Ο Α. το σκέφτηκε ένα βράδυ του Μαΐου, όχι σαν πολιτικό άρθρο, αλλά σαν άσκηση φιλολογίας. Είχε ξαναδιαβάσει το «Η κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού: Μια ματιά από το μέλλον», και του είχε κολλήσει στο μυαλό εκείνο το αφηγηματικό τέχνασμα: να μιλάς από το μέλλον για το παρόν, σαν το παρόν να είναι παρελθόν. Οι συγγραφείς έβαζαν έναν μελλοντικό ιστορικό να κοιτάζει πίσω την περίοδο 1988–2073, την «Περίοδο της Παρασκιάς», και να εξηγεί γιατί οι δυτικές κοινωνίες απέτυχαν να δράσουν, όχι επειδή δεν γνώριζαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μετατρέψουν τη γνώση σε πράξη.
Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε σε μία στιγμή. Δεν υπήρξε μία μέρα κατά την οποία οι πολίτες ξύπνησαν και είπαν: «Η χώρα τελείωσε». Αυτό θα ήταν εύκολο, σχεδόν παρηγορητικό. Η ελληνική ερήμωση υπήρξε αργή, νόμιμη, στατιστική, εκλογική, πολεοδομική, μισθολογική, δημογραφική, θερμική. Ήρθε με αυξήσεις ενοικίων, με κλειστά σχολεία σε χωριά, με καμένα δάση, με νοσοκομεία που λειτουργούσαν χάρη στην αυτοθυσία των εργαζομένων τους, με νέους που έφευγαν, με ηλικιωμένους που έμεναν, με πόλεις που γίνονταν τουριστικές βιτρίνες και με χωριά που γίνονταν οικογενειακά νεκροταφεία.
Η περίοδος 1988–2076 μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις μεγάλες φάσεις:
1.1988–2008: πολιτική αναδιάταξη και μεταψυχροπολεμική/ευρωπαϊκή αυταπάτη.
2.2009–2018: οικονομική τιμωρία και μνημονιακή αναδιάρθρωση.
3.2019–2026: μεταμνημονιακή κανονικοποίηση της φθοράς.
4.2027–2076: ερήμωση, με αφετηρία την τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και κορύφωση στη Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση.
Η τέταρτη φάση είναι η μεγαλύτερη, γιατί η ερήμωση δεν είναι συμβάν αλλά διαδικασία. Δεν έχει τη μορφή πραξικοπήματος, χρεοκοπίας ή πολέμου. Έχει τη μορφή αργής αποχώρησης της ζωής από τους τόπους της. Αρχίζει ως πολιτική κανονικοποίηση της φθοράς, συνεχίζεται ως κοινωνική και παραγωγική αποσύνθεση, βαθαίνει ως κλιματική κρίση και καταλήγει ως χωροταξική και δημογραφική μετάλλαξη. Για αυτό η περίοδος 2027–2076 πρέπει να νοηθεί όχι ως ενιαία επίπεδη εποχή, αλλά ως μακρά τραγική ακολουθία: από τη διαχείριση της παρακμής ως επιτυχίας μέχρι την αδυναμία να κατοικηθεί η χώρα όπως κατοικούνταν άλλοτε.
2027–2031: Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και η αρχή της ερήμωσης
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη δεν υπήρξε απλώς πολιτική συνέχεια. Υπήρξε ιστορική παγίωση. Η Ελλάδα μπήκε τότε σε μια φάση όπου η φθορά απέκτησε θεσμική μορφή.
Στις εκλογές του 2027, η Νέα Δημοκρατία δεν θριάμβευσε με την παλιά έννοια. Δεν επανέλαβε τα ποσοστά των προηγούμενων αναμετρήσεων. Κέρδισε επειδή οι άλλοι δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν εναλλακτικό ιστορικό υποκείμενο. Η αποχή ήταν τεράστια. Η προοδευτική ψήφος κατακερματισμένη. Η κοινωνική οργή πραγματική αλλά άμορφη. Η Δεξιά δεν χρειαζόταν πια να εμπνέει. Αρκούσε να φαίνεται διοικητικά αναπόφευκτη.
Αυτό ήταν το πρώτο γνώρισμα της ερήμωσης: η πολιτική ζωή έχασε την ικανότητα να παράγει μέλλον.
Η κυβέρνηση παρουσίασε την τρίτη της εντολή ως περίοδο ώριμης σταθεροποίησης. Οι διεθνείς οίκοι, οι αγορές, τα επιχειρηματικά φόρουμ και οι ευρωπαϊκές εκθέσεις μιλούσαν για μεταρρυθμιστική συνέχεια. Η Ελλάδα, έλεγαν, είχε αφήσει πίσω της την εποχή της κρίσης. Ήταν χώρα αξιόπιστη, επενδυτική, ψηφιακή, τουριστική, γεωπολιτικά χρήσιμη.
Αλλά στο εσωτερικό της χώρας συνέβαινε κάτι άλλο.
Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη γίνονταν όλο και πιο αβίωτες για τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτές. Τα ενοίκια απορροφούσαν μισθούς. Οι νέοι ζούσαν περισσότερο με τους γονείς τους ή έφευγαν έξω. Οι εκπαιδευτικοί, οι νοσηλευτές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι των υπηρεσιών, οι διανομείς, οι υπάλληλοι του τουρισμού, όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνέχισαν να υπάρχουν, αλλά έπαψαν να αποτελούν κοινωνικό σχέδιο. Ήταν απλώς λειτουργικό υπόστρωμα.
Η χώρα πουλιόταν ως εμπειρία σε ανθρώπους που δεν θα έμεναν ποτέ αρκετά ώστε να υποστούν τις συνέπειες της αγοράς τους. Τα νησιά μετατράπηκαν σε εποχιακές μηχανές κέρδους. Η κατοικία έγινε πλατφόρμα. Το νερό έγινε ζήτημα. Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό κοιμούνταν συχνά σε συνθήκες που θύμιζαν περισσότερο αποθήκευση εργατικού δυναμικού παρά ζωή. Οι τοπικές κοινωνίες άρχισαν να υπάρχουν δύο φορές: μία για τους επισκέπτες και μία για τους κατοίκους. Η πρώτη ήταν φωτισμένη. Η δεύτερη κουρασμένη.
Η ύπαιθρος άδειαζε. Όχι με δραματικές σκηνές. Με κλειστά σχολεία. Με αγροτικά σπίτια που άνοιγαν μόνο τον Αύγουστο. Με χωριά όπου ο μέσος όρος ηλικίας ανέβαινε πιο γρήγορα από τη θερμοκρασία. Με χωράφια που καλλιεργούνταν όλο και δυσκολότερα λόγω κόστους, νερού, καιρικής αστάθειας και έλλειψης νέων ανθρώπων.
Η ερήμωση δεν ήταν μόνο δημογραφική. Ήταν και ηθική. Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τη χώρα σαν να μην τους ανήκει. Όχι από κοσμοπολιτισμό, αλλά από παραίτηση. Η φράση «εδώ δεν αλλάζει τίποτα» έγινε το καθημερινό ισοδύναμο της αρχαίας μοίρας.
Κατά την τρίτη τετραετία, η κλιματική κρίση μετατράπηκε σε μόνιμη διοικητική συνθήκη. Κάθε καλοκαίρι ήταν «δύσκολο». Κάθε πυρκαγιά ήταν «πρωτοφανής». Κάθε πλημμύρα ήταν «ακραία». Κάθε αποτυχία του κράτους ήταν αποτέλεσμα «φαινομένων πέρα από κάθε πρόβλεψη». Έτσι η εξαίρεση έγινε κανονικότητα, αλλά χωρίς ποτέ να ονομαστεί κανονικότητα της κατάρρευσης.
Το τραγικό στοιχείο της περιόδου δεν ήταν ότι η κυβέρνηση δεν γνώριζε. Όλοι γνώριζαν. Υπήρχαν εκθέσεις, δεδομένα, προειδοποιήσεις, χάρτες κινδύνου, επιστημονικές μελέτες, ευρωπαϊκές οδηγίες, προηγούμενες καταστροφές. Όπως στο παγκόσμιο σχήμα των Oreskes και Conway, η αποτυχία δεν ήταν άγνοια. Ήταν αδυναμία ή άρνηση μετατροπής της γνώσης σε πράξη.
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη υπήρξε επομένως η ελληνική «περίοδος της παρασκιάς» μέσα στην ευρύτερη Περίοδο της Παρασκιάς. Οι πολίτες έβλεπαν τα σημάδια, αλλά δεν μπορούσαν να τα οργανώσουν σε πολιτικό συμπέρασμα. Τα ζούσαν ως ακρίβεια, ως φωτιά, ως κούραση, ως ενοίκιο, ως φυγή παιδιών, ως καύσωνα, ως ιδιωτικό ραντεβού σε γιατρό, ως κλειστό σχολείο, ως καθυστέρηση τρένου, ως άγχος λογαριασμών. Δεν τα έβλεπαν ακόμη ως ενιαία ιστορική πτώση.
Γι’ αυτό και η περίοδος ήταν τόσο κρίσιμη. Όχι επειδή δημιούργησε όλα τα προβλήματα, αλλά κατάφερε να συνυπάρχουν χωρίς εξέγερση.
Γύρω στο 2040, η κλιματική κρίση έπαψε να είναι κύκλος κρίσεων και έγινε υπόβαθρο ζωής. Οι καύσωνες δεν ήταν πια έκτακτα γεγονότα. Ήταν εποχή. Η ξηρασία δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν δομή.
Το 2041, η παγκόσμια διατροφική κρίση έφτασε στην Ελλάδα ως ακρίβεια, περιορισμός, ανασφάλεια και φόβος. Η χώρα εξαρτιόταν ακόμη από εισαγωγές βασικών αγαθών. Τα ελληνικά νοικοκυριά, ήδη εξαντλημένα από δεκαετίες πιέσεων, μπήκαν σε νέα περίοδο διατροφικής προσαρμογής. Η λέξη «δελτίο» επανήλθε πρώτα ως φήμη, μετά ως τεχνική πιθανότητα, και τελικά ως τοπικό μέτρο σε περιόδους κρίσης.
Το 2042, όταν οι διεθνείς δυνάμεις προχώρησαν στο πρόγραμμα γεωμηχανικής, η Ελλάδα συμμετείχε ως μικρό κράτος σε μια απόφαση που την ξεπερνούσε. Η τεχνολογική διαχείριση του πλανητικού κλίματος παρουσιάστηκε ως αναγκαίο κακό. Για λίγα χρόνια, πράγματι, φάνηκε να προσφέρει ανακούφιση.
Αλλά η ανακούφιση ήταν παγίδα. Όταν το πρόγραμμα σταμάτησε το 2047 και το θερμικό σοκ επέστρεψε με βιαιότητα, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πιο σκληρή της δεκαετία. Καύσωνες, πυρκαγιές, πίεση στα νοσοκομεία, βλάβες στο ηλεκτρικό δίκτυο, απώλεια αγροτικών αποδόσεων, θάνατοι ηλικιωμένων και εργαζομένων σε εξωτερικούς χώρους. Το κράτος μιλούσε πλέον μόνιμα τη γλώσσα της πολιτικής προστασίας.
Η δημοκρατία άρχισε να μετατρέπεται σε διοίκηση κινδύνου.
2048–2060: Το τέλος του παλιού ελληνικού καλοκαιριού
Το ελληνικό καλοκαίρι, που υπήρξε κάποτε μύθος, οικονομία, μνήμη, διαφήμιση, οικογενειακή τελετουργία και διεθνές προϊόν, άλλαξε νόημα. Από υπόσχεση έγινε απειλή.
Οι θερινοί μήνες σε πολλές περιοχές έγιναν ακατάλληλοι για εργασία, τουρισμό, γεωργία ή απλή παραμονή χωρίς τεχνητή ψύξη. Ο τουρισμός μεταφέρθηκε σταδιακά προς την άνοιξη και το φθινόπωρο, αλλά οι υποδομές, οι συνήθειες και τα χρέη είχαν χτιστεί πάνω στα παλιά θεμέλια. Πολλές περιοχές δεν προσαρμόστηκαν. Άλλες προσαρμόστηκαν με τεράστιο κοινωνικό κόστος.
Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας άρχισε να πλήττει λιμάνια, παραλιακούς δρόμους, τουριστικές ζώνες, δέλτα ποταμών, χαμηλές ακτές, νησιωτικούς οικισμούς. Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, ο Βόλος, το Ηράκλειο, η Καλαμάτα, η Ρόδος, η Κέρκυρα και δεκάδες μικρότερες περιοχές χρειάστηκαν έργα προστασίας που δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν ισότιμα. Τότε γεννήθηκε η πιο σκληρή πολιτική ερώτηση της εποχής: Ποιες περιοχές θα σωθούν; Και ποιες θα εγκαταλειφθούν;
Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ ανοιχτά. Δόθηκε με προϋπολογισμούς, καθυστερήσεις, ασφαλιστικές εξαιρέσεις, τεχνικές εκθέσεις, τιμές ακινήτων και σιωπηλές αποχωρήσεις. Η ερήμωση έγινε χωροταξική πολιτική χωρίς να ονομαστεί έτσι.
2060–2070: Το κράτος της κλιματικής διαχείρισης
Μετά το 2060, η Ελλάδα είχε ήδη γίνει διαφορετική χώρα. Το μεταναστευτικό άλλαξε χαρακτήρα. Δεν αφορούσε πλέον κυρίως πολέμους ή οικονομική δυσπραγία, αλλά περιοχές που γίνονταν όλο και δυσκολότερο να κατοικηθούν. Η Βόρεια Αφρική, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος παρήγαν συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων.
Η Ελλάδα, χώρα-σύνορο της Ευρώπης, βρέθηκε ξανά στο σταυροδρόμι ανθρωπισμού και ασφάλειας. Μόνο που τώρα και η ίδια ήταν χώρα εσωτερικής κλιματικής μετακίνησης. Δεν διαχειριζόταν μόνο τους άλλους. Διαχειριζόταν και τη δική της απώλεια χώρου.
Το κράτος έγινε πιο παρεμβατικό. Διαχείριση νερού. Αποθέματα τροφίμων. Περιορισμοί δόμησης. Υποχρεωτικές ασφαλίσεις. Ζώνες εκκένωσης. Μη κατοικήσιμες περιοχές. Κλιματικά δελτία εργασίας. Προστατευμένες αγροτικές ζώνες. Μετεγκαταστάσεις υπηρεσιών.
Όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει νωρίτερα δημοκρατικά, γίνονταν τώρα αναγκαστικά. Αυτό υπήρξε η μεγάλη ειρωνεία της ελληνικής περίπτωσης, όπως και της δυτικής γενικότερα: η άρνηση του σχεδιασμού στο όνομα της ελευθερίας οδήγησε τελικά σε αυταρχικότερο σχεδιασμό στο όνομα της επιβίωσης.
Η δημοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Αλλά άλλαξε θερμοκρασία. Λειτουργούσε μέσα σε μόνιμη έκτακτη ανάγκη. Οι εκλογές συνεχίστηκαν, όμως το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν πια ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα, αλλά ποιος θα διαχειριστεί λιγότερο βίαια την αναπόφευκτη απώλεια.
Σημείωση του Α.
Ο Α. σταμάτησε εδώ. Διάβασε ξανά τις τελευταίες γραμμές και ένιωσε εκείνο το παλιό σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήξερε αν είχε γράψει ιστορία, πολιτική φαντασία, καταγγελία ή εξομολόγηση. Ίσως όλα μαζί.
Σκέφτηκε πάλι τον Μαρξ. Πρώτα σαν τραγωδία, έπειτα σαν φάρσα. Όχι, είπε μέσα του. Δεν είναι έτσι. Η φάρσα είναι μόνο η μορφή που παίρνει η τραγωδία όταν οι άνθρωποι δεν αντέχουν ακόμη να τη δουν.
Η τρίτη τετραετία, σκέφτηκε, δεν θα ήταν φάρσα. Ακόμη κι αν είχε γελοία πρόσωπα, ακόμη κι αν είχε γελοίες δηλώσεις, γελοίες τελετές, γελοία δελτία τύπου, γελοία αυτοσυγχαρητήρια, γελοίες δημοσκοπικές αναλύσεις. Θα ήταν τραγωδία. Γιατί τραγωδία δεν είναι αυτό που φαίνεται υψηλό. Τραγωδία είναι αυτό που καταστρέφει πραγματικές ζωές ενώ εμφανίζεται ως αναγκαιότητα.
Έπειτα πρόσθεσε, με μικρότερα γράμματα:
Η Ελλάδα δεν ερημώθηκε επειδή οι άνθρωποί της έπαψαν να την αγαπούν. Ερημώθηκε επειδή έμαθαν να την αγαπούν χωρίς να πιστεύουν ότι μπορούν να τη σώσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου