Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2026. Ο Α. γύρισε από το σχολείο κουρασμένος, χωρίς να έχει γίνει κάτι ιδιαίτερο. Δεν είχε τσακωθεί με κανέναν, δεν είχε κάποια δύσκολη ώρα στην τάξη, τίποτα τέτοιο. Ήταν από αυτές τις μέρες που μαζεύονται πάνω σου σιγά σιγά και στο τέλος δεν ξέρεις τι ακριβώς σε βάρυνε.
Παρασκευή 15 Μαΐου 2026
Όλα τα κόμματα στη Βουλή
Τρίτη 5 Μαΐου 2026
Ελλάδα: Μια ματιά από το μέλλον
Ο Α. το σκέφτηκε ένα βράδυ του Μαΐου, όχι σαν πολιτικό άρθρο, αλλά σαν άσκηση φιλολογίας. Είχε ξαναδιαβάσει το «Η κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού: Μια ματιά από το μέλλον», και του είχε κολλήσει στο μυαλό εκείνο το αφηγηματικό τέχνασμα: να μιλάς από το μέλλον για το παρόν, σαν το παρόν να είναι παρελθόν. Οι συγγραφείς έβαζαν έναν μελλοντικό ιστορικό να κοιτάζει πίσω την περίοδο 1988–2073, την «Περίοδο της Παρασκιάς», και να εξηγεί γιατί οι δυτικές κοινωνίες απέτυχαν να δράσουν, όχι επειδή δεν γνώριζαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μετατρέψουν τη γνώση σε πράξη.
Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε σε μία στιγμή. Δεν υπήρξε μία μέρα κατά την οποία οι πολίτες ξύπνησαν και είπαν: «Η χώρα τελείωσε». Αυτό θα ήταν εύκολο, σχεδόν παρηγορητικό. Η ελληνική ερήμωση υπήρξε αργή, νόμιμη, στατιστική, εκλογική, πολεοδομική, μισθολογική, δημογραφική, θερμική. Ήρθε με αυξήσεις ενοικίων, με κλειστά σχολεία σε χωριά, με καμένα δάση, με νοσοκομεία που λειτουργούσαν χάρη στην αυτοθυσία των εργαζομένων τους, με νέους που έφευγαν, με ηλικιωμένους που έμεναν, με πόλεις που γίνονταν τουριστικές βιτρίνες και με χωριά που γίνονταν οικογενειακά νεκροταφεία.
Η περίοδος 1988–2076 μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις μεγάλες φάσεις:
1.1988–2008: πολιτική αναδιάταξη και μεταψυχροπολεμική/ευρωπαϊκή αυταπάτη.
2.2009–2018: οικονομική τιμωρία και μνημονιακή αναδιάρθρωση.
3.2019–2026: μεταμνημονιακή κανονικοποίηση της φθοράς.
4.2027–2076: ερήμωση, με αφετηρία την τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και κορύφωση στη Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση.
Η τέταρτη φάση είναι η μεγαλύτερη, γιατί η ερήμωση δεν είναι συμβάν αλλά διαδικασία. Δεν έχει τη μορφή πραξικοπήματος, χρεοκοπίας ή πολέμου. Έχει τη μορφή αργής αποχώρησης της ζωής από τους τόπους της. Αρχίζει ως πολιτική κανονικοποίηση της φθοράς, συνεχίζεται ως κοινωνική και παραγωγική αποσύνθεση, βαθαίνει ως κλιματική κρίση και καταλήγει ως χωροταξική και δημογραφική μετάλλαξη. Για αυτό η περίοδος 2027–2076 πρέπει να νοηθεί όχι ως ενιαία επίπεδη εποχή, αλλά ως μακρά τραγική ακολουθία: από τη διαχείριση της παρακμής ως επιτυχίας μέχρι την αδυναμία να κατοικηθεί η χώρα όπως κατοικούνταν άλλοτε.
2027–2031: Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και η αρχή της ερήμωσης
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη δεν υπήρξε απλώς πολιτική συνέχεια. Υπήρξε ιστορική παγίωση. Η Ελλάδα μπήκε τότε σε μια φάση όπου η φθορά απέκτησε θεσμική μορφή.
Στις εκλογές του 2027, η Νέα Δημοκρατία δεν θριάμβευσε με την παλιά έννοια. Δεν επανέλαβε τα ποσοστά των προηγούμενων αναμετρήσεων. Κέρδισε επειδή οι άλλοι δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν εναλλακτικό ιστορικό υποκείμενο. Η αποχή ήταν τεράστια. Η προοδευτική ψήφος κατακερματισμένη. Η κοινωνική οργή πραγματική αλλά άμορφη. Η Δεξιά δεν χρειαζόταν πια να εμπνέει. Αρκούσε να φαίνεται διοικητικά αναπόφευκτη.
Αυτό ήταν το πρώτο γνώρισμα της ερήμωσης: η πολιτική ζωή έχασε την ικανότητα να παράγει μέλλον.
Η κυβέρνηση παρουσίασε την τρίτη της εντολή ως περίοδο ώριμης σταθεροποίησης. Οι διεθνείς οίκοι, οι αγορές, τα επιχειρηματικά φόρουμ και οι ευρωπαϊκές εκθέσεις μιλούσαν για μεταρρυθμιστική συνέχεια. Η Ελλάδα, έλεγαν, είχε αφήσει πίσω της την εποχή της κρίσης. Ήταν χώρα αξιόπιστη, επενδυτική, ψηφιακή, τουριστική, γεωπολιτικά χρήσιμη.
Αλλά στο εσωτερικό της χώρας συνέβαινε κάτι άλλο.
Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη γίνονταν όλο και πιο αβίωτες για τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτές. Τα ενοίκια απορροφούσαν μισθούς. Οι νέοι ζούσαν περισσότερο με τους γονείς τους ή έφευγαν έξω. Οι εκπαιδευτικοί, οι νοσηλευτές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι των υπηρεσιών, οι διανομείς, οι υπάλληλοι του τουρισμού, όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνέχισαν να υπάρχουν, αλλά έπαψαν να αποτελούν κοινωνικό σχέδιο. Ήταν απλώς λειτουργικό υπόστρωμα.
Η χώρα πουλιόταν ως εμπειρία σε ανθρώπους που δεν θα έμεναν ποτέ αρκετά ώστε να υποστούν τις συνέπειες της αγοράς τους. Τα νησιά μετατράπηκαν σε εποχιακές μηχανές κέρδους. Η κατοικία έγινε πλατφόρμα. Το νερό έγινε ζήτημα. Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό κοιμούνταν συχνά σε συνθήκες που θύμιζαν περισσότερο αποθήκευση εργατικού δυναμικού παρά ζωή. Οι τοπικές κοινωνίες άρχισαν να υπάρχουν δύο φορές: μία για τους επισκέπτες και μία για τους κατοίκους. Η πρώτη ήταν φωτισμένη. Η δεύτερη κουρασμένη.
Η ύπαιθρος άδειαζε. Όχι με δραματικές σκηνές. Με κλειστά σχολεία. Με αγροτικά σπίτια που άνοιγαν μόνο τον Αύγουστο. Με χωριά όπου ο μέσος όρος ηλικίας ανέβαινε πιο γρήγορα από τη θερμοκρασία. Με χωράφια που καλλιεργούνταν όλο και δυσκολότερα λόγω κόστους, νερού, καιρικής αστάθειας και έλλειψης νέων ανθρώπων.
Η ερήμωση δεν ήταν μόνο δημογραφική. Ήταν και ηθική. Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τη χώρα σαν να μην τους ανήκει. Όχι από κοσμοπολιτισμό, αλλά από παραίτηση. Η φράση «εδώ δεν αλλάζει τίποτα» έγινε το καθημερινό ισοδύναμο της αρχαίας μοίρας.
Κατά την τρίτη τετραετία, η κλιματική κρίση μετατράπηκε σε μόνιμη διοικητική συνθήκη. Κάθε καλοκαίρι ήταν «δύσκολο». Κάθε πυρκαγιά ήταν «πρωτοφανής». Κάθε πλημμύρα ήταν «ακραία». Κάθε αποτυχία του κράτους ήταν αποτέλεσμα «φαινομένων πέρα από κάθε πρόβλεψη». Έτσι η εξαίρεση έγινε κανονικότητα, αλλά χωρίς ποτέ να ονομαστεί κανονικότητα της κατάρρευσης.
Το τραγικό στοιχείο της περιόδου δεν ήταν ότι η κυβέρνηση δεν γνώριζε. Όλοι γνώριζαν. Υπήρχαν εκθέσεις, δεδομένα, προειδοποιήσεις, χάρτες κινδύνου, επιστημονικές μελέτες, ευρωπαϊκές οδηγίες, προηγούμενες καταστροφές. Όπως στο παγκόσμιο σχήμα των Oreskes και Conway, η αποτυχία δεν ήταν άγνοια. Ήταν αδυναμία ή άρνηση μετατροπής της γνώσης σε πράξη.
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη υπήρξε επομένως η ελληνική «περίοδος της παρασκιάς» μέσα στην ευρύτερη Περίοδο της Παρασκιάς. Οι πολίτες έβλεπαν τα σημάδια, αλλά δεν μπορούσαν να τα οργανώσουν σε πολιτικό συμπέρασμα. Τα ζούσαν ως ακρίβεια, ως φωτιά, ως κούραση, ως ενοίκιο, ως φυγή παιδιών, ως καύσωνα, ως ιδιωτικό ραντεβού σε γιατρό, ως κλειστό σχολείο, ως καθυστέρηση τρένου, ως άγχος λογαριασμών. Δεν τα έβλεπαν ακόμη ως ενιαία ιστορική πτώση.
Γι’ αυτό και η περίοδος ήταν τόσο κρίσιμη. Όχι επειδή δημιούργησε όλα τα προβλήματα, αλλά κατάφερε να συνυπάρχουν χωρίς εξέγερση.
Γύρω στο 2040, η κλιματική κρίση έπαψε να είναι κύκλος κρίσεων και έγινε υπόβαθρο ζωής. Οι καύσωνες δεν ήταν πια έκτακτα γεγονότα. Ήταν εποχή. Η ξηρασία δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν δομή.
Το 2041, η παγκόσμια διατροφική κρίση έφτασε στην Ελλάδα ως ακρίβεια, περιορισμός, ανασφάλεια και φόβος. Η χώρα εξαρτιόταν ακόμη από εισαγωγές βασικών αγαθών. Τα ελληνικά νοικοκυριά, ήδη εξαντλημένα από δεκαετίες πιέσεων, μπήκαν σε νέα περίοδο διατροφικής προσαρμογής. Η λέξη «δελτίο» επανήλθε πρώτα ως φήμη, μετά ως τεχνική πιθανότητα, και τελικά ως τοπικό μέτρο σε περιόδους κρίσης.
Το 2042, όταν οι διεθνείς δυνάμεις προχώρησαν στο πρόγραμμα γεωμηχανικής, η Ελλάδα συμμετείχε ως μικρό κράτος σε μια απόφαση που την ξεπερνούσε. Η τεχνολογική διαχείριση του πλανητικού κλίματος παρουσιάστηκε ως αναγκαίο κακό. Για λίγα χρόνια, πράγματι, φάνηκε να προσφέρει ανακούφιση.
Αλλά η ανακούφιση ήταν παγίδα. Όταν το πρόγραμμα σταμάτησε το 2047 και το θερμικό σοκ επέστρεψε με βιαιότητα, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πιο σκληρή της δεκαετία. Καύσωνες, πυρκαγιές, πίεση στα νοσοκομεία, βλάβες στο ηλεκτρικό δίκτυο, απώλεια αγροτικών αποδόσεων, θάνατοι ηλικιωμένων και εργαζομένων σε εξωτερικούς χώρους. Το κράτος μιλούσε πλέον μόνιμα τη γλώσσα της πολιτικής προστασίας.
Η δημοκρατία άρχισε να μετατρέπεται σε διοίκηση κινδύνου.
2048–2060: Το τέλος του παλιού ελληνικού καλοκαιριού
Το ελληνικό καλοκαίρι, που υπήρξε κάποτε μύθος, οικονομία, μνήμη, διαφήμιση, οικογενειακή τελετουργία και διεθνές προϊόν, άλλαξε νόημα. Από υπόσχεση έγινε απειλή.
Οι θερινοί μήνες σε πολλές περιοχές έγιναν ακατάλληλοι για εργασία, τουρισμό, γεωργία ή απλή παραμονή χωρίς τεχνητή ψύξη. Ο τουρισμός μεταφέρθηκε σταδιακά προς την άνοιξη και το φθινόπωρο, αλλά οι υποδομές, οι συνήθειες και τα χρέη είχαν χτιστεί πάνω στα παλιά θεμέλια. Πολλές περιοχές δεν προσαρμόστηκαν. Άλλες προσαρμόστηκαν με τεράστιο κοινωνικό κόστος.
Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας άρχισε να πλήττει λιμάνια, παραλιακούς δρόμους, τουριστικές ζώνες, δέλτα ποταμών, χαμηλές ακτές, νησιωτικούς οικισμούς. Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, ο Βόλος, το Ηράκλειο, η Καλαμάτα, η Ρόδος, η Κέρκυρα και δεκάδες μικρότερες περιοχές χρειάστηκαν έργα προστασίας που δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν ισότιμα. Τότε γεννήθηκε η πιο σκληρή πολιτική ερώτηση της εποχής: Ποιες περιοχές θα σωθούν; Και ποιες θα εγκαταλειφθούν;
Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ ανοιχτά. Δόθηκε με προϋπολογισμούς, καθυστερήσεις, ασφαλιστικές εξαιρέσεις, τεχνικές εκθέσεις, τιμές ακινήτων και σιωπηλές αποχωρήσεις. Η ερήμωση έγινε χωροταξική πολιτική χωρίς να ονομαστεί έτσι.
2060–2070: Το κράτος της κλιματικής διαχείρισης
Μετά το 2060, η Ελλάδα είχε ήδη γίνει διαφορετική χώρα. Το μεταναστευτικό άλλαξε χαρακτήρα. Δεν αφορούσε πλέον κυρίως πολέμους ή οικονομική δυσπραγία, αλλά περιοχές που γίνονταν όλο και δυσκολότερο να κατοικηθούν. Η Βόρεια Αφρική, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος παρήγαν συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων.
Η Ελλάδα, χώρα-σύνορο της Ευρώπης, βρέθηκε ξανά στο σταυροδρόμι ανθρωπισμού και ασφάλειας. Μόνο που τώρα και η ίδια ήταν χώρα εσωτερικής κλιματικής μετακίνησης. Δεν διαχειριζόταν μόνο τους άλλους. Διαχειριζόταν και τη δική της απώλεια χώρου.
Το κράτος έγινε πιο παρεμβατικό. Διαχείριση νερού. Αποθέματα τροφίμων. Περιορισμοί δόμησης. Υποχρεωτικές ασφαλίσεις. Ζώνες εκκένωσης. Μη κατοικήσιμες περιοχές. Κλιματικά δελτία εργασίας. Προστατευμένες αγροτικές ζώνες. Μετεγκαταστάσεις υπηρεσιών.
Όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει νωρίτερα δημοκρατικά, γίνονταν τώρα αναγκαστικά. Αυτό υπήρξε η μεγάλη ειρωνεία της ελληνικής περίπτωσης, όπως και της δυτικής γενικότερα: η άρνηση του σχεδιασμού στο όνομα της ελευθερίας οδήγησε τελικά σε αυταρχικότερο σχεδιασμό στο όνομα της επιβίωσης.
Η δημοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Αλλά άλλαξε θερμοκρασία. Λειτουργούσε μέσα σε μόνιμη έκτακτη ανάγκη. Οι εκλογές συνεχίστηκαν, όμως το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν πια ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα, αλλά ποιος θα διαχειριστεί λιγότερο βίαια την αναπόφευκτη απώλεια.
Σημείωση του Α.
Ο Α. σταμάτησε εδώ. Διάβασε ξανά τις τελευταίες γραμμές και ένιωσε εκείνο το παλιό σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήξερε αν είχε γράψει ιστορία, πολιτική φαντασία, καταγγελία ή εξομολόγηση. Ίσως όλα μαζί.
Σκέφτηκε πάλι τον Μαρξ. Πρώτα σαν τραγωδία, έπειτα σαν φάρσα. Όχι, είπε μέσα του. Δεν είναι έτσι. Η φάρσα είναι μόνο η μορφή που παίρνει η τραγωδία όταν οι άνθρωποι δεν αντέχουν ακόμη να τη δουν.
Η τρίτη τετραετία, σκέφτηκε, δεν θα ήταν φάρσα. Ακόμη κι αν είχε γελοία πρόσωπα, ακόμη κι αν είχε γελοίες δηλώσεις, γελοίες τελετές, γελοία δελτία τύπου, γελοία αυτοσυγχαρητήρια, γελοίες δημοσκοπικές αναλύσεις. Θα ήταν τραγωδία. Γιατί τραγωδία δεν είναι αυτό που φαίνεται υψηλό. Τραγωδία είναι αυτό που καταστρέφει πραγματικές ζωές ενώ εμφανίζεται ως αναγκαιότητα.
Έπειτα πρόσθεσε, με μικρότερα γράμματα:
Η Ελλάδα δεν ερημώθηκε επειδή οι άνθρωποί της έπαψαν να την αγαπούν. Ερημώθηκε επειδή έμαθαν να την αγαπούν χωρίς να πιστεύουν ότι μπορούν να τη σώσουν.
Κυριακή 3 Μαΐου 2026
Εφιάλτης στον δρόμο με τις δημοσκοπήσεις
Τρίτη 28 Απριλίου 2026
Αναταραχή τότε, κανονικότητα τώρα – ο Τσίπρας και η επιστροφή του εκκρεμούς
Ομολογώ ότι ο
θαυμασμός μου για το Παιδί Αλεξίπτωτο, καθώς αυτό εξελίσσεται σε Μεσήλικα
Αλεξίπτωτο, μεγαλώνει. Κι η αγωνία μου για το ‘’ Τί θά κάνουμε χωρίς ΠαιδίΑλεξίπτωτο;’’ αποδεικνύεται υπερβολική, αν όχι άκυρη.
Ιούλιος 2016: ‘’Μεγάλη
αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’
Το αεροπλάνο
επιστρέφει από το Πεκίνο και μαζί του επιστρέφει κι ένας τρόπος να βλέπεις τον
κόσμο. Ο πρωθυπουργός Τσίπρας δεν φέρνει
μόνο συμφωνίες και επενδύσεις αλλά και μια φράση, ιερή στην επαναστατική φιλολογία, σχεδόν σαν φυλαχτό: ‘’Μεγάλη
αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση’’.
Δεν την λέει για
να περιγράψει την πραγματικότητα. Την λέει για να την αλλάξει. Για να την
ξαναβαφτίσει. Γιατί εκείνη τη στιγμή η χώρα είναι κουρασμένη, πιεσμένη,
μπλεγμένη σε διαπραγματεύσεις και αβεβαιότητες, κι όμως εκείνος επιλέγει να τη
δει αλλιώς: όχι ως κρίση, αλλά ως κίνηση. Η αναταραχή δεν τον τρομάζει, τον
κρατά. Είναι το στοιχείο του, όπως ο αέρας για τον αλεξιπτωτιστή: μέσα της
κινείται και αναπνέει.
Η πίεση γίνεται
εργαλείο, η σύγκρουση ταυτότητα, η αβεβαιότητα αφήγημα. Η χώρα μοιάζει με κάτι
που δεν έχει τελειώσει ακόμη· τίποτα δεν σταθεροποιείται, αλλά όλα παραμένουν
ανοιχτά, κι αυτό τότε μοιάζει αρκετό. Ο Τσίπρας δεν δίνει απαντήσεις, κρατά τα
πράγματα σε εκκρεμότητα, ένα διαρκές ‘’θα δούμε’’ που αφήνει χώρο για τα πάντα,
μέχρι που η αναταραχή, σιγά-σιγά, παύει να είναι υπόσχεση και αρχίζει να
γίνεται απλώς… κούραση.
Απρίλιος 2026: ‘’
Επιστρέφω για να επιστρέψει στη χώρα η σταθερότητα και η κανονικότητα’’
Δέκα χρόνια μετά,
ο ίδιος άνθρωπος επιστρέφει, αλλά αυτή τη φορά δεν φέρνει μαζί του ούτε δράκους
ούτε Μάο. Φέρνει κάτι βγαλμένο από το ντουλάπι της Δεξιάς: κανονικότητα. Και το
κάνει στους Δελφούς — γιατί αν είναι να αλλάξεις αφήγημα, καλό είναι να έχεις
και λίγη νεοφιλελεύθερη μεταφυσική υποστήριξη. ‘’Επιστρέφω για να επιστρέψει η
σταθερότητα και η κανονικότητα’’, λέει, και για μια στιγμή μένει ένα μικρό κενό
στον αέρα, σαν να ψάχνει η ίδια η φράση να θυμηθεί πού την έχουμε ξανακούσει.
Το ερώτημα δεν είναι αν άλλαξε. Το ερώτημα είναι αν κατάλαβε κάτι ή απλώς περίμενε να κουραστούμε όλοι αρκετά ώστε η κανονικότητα να ακούγεται σαν επανάσταση. Γιατί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2020, η μεγαλύτερη πολιτική καινοτομία δεν είναι να υποσχεθείς το καινούργιο.
Είναι να
υποσχεθεί ότι δεν θα συμβεί τίποτα.
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
Το κόστος εξηγείται, το κέρδος συμβαίνει
Πρωί πρωί, πριν βγω για ψώνια, έπεσα σε ένα ποστ. Αποσπάσματα από συνέδριο: δηλώσεις, λόγια καθαρά και τακτοποιημένα.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ μιλούσε για «εκ προοιμίου ενοχή». Η φράση είχε κάτι σχεδόν λογοτεχνικό. Σαν να βρισκόμαστε όλοι σε ένα μυθιστόρημα όπου το έγκλημα είναι γνωστό αλλά ο δράστης παραμένει αφηρημένος. Γιατί αν το δεις ψυχρά, κανείς δεν λέει «ανεβάζω τιμές». Λέει κάτι πιο κομψό: «προσαρμόζω περιθώρια». Το περιθώριο — αυτή η μικρή λέξη που δεν φαίνεται πουθενά αλλά εμφανίζεται πάντα στο τέλος.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ —ή τουλάχιστον το απόσπασμά του μέσα στο ποστ— έλεγε ότι το πλαφόν «τιμωρεί το κέρδος». Εκεί γέλασα λίγο. Γιατί για να τιμωρηθεί κάτι, πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο. Και για να θεωρηθεί υπεύθυνο, πρέπει να πάψει να είναι φυσικό. Και να μην αρκεί το ότι δεν είναι νόμιμο.
Στα σχόλια, κάποιος έγραφε για το κόστος. Για τα logistics. Για τις εισαγόμενες πρώτες ύλες. Ήταν σωστός. Η τιμή δεν γεννιέται στο ράφι. Έρχεται από μακριά. Από πλοία, από καύσιμα, από κόσμους που δεν βλέπεις. Αλλά το ενδιαφέρον είναι αλλού: στο ότι το κόστος πάντα εξηγείται, ενώ το κέρδος δεν λέει ποτέ από πού έρχεται.
Με αυτά στο μυαλό, βγήκα σαββατιάτικα από το σπίτι σαν καλός και συνειδητοποιημένος καταναλωτής.
Γύρισα σπίτι με τρεις σακούλες, ένα σακουλάκι από το φαρμακείο και ένα ρεζερβουάρ γεμάτο βενζίνη και υπαρξιακά ερωτήματα. Δεν μπορώ να πω ότι με έκλεψαν. Θα ήταν άδικο. Το πορτοφόλι μου άδειασε με έναν τρόπο σχεδόν ευγενικό. Κανείς δεν με πίεσε. Κανείς δεν φώναξε. Με κοίταξαν στα μάτια, μου έδωσαν απόδειξη και με άφησαν να φύγω με την αξιοπρέπειά μου άθικτη. Ένιωσα σαν να είχα βιώσει κάποια τελετουργία μετάβασης από την κατανάλωση σε ένα λογιστικό μυστήριο.
Το σούπερ μάρκετ πήγε καλά. Με την έννοια ότι δεν λιποθύμησα. Έκανα εκείνη τη μικρή διαδρομή ανάμεσα στα ράφια που μοιάζει με κοινωνικό πείραμα: μπαίνεις ως καταναλωτής και βγαίνεις ως λογιστής. Στο τυρί, που είναι αδυναμία μου, στάθηκα λίγο παραπάνω. Διάβαζα τιμές όπως διαβάζει κανείς ποίηση σε δύσκολη περίοδο: αργά, με καχυποψία, ψάχνοντας νόημα εκεί που ξέρεις ότι δεν υπάρχει
.Στο φαρμακείο, τα πράγματα ήταν πιο απλά. Εκεί δεν συγκρίνεις. Υποκύπτεις. Πλήρωσα κοιτώντας τον φαρμακοποιό που χαμογελούσε με εκείνη τη συμπάθεια που έχουν οι άνθρωποι που ξέρουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.
Στο βενζινάδικο, ο μετρητής έγραφε ευρώ αγόρταγα. Με τη βεβαιότητα που έχουν τα πράγματα που δεν αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Τον κοιτούσα και μου ήρθε η λέξη αχόρταγος. Όχι ως χαρακτηρισμός αλλά ως κατάσταση. Μια πείνα χωρίς σώμα. Δίνεις, παίρνει. Ξαναδίνεις, συνεχίζει. Όχι γιατί χρειάζεται αλλά γιατί έτσι λειτουργεί. Πριν φτάσω στο ποσό που δεν ήθελα να δω, κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι δεν πληρώνω μόνο καύσιμο. Συμμετέχω. Σε κάτι που δεν χορταίνει, δεν τελειώνει, δεν εξηγείται. Μόνο επαναλαμβάνεται.
Και κάπου εκεί, με τις σακούλες στο πάτωμα και την απόδειξη στο χέρι, θυμήθηκα το ποστ. Τα προϊόντα ήταν εκεί. Αθώα. Δεν ήξεραν τίποτα για πλαφόν, για συνέδρια, για πολιτική οικονομία. Ήταν απλώς πράγματα. Με τιμές που είχαν ήδη αποφασιστεί αλλού.
Και τότε σκέφτηκα ότι το πρόβλημα με το πλαφόν δεν είναι ότι περιορίζει το κέρδος. Είναι ότι, για μια στιγμή, αποκαλύπτει ότι το κέρδος μπορεί να περιοριστεί. Και αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί αν μπορεί να περιοριστεί, τότε δεν είναι φυσικό. Και αν δεν είναι φυσικό, τότε κάποιος το καθορίζει. Και αν κάποιος το καθορίζει, τότε κάποιος άλλος το πληρώνει.
Κοίταξα ξανά την απόδειξη. Δεν είχε χιούμορ. Αλλά είχε ακρίβεια.
Τρίτη 24 Μαρτίου 2026
Κυριακή 15 Μαρτίου 2026
Θεοκρατίες σε πόλεμο (2)
Πριν λίγους μήνες έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «Θεοκρατίες σε πόλεμο». Το έγραψα γιατί δεν άντεχα άλλο το θέατρο: το μόνιμο αφήγημα περί «δημοκρατικών κοινωνιών» που πολεμούν μια «θεοκρατία», λες και το πρόβλημα της εποχής είναι απλώς ένα λάθος καθεστώς σε ένα λάθος μέρος. Το δίπολο ήταν καθαρό, υπερβολικά καθαρό. Και ακριβώς γι’ αυτό με έκανε να δυσπιστώ. Οι ιστορίες που είναι τόσο καθαρές συνήθως δεν είναι αλήθεια· είναι εργαλείο..
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Ιδιοκτήτορες και Ενοικιοπάροικοι: Ένα 24ωρο
Ξύπνημα
Ο Στέφανος ξύπνησε πριν ακουστεί ο ήχος. Το ρολόι στο χέρι του δονήθηκε ανεπαίσθητα, σαν υπενθύμιση. Άνοιξε τα μάτια και, για λίγα δευτερόλεπτα, έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας το ταβάνι. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο ήταν ακριβώς όσο έπρεπε. Σταθερή. Το σώμα του δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί.
Σηκώθηκε και περπάτησε ξυπόλυτος μέχρι την κουζίνα. Η μηχανή του καφέ άναψε μόνη της. Ο πρώτος espresso της ημέρας είχε πάντα την ίδια γεύση, την ίδια πυκνότητα. Κάποια στιγμή, σχεδόν από συνήθεια, πήρε το κινητό και άνοιξε την εφαρμογή. Οι αριθμοί ήταν εκεί. Τα μισθώματα είχαν μπει. Όχι όλα την ίδια ώρα, αλλά όλα εγκαίρως. Κοίταξε για λίγο την οθόνη χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Ήταν απλώς επιβεβαίωση. Ένα σημάδι ότι ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί όπως τον περίμενε.
Σε ένα άλλο παράθυρο διάβασε έναν τίτλο για την αγορά ακινήτων. Ποσοστά, αυξήσεις, λέξεις που δεν τον τρόμαζαν. Χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. Δεν ένιωσε χαρά. Ένιωσε συνέπεια. Το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί με έναν αριθμό στο μυαλό του και ξύπνησε με έναν ελαφρώς μεγαλύτερο. Δεν είχε κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κι όμως, είχε συμβεί.
Ο Μάνος ξύπνησε από έναν ήχο που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το κεφάλι του. Χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι ήταν κομπρεσέρ. Κάπου κοντά. Μπορεί και δίπλα. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και κρύο. Έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Το σώμα του άργησε να συμφωνήσει με την ώρα.
Σηκώθηκε και άνοιξε το αιρκοντίσιον. Το άφησε ανοιχτό όσο έπλενε το πρόσωπό του. Όχι παραπάνω. Ο λογαριασμός του προηγούμενου μήνα ήταν ακόμα νωπός στη μνήμη του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα μάτια του έδειχναν πιο κουρασμένα απ’ όσο θυμόταν.Καθώς ντυνόταν, οι σκέψεις άρχισαν να μπαίνουν σε σειρά, σαν κουτάκια. Κοινόχρηστα. Υπόλοιπο. Ημερομηνίες. Έκανε έναν γρήγορο υπολογισμό, χωρίς χαρτί, χωρίς αριθμομηχανή. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Αν κάτι πήγαινε στραβά, δεν υπήρχε χώρος. Ούτε χρόνος.
Μετακίνηση και Καφές
Ο Στέφανος μπήκε στο αυτοκίνητο και περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα με εκείνον τον πνιχτό, καθησυχαστικό ήχο. Η λεωφόρος ήταν ήδη πνιγμένη στην κίνηση, αλλά δεν τον ενοχλούσε. Είχε κι αυτή τον ρυθμό της. Έβαλε ένα podcast και άφησε τη φωνή να γεμίσει το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Μιλούσαν για αγορές, για κύκλους, για ευκαιρίες που εμφανίζονται εκεί όπου άλλοι βλέπουν κρίση. Δεν άκουγε κάθε λέξη. Αρκούσε ο τόνος.
Σταμάτησε σε ένα φανάρι και κοίταξε μπροστά. Τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν μια γραμμή που δεν φαινόταν να τελειώνει. Δεν βιαζόταν. Ήξερε ότι θα φτάσει. Όταν είδε το κατάστημα στη γωνία, έστριψε χωρίς να το σκεφτεί. Παρήγγειλε καφέ και ένα σάντουιτς. Ο υπάλληλος χαμογέλασε μηχανικά. Ο Στέφανος πλήρωσε και κοίταξε για μια στιγμή την απόδειξη πριν τη ρίξει στο καλάθι των αχρήστων.
Καθώς έπινε τον καφέ στο αυτοκίνητο, σκέφτηκε ότι τα πράγματα είχαν ακριβύνει. Όχι με ανησυχία· περισσότερο σαν παρατήρηση. Σαν κάτι που διαβάζεις στον καιρό. Αν είχε μετοχές σε εταιρείες τροφίμων, ίσως να ήταν και καλό νέο. Έβαλε μπρος και ξαναμπήκε στην κίνηση, αφήνοντας πίσω το κατάστημα, την απόδειξη και τις σκέψεις για την ακρίβεια.
Ο Μάνος στεκόταν όρθιος στο τρόλεϊ, κρατώντας μια χειρολαβή που γυάλιζε από τη χρήση. Το μηχανάκι του έμενε παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι. Τα λάστιχα είχαν σχεδόν λιώσει, αλλά θα άντεχαν λίγο ακόμα. Τα κρατούσε για ώρα ανάγκης. Γύρω του, σώματα κολλημένα το ένα στο άλλο, βλέμματα χαμηλωμένα. Κανείς δεν μιλούσε, εκτός από μια γυναίκα λίγο πιο πέρα.
«Δεν βγαίνω, Χριστίνα μου», έλεγε στο τηλέφωνο. «Σου λέω, δεν βγαίνω. Μου ζήτησε αύξηση πενήντα ευρώ»
Ο Μάνος ένιωσε ένα ρίγος να του ανεβαίνει στη σπονδυλική στήλη. Δεν ήταν τα πενήντα ευρώ. Ήταν η φράση. Την είχε ακούσει κι άλλες φορές, από άλλους, σε άλλα μέσα. Πάντα με τον ίδιο τόνο. Σαν αναγγελία.
Όταν έφτασε στο γραφείο, άφησε το μπουφάν στην καρέκλα και πήγε στο κυλικείο. Πήρε έναν καφέ. Πλήρωσε και, για μια στιγμή, έμεινε να κοιτάζει το ποτήρι. Θυμήθηκε πόσο έκανε πέρυσι. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Η διαφορά ήταν μικρή, αλλά σταθερή. Την ένιωσε σαν βάρος στο χέρι του. Σκέφτηκε μια λέξη που δεν θα έλεγε ποτέ φωναχτά και ήπιε την πρώτη γουλιά.
Σούπερ Μάρκετ
και Επένδυση
Το απόγευμα
κύλησε ήσυχα για τον Στέφανο. Δεν είχε κάτι επείγον να κάνει, οπότε πέρασε από
το ντελικατέσεν της γειτονιάς του, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Η
πόρτα άνοιξε αθόρυβα και τον τύλιξε μια γνώριμη μυρωδιά: τυριά, κρασί, κάτι
ξηρό και παλιό που έδινε την αίσθηση διάρκειας. Ζήτησε δύο κομμάτια, άκουσε
ονόματα, χρονιές, περιοχές. Έγνεψε καταφατικά. Δεν ρώτησε τιμές. Δεν είχε
νόημα.
Στο ταμείο,
έβγαλε την κάρτα και περίμενε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Η απόδειξη μπήκε
διπλωμένη στην τσέπη, χωρίς να διαβαστεί. Στον δρόμο για το σπίτι άκουγε
ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Μιλούσαν για πλεονάσματα, για επιδόσεις καλύτερες του
αναμενόμενου. Οι λέξεις ήταν ίδιες με αυτές που άκουγε εδώ και μήνες.
Σταθερότητα. Εμπιστοσύνη. Αγορές.
Όταν έφτασε
σπίτι, άφησε τις σακούλες στον πάγκο και άνοιξε την τηλεόραση. Οι ίδιες
ειδήσεις, αυτή τη φορά με εικόνα. Γραφήματα που ανέβαιναν. Δηλώσεις μετρημένες.
Ένιωσε μια ήρεμη βεβαιότητα. Όχι ενθουσιασμό· κάτι πιο βαθύ. Το αίσθημα ότι τα
πράγματα, παρά τον θόρυβο, πήγαιναν όπως έπρεπε. Ότι το σύστημα είχε ισορροπία.
Και ότι αυτή η ισορροπία τον περιλάμβανε.
Ο Μάνος μπήκε στο
σούπερ μάρκετ λίγο πριν κλείσει. Τα φώτα ήταν δυνατά, σχεδόν επιθετικά. Τα
καρότσια έτριζαν. Στον διάδρομο με τα λαχανικά, μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατούσε
τρεις ντομάτες και τις ζύγιζε ξανά και ξανά, σαν να περίμενε διαφορετικό
αποτέλεσμα. Ο Μάνος την προσπέρασε χωρίς να κοιτάξει. Ήξερε το βλέμμα. Το είχε
δει πολλές φορές.
Στάθηκε μπροστά
στο ράφι με τα απορρυπαντικά. Το μεγάλο μπουκάλι είχε πάλι ανέβει. Το πήρε στα
χέρια του και το ξαναέβαλε στη θέση του. Σκέφτηκε κάτι που είχε ακούσει το
πρωί: ότι ο πληθωρισμός είχε πέσει. Το είπε από μέσα του, σαν δοκιμή. Δεν του
φάνηκε αληθινό.
Γέμισε το καλάθι
με τα απολύτως απαραίτητα. Όχι αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που δεν μπορούσε να
αποφύγει. Στο ταμείο, κοίταξε την οθόνη καθώς ανέβαινε το ποσό. Σαράντα πέντε
ευρώ. Έβγαλε την κάρτα και πλήρωσε. Η σακούλα ήταν ελαφριά.
Στον δρόμο για το
σπίτι, σκέφτηκε το ψυγείο. Πριν τρία χρόνια, με τα ίδια χρήματα, το γέμιζε.
Τώρα, απλώς το διατηρούσε. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και άφησε τις
σακούλες στο τραπέζι. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο. Πολύ ήσυχο.
Το Τηλεφώνημα
Ο Στέφανος
καθόταν στον καναπέ με το φως χαμηλωμένο. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο. Είχε
ανοίξει την ατζέντα στο κινητό και περνούσε τα ονόματα με τον αντίχειρα,
μηχανικά, σαν να έλεγχε κάτι που ήξερε ήδη. Στάθηκε σε ένα. Το κοίταξε λίγο
περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
Το συμβόλαιο
έληγε τον επόμενο μήνα.
Σκέφτηκε ότι ο
Μάνος ήταν συνεπής. Δεν είχε καθυστερήσει ποτέ. Δεν είχε δημιουργήσει πρόβλημα.
Από τους καλούς. Αλλά αυτό δεν είχε σχέση με το θέμα. Το θέμα ήταν αλλού. Το
είχε δει γύρω του, το είχε ακούσει στα τραπέζια, το είχε διαβάσει σε αριθμούς.
Οι τιμές είχαν φύγει. Το διπλανό διαμέρισμα είχε νοικιαστεί πολύ παραπάνω. Τα
τετρακόσια πενήντα του φάνηκαν ξαφνικά λίγα. Σχεδόν αφελή.
Δεν το ένιωσε σαν
πίεση. Ούτε σαν επιλογή. Περισσότερο σαν διόρθωση. Κάτι που έπρεπε να γίνει για
να επανέλθει η ισορροπία. Πάτησε κλήση.
Το κινητό του
Μάνου άρχισε να χτυπάει πάνω στο τραπέζι. Το είδε και δεν το σήκωσε αμέσως. Το
όνομα στην οθόνη ήταν σαφές. Έμεινε να το κοιτάζει, σαν να περίμενε να αλλάξει.
Όταν απάντησε, η φωνή του τού φάνηκε ξένη.
— Γεια σου, Μάνο
μου, τι κάνεις;
— Καλά, κύριε Στέφανε. Πείτε μου.
Η φωνή από την
άλλη άκρη ήταν ήρεμη, σχεδόν φιλική. Ο Στέφανος μιλούσε αργά, με εκείνον τον
τόνο που χρησιμοποιείς όταν θέλεις να δείξεις ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
— Λοιπόν, λήγει
το συμβόλαιο τον άλλο μήνα. Ξέρεις πώς έχουν πάει τα πράγματα. Οι τιμές, τα
έξοδα… Δεν βγαίνω, αγόρι μου. Πρέπει να το πάμε στα εξακόσια.
Ο Μάνος δεν
απάντησε αμέσως. Στάθηκε όρθιος στο σαλόνι, με το κινητό στο αυτί. Τα νούμερα
άρχισαν να περνούν από το μυαλό του χωρίς σειρά. Ενοίκιο. Ρεύμα. Φαγητό. Το
ποσό που κρατούσε στην άκρη — αν μπορούσε να το κρατήσει.
— Τα εξακόσια
είναι πολλά, είπε τελικά. Ο μισθός μου είναι εννιακόσια πενήντα.
Υπήρξε μια μικρή
παύση. Όχι αμηχανία. Περισσότερο υπολογισμός.
— Το καταλαβαίνω,
Μάνο μου. Όλοι δυσκολευόμαστε. Αλλά κι εγώ έχω υποχρεώσεις. Και, να σου πω την
αλήθεια, σου κάνω και χάρη. Αλλού ζητάνε εφτακόσια. Σκέψου το και πες μου μέχρι
Παρασκευή. Αλλιώς… ξέρεις, υπάρχει ενδιαφέρον.
Η λέξη έμεινε να
αιωρείται. Ενδιαφέρον.
— Εντάξει, είπε ο
Μάνος. Θα σας πω.
Έκλεισαν.
Ο ήχος της
γραμμής που κόπηκε γέμισε το δωμάτιο. Ο Μάνος έμεινε ακίνητος, με το κινητό
ακόμα στο χέρι. Ένιωσε κάτι να κατεβαίνει αργά στο στομάχι του. Όχι θυμό. Όχι
φόβο. Κάτι πιο βαρύ. Σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί χωρίς αυτόν.
Η Νύχτα
Ο Στέφανος έσβησε το φως στο σαλόνι και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Η μέρα είχε κυλήσει όπως έπρεπε. Όσα χρειάζονταν είχαν τακτοποιηθεί.
Πριν κλείσει τα μάτια, το διαμέρισμα πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του. Αν ο Μάνος έφευγε, δεν θα ήταν πρόβλημα. Ένα βάψιμο, λίγες φωτογραφίες, και η αγγελία θα ανέβαινε μόνη της. Οι τιμές ήταν εκεί. Το ήξερε. Είχε δει τα παραδείγματα. Είχε ακούσει τις ιστορίες. Πάντα υπήρχαν λύσεις.
Γύρισε στο πλάι. Η αναπνοή του έγινε αργή, σταθερή. Στον ύπνο του, εικόνες μπλέχτηκαν χωρίς βάρος: γραφήματα που ανέβαιναν, αριθμοί που έκλειναν σωστά, λέξεις όπως «σταθερότητα» και «εμπιστοσύνη», λέξεις που δεν χρειάζονταν εξήγηση. Κοιμήθηκε βαθιά, σαν άνθρωπος που δεν περιμένει τίποτα δυσάρεστο από το πρωί.
Ο Μάνος δεν άναψε το φως. Καθόταν στον καναπέ, με τα πόδια στο πάτωμα και τα χέρια ακίνητα στα γόνατα. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από τον δρόμο. Ένα φανάρι άλλαζε χρώμα κάθε τόσο, ρίχνοντας σκιές στους τοίχους. Κοίταζε το ταβάνι χωρίς να το βλέπει πραγματικά.
Το τηλεφώνημα γύριζε στο μυαλό του χωρίς λόγια πια. Μόνο αριθμοί. Τα εξακόσια. Τα εννιακόσια πενήντα. Αυτό που έμενε. Αυτό που δεν έμενε. Προσπάθησε να σκεφτεί πρακτικά, σαν να ήταν κάποιος άλλος. Τι θα έκανε; Πού θα πήγαινε; Πόσο αντέχει κανείς να μικραίνει τη ζωή του χωρίς να το πει δυνατά;
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Ήπιε λίγο νερό. Γύρισε πίσω και κάθισε πάλι. Δεν ένιωθε φθόνο. Ούτε ζήλια. Αυτό που ένιωθε ήταν κάτι πιο σταθερό. Όχι απώλεια, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι είχε κλείσει οριστικά.
Λίγο μετά τις δύο, άνοιξε τον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε μηχανικά. Αγγελίες. Τετραγωνικά. Περιοχές. Τιμές. Διάβαζε χωρίς να σταματά. Ένα ημιυπόγειο. Είκοσι πέντε τετραγωνικά. Τετρακόσια ευρώ. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, όχι για να ξεκουραστεί, αλλά για να αντέξει την εικόνα.
Έξω, η πόλη είχε σχεδόν σωπάσει. Κάπου μακριά πέρασε ένα αυτοκίνητο. Ο Μάνος έμεινε καθισμένος στο σκοτάδι. Ψιθύρισε κάτι που δεν περίμενε απάντηση και έκλεισε την οθόνη.
Το Χάσμα
Το εικοσιτετράωρο
τελείωσε χωρίς να αφήσει ίχνη. Κανένα γεγονός που να το
ξεχωρίζει από τα προηγούμενα. Μια μέρα όπως όλες οι άλλες, που πέρασε και
καταγράφηκε μόνο σε μικρές μεταβολές: σε αριθμούς που ανέβηκαν, σε αντοχές που
μειώθηκαν.
Ο Στέφανος
ξύπνησε την επόμενη μέρα όπως ακριβώς είχε κοιμηθεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει
αισθητά, κι όμως κάτι είχε προστεθεί. Όχι κάτι που να πιάνεται. Κάτι που υπήρχε
ήδη, απλώς λίγο περισσότερο. Η αξία, το περιθώριο, η ασφάλεια. Δεν χρειαζόταν
να το μετρήσει. Το ήξερε από τον τρόπο που στεκόταν μέσα στο δωμάτιο.
Ο Μάνος ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε χαθεί. Όχι απότομα, αλλά σταδιακά, σαν αέρας που φεύγει από έναν χώρο που δεν ήταν ποτέ εντελώς κλειστός. Δεν είχε χάσει δουλειά, ούτε σπίτι — ακόμα. Είχε χάσει, όμως, τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μπορούν να μείνουν όπως είναι. Και αυτό ήταν αρκετό.
Συμπέρασμα
Αν κάποιος
κοίταζε τη χώρα από μακριά, θα έβλεπε μια γραμμή που ανεβαίνει. Μια ιστορία
επιτυχίας, επιβεβαιωμένη με αριθμούς. Αν πλησίαζε λίγο περισσότερο, θα έβλεπε
δύο ανθρώπους που δεν συναντήθηκαν ποτέ πραγματικά, παρότι συνδέονταν με τον
πιο άμεσο τρόπο. Ο ένας ζούσε από το βάρος που σήκωνε ο άλλος, χωρίς να το
νιώθει. Ο άλλος σήκωνε βάρος χωρίς να το βλέπει κανείς.
Το χάσμα δεν ήταν
αποτέλεσμα σύγκρουσης. Κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν αδίκησε με τη στενή έννοια
της λέξης. Όλα έγιναν νόμιμα, λογικά, ορθολογικά. Αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό
στοιχείο. Το σύστημα δεν έτριζε. Δούλευε.
Και ακριβώς γι’
αυτό, το χάσμα μεγάλωνε. Ο Στέφανος και ο Μάνος συνέχισαν τη ζωή τους. Ο ένας
με την αίσθηση ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο άλλος με την αίσθηση
ότι το έδαφος μετακινείται. Ανήκαν στην ίδια πόλη, στην ίδια εποχή, στην ίδια
οικονομία. Αλλά όχι στην ίδια πραγματικότητα.
Το εικοσιτετράωρο
είχε κλείσει τον κύκλο του.





