https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ιδιοκτήτορες και Ενοικιοπάροικοι: Ένα 24ωρο

 Ξύπνημα
Ο Στέφανος ξύπνησε πριν ακουστεί ο ήχος. Το ρολόι στο χέρι του δονήθηκε ανεπαίσθητα, σαν υπενθύμιση. Άνοιξε τα μάτια και, για λίγα δευτερόλεπτα, έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας το ταβάνι. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο ήταν ακριβώς όσο έπρεπε. Σταθερή. Το σώμα του δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί.
Σηκώθηκε και περπάτησε ξυπόλυτος μέχρι την κουζίνα. Η μηχανή του καφέ άναψε μόνη της. Ο πρώτος espresso της ημέρας είχε πάντα την ίδια γεύση, την ίδια πυκνότητα. Κάποια στιγμή, σχεδόν από συνήθεια, πήρε το κινητό και άνοιξε την εφαρμογή. Οι αριθμοί ήταν εκεί. Τα μισθώματα είχαν μπει. Όχι όλα την ίδια ώρα, αλλά όλα εγκαίρως. Κοίταξε για λίγο την οθόνη χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Ήταν απλώς επιβεβαίωση. Ένα σημάδι ότι ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί όπως τον περίμενε.
Σε ένα άλλο παράθυρο διάβασε έναν τίτλο για την αγορά ακινήτων. Ποσοστά, αυξήσεις, λέξεις που δεν τον τρόμαζαν. Χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. Δεν ένιωσε χαρά. Ένιωσε συνέπεια. Το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί με έναν αριθμό στο μυαλό του και ξύπνησε με έναν ελαφρώς μεγαλύτερο. Δεν είχε κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κι όμως, είχε συμβεί.

Ο Μάνος ξύπνησε από έναν ήχο που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το κεφάλι του. Χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι ήταν κομπρεσέρ. Κάπου κοντά. Μπορεί και δίπλα. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και κρύο. Έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Το σώμα του άργησε να συμφωνήσει με την ώρα.
Σηκώθηκε και άνοιξε το αιρκοντίσιον. Το άφησε ανοιχτό όσο έπλενε το πρόσωπό του. Όχι παραπάνω. Ο λογαριασμός του προηγούμενου μήνα ήταν ακόμα νωπός στη μνήμη του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα μάτια του έδειχναν πιο κουρασμένα απ’ όσο θυμόταν.Καθώς ντυνόταν, οι σκέψεις άρχισαν να μπαίνουν σε σειρά, σαν κουτάκια. Κοινόχρηστα. Υπόλοιπο. Ημερομηνίες. Έκανε έναν γρήγορο υπολογισμό, χωρίς χαρτί, χωρίς αριθμομηχανή. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Αν κάτι πήγαινε στραβά, δεν υπήρχε χώρος. Ούτε χρόνος.


Μετακίνηση και Καφές
Ο Στέφανος μπήκε στο αυτοκίνητο και περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα με εκείνον τον πνιχτό, καθησυχαστικό ήχο. Η λεωφόρος ήταν ήδη πνιγμένη στην κίνηση, αλλά δεν τον ενοχλούσε. Είχε κι αυτή τον ρυθμό της. Έβαλε ένα podcast και άφησε τη φωνή να γεμίσει το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Μιλούσαν για αγορές, για κύκλους, για ευκαιρίες που εμφανίζονται εκεί όπου άλλοι βλέπουν κρίση. Δεν άκουγε κάθε λέξη. Αρκούσε ο τόνος.
Σταμάτησε σε ένα φανάρι και κοίταξε μπροστά. Τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν μια γραμμή που δεν φαινόταν να τελειώνει. Δεν βιαζόταν. Ήξερε ότι θα φτάσει. Όταν είδε το κατάστημα στη γωνία, έστριψε χωρίς να το σκεφτεί. Παρήγγειλε καφέ και ένα σάντουιτς. Ο υπάλληλος χαμογέλασε μηχανικά. Ο Στέφανος πλήρωσε και κοίταξε για μια στιγμή την απόδειξη πριν τη ρίξει στο καλάθι των αχρήστων.
Καθώς έπινε τον καφέ στο αυτοκίνητο, σκέφτηκε ότι τα πράγματα είχαν ακριβύνει. Όχι με ανησυχία· περισσότερο σαν παρατήρηση. Σαν κάτι που διαβάζεις στον καιρό. Αν είχε μετοχές σε εταιρείες τροφίμων, ίσως να ήταν και καλό νέο. Έβαλε μπρος και ξαναμπήκε στην κίνηση, αφήνοντας πίσω το κατάστημα, την απόδειξη και τις σκέψεις για την ακρίβεια.

Ο Μάνος στεκόταν όρθιος στο τρόλεϊ, κρατώντας μια χειρολαβή που γυάλιζε από τη χρήση. Το μηχανάκι του έμενε παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι. Τα λάστιχα είχαν σχεδόν λιώσει, αλλά θα άντεχαν λίγο ακόμα. Τα κρατούσε για ώρα ανάγκης. Γύρω του, σώματα κολλημένα το ένα στο άλλο, βλέμματα χαμηλωμένα. Κανείς δεν μιλούσε, εκτός από μια γυναίκα λίγο πιο πέρα.
«Δεν βγαίνω, Χριστίνα μου», έλεγε στο τηλέφωνο. «Σου λέω, δεν βγαίνω. Μου ζήτησε αύξηση πενήντα ευρώ»
Ο Μάνος ένιωσε ένα ρίγος να του ανεβαίνει στη σπονδυλική στήλη. Δεν ήταν τα πενήντα ευρώ. Ήταν η φράση. Την είχε ακούσει κι άλλες φορές, από άλλους, σε άλλα μέσα. Πάντα με τον ίδιο τόνο. Σαν αναγγελία.
Όταν έφτασε στο γραφείο, άφησε το μπουφάν στην καρέκλα και πήγε στο κυλικείο. Πήρε έναν καφέ. Πλήρωσε και, για μια στιγμή, έμεινε να κοιτάζει το ποτήρι. Θυμήθηκε πόσο έκανε πέρυσι. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Η διαφορά ήταν μικρή, αλλά σταθερή. Την ένιωσε σαν βάρος στο χέρι του. Σκέφτηκε μια λέξη που δεν θα έλεγε ποτέ φωναχτά και ήπιε την πρώτη γουλιά.

Παραγωγικότητα και Κέρδος
Ο Στέφανος δεν έλεγε ποτέ ότι πάει στη δουλειά. Έλεγε ότι έχει ραντεβού. Το ραντεβού εκείνο το πρωί ήταν σε ένα γραφείο στον τρίτο όροφο, με θέα σε έναν δρόμο που έμοιαζε πάντα ίδιος. Σαν την οθόνη του φοροτεχνικού. Στον δρόμο άλλαζαν οι περαστικοί και τα οχήματα· στην οθόνη οι αριθμοί. Τα άλλα ίδια.
Ο φοροτεχνικός τον υποδέχτηκε χαμογελαστός, σαν να είχαν ήδη συμφωνήσει σε όλα. Κάθισαν απέναντι, με έναν φάκελο ανοιχτό ανάμεσά τους. Ο λογιστής μιλούσε ήρεμα, με λέξεις που έμοιαζαν ακίνδυνες. Δομές. Εταιρικά σχήματα. Προβλέψεις. Ο Στέφανος άκουγε χωρίς να κρατά σημειώσεις. Δεν χρειαζόταν. Ό,τι λεγόταν εκεί μέσα δεν χρειαζόταν να αποδειχθεί. Είχε ειπωθεί πολλές φορές στο παρελθόν, με άλλα νούμερα και τα ίδια χαμόγελα.
Κάποια στιγμή άκουσε τη φράση «τα νέα είναι καλά». Την είχε ακούσει πολλές φορές στο ίδιο δωμάτιο. Ήταν πάντα η ίδια φράση, ειπωμένη με ελαφρώς διαφορετικό τόνο. Το τεκμαρτό δεν τον έπιανε πολύ. Το τέλος είχε καταργηθεί. Οι αντικειμενικές θα ανέβαιναν ξανά. Όλα κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση.
Σκέφτηκε για μια στιγμή το κράτος. Όχι ως μηχανισμό, αλλά ως κάτι αφηρημένο, σχεδόν προσωπικό. Το πλεόνασμα, οι αριθμοί, οι ειδήσεις που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Ένιωσε μια αδιόρατη ικανοποίηση. Όχι περηφάνια. Περισσότερο μια αίσθηση συμμετοχής. Πλήρωνε τον φόρο του. Όχι πολύ, όχι λίγο. Όσο έπρεπε.
Η κουβέντα πέρασε φυσικά στο επόμενο θέμα. Ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Παλιό. Μικρό. Αγορασμένο σε άλλη εποχή, όταν οι λέξεις «κρίση» και «ευκαιρία» χρησιμοποιούνταν σχεδόν μαζί. Ο λογιστής ανέφερε ένα ποσό. Ο Στέφανος το επανέλαβε φωναχτά, σαν να ήθελε να το ακούσει στον αέρα. Του φάνηκε παράλογο, αλλά όχι απίθανο. Ένα νούμερο που δεν είχε καμία σχέση με εκείνο που θυμόταν από την αγορά.
Δεν σκέφτηκε τη λέξη κέρδος. Δεν σκέφτηκε ούτε τη λέξη τύχη. Η λέξη που του ήρθε ήταν «σωστό timing». Κάτι που, όπως όλα τα άλλα, είχε δουλέψει όσο αυτός κοιμόταν.

Ο Μάνος είχε φτάσει στη δουλειά από τις οκτώ. Η αποθήκη μύριζε χαρτόνι και υγρασία. Άνοιξε τον υπολογιστή και άρχισε να περνά παραστατικά πριν ακόμα πιει καφέ. Το σύστημα άργησε να φορτώσει. Περίμενε, κοιτάζοντας την οθόνη, σαν να περίμενε απάντηση από κάποιον που είχε αργήσει.
Λίγο πριν το μεσημέρι, ο προϊστάμενος πέρασε από το γραφείο. Δεν κάθισε. Έμεινε όρθιος, με το ένα χέρι στην καρέκλα. Μίλησε για νούμερα, για ανάπτυξη, για μια χρονιά που «πήγε τρένο». Χτύπησε φιλικά τον Μάνο στον ώμο. Όταν ο Μάνος ρώτησε για αύξηση, η απάντηση ήρθε αμέσως, σαν να ήταν έτοιμη από πριν. Κόστη. Εισφορές. Αβεβαιότητα. Η φωνή ήταν ήρεμη, σχεδόν καθησυχαστική.
Η διατακτική σίτισης ειπώθηκε σαν παραχώρηση. Ένα μικρό δώρο. Ο Μάνος κούνησε το κεφάλι. Δεν είπε τίποτα. Επέστρεψε στη θέση του και άνοιξε ένα άλλο παράθυρο στον υπολογιστή. Το έκανε γρήγορα, σαν κάτι που δεν έπρεπε να φαίνεται. Διάβασε αγγελίες. Τίτλους. Απαιτήσεις. Αγγλικά, αναλύσεις, δεξιότητες. Ένιωσε μια λέξη να κολλάει στο μυαλό του, χωρίς να τη θέλει.
Έκλεισε το παράθυρο και συνέχισε να δουλεύει. Τα εμπορεύματα έμπαιναν και έβγαιναν. Τα νούμερα έβγαιναν σωστά. Η μέρα κυλούσε όπως έπρεπε. Η δουλειά γινόταν. Η αξία παραγόταν. Κάπου αλλού.
Ο Μάνος ήξερε ότι ο μισθός του είχε σταματήσει να αλλάζει εδώ και χρόνια. Το ήξερε με την ίδια βεβαιότητα που ήξερε ότι όλα γύρω του είχαν αλλάξει. Τα ενοίκια, οι λογαριασμοί, οι τιμές. Ζούσε σε έναν χρόνο που έτρεχε πιο γρήγορα απ’ τον ίδιο.

Μεσημεριανό Διάλειμμα
Το τραπέζι ήταν στημένο έξω, σε σημείο που είχε ήλιο αλλά όχι θόρυβο. Ο Στέφανος έφτασε λίγα λεπτά αργότερα από τους άλλους και κάθισε χωρίς βιασύνη. Τα ποτήρια ήταν ήδη μισογεμάτα. Κάποιος είχε παραγγείλει κρασί πριν ακόμα ανοίξουν οι κατάλογοι.
Η κουβέντα δεν άργησε να πάει εκεί που πήγαινε πάντα. Στην έλλειψη προσωπικού. Στο πόσο δύσκολο είχε γίνει να βρεις άνθρωπο να δουλέψει. Ο Στέφανος μίλησε τελευταίος, σαν να περίμενε να διαμορφωθεί πρώτα το κλίμα. Είπε ότι ψάχνει κάποιον για καθαριότητα και ότι του ζήτησαν οκτώ ευρώ την ώρα. Το είπε με έναν τόνο που δεν ήταν ακριβώς θυμός. Περισσότερο απορία.
Κάποιος κούνησε το κεφάλι. Κάποιος άλλος γέλασε. Η λέξη «επιδόματα» ακούστηκε χωρίς να τονιστεί, σαν εξήγηση που δεν χρειάζεται συνέχεια. Κανείς δεν ρώτησε λεπτομέρειες. Κανείς δεν στάθηκε σε ώρες, ένσημα, διαδρομές. Τα πράγματα ήταν απλά. Υπήρχε δουλειά, αλλά δεν υπήρχε διάθεση. Έτσι έμοιαζε.
Το φαγητό ήρθε. Πιάτα καλοστημένα, μερίδες που δεν έμοιαζαν μεγάλες αλλά ήταν αρκετές. Ο Στέφανος έκοψε μια μπουκιά και δοκίμασε. Ήταν καλό. Το είπε. Κάποιος συμφώνησε. Το κρασί ξαναγεμίστηκε. Ο λογαριασμός ήρθε αργότερα, διπλωμένος. Κανείς δεν τον κοίταξε πολλή ώρα. Μοιράστηκε, πληρώθηκε, ξεχάστηκε. Ήταν απλώς ένα μεσημέρι.

Ο Μάνος έφαγε στο γραφείο του. Άνοιξε το τάπερ και η μυρωδιά από φακές γέμισε τον μικρό χώρο. Δεν τον πείραζε. Του άρεσαν οι φακές, απλώς όχι τρίτη μέρα στη σειρά. Έφαγε γρήγορα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την οθόνη. Διάβαζε ειδήσεις χωρίς να ψάχνει κάτι συγκεκριμένο.
Ένας τίτλος τον έκανε να σταματήσει. Κέρδη. Ρεκόρ. Σούπερ μάρκετ. Έμεινε για λίγο ακίνητος, με το πιρούνι στον αέρα. Θυμήθηκε τη φέτα που είχε αφήσει στο ράφι την προηγούμενη μέρα. Το τυρί που πήρε στη θέση της. Δεν ήξερε τι ήταν ακριβώς. Είχε μια γεύση που δεν κρατούσε.
Έκλεισε την είδηση και συνέχισε να τρώει. Οι φακές ήταν χλιαρές. Σκέφτηκε το γυμναστήριο. Το είχε κόψει πριν μήνες, χωρίς να το ανακοινώσει σε κανέναν. Όταν του πρότειναν έξοδο, έλεγε ότι ήταν κουρασμένος. Το έλεγε τόσο συχνά που, στο τέλος, έμοιαζε αλήθεια.
Κοίταξε το ρολόι. Το διάλειμμα τελείωνε. Έπλυνε το τάπερ πρόχειρα και το έβαλε στην τσάντα. Στο γραφείο, κάποιος γελούσε με ένα βίντεο στο κινητό. Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά.

Σούπερ Μάρκετ και Επένδυση
Το απόγευμα κύλησε ήσυχα για τον Στέφανο. Δεν είχε κάτι επείγον να κάνει, οπότε πέρασε από το ντελικατέσεν της γειτονιάς του, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και τον τύλιξε μια γνώριμη μυρωδιά: τυριά, κρασί, κάτι ξηρό και παλιό που έδινε την αίσθηση διάρκειας. Ζήτησε δύο κομμάτια, άκουσε ονόματα, χρονιές, περιοχές. Έγνεψε καταφατικά. Δεν ρώτησε τιμές. Δεν είχε νόημα.
Στο ταμείο, έβγαλε την κάρτα και περίμενε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Η απόδειξη μπήκε διπλωμένη στην τσέπη, χωρίς να διαβαστεί. Στον δρόμο για το σπίτι άκουγε ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Μιλούσαν για πλεονάσματα, για επιδόσεις καλύτερες του αναμενόμενου. Οι λέξεις ήταν ίδιες με αυτές που άκουγε εδώ και μήνες. Σταθερότητα. Εμπιστοσύνη. Αγορές.
Όταν έφτασε σπίτι, άφησε τις σακούλες στον πάγκο και άνοιξε την τηλεόραση. Οι ίδιες ειδήσεις, αυτή τη φορά με εικόνα. Γραφήματα που ανέβαιναν. Δηλώσεις μετρημένες. Ένιωσε μια ήρεμη βεβαιότητα. Όχι ενθουσιασμό· κάτι πιο βαθύ. Το αίσθημα ότι τα πράγματα, παρά τον θόρυβο, πήγαιναν όπως έπρεπε. Ότι το σύστημα είχε ισορροπία. Και ότι αυτή η ισορροπία τον περιλάμβανε.

Ο Μάνος μπήκε στο σούπερ μάρκετ λίγο πριν κλείσει. Τα φώτα ήταν δυνατά, σχεδόν επιθετικά. Τα καρότσια έτριζαν. Στον διάδρομο με τα λαχανικά, μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατούσε τρεις ντομάτες και τις ζύγιζε ξανά και ξανά, σαν να περίμενε διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο Μάνος την προσπέρασε χωρίς να κοιτάξει. Ήξερε το βλέμμα. Το είχε δει πολλές φορές.
Στάθηκε μπροστά στο ράφι με τα απορρυπαντικά. Το μεγάλο μπουκάλι είχε πάλι ανέβει. Το πήρε στα χέρια του και το ξαναέβαλε στη θέση του. Σκέφτηκε κάτι που είχε ακούσει το πρωί: ότι ο πληθωρισμός είχε πέσει. Το είπε από μέσα του, σαν δοκιμή. Δεν του φάνηκε αληθινό.
Γέμισε το καλάθι με τα απολύτως απαραίτητα. Όχι αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που δεν μπορούσε να αποφύγει. Στο ταμείο, κοίταξε την οθόνη καθώς ανέβαινε το ποσό. Σαράντα πέντε ευρώ. Έβγαλε την κάρτα και πλήρωσε. Η σακούλα ήταν ελαφριά. 
Στον δρόμο για το σπίτι, σκέφτηκε το ψυγείο. Πριν τρία χρόνια, με τα ίδια χρήματα, το γέμιζε. Τώρα, απλώς το διατηρούσε. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και άφησε τις σακούλες στο τραπέζι. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο. Πολύ ήσυχο.

 Το Τηλεφώνημα
Ο Στέφανος καθόταν στον καναπέ με το φως χαμηλωμένο. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο. Είχε ανοίξει την ατζέντα στο κινητό και περνούσε τα ονόματα με τον αντίχειρα, μηχανικά, σαν να έλεγχε κάτι που ήξερε ήδη. Στάθηκε σε ένα. Το κοίταξε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
Το συμβόλαιο έληγε τον επόμενο μήνα.
Σκέφτηκε ότι ο Μάνος ήταν συνεπής. Δεν είχε καθυστερήσει ποτέ. Δεν είχε δημιουργήσει πρόβλημα. Από τους καλούς. Αλλά αυτό δεν είχε σχέση με το θέμα. Το θέμα ήταν αλλού. Το είχε δει γύρω του, το είχε ακούσει στα τραπέζια, το είχε διαβάσει σε αριθμούς. Οι τιμές είχαν φύγει. Το διπλανό διαμέρισμα είχε νοικιαστεί πολύ παραπάνω. Τα τετρακόσια πενήντα του φάνηκαν ξαφνικά λίγα. Σχεδόν αφελή.
Δεν το ένιωσε σαν πίεση. Ούτε σαν επιλογή. Περισσότερο σαν διόρθωση. Κάτι που έπρεπε να γίνει για να επανέλθει η ισορροπία. Πάτησε κλήση.
Το κινητό του Μάνου άρχισε να χτυπάει πάνω στο τραπέζι. Το είδε και δεν το σήκωσε αμέσως. Το όνομα στην οθόνη ήταν σαφές. Έμεινε να το κοιτάζει, σαν να περίμενε να αλλάξει. Όταν απάντησε, η φωνή του τού φάνηκε ξένη.
— Γεια σου, Μάνο μου, τι κάνεις;
— Καλά, κύριε Στέφανε. Πείτε μου.
Η φωνή από την άλλη άκρη ήταν ήρεμη, σχεδόν φιλική. Ο Στέφανος μιλούσε αργά, με εκείνον τον τόνο που χρησιμοποιείς όταν θέλεις να δείξεις ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
— Λοιπόν, λήγει το συμβόλαιο τον άλλο μήνα. Ξέρεις πώς έχουν πάει τα πράγματα. Οι τιμές, τα έξοδα… Δεν βγαίνω, αγόρι μου. Πρέπει να το πάμε στα εξακόσια.
Ο Μάνος δεν απάντησε αμέσως. Στάθηκε όρθιος στο σαλόνι, με το κινητό στο αυτί. Τα νούμερα άρχισαν να περνούν από το μυαλό του χωρίς σειρά. Ενοίκιο. Ρεύμα. Φαγητό. Το ποσό που κρατούσε στην άκρη — αν μπορούσε να το κρατήσει.
— Τα εξακόσια είναι πολλά, είπε τελικά. Ο μισθός μου είναι εννιακόσια πενήντα.
Υπήρξε μια μικρή παύση. Όχι αμηχανία. Περισσότερο υπολογισμός.
— Το καταλαβαίνω, Μάνο μου. Όλοι δυσκολευόμαστε. Αλλά κι εγώ έχω υποχρεώσεις. Και, να σου πω την αλήθεια, σου κάνω και χάρη. Αλλού ζητάνε εφτακόσια. Σκέψου το και πες μου μέχρι Παρασκευή. Αλλιώς… ξέρεις, υπάρχει ενδιαφέρον.
Η λέξη έμεινε να αιωρείται. Ενδιαφέρον.
— Εντάξει, είπε ο Μάνος. Θα σας πω.
Έκλεισαν.
Ο ήχος της γραμμής που κόπηκε γέμισε το δωμάτιο. Ο Μάνος έμεινε ακίνητος, με το κινητό ακόμα στο χέρι. Ένιωσε κάτι να κατεβαίνει αργά στο στομάχι του. Όχι θυμό. Όχι φόβο. Κάτι πιο βαρύ. Σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί χωρίς αυτόν.

Η Νύχτα
Ο Στέφανος έσβησε το φως στο σαλόνι και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Η μέρα είχε κυλήσει όπως έπρεπε. Όσα χρειάζονταν είχαν τακτοποιηθεί.
Πριν κλείσει τα μάτια, το διαμέρισμα πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του. Αν ο Μάνος έφευγε, δεν θα ήταν πρόβλημα. Ένα βάψιμο, λίγες φωτογραφίες, και η αγγελία θα ανέβαινε μόνη της. Οι τιμές ήταν εκεί. Το ήξερε. Είχε δει τα παραδείγματα. Είχε ακούσει τις ιστορίες. Πάντα υπήρχαν λύσεις.
Γύρισε στο πλάι. Η αναπνοή του έγινε αργή, σταθερή. Στον ύπνο του, εικόνες μπλέχτηκαν χωρίς βάρος: γραφήματα που ανέβαιναν, αριθμοί που έκλειναν σωστά, λέξεις όπως «σταθερότητα» και «εμπιστοσύνη», λέξεις που δεν χρειάζονταν εξήγηση. Κοιμήθηκε βαθιά, σαν άνθρωπος που δεν περιμένει τίποτα δυσάρεστο από το πρωί.

Ο Μάνος δεν άναψε το φως. Καθόταν στον καναπέ, με τα πόδια στο πάτωμα και τα χέρια ακίνητα στα γόνατα. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από τον δρόμο. Ένα φανάρι άλλαζε χρώμα κάθε τόσο, ρίχνοντας σκιές στους τοίχους. Κοίταζε το ταβάνι χωρίς να το βλέπει πραγματικά.
Το τηλεφώνημα γύριζε στο μυαλό του χωρίς λόγια πια. Μόνο αριθμοί. Τα εξακόσια. Τα εννιακόσια πενήντα. Αυτό που έμενε. Αυτό που δεν έμενε. Προσπάθησε να σκεφτεί πρακτικά, σαν να ήταν κάποιος άλλος. Τι θα έκανε; Πού θα πήγαινε; Πόσο αντέχει κανείς να μικραίνει τη ζωή του χωρίς να το πει δυνατά;
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Ήπιε λίγο νερό. Γύρισε πίσω και κάθισε πάλι. Δεν ένιωθε φθόνο. Ούτε ζήλια. Αυτό που ένιωθε ήταν κάτι πιο σταθερό. Όχι απώλεια, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι είχε κλείσει οριστικά.
Λίγο μετά τις δύο, άνοιξε τον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε μηχανικά. Αγγελίες. Τετραγωνικά. Περιοχές. Τιμές. Διάβαζε χωρίς να σταματά. Ένα ημιυπόγειο. Είκοσι πέντε τετραγωνικά. Τετρακόσια ευρώ. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, όχι για να ξεκουραστεί, αλλά για να αντέξει την εικόνα.
Έξω, η πόλη είχε σχεδόν σωπάσει. Κάπου μακριά πέρασε ένα αυτοκίνητο. Ο Μάνος έμεινε καθισμένος στο σκοτάδι. Ψιθύρισε κάτι που δεν περίμενε απάντηση και έκλεισε την οθόνη.

Το Χάσμα
Το εικοσιτετράωρο τελείωσε χωρίς να αφήσει ίχνη. Κανένα γεγονός που να το ξεχωρίζει από τα προηγούμενα. Μια μέρα όπως όλες οι άλλες, που πέρασε και καταγράφηκε μόνο σε μικρές μεταβολές: σε αριθμούς που ανέβηκαν, σε αντοχές που μειώθηκαν.
Ο Στέφανος ξύπνησε την επόμενη μέρα όπως ακριβώς είχε κοιμηθεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει αισθητά, κι όμως κάτι είχε προστεθεί. Όχι κάτι που να πιάνεται. Κάτι που υπήρχε ήδη, απλώς λίγο περισσότερο. Η αξία, το περιθώριο, η ασφάλεια. Δεν χρειαζόταν να το μετρήσει. Το ήξερε από τον τρόπο που στεκόταν μέσα στο δωμάτιο.

Ο Μάνος ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε χαθεί. Όχι απότομα, αλλά σταδιακά, σαν αέρας που φεύγει από έναν χώρο που δεν ήταν ποτέ εντελώς κλειστός. Δεν είχε χάσει δουλειά, ούτε σπίτι — ακόμα. Είχε χάσει, όμως, τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μπορούν να μείνουν όπως είναι. Και αυτό ήταν αρκετό.

Συμπέρασμα
Αν κάποιος κοίταζε τη χώρα από μακριά, θα έβλεπε μια γραμμή που ανεβαίνει. Μια ιστορία επιτυχίας, επιβεβαιωμένη με αριθμούς. Αν πλησίαζε λίγο περισσότερο, θα έβλεπε δύο ανθρώπους που δεν συναντήθηκαν ποτέ πραγματικά, παρότι συνδέονταν με τον πιο άμεσο τρόπο. Ο ένας ζούσε από το βάρος που σήκωνε ο άλλος, χωρίς να το νιώθει. Ο άλλος σήκωνε βάρος χωρίς να το βλέπει κανείς.
Το χάσμα δεν ήταν αποτέλεσμα σύγκρουσης. Κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν αδίκησε με τη στενή έννοια της λέξης. Όλα έγιναν νόμιμα, λογικά, ορθολογικά. Αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό στοιχείο. Το σύστημα δεν έτριζε. Δούλευε.
Και ακριβώς γι’ αυτό, το χάσμα μεγάλωνε. Ο Στέφανος και ο Μάνος συνέχισαν τη ζωή τους. Ο ένας με την αίσθηση ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο άλλος με την αίσθηση ότι το έδαφος μετακινείται. Ανήκαν στην ίδια πόλη, στην ίδια εποχή, στην ίδια οικονομία. Αλλά όχι στην ίδια πραγματικότητα.
Το εικοσιτετράωρο είχε κλείσει τον κύκλο του.

 



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Χαρακτήρες και δομές

 Σε περιόδους ιστορικής αστάθειας/γεωπολιτικών ανακατατάξεων/ μετασχηματισμών της διεθνούς τάξης/ παγκόσμιας ανασφάλειας και τα παρόμοια, είναι φορές (όχι λίγες) που ψάχνουμε εξηγήσεις στα πρόσωπα. Έτσι, στις μέρες μας, η συζήτηση πολλές φορές επικεντρώνεται στον Τραμπ και τη συμπεριφορά του.


Δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι ενίοτε διασκεδαστικό ή ακόμη και ανακουφιστικό· σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι σοβαρό. Κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ψυχολογικών χαρακτηριστικών στους πολιτικούς ηγέτες, ούτε τη σημασία τους στο επίπεδο της ρητορικής, του ύφους ή της διαχείρισης της εξουσίας. Το να υποστηρίζει όμως κανείς ότι αποφάσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις προκύπτουν από την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου —και όχι από τις δομές, τους συσχετισμούς δυνάμεων και τα όρια της καπιταλιστικής συσσώρευσης— είναι, στην καλύτερη περίπτωση, εκκεντρικό.

Αν μείνουμε στον ύστερο 20ό και στον 21ο αιώνα, θα δούμε τα πρόσωπα να αλλάζουν και τις πολιτικές προσωπικότητες να διαφέρουν έντονα μεταξύ τους· ωστόσο, οι βασικοί άξονες εξουσίας παραμένουν εντυπωσιακά σταθεροί. Παρά τις μεγάλες διαφορές ύφους και λόγου μεταξύ ηγετών όπως ο Κλίντον, ο Ομπάμα, ο Μπους ή ο Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν τον ίδιο πυρήνα πολιτικής: στρατιωτική προβολή ισχύος, χρηματοπιστωτική ηγεμονία, έλεγχο των διεθνών ροών κεφαλαίου και επιβολή γεωοικονομικών όρων.

Η απόδοση των πολιτικών εξελίξεων στην ψυχική κατάσταση των ηγετών δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Αντιθέτως, εμφανίζεται συστηματικά σε περιόδους κρίσης. Ο Χίτλερ παρουσιάστηκε συχνά ως «παράφρων», ο Νίξον ως «παρανοϊκός», ο Μπους ως «ανίκανος» και σήμερα ο Τραμπ ως «ναρκισσιστής» ή «σολιψιστής». Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ψυχολογικοποίηση λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι.

Πιο συγκεκριμένα, επιτελεί τρεις κρίσιμες λειτουργίες. Πρώτον, αποπολιτικοποιεί τις αποφάσεις, μετατρέποντάς τες σε προϊόντα ατομικών παρεκκλίσεων. Δεύτερον, απαλλάσσει τους θεσμούς, τις οικονομικές ελίτ και τις κοινωνικές δομές από την ευθύνη τους. Τρίτον, μετατρέπει τη συστημική βία σε ατομική παθολογία. Όταν ο πόλεμος, η λιτότητα ή η οικονομική καταστροφή αποδίδονται στην «τρέλα» ενός ηγέτη, το σύστημα που τα παρήγαγε παραμένει στο απυρόβλητο.

Και γιατί όχι, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Οι δομικές αναλύσεις είναι συχνά βαρετές — και, κυρίως, πολιτικά επικίνδυνες. Αμφισβητούν ιδιοκτησιακές σχέσεις, μορφές εξουσίας και μηχανισμούς συσσώρευσης. Η ψυχολογία, αντίθετα, είναι «ασφαλής»: δεν οδηγεί σε κοινωνική σύγκρουση ούτε απαιτεί πολιτικές ανατροπές. Έτσι, ο Τραμπ μετατρέπεται σε κλινικό ζήτημα και όχι σε ιστορικό σύμπτωμα, ενώ η συζήτηση για τον χαρακτήρα του αντικαθιστά τη συζήτηση για τις υλικές συνθήκες που τον ανέδειξαν.

Ένα απλό νοητικό πείραμα αρκεί για να φανεί το ανεδαφικό της ψυχολογικοποίησης: αν αύριο ο Τραμπ εξαφανιζόταν από την πολιτική σκηνή, θα εξαφανίζονταν μαζί του οι εμπορικές συγκρούσεις, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας; Η απάντηση είναι προφανής. Οι διαδικασίες αυτές θα συνέχιζαν να εξελίσσονται, ενδεχομένως με διαφορετικό ύφος, αλλά με παρόμοιο περιεχόμενο.

Τελικά, ακόμη και ο «κοινός νους» δείχνει ότι η ψυχολογική και ψυχιατρική ερμηνεία της πολιτικής μπορεί να φωτίσει το ύφος της εξουσίας, αλλά δύσκολα μπορεί να εξηγήσει το περιεχόμενό της. Οι αποφάσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις δεν γεννιούνται στο ασυνείδητο ενός ηγέτη, αλλά στο υλικό υπόστρωμα των κοινωνικών σχέσεων, των ταξικών συγκρούσεων και των ορίων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όσο η ανάλυση παραμένει καθηλωμένη στα πρόσωπα, τόσο η κατανόηση της ιστορικής κίνησης θα παραμένει ελλιπής.






Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Όλοι Οδυσσείς χωρίς Ιθάκη

 Μέσα στο γενικότερο καποδιστριακό χαμό και το νέο διχασμό σε «Σμαραγδολάτρες» και «Σμαραγδομάχους», είπα να αποσταστώ λιγάκι από την πραγματικότητα και να διαβάσω το The World Ahead 2026 του Economist, ένα ραπόρτο που συνιστά μια συμπύκνωση της παγκόσμιας προοπτικής υπό αγγλοσαξονική οπτική. Τα κείμενα του (για τις ΗΠΑ, την υπόλοιπη αμερικανική ήπειρο, την Κίνα, την υπόλοιπη Ασία, τη Μέση Ανατολή & Αφρική, την Ευρώπη και το ΗΒ και διεθνή θέματα, χρηματοοικονομικά, επιστήμη & τεχνολογία, πολιτισμός), περιγράφουν και χαρτογραφούν με πυκνότητα έναν κόσμο αυξημένης αβεβαιότητας, γεωπολιτικής ρευστότητας, επίμονων πολέμων. Και γράφουν σενάρια με υψηλό βαθμό εμπειρικής ακρίβειας.





Ο ρόλος του δεν είναι να πείσει με κραυγαλέα προπαγάνδα. Αυτό που κάνει είναι πιο λεπτό και πιο αποτελεσματικό. Κανονικοποιεί μια συγκεκριμένη παγκόσμια οπτική, παρουσιάζοντάς την ως κοινή λογική: έναν κόσμο όπου η οικονομία αποτελεί φυσικό νόμο, η πολιτική τεχνική διαχείριση και η κρίση μόνιμο περιβάλλον. Δεν σου λέει τι να πιστέψεις. Απλά σού δείχνει πώς «φαίνονται τα πράγματα» όταν τα κοιτά κανείς από το κέντρο του συστήματος, προσπαθώντας να δοθεί συνοχή σε έναν κόσμο που μοιάζει να διαλύεται σε ασύνδετες κρίσεις. Πόλεμοι χωρίς τέλος, οικονομική αβεβαιότητα, τεχνολογικές υποσχέσεις, πολιτισμική ανησυχία: όλα συγκεντρώνονται σε μια ενιαία αφήγηση, όχι για να εξηγηθούν αλλά για να καταστούν διαχειρίσιμα στο επίπεδο του νοήματος. 

Ο Economist βλέπει πολλά —αλλά δεν βλέπει ποτέ από έξω. Και ακριβώς εκεί, στη διαύγεια και ταυτόχρονα στον περιορισμό του βλέμματός του, αρχίζει το ενδιαφέρον.

Η ανάλυση ζητά τη μυθολογία

Καθώς ξεφυλλίζεις το The World Ahead 2026, η γλώσσα της ανάλυσης αρχίζει να δείχνει σημάδια κόπωσης. Οι αριθμοί, οι δείκτες, οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί και οι προβλέψεις παραμένουν παρόντες, όμως κάτι δεν επαρκεί πια. Η συσσώρευση κρίσεων δεν συνθέτει νόημα. Απλώς προστίθεται σε έναν κατάλογο κινδύνων. Κάπου εκεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, το report εγκαταλείπει τη στενή οικονομική και γεωπολιτική ανάλυση και μετατοπίζεται προς έναν πολιτισμικό στοχασμό. Η επιμελής, αυτάρεσκα νηφάλια ανάλυση μοιάζει ξαφνικά να ζητά βοήθεια από αλλού. Και αυτή η βοήθεια δεν έρχεται από τη θεωρία, ούτε από την ιστορία, ούτε καν από την πολιτική οικονομία. Έρχεται από τον μύθο.
Η στροφή αυτή αποκαλύπτει ένα όριο. Όταν η ιστορική εξήγηση αδυνατεί να προσφέρει συνοχή, η αφήγηση αναζητά άλλες μορφές. Ο μύθος εμφανίζεται τότε όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως εργαλείο νοηματοδότησης. Προσφέρει εικόνες εκεί όπου η αιτιότητα σιωπά, χαρακτήρες εκεί όπου οι δομές γίνονται αόρατες. Με τον μύθο, η εμπειρία της κρίσης παύει να είναι απλώς χαοτική και αποκτά μορφή.
Έτσι, αφού ο/η αναγνώστης/αναγνώστρια διαβάσει για το νέο κόσμο που αναδύεται, τον Τραμπ, την κινεζική ισχύ, παγκόσμια οικονομία κ.λπ., ΄βρίσκει μπροστά του ένα κείμενο που αν, μη τι άλλο, προκαλεί το ενδιαφέρον. 

Η απώλεια της Ιθάκης

Λέγεται «Μαθήματα από τον Οδυσσέα». Μια επιλογή που δεν φαίνεται τυχαία. Στην ομηρική αφήγηση, ο Οδυσσέας δεν είναι απλώς ένας ευέλικτος επιζών. Είναι φορέας ενός συγκεκριμένου σκοπού: του νόστου. Η επιστροφή στην Ιθάκη δεν είναι συναισθηματικό καταφύγιο, αλλά πολιτική πράξη. Σημαίνει αποκατάσταση τάξης, επαναφορά δικαίου, ανασύσταση μιας κοινωνικής και ηθικής ισορροπίας που έχει διαρραγεί από τον πόλεμο και την απουσία. Η περιπλάνηση έχει νόημα ακριβώς επειδή τελειώνει.
Στον Οδυσσέα του Economist, αυτό το τέλος έχει εξαφανιστεί. Η Ιθάκη δεν λειτουργεί πια ως ιστορικός ή κοινωνικός ορίζοντας, αλλά ως αφηρημένη προσδοκία — σχεδόν ως μεταφορά καλής διαχείρισης. Δεν υπάρχει επιστροφή με την έννοια της αποκατάστασης. Υπάρχει μόνο επιτυχής πλοήγηση. Ο μύθος απογυμνώνεται από τη χρονικότητά του και μετατρέπεται σε κατάλογο δεξιοτήτων: ευφυΐα, αντοχή, προσαρμοστικότητα, αυτοέλεγχος. Ο ήρωας δεν δρα μέσα σε κοινωνικές αντιθέσεις, απλώς ανταποκρίνεται σε προκλήσεις.
Αυτό που αφαιρείται είναι κρίσιμο. Αφαιρείται η σύγκρουση ως κοινωνική σχέση. Αφαιρείται η πολιτική διάσταση της επιστροφής. Αφαιρείται η ιδέα ότι το ταξίδι έχει νόημα επειδή οδηγεί κάπου συγκεκριμένα, σε έναν κόσμο που μπορεί — έστω βίαια και αντιφατικά — να αναδιοργανωθεί. Στη θέση τους μπαίνει η ιδέα της διαρκούς πλεύσης: ενός κόσμου χωρίς τελικό λιμάνι, όπου η επιτυχία μετριέται όχι με το αν αλλάζεις τις συνθήκες, αλλά με το αν αντέχεις μέσα σε αυτές.
Έτσι, ο μύθος μετατρέπεται από ιστορική αφήγηση σε εργαλείο ατομικής ψυχολογίας. Δεν μας λέει πώς συγκροτείται ή αποσυντίθεται μια κοινωνία αλλά  πώς να αντέχουμε την αποσύνθεσή της. Και αυτό δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική επιλογή. Είναι μια ιδεολογική μετατόπιση. Από την επιστροφή στη διαρκή προσαρμογή. Από την Ιθάκη ως κοινωνικό προορισμό, στη θάλασσα ως μόνιμη κατάσταση.
Η ηθική της αντοχής: όταν η προσαρμογή γίνεται αρετή. 

Όλοι Οδυσσείς
Τελικά ο μύθος ολοκληρώνει τη μεταμόρφωσή του. Ο Οδυσσέας παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται πρότυπο. Ό,τι ξεκίνησε ως ατομική αφήγηση επιβίωσης γενικεύεται σιωπηρά σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Άτομα, κράτη, επιχειρήσεις, θεσμοί: όλοι καλούνται να υιοθετήσουν την ίδια στάση, την ίδια ηθική, την ίδια γλώσσα. Η θάλασσα είναι κοινή για όλους· οι θύελλες μάς αφορούν εξίσου· άρα όλοι οφείλουμε να μάθουμε τις ίδιες δεξιότητες πλοήγησης. Η καθολικότητα αυτή ακούγεται παρηγορητική. Είναι όμως και βαθιά παραπλανητική.

Διότι η γενίκευση του μύθου σβήνει τις διαφορές. Αν όλοι είμαστε Οδυσσείς, τότε κανείς δεν είναι εγκλωβισμένος χωρίς μέσα, κανείς δεν ταξιδεύει σε σαπιοκάραβο, κανείς δεν ξεκινά από άνισες αφετηρίες. Οι δομές εξαφανίζονται πίσω από την αφήγηση της κοινής μοίρας. Η ανισότητα μεταφράζεται σε διαφορετικό βαθμό δεξιοτεχνίας, όχι σε διαφορετική θέση μέσα σε ένα σύστημα. Όποιος αποτυγχάνει, απλώς δεν προσαρμόστηκε αρκετά καλά.

Πλεύση χωρίς λιμάνι

Κλείνοντας, δεν μπορώ να αρνηθώ στο κείμενο την ευφυΐα του. Αναγνωρίζει τη μόνιμη κρίση χωρίς να καταφεύγει σε ψευδείς υποσχέσεις εξόδου. Αποφεύγει τις φτηνές παρηγοριές  και τη ρητορική της αναπόφευκτης προόδου. Μιλά για έναν κόσμο που δεν επιστρέφει εύκολα στην ισορροπία, και το κάνει με γλώσσα προσεγμένη, ειρωνική, πολιτισμικά ενημερωμένη. Σε μια εποχή κραυγών, η νηφαλιότητά του είναι πράγματι αρετή.
Αλλά ακριβώς αυτή η νηφαλιότητα είναι και το όριό του. Γιατί, όσο καθαρά κι αν βλέπει την καταιγίδα, αρνείται να ρωτήσει από πού προήλθε. Όσο ειλικρινά κι αν περιγράφει την αβεβαιότητα, αποφεύγει να την εντάξει σε μια ιστορική ακολουθία συγκρούσεων και επιλογών. Η κρίση παρουσιάζεται ως κατάσταση, όχι ως διαδικασία· ως περιβάλλον, όχι ως αποτέλεσμα. Κι έτσι, η σκέψη περιορίζεται στη διαχείριση, όχι στη μεταμόρφωση.

Η τελική εικόνα μένει χαραγμένη με ακρίβεια: ένας Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη. Ένας ήρωας που έχει μάθει να επιβιώνει, να προσαρμόζεται, να αντέχει — αλλά όχι να επιστρέφει. Η πλεύση γίνεται αυτοσκοπός. Το ταξίδι χάνει το νόημά του ως κίνηση προς έναν προορισμό και μετατρέπεται σε άσκηση δεξιοτεχνίας μέσα στην αβεβαιότητα.





Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Κάποτε οι κοινωνίες

 Ένα από τα ισχυρότερα stories που διαθέτει πλέον το αφηγηματικό βεστιάριο της κυβέρνησης του Ανέμελου είναι η αντίθεση Πιερρακάκη–Βαρουφάκη. Ένα αφήγημα απλό, καθαρό, σχεδόν υποδειγματικά παιδαγωγικό: από τη «ντροπιαστική» χειραψία στον αλησμόνητο Γερούν, στην προεδρική καρέκλα του Eurogroup· από το «wow» στο «welcome»· από τον ζητιάνο στον κύριο· από τον ενοχλητικό συγγενή στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, στον γαμπρό που ξέρει πότε να μιλήσει και πώς να κρατά το πιρούνι.




Κι έτσι η Ελλάδα, αφού τιμωρήθηκε παραδειγματικά για τις νεανικές της αταξίες, επέστρεψε επιτέλους σώφρων και χτενισμένη στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Κι η Ιστορία, εδώ, μοιάζει να παίζει τον ρόλο αυστηρής μητέρας: πρώτα σε στέλνει στο δωμάτιό σου χωρίς PlayStation· ύστερα σου αγοράζει γραβάτα.

Η σύγκριση Βαρουφάκη–Πιερρακάκη δεν αφορά ιδέες. Αφορά τρόπους. Δεν αφορά περιεχόμενο, αλλά ύφος· όχι πολιτική, αλλά συμπεριφορά. Ο πρώτος –με όλη τη θεατρικότητα, τις αντιφάσεις και τις μεγαλοστομίες του– διέπραξε ένα ασυγχώρητο σφάλμα: μίλησε πολιτικά εκεί όπου όλοι ήθελαν να μιλήσουν λογιστικά. Τόλμησε να παρουσιάσει το χρέος, τη λιτότητα και τη δημοκρατία όχι ως Excel ή PowerPoint, αλλά ως σύγκρουση συμφερόντων. Δεν προκάλεσε επανάσταση· προκάλεσε αμηχανία. Και η αμηχανία είναι θανάσιμο αμάρτημα σε ένα σύστημα που λειτουργεί μόνο όταν όλοι γνωρίζουν ακριβώς τον ρόλο τους και τον εκτελούν χωρίς ερωτήσεις.

Ο δεύτερος είναι το ακριβές αντίθετο. Η ενσάρκωση της σύγχρονης ιδεολογίας της μη-ιδεολογίας (*). Τεχνοκρατικός, γυαλισμένος, αθόρυβος. Δεν αμφισβητεί· διαχειρίζεται. Δεν εκπροσωπεί τάξεις ή συγκρούσεις· εκπροσωπεί «αναγκαιότητες». Δεν υπόσχεται αλλαγή· εγγυάται ομαλή λειτουργία. Είναι ο άνθρωπος που θα του εμπιστευόσουν τη διαχείριση ενός πυρηνικού εργοστασίου, ακριβώς επειδή ξέρεις πως δεν θα ρωτήσει ποτέ γιατί υπάρχει.

Κι έτσι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ούτε ως τραγωδία ούτε ως φάρσα, αλλά ως διαδικαστικό success story. Η Ελλάδα δεν δικαιώθηκε· συμμορφώθηκε. Δεν ανέκτησε κυριαρχία· απέκτησε πιστοποιητικό ISO αξιοπιστίας. Και αυτή η πιστοποίηση ανταμείβεται με χειροκρότημα, τίτλους και καρέκλες – όχι επειδή άλλαξε κάτι ουσιαστικό για τους πολλούς, αλλά επειδή σταθεροποιήθηκαν τα πάντα για τους λίγους.

Πρόκειται, αν θέλει κανείς να το πει ευγενικά, για τη νίκη της κανονικότητας επί της πολιτικής. Για το κατόρθωμα να επιστρέφεις θριαμβευτικά σε ένα σύστημα που σου δίδαξε, με απόλυτη σαφήνεια, ποια είναι η θέση σου – και να βαφτίζεις αυτή την επιστροφή «πρόοδο».

Αν υποθέσουμε ότι κάποτε οι κοινωνίες ονειρεύονταν το μέλλον, σήμερα ξέρουμε ότι πανηγυρίζουν επειδή δεν ενοχλούν κανέναν. Και αυτό, αν μη τι άλλο, είναι μια μορφή ωριμότητας. Ή, έστω, καλής συμπεριφοράς στο σαλόνι.

(*) ένα ποστ που κυκλοφόρησε στο facebook και εξιστορεί την εξέλιξη/ανέλιξη του κυρίου Πιερρακάκη, και  αν αληθεύουν τα γραφόμενα, δείχνει ότι έχουμε να κάνουμε με μια οντότητα που είναι συνώνυμη του οπορτουνισμού, της προσαρμοστικότητας και της συνεπαγόμενης κονόμας. 




Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Οικοκυρικός Κατσαπλιαδισμός

 


1.Η ΝΔ, από τότε που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, παρουσιάζεται ως το κόμμα των «νοικοκυραίων». Των ανθρώπων που αγαπούν την τάξη, τη σταθερότητα, την κανονικότητα, το σπίτι, το οικόπεδο, τον λογαριασμό που «δεν πρέπει να μείνει απλήρωτος».
Οι «νοικοκυραίοι» που δεν υπήρξαν απλώς ένα σύνθημα αλλά μια ολόκληρη ηθική κοσμοαντίληψη, ένα αφήγημα που ρίζωσε βαθιά στην ελληνική ψυχή. Ένας κώδικας επιβίωσης και συμβιβασμού που ένωσε τη μικροαστική φιλοδοξία με τη συλλογική ανασφάλεια.
Όμως, οι στατιστικές — αυτές οι ψυχρές και αδυσώπητες αριθμητικές αφηγήσεις — έχουν τη συνήθεια να χαλάνε τις όμορφες ιστορίες.
Το διάγραμμα του Vouliwatch, που αποτυπώνει την Ετήσια Μεταβολή Δηλωμένου Πλούτου των Βουλευτών (2015–2023), μιλάει καθαρά: το «κόμμα των νοικοκυραίων» έχει εξελιχθεί στο κόμμα των χρυσοδάκτυλων.
Από το 2019 ως το 2023, ο δηλωμένος πλούτος των βουλευτών της ΝΔ τριπλασιάστηκε· από περίπου 47,5 εκατομμύρια ευρώ εκτινάχθηκε σε πάνω από 140.
Κανένα άλλο κόμμα δεν ακολουθεί αυτόν τον ρυθμό, καμία άλλη πολιτική οικογένεια δεν ευτύχησε τόσο εντυπωσιακά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σταθερός γύρω στα 30–40 εκατομμύρια, το ΠΑΣΟΚ κινείται με μονοψήφιες αυξήσεις, ενώ το ΚΚΕ στέκει ακίνητο στο γράφημα, κάτω από τα 5 εκατομμύρια — μια οριζόντια γραμμή μέσα στο πέλαγος των ανόδων, παρά την παράδοξη, σχεδόν ειρωνική, αύξηση 56% από το 2022 στο 2023.

2. Η λέξη «κατσαπλιάς» κουβαλάει σκοτάδι: βουνό, εμφύλιο, ληστεία, αυθαιρεσία. Η λέξη «οικοκύρης», αντίθετα, κουβαλάει σαπούνι, μαξιλάρι και λογαριασμό ΔΕΗ. Όταν ενώνονται γεννιέται το νέο ελληνικό τέκνο της Μετα-μεταπολίτευσης: ο οικοκυρικός κατσαπλιάς: το παιδί που τρόμαξε στη θέα της αριστεράς, μεγάλωσε με δελτία ειδήσεων αντί για παιδικά, και βρήκε τελικά γαλήνη στο «νόμος και τάξη», λεηλατώντας με γραβάτα και ευσέβεια στο όνομα της «κανονικότητας».
Η ηθική οικονομία του «νοικοκυραίου» διαστρέφεται, μετατρέπεται σε μηχανισμό αυτοδικαίωσης του ισχυρού. Ό,τι ήταν άλλοτε έννοια ταπεινότητας γίνεται τώρα σημαία υπεροχής: εγώ είμαι συνετός — εσείς είστε τεμπέληδες, ζηλόφθονες, λαϊκιστές.
Στην πραγματικότητα, η φιγούρα του «νοικοκυραίου» υπήρξε πάντοτε πολιτικά επινοημένη. Ήταν το προσωπείο του μικροϊδιοκτήτη που θέλει να μοιάσει στον μεγαλοϊδιοκτήτη, και το εργαλείο του μεγαλοϊδιοκτήτη που χρειάζεται τη συναίνεση του μικροϊδιοκτήτη.
Αυτή η συμμαχία αποτυπώνεται σήμερα στα πόθεν έσχες — ως καθρέφτης της ταξικής κολακείας

3. Η λέξη «πόθεν» προϋποθέτει αιτία, πηγή, ευθύνη. Στην πράξη, όμως, το ελληνικό πόθεν έσχες έχει μετατραπεί σε «πόθεν έστω»: αρκεί να δηλώσεις ότι «το έχεις», το «πώς» είναι δευτερεύον. Οι διαδικασίες ελέγχου είναι τυπικές, σχεδόν τελετουργικές. Οι δηλώσεις δημοσιεύονται, κανείς δεν λογοδοτεί, κανείς δεν ερευνά τις εκρηκτικές αυξήσεις.
Η διαφάνεια λειτουργεί ως άλλοθι: το φως υπάρχει μόνο για να θαυμάζουμε τις σκιές.
Η λογική αυτή είναι βαθιά νεοφιλελεύθερη:

    Ο πλούτος δεν χρειάζεται αιτιολόγηση.
    Η επιτυχία είναι αυταπόδεικτη.
    Ο θεσμός λειτουργεί όχι για να ελέγχει, αλλά για να νομιμοποιεί.

Έτσι, ο οικοκυρικός κατσαπλιάς αποκτά ηθική θωράκιση. Η συσσώρευσή του μοιάζει με επιβράβευση του «άξιου». Η κριτική μετατρέπεται σε φθόνο, και η ανισότητα σε τεκμήριο αριστείας.

4.Στα ΜΜΕ, τα ρεπορτάζ για τα πόθεν έσχες έχουν σχεδόν ψυχαγωγικό χαρακτήρα: «Ποιος βουλευτής έχει τα περισσότερα ακίνητα; Ποια βουλεύτρια δήλωσε το ακριβότερο ρολόι»; Η πληροφορία παύει να είναι πολιτική· γίνεται κουτσομπολιό της εξουσίας.
Κι αυτό είναι το τελικό στάδιο του οικοκυρικού κατσαπλιαδισμού: η ομορφοποίηση του πλιάτσικου. Η δημόσια σφαίρα μετατρέπεται σε βιτρίνα πλούτου, όπου το «νοικοκυρεμένο» σημαίνει απλώς «καλογυαλισμένο». Η πλουτοκρατία δεν χρειάζεται να απολογηθεί. Αρκεί να είναι στιλάτη.
Κι έτσι η λέξη «διαφθορά» χάνει την όποια τη δύναμή της. Όταν όλα μοιάζουν φυσικά, τίποτα δεν είναι σκανδαλώδες. Όταν οι στατιστικές εκρήξεις εμφανίζονται δίπλα σε γραβάτες και χαμόγελα, η αισθητική γίνεται η πιο αποτελεσματική λογοκρισία.

5. Κι όμως — δεν φταίνε μόνο οι «από πάνω». Ο οικοκυρικός κατσαπλιαδισμός είναι συλλογικό φαινόμενο. Ο μικροαστός που βλέπει τον βουλευτή να πλουτίζει και σκέφτεται «μπράβο του, ξέρει να κινείται»,  συμμετέχει στο ίδιο ηθικό σύστημα. Η ανοχή δεν είναι άγνοια· είναι ταύτιση. Το βλέμμα του φτωχού προς τον πλούσιο είναι ταυτόχρονα βλέμμα επιθυμίας και ενοχής. Η ελληνική κοινωνία θαυμάζει αυτόν που «τα κατάφερε», ακόμη κι αν τα κατάφερε κλέβοντας. Η φράση «ας ήμουν κι εγώ στη θέση του» λειτουργεί ως ηθική συγχώρεση. Κι έτσι η διαφθορά δεν είναι εξαιρετικό φαινόμενο. Γίνεται  μορφή κοινωνικής φαντασίωσης.

6.Ας επιστρέψουμε στο διάγραμμα. 


    Το 2015 — χρονιά δημοψηφίσματος, capital controls, «αγωνίας για το ευρώ»  — οι βουλευτές της         ΝΔ δηλώνουν γύρω στα 47 εκατομμύρια.
    Το 2019 — χρονιά επιστροφής στην εξουσία — φτάνουν σχεδόν 90 εκατ..
    Το 2023 — χρονιά αδιάλειπτης «σταθερότητας» — αγγίζουν τα 142 εκατ.


Είναι σαφές ότι η σταθερότητα  έχει όνομα: απόδοση κεφαλαίου. Και η ΝΔ αποδεικνύεται από τις πιο αποδοτικές επιχειρήσεις της χώρας

7. Η «νοικοκυροσύνη» που άλλοτε υποσχόταν σταθερότητα και ευπρέπεια έγινε το όχημα της νέας λεηλασίας. Οι ίδιοι που επικαλούνται την «κανονικότητα» έχουν αναγάγει το πλιάτσικο σε μορφή διακυβέρνησης και την ευσέβεια σε τεχνοτροπία του κέρδους.

Ο οικοκυρικός κατσαπλιάς δεν κρύβεται στο βουνό· κατοικεί στα ρετιρέ, στα πάνελ,  στις οθόνες της «ενημέρωσης». Δεν έχει ανάγκη να απολογηθεί, γιατί η κοινωνία του έχει ήδη προσφέρει συγχωροχάρτι — ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας στο όνομα της «επιτυχίας».
Κι όσο αυτό το χαμόγελο επιμένει, ο νοικοκύρης κατσαπλιάς θα παραμένει το πιο αυθεντικό μας πορτρέτο: ο καθωσπρέπει ληστής της δημοκρατίας, με γραβάτα, ευλάβεια και το χαμόγελο εκείνου που «τακτοποίησε τα του οίκου του»






Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

Ως πότε θα παίζουμε σε ξένο έργο;

 Κάποτε, σ’ έναν κόσμο όπου τα τανκς ονομάζονταν «μέσα πίεσης» και οι βόμβες «διαπραγματευτικά χαρτιά», ξέσπασε μια τιτανομαχία. Οι Τιτάνες είχαν χωριστεί σε δυο στρατόπεδα ιδεολογίας/πολιτισμού: τους Νατοτσολιάδες και τους Ρωσοτσολιάδες.

Οι πρώτοι φορούσαν κοστούμια Armani, κρατούσαν χαρτοφύλακες γεμάτους «στρατηγικές αναλύσεις», έβγαζαν selfies με φόντο το κτίριο της Κομισιόν και έπιναν flat white με γάλα πουλιού, ορκιζόμενοι ότι «η Ουκρανία είναι το νέο φρούριο της ελευθερίας».
Με κάθε γουλιά καφέ κάτι ανακάλυπταν κι ένα καινούριο σύνθημα· έβγαινε από τα χείλη τους σαν από δελτίο τύπου: «#StandWithUkraine», «#EnergySecurityNow», «#DemocracyIsSexy».
Κι όταν έφτανε ο λογαριασμός, στη φάση που ο σερβιτόρος ακουμπούσε με διακριτικότητα το χαρτάκι στο τραπέζι, οι Νατοτσολιάδες ένιωθαν ένα γλυκό ρίγος. Γιατί ήξεραν –και το απολάμβαναν σαν μυστική ανάμνηση– ότι αυτός ο λογαριασμός θα σταλεί με ταχυδρομική ταχύτητα στον ευρωπαίο φορολογούμενο. Έτσι, κάθε flat white δεν ήταν απλώς ρόφημα, αλλά ιεροτελεστία: μια στιγμή προυστικής ανάκλησης, όπου η γεύση του αφρού έφερνε στον νου όχι παιδικά καλοκαίρια, αλλά επιδοτήσεις, ενεργειακά πακέτα και χρέη που πληρώνονταν πάντα από κάποιον άλλον.

Οι δεύτεροι, πιο παραδοσιακοί και γειωμένοι, έμοιαζαν βγαλμένοι από ζωγραφιά του Ίλια Γεφίμοβιτς Ρέπιν. Με καπέλα ουσάρων που είχαν κληρονομήσει από προπαππούδες που πολέμησαν τον Ναπολέοντα, και πιλότκες που κληρονόμησαν από παππούδες που πολέμησαν τον Χίτλερ, έμπαιναν στις ταβέρνες με ύφος ότι κουβαλούν την ίδια τη Ρωσία στους ώμους τους. Στο τραπέζι μπροστά τους, μπουκάλια βότκας στοιχισμένα σαν τάγμα πεζικού, έτοιμο να δώσει τη μάχη της μέθης.

Τσούγκριζαν ποτήρια πιο δυνατά κι από κανονιές και κάθε γουλιά συνοδευόταν από βαρύγδουπες φράσεις:

— «Τι Κίεβο, τι Μόσχα – όλα είναι ρωσικά χωράφια, αρκεί να το λέει η ιστορία!»

Και η «ιστορία» τους ήταν πάντα ένα μυστήριο μείγμα μισών γεγονότων, λαϊκών παραδόσεων και καφενόβιας σοφίας. Γιατί οι Ρωσοτσολιάδες δεν χρειάζονταν έρευνες και στατιστικές∙ αρκούσε ένα παλιό τοστ με βότκα, μια φράση του Ντοστογιέφσκι πεταμένη στην τύχη και μια μπαλαλάικα που έπαιζε κάπου στο βάθος.
Και όσο η βότκα κατέβαινε, τόσο οι χάρτες μεταμορφώνονταν. Κι όταν πια το μπουκάλι άδειαζε, έλεγαν όλοι μαζί:

— «Να ποια είναι η γεωπολιτική, σύντροφοι: το ποτήρι πάντα γεμάτο, η ιστορία πάντα δική μας!»

Το συνέδριο των Νατοτσολιάδων

Στην αίθουσα τύπου των Βρυξελλών, τα μικρόφωνα έτριζαν από τα μεγάλα λόγια. «Θα νικήσουμε!», έλεγαν οι Νατοτσολιάδες με τόνο που θύμιζε χορωδία σχολικής εορτής. Έδειχναν χάρτες με βελάκια, PowerPoint με μπλε φόντο και καταλόγιζαν πακέτα όπλων σαν να μοίραζαν παιδικά σετ Playmobil, όπου κάθε κουτί είχε έναν τίτλο: “Στρατηγός με τανκ”, “Στρατιώτης με μπαζούκα”, “Δημοσιογράφος με μικρόφωνο”.

Όμως στα διαλείμματα, ανάμεσα σε καπουτσίνο και κρουασάν, άρχιζαν οι αμφιβολίες:

— «Μα καλά, πόσα Leopard ακόμα έχουμε να στείλουμε;»

— «Α, μην ανησυχείς. Στο Excel φαίνεται ότι η νίκη είναι κοντά».

Κι εκεί, επάνω στο τραπεζάκι με τα σνακ, έβγαιναν οι πιο μεγάλες ιδέες:

— «Τι θα λέγατε αν οργανώναμε μια Σύνοδο Αλληλεγγύης με θεματικό πρόγευμα; Να βάλουμε και γλυκίσματα στα χρώματα της ουκρανικής σημαίας;»

— «Και να φτιάξουμε συνθήματα που θα επαναλαμβάνονται παντού. Ο κόσμος θέλει συνθήματα· να τα γράφουμε με ωραία καλλιγραφικά γράμματα πάνω στα κεράσματα: Ελευθερία – Ασφάλεια – Νίκη.

Το πανηγύρι των Ρωσοτσολιάδων

Στη Μόσχα, οι Ρωσοτσολιάδες έστηναν σκηνικό θεάτρου λαϊκής όπερας. «Εμείς δεν πολεμάμε την Ουκρανία, πολεμάμε τη Δύση!», βροντοφώναζαν, ενώ πίσω τους γιγαντοοθόνες έπαιζαν εναλλάξ χορωδίες μαθητών με άσπρες κορδέλες, μπαλαλάικες που έπαιζαν τον ύμνο της Παναγίας, και πυραύλους που εκτοξεύονταν στον ουρανό σαν πυροτεχνήματα σε γάμο χωριάτικο. Κάθε έκρηξη παρουσιαζόταν ως «βαλς για την ελευθερία», με τον παρουσιαστή να τονίζει: «Βλέπετε; Οι φλόγες σχηματίζουν την τριχρωμία μας στον ουρανό!»

Στις πλατείες οι γιαγιάδες κρατούσαν εικόνες αγίων δίπλα σε φωτογραφίες στρατηγών, ενώ τα κανάλια έδειχναν παιδιά να ζωγραφίζουν τανκς με νερομπογιές· «έτσι διδάσκεται η πατρίδα», έλεγαν οι εκφωνητές με φωνή που έσταζε πατριωτική μελάσα.

Κι όταν ερχόταν η ερώτηση για τις απώλειες, το σενάριο ήταν έτοιμο:

— «Αυτά είναι λεπτομέρειες· η Ρωσία στέκεται όρθια».

— «Και λίγο ζαλισμένη», τόλμησε να ψιθυρίσει ένας κακομοίρης δημοσιογράφος. Μα το σχόλιο χάθηκε αμέσως κάτω από τις τυμπανοκρουσίες της εθνικής ορχήστρας και τον τηλεσκηνοθέτη που άλλαξε γρήγορα πλάνο: από τα φέρετρα στο πεδίο μάχης, σε καλλιστεία κοριτσιών με στολές παραδοσιακές.

Έτσι ο πόλεμος μεταμορφωνόταν σε πανηγύρι, με σουβλάκια να καπνίζουν δίπλα σε μακέτες πυραύλων και με τον λαό να φωνάζει συνθήματα ανάμεσα σε γουλιές βότκας. Η τραγωδία παρουσιαζόταν σαν πανηγυρική τελετή — σαν να έγραφε ο Γκόγκολ δελτίο ειδήσεων.

Το κοινό θέατρο

Κι ενώ οι δύο στρατοί των αναλυτών έδιναν την παράστασή τους με τυμπανοκρουσίες και φωτεινά σλόγκαν, οι θεατές –δηλαδή οι λαοί– πλήρωναν το εισιτήριο. Και το εισιτήριο δεν ήταν φθηνό: αίμα στο μέτωπο, φόροι στην τσέπη, πληθωρισμός στο τραπέζι.

Οι Νατοτσολιάδες, με ύφος καθηγητή που μοιράζει μηδέν, διακήρυσσαν:

— «Αντέχουμε! Η δημοκρατία είναι ακριβή, αλλά αξίζει κάθε σεντ από το πορτοφόλι σας».

Οι Ρωσοτσολιάδες, με παλαιορωμαϊκό στόμφο, αντέτειναν:

— «Τι σημασία έχουν οι ζωές; Σημασία έχει η Ιστορία — κι αυτή πεινάει».

Κι ο απλός πολίτης, κουρασμένος, έβλεπε τους νεκρούς να αυξάνονται, τον λογαριασμό του ρεύματος να σκαρφαλώνει στο Έβερεστ και να του κουνάει το δάχτυλο από τα σύννεφα: «Ανέβα, αν μπορείς», το νοίκι να εκτοξευέται πιο γρήγορα κι από πύραυλο «Vanguard», κι εκείνος, σαν άλλος τραγικός ήρωας ψιθύριζε με το στόμα ξερό:

— «Μα γιατί πρέπει εγώ να πληρώνω το φυσικό αέριο διπλάσιο, ενώ αυτοί πίνουν σαμπάνια τριπλή και τσουγκρίζουν ποτήρια στις Βρυξέλλες, στην Ουάσιγκτον και στη Μόσχα;»

Στο θέατρο της ιστορίας οι πρωταγωνιστές φορούσαν τα κοστούμια τους. Έβγαιναν στη σκηνή με θράσος, διακήρυσσαν συνθήματα με στόμφο, υποκλίνονταν μπροστά στις κάμερες, κι έπειτα επέστρεφαν στα παρασκήνια να δειπνήσουν με φουα-γκρά και χαβιάρι.

Κι ο λαός, αντίθετα, στριμωχνόταν στην πλατεία σαν φθηνός κομπάρσος, με εισιτήριο που δεν είχε αγοράσει αλλά του το είχαν χρεώσει: αίμα, φόροι, πληθωρισμός.

Κι όταν έπεσε η αυλαία, δεν ακούστηκε χειροκρότημα∙ μόνο ένας βουβός αναστεναγμός που έσμιξε με τον καπνό των πυρών και το βουητό των δελτίων ειδήσεων. Οι πρωταγωνιστές, χορτασμένοι από τις δικές τους κορώνες, έφυγαν στα πολυτελή τους οχήματα, αφήνοντας πίσω τη σκηνή άδεια, γεμάτη στάχτες και ξεχασμένα συνθήματα.

Ο λαός παρέμεινε εκεί, καθισμένος σε ξύλινα καθίσματα που έτριζαν, με βλέμματα παγωμένα και τσέπες αδειανές. Είχε πληρώσει το ακριβότερο εισιτήριο χωρίς να το ζητήσει ποτέ, κι όμως η έξοδος ήταν κλειδωμένη.

Σιωπηλά, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, οι άνθρωποι κοιτάζονταν μεταξύ τους: ποιος θα μιλήσει, ποιος θα βγει μπροστά, ποιος θα σκίσει το σενάριο που γράφτηκε γι’ αυτούς χωρίς αυτούς. Και τότε, με μια φωνή που έμοιαζε περισσότερο με λυγμό παρά με κραυγή, ακούστηκε το ερώτημα που έσπασε την πλατεία στα δύο:

— «Ως πότε θα παίζουμε σε ξένο έργο;»

Κι η απάντηση έμεινε να αιωρείται, βαριά και αόρατη, πάνω από ένα θέατρο που είχε πάψει προ πολλού να είναι παράσταση και είχε γίνει η ίδια η ζωή.


Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Η εξαετία 2019–2025: Χρονικό μιας τίμιας ταξικής διακυβέρνησης

Έχουν περάσει 6 χρόνια (πιο βασανιστικά: 2232 μερόνυχτα) από το καλοκαίρι του ‘19 που ο Ανέμελος υποσχόταν «ανάπτυξη για όλους» κάτω από το φωτεινό γαλάζιο της ΝΔ. Η χώρα, κουρασμένη από τα μνημόνια και την επιτήρηση, άκουγε τη λέξη «κανονικότητα» σαν να ήταν ξανά δυνατό να ζήσεις χωρίς να μετράς τα χρήματα στο πορτοφόλι κάθε βδομάδα. Και για ένα σημαντικό τμήμα των μεσοαστικών στρωμάτων —εκείνων που είδαν τα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ ως περίοδο πολιτικής αστάθειας, διεθνούς απαξίωσης και φορολογικής πίεσης— η αλλαγή ηγεσίας ήταν σχεδόν πράξη λύτρωσης. Γι’ αυτούς, ο Αλέξης Τσίπρας προσωποποιούσε την «αριστερή» απειλή: τον κίνδυνο να χαθεί η κοινωνική τους θέση, να απαξιωθούν τα σύμβολα και τα ήθη της μικροϊδιοκτητικής τους ταυτότητας.

Όμως, από την πρώτη στιγμή, οι γραμμές του έργου είχαν ήδη χαραχτεί. Η πολιτική αλλαγή δεν είναι παρά η εναλλαγή των διαχειριστών της ίδιας μηχανής: του κράτους-επιτροπής που φροντίζει τις κοινές υποθέσεις της κυρίαρχης τάξης. Και η εξαετία που ακολούθησε, δεν έκανε τίποτα για να διαψεύσει αυτή τη θέση. Το αντίθετο. 

Επιστροφή στην κανονικότητα
Η ΝΔ ήρθε στην εξουσία με κληρονομιά μια οικονομία που είχε βγει τυπικά από τα μνημόνια, αλλά όχι από τις δομικές δεσμεύσεις τους. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, η περιοριστική πολιτική δαπανών και η εξάρτηση από τον τουρισμό έμεναν αλώβητα. Στο πρώτο της διάστημα, η κυβέρνηση κέρδισε χρόνο με φορολογικές ελαφρύνσεις στο κεφάλαιο και με το αφήγημα του «επιτελικού κράτους» — ένα κράτος που θα λειτουργεί με κανόνες εταιρείας, με σχέδιο και αποτελεσματικότητα.
Στην πράξη, αυτό το «επιτελικό κράτος» σήμαινε: μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στο Μαξίμου, ενίσχυση των σχέσεων με επιχειρηματικούς ομίλους, επιτάχυνση ιδιωτικοποιήσεων. Το κράτος έγινε εργολάβος και μεσολαβητής, όχι προστάτης.

Η πανδημία ως καθρέφτης
Ο Μάρτιος του 2020 έφερε την πανδημία και μαζί της το φόβο και την αβεβαιότητα. Η ΝΔ βρήκε την ευκαιρία να παρουσιάσει τον εαυτό της ως σταθερό τιμονιέρη στην καταιγίδα. Τα μέτρα περιορισμού ήρθαν γρήγορα, αλλά και με ταξική ανισότητα: οι εργαζόμενοι πρώτης γραμμής, χαμηλόμισθοι και συχνά ανασφάλιστοι, έμειναν εκτεθειμένοι.
Η ενίσχυση του ΕΣΥ ήταν αποσπασματική. Αντί να οικοδομηθεί μια μόνιμη θωράκιση, δόθηκαν προσωρινά μπόνους και προσλήψεις ορισμένου χρόνου. Ο επιστημονικός λόγος χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει πολιτικές αποφάσεις, ενώ οι ΜΚΟ και οι ιδιωτικές κλινικές επωφελήθηκαν από απευθείας αναθέσεις και κρατικές αποζημιώσεις.
Στη λογική του κεφαλαίου, η πανδημία δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στον ρυθμό της συσσώρευσης — μια περίοδος που μπορούσε να γίνει εργαλείο αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας, με τηλεργασία χωρίς δικλίδες και περισσότερη «ευελιξία» στον χρόνο εργασίας.

Ανάπτυξη χωρίς ανάσα
Μετά το 2022, η οικονομία πέρασε σε ρυθμούς ανάκαμψης, τροφοδοτημένη από τον τουρισμό, τα έργα υποδομής και τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι αριθμοί έλαμπαν: ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, πτώση της ανεργίας στο ιστορικό 7,9% την άνοιξη του 2025, επαναφορά στην επενδυτική βαθμίδα.
Μα πίσω από το χαρτί των στατιστικών, η πραγματική ζωή ήταν άλλη. Ο κατώτατος μισθός ανέβηκε, αλλά οι αυξήσεις εξανεμίζονταν από τον πληθωρισμό στα τρόφιμα και τις τιμές της στέγης. Στην Αθήνα, τα ενοίκια και οι τιμές των κατοικιών ανέβαιναν με ρυθμούς διψήφιους, πιέζοντας εργαζόμενους και νέες οικογένειες στα όρια της διαβίωσης.

Το κόστος της ενέργειας και η διαχείριση της κρίσης
Η ενεργειακή κρίση του 2022–2023, πυροδοτημένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, εκτόξευσε τους λογαριασμούς. Η κυβέρνηση αντέδρασε με μαζικές επιδοτήσεις που ξεπέρασαν τα 10 δισ. ευρώ. Επικοινωνιακά, παρουσιάστηκαν ως μέτρα ανακούφισης για όλους.

Μα η ουσία ήταν ότι οι επιδοτήσεις αυτές κοινωνικοποίησαν το κόστος και διασφάλισαν την κερδοφορία των παρόχων. Τέτοιες πολιτικές δεν αλλάζουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας ή τον τρόπο παραγωγής· απλώς μεταφέρουν μέρος της ζημιάς στους φορολογούμενους, αφήνοντας άθικτο το πλαίσιο που γεννά την κρίση.

Οι αθέατες πληγές
Η εξαετία δεν ήταν μόνο οικονομικοί δείκτες και επενδυτικές βαθμίδες. Ήταν και οι καλοκαιρινές φωτιές που έκαψαν την Εύβοια, τον Έβρο — η μεγαλύτερη πυρκαγιά που κατέγραψε ποτέ η Ευρώπη. Ήταν οι πλημμύρες της Θεσσαλίας το 2023 που άφησαν πίσω τους κατεστραμμένα χωριά και χωράφια, και έδειξαν ότι η «ανθεκτικότητα» μένει συχνά στα χαρτιά.

Αυτές οι καταστροφές δεν είναι «ατυχίες»· είναι συνέπειες ενός μοντέλου ανάπτυξης που θυσιάζει την πρόληψη και τις υποδομές στον βωμό της κερδοφορίας. Το κεφάλαιο επενδύει εκεί που αποδίδει — και η προστασία του περιβάλλοντος σπάνια αποδίδει άμεσα.

Η αγορά εργασίας ως πεδίο πειθάρχησης
Αν υπάρχει μια σκηνή που συμπυκνώνει την εξαετία, είναι αυτή: ένας εργαζόμενος σκανάρει την «ψηφιακή κάρτα» εισόδου-εξόδου, σε ένα σύστημα που υπόσχεται διαφάνεια αλλά λειτουργεί και ως εργαλείο ελέγχου.
Ο Νόμος Χατζηδάκη (2021) και οι ρυθμίσεις του 2023 για την 6ήμερη εργασία διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο μεγαλύτερης ευελιξίας υπέρ των εργοδοτών. Οι αυξήσεις μισθών έγιναν με κυβερνητική απόφαση, όχι μέσα από συλλογικές συμβάσεις. Η συνδικαλιστική κάλυψη παρέμεινε από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, αποτέλεσμα ετών αποδυνάμωσης.
Μπορεί κανείς να μιλήσει για αροστούργημα  πειθάρχησης της εργασίας: ο έλεγχος του χρόνου, η αποσύνδεση του μισθού από συλλογικές διεκδικήσεις, η ατομικοποίηση των κινδύνων. Όσο η αγορά εργασίας παραμένει κατακερματισμένη, τόσο ευκολότερα ελέγχεται.

Ηγεμονία και αφήγημα
Η ΝΔ δεν κυβέρνησε μόνο με μέτρα· κυβέρνησε με αφήγημα. Η εικόνα μιας Ελλάδας που «επέστρεψε» στην επενδυτική βαθμίδα, που «πρωταγωνιστεί» σε γεωπολιτικές συμφωνίες, που είναι «πυλώνας σταθερότητας» στην Ανατολική Μεσόγειο, κυριάρχησε στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης.
Με κρατική διαφήμιση και στενές σχέσεις με ιδιοκτησίες ΜΜΕ, το μήνυμα έφτανε καθαρό: η χώρα πάει καλά, και αν δεν το νιώθεις στην τσέπη σου, πρέπει να κάνεις υπομονή. Αυτό είναι το ιδεολογικό εποικοδόμημα στην πράξη: η διαμόρφωση συναίνεσης, ακόμη κι όταν η υλική βάση δεν την δικαιολογεί.

Ρωγμές στη βιτρίνα
Παρά την κυριαρχία της, η κυβέρνηση αντιμετώπισε αντιστάσεις: απεργίες για μισθούς και συμβάσεις, φοιτητικές κινητοποιήσεις για την πανεπιστημιακή αστυνομία, τοπικά κινήματα για το περιβάλλον. Καμία δεν ανέτρεψε τον συσχετισμό δύναμης, αλλά όλες έδειξαν ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια υποβόσκει.

Ο λογαριασμός
Στο τέλος της εξαετίας, η κυβέρνηση μπορεί να επιδείξει εντυπωσιακούς μακροοικονομικούς δείκτες: χαμηλή ανεργία, ανάπτυξη, χρέος σε πτωτική τροχιά, επενδυτική βαθμίδα.
 Όμως, ο λογαριασμός για την κοινωνία ήταν βαρύς:

  • Εξάρτηση από το διεθνές κεφάλαιο και τον τουρισμό.
  • Ακρίβεια σε τρόφιμα και στέγη.
  • Υποβάθμιση δημόσιων υποδομών.

Το μέλλον της αντίφασης 
Η εξαετία 2019–2025 θα μείνει στην πολιτική μνήμη ως παράδειγμα μιας κυβέρνησης που κατόρθωσε να διατηρήσει την πολιτική της ηγεμονία όχι παρά τις κρίσεις, αλλά μέσα από αυτές. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι αλλεπάλληλες φυσικές καταστροφές, η διεθνής αστάθεια — όλα λειτούργησαν ως σκηνικό για να προβληθεί το αφήγημα της «υπεύθυνης διαχείρισης». Δεν επρόκειτο μόνο για επιδέξιο επικοινωνιακό χειρισμό. Ήταν και η αξιοποίηση της ίδιας της κρίσης ως μηχανισμού ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας και της κοινωνικής πειθάρχησης.
Κι αυτό γιατί οι κρίσεις δεν είναι παρεκκλίσεις από την «κανονικότητα» του καπιταλισμού· είναι οργανικό κομμάτι της. Η κρίση λειτουργεί ως μέσο αναδιάρθρωσης των ταξικών συσχετισμών: καταστρέφει κεφάλαιο που δεν είναι πια κερδοφόρο, συμπιέζει τα εργασιακά δικαιώματα, συγκεντρώνει την ιδιοκτησία σε λιγότερα χέρια και δημιουργεί νέους όρους κερδοφορίας. Αυτό συνέβη, με διαφορετική ένταση, σε όλα τα επιμέρους επεισόδια της εξαετίας.
Η πανδημία επέβαλε μια πρωτοφανή κατάσταση «κατάστασης εξαίρεσης», όπου το κράτος μπορούσε να αναστείλει δικαιώματα, να επιβάλει νέους κανόνες εργασίας (τηλεργασία χωρίς διαπραγμάτευση, αλλαγές σε ωράρια), να διοχετεύσει δημόσιο χρήμα προς στρατηγικούς τομείς χωρίς διαφάνεια. Η ενεργειακή κρίση λειτούργησε ως εργαλείο μεταφοράς τεράστιων δημόσιων πόρων στις ενεργειακές εταιρείες, με πρόσχημα την ανάγκη «προστασίας των καταναλωτών». Οι φυσικές καταστροφές αποκάλυψαν το χάσμα μεταξύ του λόγου περί «ανθεκτικότητας» και της πραγματικής υποχρηματοδότησης των υποδομών — αλλά και εδώ, η καταστροφή έγινε πεδίο για νέες εργολαβίες, αναθέσεις, και κύκλους κερδοφορίας γύρω από την «ανοικοδόμηση».
Η αντίφαση που συσσωρεύτηκε δεν είναι αφηρημένη: από τη μια πλευρά, μακροοικονομικοί δείκτες που βελτιώνονται (χαμηλή ανεργία, επενδυτική βαθμίδα, ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ), και από την άλλη, η μικροοικονομική ασφυξία εκατομμυρίων νοικοκυριών. Οι αριθμοί που πανηγυρίζονται στα δελτία Τύπου δεν μεταφράζονται σε καλύτερη καθημερινότητα: η στέγη γίνεται απλησίαστη, το κόστος ζωής απορροφά τις μισθολογικές αυξήσεις, οι εργασιακές σχέσεις παραμένουν ελαστικές και αβέβαιες.

Αυτό το χάσμα —ανάμεσα στην «υγεία» του συστήματος και την «υγεία» της κοινωνίας— είναι το πεδίο στο οποίο θα εγγραφούν οι επόμενες συγκρούσεις. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοια χάσματα, όσο κι αν καλύπτονται από επικοινωνιακή ηγεμονία, δεν εξαφανίζονται. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2020, όπως και σε άλλες χώρες του ύστερου καπιταλισμού, η σταθερότητα είναι περισσότερο μια ισορροπία τρόμου παρά μια ισορροπία κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η εξαετία της ΝΔ δεν έγραψε το τέλος μιας διαδρομής· έθεσε τις βάσεις για το επόμενο κεφάλαιο. Και το επόμενο κεφάλαιο δεν θα κριθεί μόνο στις κάλπες, αλλά στον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές τάξεις θα συγκροτήσουν ξανά τη στρατηγική τους: αν η αστική τάξη θα συνεχίσει να αναπαράγει την ηγεμονία της μέσω των ίδιων μηχανισμών, και αν η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της θα βρουν τον τρόπο να μετατρέψουν τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε συγκροτημένη δύναμη.




Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Ο χορός των καταστροφών και η μάσκα της δημοκρατίας

Από τις φονικές φωτιές του 2007 στην Πελοπόννησο, που άφησαν πίσω τους δεκάδες νεκρούς και κατεστραμμένες κοινότητες, στις πλημμύρες της Μάνδρας το 2017 με 24 θύματα, και από το Μάτι το 2018, όπου η τραγωδία πήρε διαστάσεις εθνικού σοκ, έως τις επαναλαμβανόμενες θερινές πυρκαγιές και τις καταρρακτώδεις βροχές των τελευταίων ετών, η Ελλάδα του 21ου αιώνα γνώρισε μια αλυσίδα φυσικών – και συχνά ανθρωπογενών – καταστροφών. Κοινός παρονομαστής: ο ελλιπής σχεδιασμός, η προχειρότητα στην πρόληψη, η εμπορευματοποίηση της γης και η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Και η απληστία για περισσότερα κέρδη-το βασικό συστατικό του καπιταλισμού.

Αναρωτιέμαι πόσοι και πόσες, αν το καλοσκεφτούν, θα πιστέψουν ότι ένας/μία πολιτικός θα έδινε –έστω και ένα– φράγκο για φωτιές, πλημμύρες και καταστροφές, αν δεν υπήρχαν εκλογές. Στην πράξη, η πολιτική βούληση ενεργοποιείται όταν η αδράνεια απειλεί να διαβρώσει την εικόνα και να κοστίσει ψήφους. Η λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» δομείται πάνω στην υπόσχεση ότι οι εκλεγμένοι υπηρετούν τη λαϊκή βούληση, αλλά η δομή της εξασφαλίζει πως η πραγματική εξουσία μένει στα χέρια εκείνων που ελέγχουν την οικονομία.

Στην ουσία, πρόκειται για ένα σύστημα «εκλόγιμης απολυταρχίας»: οι πολίτες επικυρώνουν ανά τετραετία μια συγκεντρωμένη εξουσία επαγγελματιών πολιτικών, ενώ τα ΜΜΕ – ελεγχόμενα ή επηρεασμένα από τα ίδια οικονομικά συμφέροντα – διαμορφώνουν τα όρια του δημόσιου λόγου. Η πολιτική και η οικονομική εξουσία δεν είναι απλώς διαπλεκόμενες· είναι οργανικά ενωμένες. Με λόμπινγκ, χρηματοδότηση κομμάτων, εναλλαγές στελεχών μεταξύ κυβέρνησης και επιχειρήσεων, οι μεγάλοι όμιλοι καθορίζουν πολιτικές.

Όταν χτυπήσει μια καταστροφή, η πρώτη μέριμνα είναι η διαχείριση του πολιτικού κόστους: εξαγγελίες «αποζημιώσεων», φωτογραφίες σε καμένα τοπία, δηλώσεις ευαισθησίας. Οι πραγματικές αιτίες – ανεξέλεγκτη δόμηση, επενδυτικά σχέδια σε φυσικές περιοχές, αποδυνάμωση της πολιτικής προστασίας – μένουν ανέγγιχτες. Η έννοια της «λαϊκής εντολής» μετατρέπεται σε λευκή επιταγή: κυβερνήσεις εφαρμόζουν πολιτικές που δεν είχαν εξαγγελθεί και συχνά έρχονται σε αντίθεση με τη βούληση της πλειοψηφίας. Έτσι, η αντιπροσώπευση γίνεται κηδεμονία και η κυριαρχία του λαού περιορίζεται σε μια τελετουργία κάθε τέσσερα χρόνια.

Στις φυσικές καταστροφές αυτός ο μηχανισμός παράγει έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο:

1. Υποχρηματοδότηση πρόληψης και προστασίας.
2. Επανάληψη τραγωδιών.
3. Πολιτική πελατεία μέσω αποζημιώσεων.
4. Καμία δομική αλλαγή.

Η «ελευθερία» σε αυτό το πλαίσιο ισχύει κυρίως για τους κατόχους κεφαλαίου και για όσους έχουν πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. Η πλειοψηφία των πολιτών, εξαρτημένη από την εργασία για την επιβίωση, περιορίζεται στην επιλογή ποιος θα τη διοικεί, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα καθορισμού των όρων.

Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού δεν οδηγεί στη μοιρολατρία, αλλά στην ανάγκη ριζικής αλλαγής: άμεση, συμμετοχική δημοκρατία, κοινωνικός έλεγχος της παραγωγής και του πλούτου, προτεραιότητα στην προστασία του συλλογικού αγαθού έναντι του ιδιωτικού κέρδους. Χωρίς αυτήν την αλλαγή, οι εκλογές θα συνεχίσουν να είναι θέατρο, οι πολιτικοί θα φωτογραφίζονται σε πλημμυρισμένα χωριά, και η ίδια οικονομική αριστοκρατία θα γράφει το σενάριο πίσω από τις κουρτίνες, ενώ η φωτιά και το νερό θα επιστρέφουν κάθε τόσο σαν επαναλαμβανόμενος εφιάλτης.


Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Ληστονοικοκύρηδες και ληστονοικοκυρές (αφιερωμένο σε όλους / όλες τους/τις πολιτευθέντες / πολιτευθείσες της ΝΔ - πρώην, νυν και μελλοντικούς/κές)

Ποια μπορεί να είναι η εξήγηση για την ύπαρξη τόσων απατεώνων, ληστών και κρατικοδίαιτων «νοικοκυραίων» στο κόμμα της ΝΔ υπό τον Μητσοτάκη (2019–2025);

Είναι απλά θέμα «ηθικής παρέκκλισης» ή «κακών προσώπων»;
Ή είναι δομική — αφορά το ίδιο το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα που η ΝΔ εξέφρασε και εδραίωσε;
Ας δούμε.


Η ΝΔ υπό τον Ανέμελο δε συντήρησε απλώς τον παραδοσιακό ελληνικό πελατειακό καπιταλισμό: τον  τελειοποίησε (αριστείς γαρ).  Το κράτος λειτούργησε ως μηχανή νόμιμης λεηλασίας, όπου «τα δικά μας παιδιά» αποκτούν προνομιακή πρόσβαση σε:

  • Δημόσιο χρήμα (μέσω αναθέσεων, ΟΠΕΚΕΠΕ, Ταμείο Ανάκαμψης)
  • Θεσμική κάλυψη (δικαστική ατιμωρησία)
  • Προπαγανδιστική προστασία (μέσα ενημέρωσης)

Έτσι δημιουργήθηκε μια ολιγαρχική τάξη πολιτικής αρπαχτής, η οποία δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά δομικό πυλώνα της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκρυψε την απάτη πίσω από τεχνοκρατική ρητορεία και μια ψευδοφιλελεύθερη «κανονικότητα». Η ρητορική περί "εκσυγχρονισμού", "επενδύσεων", "ψηφιακού κράτους", λειτούργησε σαν λεξιλογικό καμουφλάζ για τις κλασικές μεθόδους της ρεμούλας:

  • Το «επιτελικό κράτος» έγινε κράτος της παρέας
  • Η «ανάπτυξη» έγινε ανάπτυξη της διαπλοκής
  • Η «καινοτομία» έγινε καινοτομία στον τρόπο αρπαγής

Έτσι, ο λήσταρχος απέκτησε MBA, κοστούμι και συμμετοχή σε πάνελ. Και στην κορυφή της πυραμίδας (Μητσοτάκης, ο φιλέλλην Γεραπετρίτης, Σκέρτσος κ.ά.) κυριαρχεί ένας ηθικός μηδενισμός: δεν υπάρχει αλήθεια, μόνο επικοινωνία. Δεν υπάρχει Δίκαιο, μόνο διαχείριση κρίσης. Ο αρχηγός δεν κυβερνά· μάρκετινγκ κάνει. Όταν ο ηγέτης είναι ανέμελος, ο απατεώνας είναι θεσμικός ρόλος

Παράλληλα, τα ΜΜΕ, πλήρως εξαρτημένα από κρατική χρηματοδότηση και διαφημίσεις (π.χ. λίστα Πέτσα), δεν αποκάλυπταν σκάνδαλα — τα κανονικοποιούσαν. Η συνεχής προβολή προσώπων με επιδοτούμενες φεράρι ως «επιτυχημένων», ενίσχυσε την αντίληψη ότι η απατεωνιά είναι εργαλείο κοινωνικής ανόδου.

 Κι η ΝΔ μεταλλάχθηκε σε οργανωμένο δίκτυο διανομής πλούτου προς τα πάνω. Δεν έχουμε κόμμα, αλλά δομημένη συμμορία διακυβέρνησης, όπου:

  • Οι νόμοι ψηφίζονται κατά παραγγελία
  • Οι θεσμοί παρακάμπτονται 
  • Η κοινωνική δικαιοσύνη γίνεται ανέκδοτο

Η ύπαρξη απατεώνων είναι λοιπόν προϋπόθεση ύπαρξης του κόμματος, όχι παρενέργεια.

Η πολιτική της ΝΔ διέχυσε την ηθική του αρμέγματος (του κράτους, του ΕΣΠΑ, του ΟΠΕΚΕΠΕ) στους μικροαστούς. Πολλοί από αυτούς, θεώρησαν θεμιτή την κομπίνα, ταύτισαν την απάτη με εξυπνάδα, προτίμησαν το «δικό τους»  κλέφτη παρά τον «αριστερό άπατρι(ν)». Έτσι, από την κορυφή ως τη βάση, το κόμμα ομογενοποιήθηκε γύρω από την επιθυμία για νομιμοποιημένη λεηλασία. 

Πλέον, η ΝΔ 2019–2025 είναι το κόμμα του αρμέγματος, και ο απατεώνας είναι το μοντέλο του επιτυχημένου μέλους. Ο «νοικοκυραίος» έσμιξε με τον «κατσαπλιά» και το υβρίδιο που προέκυψε, ο/η  ληστονοικοκύρης/ληστονοικοκυρά , είναι το νέο μοντέλο πολίτη που δημιούργησε ο Ανέμελος. Ο κρατισμός έγινε ιδιωτικοποιημένη λεηλασία και η πολιτική έγινε στάνη με προσεκτικά διαλεγμένους λύκους.

Το ερώτημα δεν είναι: «Γιατί έχει απατεώνες η ΝΔ;» Αλλά: Πώς θα λειτουργούσε χωρίς αυτούς;