές αντιφάσεις: ανισότητα, αποβιομηχάνιση, ενεργειακή εξάρτηση, τεχνολογική εξάρτηση, γεωπολιτική αποδυνάμωση, αποδυνάμωση συλλογικών μορφών ζωής, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η Ευρώπη μιλά πολύ για αξίες, δικαιώματα, δημοκρατία, πολιτισμό. Αλλά συχνά δυσκολεύεται να απαντήσει στις υλικές συνθήκες που κάνουν τους νέους Νάφτα πειστικούς: φόβος, κοινωνική ανασφάλεια, αίσθηση εγκατάλειψης, ανάγκη προστασίας, μίσος για μια ελευθερία που βιώνεται ως μοναξιά.

Γι’ αυτό η επιστροφή στον Μαν δεν έχει νόημα αν είναι νοσταλγική. Δεν επιστρέφουμε στην παλιά Ευρώπη για να παρηγορηθούμε ότι κάποτε υπήρχε περισσότερη παιδεία, περισσότερη μουσική, περισσότερη ευγένεια. Επιστρέφουμε για να δούμε ότι η παιδεία, η μουσική και η ευγένεια δεν έσωσαν από μόνες τους τίποτε. Ένας πολιτισμός μπορεί να είναι καλλιεργημένος και άρρωστος μαζί. Μπορεί να μιλά για ανθρωπισμό ενώ έχει ήδη μέσα του τις μορφές της ανθρωποθυσίας. Μπορεί να υπερασπίζεται τη ζωή, αλλά να οργανώνει την κοινωνία του γύρω από χρησιμότητα, επιλογή και αποκλεισμό.

Η κορύφωση αυτής της διαλεκτικής βρίσκεται στο «Χιόνι». Εκεί ο Κάστορπ μένει μόνος, χωρίς δασκάλους. Χάνει τον προσανατολισμό του και βλέπει ένα όραμα αρμονίας: ήλιο, θάλασσα, νεότητα, κοινότητα, ομορφιά. Αλλά πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει ο ναός· και μέσα στον ναό υπάρχει η ανθρωποθυσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανθρωπισμός είναι ψέμα. Σημαίνει ότι δεν είναι αθώος. Το «Χιόνι» είναι η στιγμή όπου ο Κάστορπ βλέπει την ενότητα των αντιθέτων: ομορφιά και βία, κοινότητα και θυσία, πολιτισμός και βαρβαρότητα, ζωή και θάνατος.

Αυτή όμως δεν είναι τελική σύνθεση. Δεν γίνεται πρόγραμμα. Δεν γίνεται ιδεολογία. Είναι στιγμιαία διαλεκτική όραση. Ο Κάστορπ βλέπει ότι η ανθρωπιστική κοινότητα και η ανθρωποθυσία δεν είναι δύο ξένοι κόσμοι, αλλά δύο όψεις της ίδιας ιστορικής ανθρωπότητας. Γι’ αυτό το «Χιόνι» δεν δικαιώνει ούτε τον Σετεμπρίνι ούτε τον Νάφτα. Ο Σετεμπρίνι θέλει τη ζωή, αλλά δεν βλέπει πάντα το σκοτάδι πίσω από τις φωτεινές του λέξεις. Ο Νάφτα βλέπει το σκοτάδι, αλλά το λατρεύει. Ο Κάστορπ, για μια στιγμή, καταλαβαίνει κάτι δυσκολότερο: ότι πρέπει να γνωρίσουμε τον θάνατο χωρίς να του επιτρέψουμε να κυβερνήσει τη σκέψη μας.

Έτσι το Μαγικό Βουνό επιστρέφει σήμερα όχι ως μνημείο της ευρωπαϊκής κουλτούρας, αλλά ως διαγνωστικό εργαλείο. Ο ντε Φάμπρι μάς βοηθά να δούμε τον προπολεμικό χρόνο. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς βοηθά να δούμε την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Και μπορούμε να σκεφτούμε  τον τρόπο με τον οποίο οι μορφές σκέψης, οι ηθικές αγωνίες και οι ιδεολογικές συγκρούσεις παράγονται μέσα σε ιστορικές και ταξικές σχέσεις. Πρέπει να ρωτήσουμε ποια υλική κοινωνία μπορεί ακόμη να στηρίξει τις καλύτερες λέξεις της;

Ο Μαν δεν επιστρέφει για να μας πει μια πλευρά να διαλέξουμε. Επιστρέφει για να μας αναγκάσει να δούμε γιατί καμία πλευρά δεν είναι αθώα. Και κυρίως για να μας θυμίσει ότι η γνώση δεν αρκεί αν δεν γίνει πράξη. Το Μαγικό Βουνό δεν μιλά απλώς για την αναβολή. Την παράγει. Ο αναγνώστης ανεβαίνει μαζί με τον Κάστορπ στο βουνό, μπαίνει στον χρόνο του σανατορίου, μαθαίνει να καθυστερεί, να σκέφτεται λίγο ακόμη, να πιστεύει ότι υπάρχει ακόμη χρόνος. Και όταν στο τέλος ο χρόνος αυτός διαλύεται από τον πόλεμο, καταλαβαίνουμε ότι δεν διακόπτεται μόνο η ιστορία του Κάστορπ. Διακόπτεται και η δική μας αναγνωστική παραμονή.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι δεν ξέρουμε τον δρόμο προς την πεδιάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η πεδιάδα δεν είναι ποτέ αθώα: είναι ο κόσμος της εργασίας, της ιστορίας, της σύγκρουσης, της απόφασης. Και το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε ποτέ εγκαίρως αν η κάθοδος θα μας οδηγήσει στη ζωή ή στα χαρακώματα

 

 

 

 







Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Όλα τα κόμματα στη Βουλή

Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2026. Ο Α. γύρισε από το σχολείο κουρασμένος, χωρίς να έχει γίνει κάτι ιδιαίτερο. Δεν είχε τσακωθεί με κανέναν, δεν είχε κάποια δύσκολη ώρα στην τάξη, τίποτα τέτοιο. Ήταν από αυτές τις μέρες που μαζεύονται πάνω σου σιγά σιγά και στο τέλος δεν ξέρεις τι ακριβώς σε βάρυνε.


Στο λεωφορείο είχαν μπει δύο ελεγκτές. Για λίγα λεπτά όλοι έψαχναν κάρτες, εισιτήρια, τσάντες, τσέπες. Μια γυναίκα μπροστά του μιλούσε στο τηλέφωνο και έλεγε ότι δεν πρόλαβε να περάσει από το φαρμακείο. Δίπλα στην πόρτα ένας νεαρός με ακουστικά είχε γείρει το κεφάλι στο τζάμι και κοιμόταν σχεδόν όρθιος. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν για πολλή ώρα.

Μόλις μπήκε στο σπίτι, πριν ακόμα βγάλει καλά καλά το παλτό, άνοιξε τον υπολογιστή. Δεν χρειαζόταν να το κάνει. Ήξερε περίπου τι θα έβλεπε. Τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες δηλώσεις, τους ίδιους τίτλους που σε τραβούσαν να τους πατήσεις χωρίς να σου δίνουν πραγματικά κάτι. Παρ’ όλα αυτά μπήκε στα πολιτικά sites. Πρώτα σε ένα, ύστερα σε άλλο. Μετά άνοιξε πάλι τον πίνακα με τις έδρες.

Οι εκλογές του Οκτωβρίου είχαν περάσει εδώ και εβδομάδες. Κανονικά θα έπρεπε να έχουν τελειώσει. Δεν είχαν τελειώσει όμως μέσα του. Ίσως ούτε και έξω είχαν τελειώσει, αν άκουγες τα δελτία και τις δηλώσεις. Η χώρα είχε βγάλει Βουλή, αλλά δεν ήταν βέβαιο ότι είχε βγάλει και κατεύθυνση. Είχε βγάλει ποσοστά, έδρες, σενάρια συνεργασιών, αθροίσματα που έβγαιναν για λίγο στο χαρτί και μετά χαλούσαν στην πρώτη συνέντευξη.

Η ΝΔ ήταν πρώτη. Όχι όπως παλιότερα, όταν οι υπουργοί μιλούσαν σαν να είχε ήδη λήξει και η επόμενη τετραετία. Πρώτη όμως. Αρκετά μπροστά ώστε να παραμένει το κέντρο του παιχνιδιού, αρκετά φθαρμένη ώστε να μην μπορεί να κάνει πως δεν είχε συμβεί τίποτα. Ο Α. το κοιτούσε και δεν ήξερε αν αυτό ήταν ήττα της ή απόδειξη ότι άντεχε περισσότερο απ’ όσο περίμεναν πολλοί.

Στην οθόνη οι μπάρες είχαν διαφορετικά χρώματα. Του φάνηκαν πολύ καθαρές, σχεδόν ψεύτικες. Η πραγματικότητα δεν είχε τέτοια χρώματα. Είχε φακέλους από τη ΔΕΗ, μηνύματα από την τράπεζα, μισθούς που τελείωναν πριν τελειώσει ο μήνας, μαθητές που έλεγαν στο διάλειμμα ότι ο πατέρας τους θα φύγει πάλι για σεζόν. Η Βουλή γέμιζε με κόμματα, αλλά δεν ήταν βέβαιο ότι μετακινούνταν και η δύναμη εκεί όπου έπρεπε. Δεν ήξερε πώς να το διατυπώσει χωρίς να ακουστεί σαν σύνθημα από άλλη εποχή.

Στο τετράδιό του, που το είχε αφήσει ανοιχτό από το προηγούμενο βράδυ, υπήρχε μια φράση γραμμένη με κεφαλαία:

ΠΟΛΛΑ ΚΟΜΜΑΤΑ — ΛΙΓΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ.

Την κοίταξε και στραβομουτσούνιασε. Πολύ εύκολο, σκέφτηκε. Πολύ έτοιμο. Από αυτές τις φράσεις που ακούγονται σωστές για λίγα δευτερόλεπτα και μετά μένουν εκεί, χωρίς να ξέρεις τι να τις κάνεις.

Δίπλα στο τετράδιο ήταν ο λογαριασμός του ρεύματος. Αυτός δεν είχε ανάγκη από διατύπωση. Ήταν πιο σαφής.

Τον πήρε στα χέρια. Κοίταξε πάλι τις χρεώσεις, παρόλο που τις είχε δει από χθες. Πάγιο, κατανάλωση, ρυθμιζόμενες, δημοτικά τέλη, ΦΠΑ. Κάπου στη μέση υπήρχε ένα ποσό μικρό, σχεδόν ασήμαντο, αλλά τον εκνεύρισε περισσότερο από τα μεγάλα. Ήταν από εκείνα τα ποσά που σου δίνουν την αίσθηση ότι κάποιος σε χρεώνει νόμιμα για κάτι που δεν θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις πλήρως. Το χαρτί είχε τσαλακωθεί στη μία γωνία. Το ίσιωσε με το δάχτυλο, χωρίς λόγο.

Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή χωρίς ήχο. Την είχε αφήσει έτσι από συνήθεια. Κάτω περνούσαν λέξεις: «διαβουλεύσεις», «κυβερνησιμότητα», «μήνυμα σταθερότητας», «ανησυχία στις αγορές». Πάτησε το κουμπί και ανέβασε λίγο την ένταση. Ένας υπουργός μιλούσε για ευθύνη. Ένας δημοσιογράφος τον διέκοπτε με ύφος αυστηρό, αλλά όχι τόσο αυστηρό ώστε να χαλάσει η μεταξύ τους άνεση. Ήταν φανερό ότι θα ξαναβρίσκονταν στο ίδιο στούντιο σε λίγες μέρες.

Οι αγορές, είπαν πάλι, ήταν νευρικές.

Ο Α. γέλασε λίγο. Όχι κανονικά. Περισσότερο σαν φύσημα από τη μύτη. Οι αγορές στις ειδήσεις είχαν πάντα σχεδόν ανθρώπινη συμπεριφορά. Φοβούνταν, ανησυχούσαν, ηρεμούσαν, αντιδρούσαν. Οι άνθρωποι, από την άλλη, εμφανίζονταν συνήθως ως καταναλωτές, φορολογούμενοι, δικαιούχοι επιδομάτων ή ποσοστά δυσαρέσκειας.

Έκλεισε την τηλεόραση. Από το διπλανό διαμέρισμα ακουγόταν έτσι κι αλλιώς άλλη τηλεόραση, πιο δυνατά. Ο γείτονας είχε τη συνήθεια να αφήνει τα δελτία να παίζουν σαν μόνιμο φόντο. Κάποια στιγμή ακούστηκε καθαρά η φράση «κυβέρνηση εθνικής ευθύνης». Ο Α. την αναγνώρισε αμέσως. Την είχε ακούσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Συνήθως λίγο πριν ζητηθεί από κάποιον να κάνει άλλη μία υπομονή.

Είχε ψηφίσει το κόμμα Τσίπρα. Τη Δημοκρατική Συμπαράταξη για την Κοινωνική Αναγέννηση. ΔΗΣΚΑ. Το ακρωνύμιο ήταν πιο υποφερτό από το πλήρες όνομα, αλλά όχι πολύ. Στο σχολείο, όταν ένας συνάδελφος τον ρώτησε τι ψήφισε, είπε «άστο τώρα» και μετά έκανε ένα σχόλιο για τον καιρό. Δεν ήταν ακριβώς ντροπή. Ή ίσως ήταν, αλλά όχι από εκείνες που εξηγούνται εύκολα.

Το 2015 δεν το είχε τακτοποιήσει μέσα του. Άλλοι το είχαν κάνει προδοσία. Άλλοι αυταπάτη. Άλλοι ηρωική στιγμή. Άλλοι ντροπή. Εκείνος δεν μπορούσε να το βάλει σε τόσο καθαρό κουτί. Θυμόταν την εβδομάδα του δημοψηφίσματος, τις συζητήσεις στα πεζοδρόμια, την αίσθηση ότι η πολιτική είχε μπει ξαφνικά σε σπίτια όπου συνήθως μιλούσαν για λογαριασμούς, παιδιά, γιατρούς και δουλειές. Θυμόταν και το μετά. Το πάγωμα. Τις εξηγήσεις. Τους καβγάδες. Τις φιλίες που έγιναν πιο προσεκτικές.

Δεν ψήφισε ΔΗΣΚΑ επειδή πίστεψε ότι όλα θα άρχιζαν πάλι από την αρχή. Αυτό θα ήταν ψέμα, και το ήξερε. Το ψήφισε μάλλον επειδή δεν ήθελε να κόψει εντελώς το τελευταίο νήμα με κάτι που κάποτε τον είχε κάνει να σηκώσει το κεφάλι. Δεν ήταν δυνατό επιχείρημα. Δεν θα το έλεγε σε δημόσια συζήτηση. Αλλά για τον ίδιο είχε κάποια αλήθεια.

Το αποτέλεσμα, πάντως, δεν έδινε μεγάλη χαρά σε κανέναν. Η ΝΔ πρώτη, αλλά όχι άνετη. Το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε, αλλά όχι τόσο ώστε να αλλάξει πραγματικά το κέντρο βάρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μικρύνει πολύ, και αυτό το έβλεπες ακόμη κι αν δεν τον ψήφιζες. Το ΚΚΕ κρατούσε τη θέση του, περίπου όπως κρατά κανείς ένα παλιό σπίτι ανοιχτό, φτιάχνοντας συνέχεια μικρές βλάβες. Το ΜέΡΑ25 και η Νέα Αριστερά πέρασαν οριακά. Η Πλεύση είχε πάρει περισσότερο χώρο απ’ όσο περίμεναν πολλοί. Η Ελληνική Λύση δεν ήταν πια παρένθεση, όσο κι αν αρκετοί συνέχιζαν να μιλούν σαν να ήταν.

Για τα καινούργια σχήματα δεν ήξερε τι να σκεφτεί.

Το κόμμα Καρυστιανού, το Δικαιοσύνη Παντού (ΔΙΚΠΑ), είχε κάτι που δεν έμπαινε εύκολα σε κλασική πολιτική ανάλυση. Ο Α. δεν ήξερε αν μπορούσε να γίνει πρόγραμμα, συμμαχία, κανονική κοινοβουλευτική δουλειά. Ήξερε όμως ότι η οργή από την οποία ερχόταν δεν ήταν τηλεοπτική. Δεν ήταν φτιαγμένη σε γραφείο επικοινωνίας. Είχε ανθρώπους από πίσω, ονόματα, απουσίες, οικογένειες που δεν άντεχαν άλλο να ακούνε ευγενικές λέξεις για πράγματα που είχαν γίνει πολύ συγκεκριμένα.

Το κόμμα Σαμαρά (Εθνική Δημοκρατική Παράταξη-ΕΔΗΠΑ) τον ανησυχούσε αλλιώς. Όχι επειδή δεν το περίμενε. Το περίμενε σχεδόν. Υπήρχε εκεί έξω κόσμος στριμωγμένος, κουρασμένος, θυμωμένος, που ήθελε κάποιος να του πει ότι δεν φταίνε οι μισθοί, τα νοίκια, οι εργολαβίες, οι τράπεζες, οι σχέσεις εξουσίας, αλλά κάτι πιο άμεσο. Ένας άνθρωπος. Ένας ξένος. Ένας ύποπτος. Κάποιος που να μπορείς να τον δείξεις. Αυτό ήταν πάντα πιο εύκολο από το να κοιτάξεις ένα σύστημα που δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο.

Στο σχολείο, τις μέρες μετά τις εκλογές, οι κουβέντες γίνονταν κυρίως στο γραφείο των καθηγητών, δίπλα στη μηχανή του καφέ. Η μηχανή έβγαζε ένα πράγμα που το έλεγαν καφέ επειδή δεν υπήρχε καλύτερη λέξη.

«Δεν βγαίνει κυβέρνηση έτσι».

«Θα ξαναπάμε, να μου το θυμηθείς».

«Θα τα βρουν. Όταν είναι για τις καρέκλες, τα βρίσκουν».

«Έλα μωρέ, όλοι ίδιοι είναι».

Αυτό το τελευταίο το άκουγε όλο και πιο συχνά. Παλιά τον θύμωνε αμέσως. Το θεωρούσε τεμπελιά, ισοπέδωση, παραίτηση. Τώρα δεν ήταν τόσο βέβαιος. Σε πολλούς ανθρώπους το «όλοι ίδιοι είναι» δεν έβγαινε από άνεση. Έβγαινε από κούραση. Από την ανάγκη να μην ξαναδεθείς με κάτι που θα σε αφήσει στη μέση. Βέβαια, στο τέλος το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο. Πιο δυνατός έμενε εκείνος που είχε ήδη μηχανισμούς, λεφτά, κανάλια, σχέσεις και χρόνο.

Εκείνη την ημέρα είχε κάνει Αντιγόνη στη Β΄ Λυκείου. Δεν το είχε διαλέξει για να ταιριάξει με την επικαιρότητα, αλλά έτσι βγήκε. Μιλούσε για τον Κρέοντα, για τον νόμο της πόλης, για το σώμα του Πολυνείκη που έμενε άταφο. Μάλλον μιλούσε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Το κατάλαβε από τη Μαρία στο πρώτο θρανίο, που είχε σταματήσει να γράφει και τον κοιτούσε με ένα ύφος σαν να έλεγε ότι είχαν ξεφύγει λίγο από το μάθημα.

Ένας μαθητής από πίσω, ο Νίκος, που συνήθως μιλούσε μόνο για να ζητήσει να βγει έξω, σήκωσε το χέρι.

«Κύριε, δηλαδή η Αντιγόνη είχε δίκιο;»

Ο Α. πήγε να δώσει την κανονική απάντηση. Την είχε έτοιμη. Τραγική σύγκρουση, δύο δίκαια, όρια της εξουσίας, όρια της ατομικής πράξης. Αυτά που λέμε στα παιδιά για να μη μοιάζει η τραγωδία με ερώτηση σωστού ή λάθους.

Αντί γι’ αυτό είπε:

«Μερικές φορές ο νόμος δεν αρκεί για να νιώσεις ότι έγινε δικαιοσύνη».

Το είπε και μετάνιωσε λίγο. Όχι ακριβώς τη φράση. Τον τρόπο που την είπε. Είχε ακουστεί πιο προσωπικός απ’ όσο ήθελε. Ο Νίκος έγραψε κάτι στο τετράδιό του. Ο Α. αναρωτήθηκε τι. Ίσως τίποτα σχετικό. Ίσως «νόμος δεν αρκεί». Ίσως μια μισή πρόταση που την επόμενη μέρα δεν θα έλεγε τίποτα σε κανέναν.

Το απόγευμα γύρισε με τα πόδια. Δεν ήταν μεγάλη απόσταση, αλλά είχε κρύο. Όχι πολύ. Αυτό ήταν το χειρότερο. Αν είχε πολύ κρύο, θα άναβες θέρμανση και θα τελείωνε η κουβέντα. Αυτό το ενδιάμεσο κρύο σε έβαζε να κάνεις παζάρια με τον εαυτό σου. Μισή ώρα; Μία ώρα; Καθόλου; Άλλη μία ζακέτα;

Στην είσοδο της πολυκατοικίας είδε την ανακοίνωση για τα κοινόχρηστα. Το ασανσέρ ήθελε επισκευή, πάλι. Η διαχειρίστρια είχε γράψει με κόκκινο στιλό: «Παρακαλώ να πληρώσουν όλοι εγκαίρως». Από κάτω κάποιος είχε σημειώσει με μπλε: «Να γίνει πρώτα έλεγχος προσφοράς». Κάποιος άλλος είχε τραβήξει μια γραμμή κάτω από το «όλοι».

Ο Α. ανέβηκε με τα πόδια. Στον δεύτερο μύριζε τηγανητό κρεμμύδι. Στον τρίτο, έξω από την πόρτα του κυρίου Μανώλη, υπήρχε μια σακούλα με άδεια πλαστικά μπουκάλια. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Κι όμως, μερικές φορές από τέτοια καταλάβαινες καλύτερα τη χώρα απ’ ό,τι από τις αναλύσεις.

Μπήκε στο σπίτι και άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι. Το φως της κουζίνας ήταν πολύ λευκό. Είχε καιρό να αλλάξει τη λάμπα, αλλά κάθε φορά το ξεχνούσε. Άνοιξε το τετράδιο και έγραψε:

Το αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κόσμος έχει περισσότερη δύναμη. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι η δύναμή του έχει σκορπίσει.

Το διάβασε. Δεν ήταν σίγουρος. Τον ενοχλούσε η λέξη «κόσμος», όπως πριν τον ενοχλούσε η λέξη «λαός». Ήταν λέξεις μεγάλες και βολικές. Ο κόσμος ήταν η Ελένη των αγγλικών που είχε τρία παιδιά και κοιμόταν πέντε ώρες. Ήταν ο διανομέας που περνούσε κάθε βράδυ κάτω από το μπαλκόνι με το μηχανάκι να κάνει έναν ήχο σαν να μην άντεχε άλλο. Ήταν η ταμίας στο σούπερ μάρκετ που χαιρετούσε μηχανικά τους πελάτες και κάποια στιγμή ξέχασε να δώσει ρέστα σε έναν παππού. Ήταν και οι μαθητές του, που στα δεκαεπτά μιλούσαν ήδη για Ολλανδία, Γερμανία, Κύπρο, οπουδήποτε τέλος πάντων τους φαινόταν ότι υπάρχει «κάτι καλύτερο».

Δεν ήταν ότι δεν ήθελαν να συμμετέχουν. Πότε να προλάβουν;

Αυτό του φαινόταν βασικό, αν και δεν ήξερε αν το έλεγε σωστά. Η δημοκρατία, όπως την περιγράφουμε, θέλει χρόνο. Να ενημερωθείς, να σκεφτείς, να μιλήσεις, να οργανωθείς, να αντέξεις τη διαφωνία. Αλλά ο χρόνος είχε γίνει κι αυτός λογαριασμός. Αν δουλεύεις μέχρι αργά, αν έχεις παιδιά, γονείς, εξετάσεις, δόσεις, ενοίκιο, δεύτερη δουλειά, φροντιστήρια, γιατρούς, τι ακριβώς σου μένει για να είσαι πολίτης; Λίγη ώρα πριν κοιμηθείς, με το κινητό στο χέρι και τα μάτια να κλείνουν.

Άνοιξε πάλι τον πίνακα των εδρών. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως επειδή οι αριθμοί, ακόμη κι όταν δεν βοηθούν, σε κάνουν για λίγο να νομίζεις ότι κάτι ελέγχεται.

Προσπάθησε να σκεφτεί τα κόμματα ένα ένα, αλλά δεν του έβγαινε καθαρά. Η ΝΔ δεν ήταν μόνο σταθερότητα. Ήταν και φόβος αλλαγής, και συνήθεια, και συμφέρον, και άνθρωποι που δεν έβλεπαν άλλη λύση. Το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μόνο μεσαία τάξη. Είχε νοσταλγία, μηχανισμό, μια υπόσχεση κανονικότητας, αλλά και κάτι κουρασμένο. Το ΔΗΣΚΑ ήταν ακόμη πιο μπερδεμένο: λίγο μνήμη, λίγο πείσμα, λίγο αμηχανία. Το ΚΚΕ είχε ανθρώπους που έλεγαν πράγματα σωστά και άλλους που μιλούσαν σαν να μην τους απασχολεί αν θα τους ακούσει κανείς πέρα από όσους ήταν ήδη πεισμένοι. Η Πλεύση κουβαλούσε δικαιοσύνη, αλλά και ένταση. Η Ελληνική Λύση είχε φόβο, θυμό, τηλεθέαση, εκκλησίες, καφενεία, πράγματα που αρκετοί μορφωμένοι υποτιμούσαν μέχρι να τα βρουν μπροστά τους.

Και η αποχή. Αυτή δεν είχε χρώμα στον πίνακα. Ίσως γι’ αυτό την ξεχνούσαν εύκολα.

Έβαλε νερό να βράσει. Είχε σταματήσει να παίρνει καφέ απ’ έξω. Όχι από υγεία, όπως είχε πει μια φορά σε έναν συνάδελφο. Από οικονομία. Το είχε υπολογίσει: γύρω στα σαράντα πέντε ευρώ τον μήνα, ίσως και παραπάνω. Στην αρχή ένιωσε σχεδόν περήφανος. Μετά του φάνηκε ταπεινωτικό να κάνεις οικονομικό σχέδιο ακόμα και τον καφέ της διαδρομής.

Στο ντουλάπι είχε τσάι του βουνού, ένα πακέτο ανοιγμένο από πέρσι. Το μύρισε. Δεν είχε χαλάσει. Ή τουλάχιστον έτσι αποφάσισε.

Στάθηκε στο παράθυρο με την κούπα στο χέρι. Τα χριστουγεννιάτικα φώτα του δήμου κρέμονταν πάνω από τον δρόμο. Δύο λαμπάκια στη σειρά δεν άναβαν. Κάτω, έξω από τον φούρνο, τρεις άνθρωποι γελούσαν με κάτι. Ένας πατέρας τραβούσε από το χέρι ένα παιδί που σταματούσε κάθε λίγο για να πατήσει τα νερά στο πεζοδρόμιο. Μια γυναίκα κουβαλούσε δύο σακούλες, μία από το σούπερ μάρκετ και μία από παιχνιδάδικο. Η δεύτερη ήταν πιο μικρή.

Αυτές οι εικόνες τον μπέρδευαν. Από τη μία, όλα έμοιαζαν στενά, πιεσμένα, χαμηλωμένα. Από την άλλη, οι άνθρωποι συνέχιζαν. Αγόραζαν μικρά δώρα, μάλωναν, έβγαζαν σκυλιά βόλτα, ξεχνούσαν κλειδιά, στόλιζαν μπαλκόνια με φωτάκια που αναβόσβηναν λάθος. Δεν θα το έλεγε ελπίδα. Ήταν κάτι πιο απλό και πιο πεισματάρικο.

Ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να γίνει εντελώς κυνικός, όσο κι αν μερικές φορές το ήθελε. Ο κυνισμός είχε μια άνεση. Έλεγες «τίποτα δεν αλλάζει» και γλίτωνες από αρκετά πράγματα. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσεις γιατί ξανανοίγεις τα νέα, γιατί ψηφίζεις κάτι χωρίς να το πιστεύεις ολόκληρο, γιατί σε ενοχλεί μια φράση σε δελτίο ειδήσεων, γιατί θυμώνεις με έναν λογαριασμό σαν να σου έχει κάνει προσωπική επίθεση.

Κάθισε στο γραφείο και άνοιξε μια λευκή σελίδα στον υπολογιστή. Έβαλε τίτλο:

Σημειώσεις για τη Βουλή και για όσα μένουν απ’ έξω

Τον κοίταξε αρκετή ώρα. Δεν του άρεσε πολύ. Θα τον άλλαζε αργότερα, σκέφτηκε. Δεν τον άλλαξε.

Άρχισε να γράφει:

Δεν αρκεί να υπάρχουν πολλά κόμματα, αν τα πιο βασικά πράγματα της ζωής εμφανίζονται μόνο σαν τεχνικά θέματα. Το ρεύμα δεν είναι τεχνικό θέμα όταν σκέφτεσαι αν θα ανάψεις θέρμανση. Το ενοίκιο δεν είναι δείκτης όταν το πληρώνεις κάθε μήνα. Ο μισθός δεν είναι μέσος όρος. Το νοσοκομείο δεν είναι δαπάνη όταν περιμένεις σε διάδρομο. Το σχολείο δεν είναι μεταρρύθμιση όταν λείπουν καθηγητές τον Νοέμβριο. Και το τρένο δεν είναι απλώς υποδομή, όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν γύρισαν ποτέ.

Σταμάτησε. Το διάβασε. Κάτι τον ενοχλούσε, αλλά δεν ήξερε ακριβώς τι. Ίσως ο ρυθμός. Ίσως ότι πάλι έγραφε σαν να προσπαθούσε να βγάλει νόημα από πράγματα που δεν έβγαιναν τόσο εύκολα σε πρόταση. Έσβησε τις δύο τελευταίες γραμμές. Μετά πάτησε αναίρεση και τις επανέφερε. Έκανε αυτό το μπρος πίσω για κάνα λεπτό και μετά εκνευρίστηκε με τον εαυτό του.

Έξω άρχισε να ψιχαλίζει. Τα αυτοκίνητα περνούσαν πιο αργά, όχι επειδή έβρεχε πολύ, αλλά επειδή ο δρόμος είχε γεμίσει κόσμο και διπλοπαρκαρισμένα. Η λευκή σελίδα στην οθόνη τού φάνηκε ξαφνικά κουραστική. Σηκώθηκε, πήγε μέχρι την κουζίνα, ξαναγύρισε χωρίς να πάρει τίποτα.

Σκέφτηκε ότι η πολιτική, αν θέλει να γίνει σοβαρά, χρειάζεται πράγματα που ο ίδιος συχνά βαριόταν: σχέδιο, επιμονή, συνεδριάσεις, πρακτικά, διορθώσεις, συμφωνίες με ανθρώπους που μιλούν πολύ, αριθμούς, προϋπολογισμούς. Δεν αρκεί η αγανάκτηση. Το ήξερε. Το είχε δει αρκετές φορές. Αλλά ίσχυε και το αντίθετο. Όταν η πολιτική μιλά μόνο με αριθμούς, κάποια στιγμή ξεχνά τους ανθρώπους για τους οποίους υποτίθεται ότι μιλά.

Πήρε το τετράδιο και έγραψε πιο κάτω, αυτή τη φορά χωρίς κεφαλαία:

Δεν είναι αρκετό να μπουν πολλά κόμματα στη Βουλή. Το θέμα είναι αν μπορεί να μπει και η ζωή των ανθρώπων στις αποφάσεις.

Αυτή η φράση του φάνηκε λιγότερο εντυπωσιακή από την προηγούμενη. Ίσως γι’ αυτό την εμπιστεύτηκε λίγο περισσότερο.

Δεν συνέχισε. Είχε κουραστεί. Έκλεισε τον υπολογιστή, μάζεψε τον λογαριασμό του ρεύματος και τον έβαλε κάτω από ένα βιβλίο, λες και έτσι θα καθυστερούσε κάτι. Πριν πάει για ύπνο, πέρασε από το σαλόνι και κοίταξε αν είχε κλείσει το πολύμπριζο. Το είχε κλείσει. Το ξανακοίταξε, όπως έκανε πάντα.

Στο σκοτάδι ακουγόταν το ψυγείο. Ένας χαμηλός, σταθερός ήχος. Από το διπλανό διαμέρισμα η τηλεόραση συνέχιζε, πιο σιγά τώρα. Κάποιος μιλούσε ακόμα για σταθερότητα.

Ο Α. ξάπλωσε και δεν κοιμήθηκε αμέσως. Σκεφτόταν τις έδρες, τον Νίκο που είχε σημειώσει κάτι στην Αντιγόνη, τον λογαριασμό του ρεύματος, τη λέξη «όλοι» στην ανακοίνωση της πολυκατοικίας. Δεν έβγαζε συμπέρασμα. Ίσως αυτό ήταν πιο έντιμο από το να βγάλει ένα πρόχειρο.

Κάπου κάτω από όλα αυτά υπήρχε μια ζωή που δεν ήθελε μόνο να την υπολογίζουν. Ήθελε να ακούγεται, να πιάνει χώρο, να επηρεάζει κάτι. Ο Α. δεν ήξερε αν αυτό λεγόταν εκπροσώπηση, δημοκρατία ή απλώς αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ, πάντως, του φαινόταν πιο αληθινό από τις περισσότερες αναλύσεις που είχε διαβάσει.