Είδα μια ατάκα της Λατινοπούλου στο Facebook. Συμβαίνουν αυτά. Εκεί που σκρολάρεις αμέριμνος ανάμεσα σε γάτες, πυρκαγιές, διαφημίσεις για ορθοπεδικά στρώματα, ένα ακόμη βίντεο όπου κάποιος εξηγεί γιατί ο κουρκουμάς θεραπεύει περίπου τα πάντα και την τελευταία φωτογραφία ενός παλιού συμμαθητή που αποφάσισε στα 59 του ότι η ανθρωπότητα δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει χωρίς να δει το χταπόδι που έφαγε στην Πάρο, σκάει μύτη η όμορφη φασίστρια και σε επαναφέρει στα μεγάλα ερωτήματα του δυτικού πολιτισμού.
Η ερώτηση ήταν από εκείνες τις χαζοχαρούμενες που επινοούν τα podcast όταν θέλουν να στριμώξουν τον καλεσμένο χωρίς να κουράσουν το κοινό με τίποτε δυσάρεστα πράγματα όπως η οικονομία. Βρίσκεσαι, λέει, σ’ ένα νησί μόνο με Ρομά, πρέπει αναγκαστικά να επιλέξεις έναν άντρα και καλείσαι να πεις ποιο χαρακτηριστικό του θα μπορούσε να σε κάνει να τον επιλέξεις. Η Λατινοπούλου απαντά: «Κανένα και τίποτα στον κόσμο». Κι επειδή προφανώς αισθάνθηκε ότι η πρόταση δεν είχε ακόμη αποκτήσει το απαιτούμενο ιδεολογικό βάθος, συμπλήρωσε ότι θα προτιμούσε να πέσει στη θάλασσα, να κολυμπήσει με τους καρχαρίες και, «κοινώς», να αυτοκτονήσει.
Κοίταξα λίγο την οθόνη. Όχι από έκπληξη ακριβώς. Έχουμε προ πολλού ξεπεράσει την εποχή κατά την οποία μπορούσε να σε εκπλήξει η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Περισσότερο από επαγγελματική περιέργεια. Έχω αυτή την κακή συνήθεια: όταν βλέπω έναν βόθρο θέλω να ξέρω αν πρόκειται για μεμονωμένη λακκούβα ή αν από κάτω υπάρχει οργανωμένο αποχετευτικό δίκτυο. Πήγα λοιπόν και βρήκα ολόκληρη τη συνέντευξη.
Κακώς. Διότι μετά από λίγο συνειδητοποίησα ότι οι καρχαρίες ήταν σχεδόν το πιο συμπαθητικό κομμάτι.
Η συνέντευξη, πάντως, είναι εξαιρετική. Το λέω χωρίς ίχνος ειρωνείας. Όχι βέβαια ως δημοσιογραφία αλλά ως ακτινογραφία πολιτικού τύπου.
Έχει σχεδόν όλο το πακέτο. Woke και political correctness, μετανάστες και απελάσεις, Ρομά και εγκληματικότητα, πατρίδα και οικογένεια, Gay Pride και «κανονικά» φύλα, Θεό, πειθαρχία, πόνο, ισχυρούς ανθρώπους, τεμπέληδες και, πάνω απ’ όλα, εκείνη την ακατανίκητη πεποίθηση κάθε σύγχρονου ακροδεξιού ότι τίποτε από αυτά δεν αποτελεί ιδεολογία. Ιδεολογία έχουν πάντα οι άλλοι. Οι φεμινίστριες έχουν ιδεολογία, οι μαρξιστές έχουν ιδεολογία, οι woke έχουν ιδεολογία, οι τρανς έχουν ιδεολογία, ακόμη και ο δυστυχής καθηγητής που ζητά να μην αποκαλούνται συλλήβδην «γύφτοι» οι Ρομά πιθανότατα έχει ιδεολογία. Εκείνη έχει απλώς την πραγματικότητα. Τη Λογική.
Εξ ου και Φωνή Λογικής.
Σε κάποια στιγμή τη ρωτούν τι θα έκανε αν είχε απόλυτη εξουσία. Εδώ η συνέντευξη αποκτά ξαφνικά ενδιαφέρον, διότι αν δώσεις σε έναν πολιτικό για τριάντα δευτερόλεπτα τον Θεό του κράτους, μαθαίνεις συνήθως πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μάθαινες διαβάζοντας εκατό σελίδες προγράμματος. Θα μπορούσε να πει ότι θα έφτιαχνε τα νοσοκομεία, ότι θα καταπολεμούσε τη στεγαστική κρίση, ότι θα αύξανε τους μισθούς, ότι θα φορολογούσε τη μεγάλη περιουσία, ότι θα ανασυγκροτούσε την παιδεία ή, τέλος πάντων, ότι θα έκλεινε τις λακκούβες στην Εθνική, κάτι να δείχνει πως έχει παρατηρήσει ότι στην Ελλάδα ζουν και άνθρωποι που δεν είναι μετανάστες.
Η απάντηση είναι άλλη: «Απελάσεις. Σκούπα σε όλη την Ελλάδα. Καταγραφή, σύλληψη… και απελάσεις».
Η λέξη «σκούπα» αξίζει περισσότερο από ολόκληρη πολιτική διακήρυξη. Η σκούπα, όσο θυμάμαι, δεν αποτελεί μέσο κοινωνικής πολιτικής. Δεν χρησιμοποιείται για τη διαχείριση ανθρώπων αλλά για την απομάκρυνση εκείνων των πραγμάτων που θεωρούνται βρωμιά, σκόνη, ψίχουλα, απορρίμματα. Και ξαφνικά ολόκληρη η φασιστική φαντασίωση της κοινωνικής κάθαρσης βρίσκεται συμπυκνωμένη σε ένα οικιακό εργαλείο.
Κατά τα άλλα μην είμαστε υπερβολικοί. Δεν είναι φασισμός. Είναι housekeeping.
Το πράγμα γίνεται ακόμη καθαρότερο όταν επιστρέφουν στους Ρομά. Ο παρουσιαστής, προς τιμήν του, κάνει δεύτερο πείραμα. Έστω, λέει, ότι συναντάς έναν άντρα πανέξυπνο, πανέμορφο, ισχυρό, που έχει μάλιστα και τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις με σένα. Όλα δηλαδή τα χαρακτηριστικά που λίγο πριν η ίδια είχε δηλώσει πως εκτιμά. Υπάρχει μία μόνο λεπτομέρεια: είναι Ρομά.
«Άντε πάλι με τους γύφτους», «είπαμε όχι με γύφτους».
Εδώ τουλάχιστον γλιτώνουμε το παραδοσιακό «δεν είμαι ρατσιστής, αλλά». Το «αλλά» έχει απολυθεί λόγω πλεονασμού. Μπορείς να είσαι ο Αϊνστάιν, ο Μπραντ Πιτ και ο Τσώρτσιλ σε ένα πρόσωπο αλλά αν είσαι Ρομά, τελείωσες.
Και αυτό έχει όνομα. Λέγεται φυλετική ουσιοκρατία. Δεν ενδιαφέρει τι κάνει ο άνθρωπος, τι σκέφτεται, πώς ζει, τι εργασία κάνει, τι χαρακτήρα έχει. Αρκεί τι είναι — ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, τι έχει αποφασίσει ο ρατσιστής ότι είναι. Το συγκεκριμένο πρόσωπο διαλύεται μέσα σε μια συλλογική κατηγορία, κι αυτή ακριβώς είναι μία από τις βασικές γραμματικές πράξεις του φασιστικού λόγου. Ο Εβραίος. Ο κομμουνιστής. Ο μετανάστης. Ο γύφτος. Ο ανώμαλος. Ο woke. Πρώτα αφαιρείς το όνομα, την ιστορία και το πρόσωπο. Ύστερα τα υπόλοιπα γίνονται ασυγκρίτως ευκολότερα.
Η συνέχεια είναι ακόμη διδακτικότερη. Οι Ρομά, μας πληροφορεί, «κοροϊδεύουν την κοινωνία γενικά». Αυτό το «γενικά» είναι αριστούργημα πολιτικής οικονομίας. Εξοικονομεί τρομερό κόπο. Δεν χρειάζεσαι ιστορία, δεν χρειάζεσαι κοινωνιολογία, δεν χρειάζεσαι φτώχεια, ταξικό αποκλεισμό, σχολική διαρροή, γκετοποίηση, κρατική πολιτική, αγορά εργασίας. Δεν χρειάζεσαι τίποτε από όλα αυτά τα κουραστικά που κάνουν τον κόσμο περίπλοκο.
Γενικά. Έτσι είναι αυτοί.
Αυτό είναι άλλωστε ένα από τα παλαιότερα κόλπα της κυρίαρχης ιδεολογίας: παίρνεις το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής σχέσης και το παρουσιάζεις ως φυσικό χαρακτηριστικό εκείνου που βρίσκεται στο κάτω μέρος της. Αποκλείεις επί δεκαετίες έναν πληθυσμό, τον αφήνεις να αναπαράγεται στις παρυφές της αγοράς εργασίας και του εκπαιδευτικού συστήματος, φωτογραφίζεις ύστερα την εξαθλίωση που παρήγαγες και αναφωνείς θριαμβευτικά: «Βλέπετε; Αυτοί είναι».
Έτσι εξαφανίζεται η κοινωνία και μένει η φυλή. Πραγματικά, πολύ οικονομικό σύστημα σκέψης.
Δεν χρειάζεται ούτε βιβλιοθήκη.
Μετά έρχεται η οικογένεια. Όχι, φυσικά, οποιαδήποτε οικογένεια, αλλά η μία, η σωστή, η βγαλμένη από το εικονοστάσι: μητέρα, πατέρας, παιδιά. Η οικογένεια είναι «ό,τι πιο ιερό έχουμε». Οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να είναι φίλοι της, αρκεί βεβαίως να μην αρχίσουν τίποτε περί παιδιών.
Εκεί υπάρχει «κόκκινη γραμμή». Το Gay Pride δεν αρέσει. Το gender αντιμετωπίζεται περίπου σαν ψυχιατρική επιδημία. Το woke είναι παρακμή.
Και κάπου εδώ αναγνωρίζεις τη συνταγή. Την έχεις ξαναδεί. Από τη Φλόριντα μέχρι τη Βουδαπέστη και από το MAGA μέχρι τους Patriots for Europe αλλάζουν τα ονόματα, οι σημαίες και τα εθνικά φαγητά, αλλά το μενού παραμένει εντυπωσιακά σταθερό: σύνορα, έθνος, οικογένεια, Θεός, anti-woke, εσωτερικοί εχθροί.
Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν είναι ότι υπάρχουν μερικοί παλαβοί ταυτόχρονα σε διάφορες χώρες της Δύσης. Αυτό θα ήταν εύκολο. Το ενδιαφέρον είναι γιατί ο ίδιος πολιτικός λόγος αποκτά ταυτόχρονα μαζική ζήτηση σε κοινωνίες διαφορετικής ιστορίας.
Και κάπου εκεί πρέπει να αφήσουμε για λίγο τις αντωνυμίες και να θυμηθούμε τον καπιταλισμό.
Μισός αιώνας νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης έχει αφήσει πίσω του επισφαλή εργασία, μισθούς που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το κόστος ζωής, κατοικία μεταμορφωμένη σε χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο, δημόσιες υπηρεσίες που συρρικνώνονται, πλούτο που συγκεντρώνεται και μικροαστικά στρώματα που κοιτάζουν προς τα κάτω με τον τρόμο ότι αύριο μπορεί να βρίσκονται εκεί. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στον Μαρξ για να δεις το εύφλεκτο υλικό. Χρειάζεται απλώς να πληρώνεις ενοίκιο.
Το μεγάλο πολιτικό ερώτημα είναι πού θα κατευθυνθεί αυτή η οργή. Και εδώ η Ακροδεξιά αναλαμβάνει τη δουλειά του τροχονόμου της ταξικής αγανάκτησης.
Προς τα πάνω; Δυστυχώς ο δρόμος είναι κλειστός. Οπότε, παρακαλώ, στρίψτε δεξιά. Έχουμε τους μετανάστες.
Και πράγματι, η κοινωνία της κυρίας αυτή είναι γεμάτη ανθρώπους που φταίνε. Φταίνε οι «λαθρομετανάστες», οι γύφτοι, οι woke, οι ΛΟΑΤΚΙ, οι τεμπέληδες, η Αριστερά, οι Βρυξέλλες, εκείνοι που δεν πιστεύουν αρκετά στον Θεό, στην οικογένεια ή στην προσωπική δύναμη. Πρόκειται για εξαιρετικά πολυπληθή κοινωνία ενόχων.
Έναν τύπο όμως δυσκολεύομαι να εντοπίσω. Το αφεντικό. Πουθενά. Σαν να πέρασε από το πλάνο ακριβώς τη στιγμή που άλλαζαν κάμερα. Δεν υπάρχει ιδιοκτήτης, fund, μεγάλη επιχείρηση, εργοδότης, τράπεζα, μονοπώλιο, πρόσοδος, υπεραξία, κεφάλαιο. Κι όμως υπάρχει ο γύφτος.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ο λόγος για τον οποίο η Ακροδεξιά, πίσω από τις αντικαθεστωτικές κραυγές της, αποτελεί τόσο παλιά και τόσο χρήσιμη μηχανή της ταξικής κοινωνίας. Παίρνει μια κάθετη αντίθεση και τη γυρίζει ενενήντα μοίρες:
Η σύγκρουση εργασία–κεφάλαιο μετατρέπεται σε Έλληνας–μετανάστης, φτωχός–φτωχότερος, εργαζόμενος–επιδοματούχος, «κανονικός»–woke.
Κι έτσι ο εργάτης και το αφεντικό του ανακαλύπτουν αίφνης ότι είναι αδέλφια: Έλληνες, χριστιανοί, οικογενειάρχες, άνθρωποι της κοινής λογικής. Απέναντί τους βρίσκεται ο Πακιστανός ντελιβεράς που δουλεύει δώδεκα ώρες για να τους φέρει το σουβλάκι.
Εξαιρετική πολιτική επιτυχία. Για το αφεντικό.
Υπάρχει, τέλος, κάτι πολύ σημαντικό στη Λατινοπούλου που εξηγεί γιατί η νέα Ακροδεξιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν απλή επανέκδοση της Χρυσής Αυγής. Δεν έχει ξυρισμένο κεφάλι, δεν φοράει μαύρο μπλουζάκι, δεν χρειάζεται να κυκλοφορεί περιστοιχισμένη από μπράβους και δεν επιθυμεί να θυμίζει νεοναζί του 1993. Είναι μορφωμένη, περιποιημένη, επαγγελματικά αυτόνομη, μιλά για ισότιμες σχέσεις, κάνει κίνηση να πληρώσει στο εστιατόριο, παραδέχεται προγαμιαίες σχέσεις και δεν θέλει άντρα που θα της διατάζει να σωπάσει.
Ακριβώς γι’ αυτό είναι ενδιαφέρουσα. Ο φασισμός του 21ου αιώνα δεν είναι υποχρεωμένος να κυκλοφορεί μεταμφιεσμένος σε φασισμό της δεκαετίας του 1930. Γιατί να το κάνει; Έμαθε κι αυτός κάτι σε 90 χρόνια.
Τότε είχε μπότες, τώρα έχει podcast.
Τότε είχε εμβατήρια, τώρα έχει reels.
Τότε ούρλιαζε για τη φυλή, τώρα μιλά για «κοινή λογική».
Τότε κατακεραύνωνε την εκφυλισμένη τέχνη, τώρα αγανακτεί με το woke Netflix.
Δεν χρειάζεται να αντιγράψεις το παλιό περιτύλιγμα όταν το προϊόν μπορεί να πουληθεί πολύ καλύτερα με καινούργιο.
Η Νέα Ακροδεξιά δεν υπόσχεται στον άνθρωπο που βρίσκεται από κάτω ότι θα πάψει να βρίσκεται από κάτω. Κάτι τέτοιο θα κόστιζε. Αλλά τού προσφέρει κάτι πολύ φθηνότερο. Τού βρίσκει κάποιον ακόμη χαμηλότερα για να κλωτσήσει.
Και όσο εκείνος κοιτάζει προς τα κάτω για να βρει πού θα πατήσει, υπάρχει μία κατεύθυνση προς την οποία είναι βέβαιο ότι δεν θα κοιτάξει: Προς τα πάνω.
Φωνή Λογικής. Πράγματι. Για το κεφάλαιο, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει λογικότερη φωνή.





