https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ελλάδα: Μια ματιά από το μέλλον

 Ο Α. το σκέφτηκε ένα βράδυ του Μαΐου, όχι σαν πολιτικό άρθρο, αλλά σαν άσκηση φιλολογίας. Είχε ξαναδιαβάσει το «Η κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού: Μια ματιά από το μέλλον», και του είχε κολλήσει στο μυαλό εκείνο το αφηγηματικό τέχνασμα: να μιλάς από το μέλλον για το παρόν, σαν το παρόν να είναι παρελθόν. Οι συγγραφείς έβαζαν έναν μελλοντικό ιστορικό να κοιτάζει πίσω την περίοδο 1988–2073, την «Περίοδο της Παρασκιάς», και να εξηγεί γιατί οι δυτικές κοινωνίες απέτυχαν να δράσουν, όχι επειδή δεν γνώριζαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μετατρέψουν τη γνώση σε πράξη.



Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Όχι άρθρο γνώμης. Όχι καταγγελία. Όχι άλλη μία κραυγή μέσα στην κανονικότητα. Έπρεπε να κάνει το ίδιο πείραμα για την Ελλάδα. Να γράψει σαν να βρίσκεται στο μέλλον και να κοιτάζει πίσω. Να μιλήσει όχι σαν πολίτης του 2026 που φοβάται, αλλά σαν ιστορικός του 2076 που έχει πια δει την πτώση να ολοκληρώνεται

Άνοιξε ένα νέο αρχείο. Έγραψε τίτλο: Ελλάδα: Μια ματιά από το μέλλον.  Σημειώσεις ενός μελλοντικού ιστορικού για την ελληνική ερήμωση, 1988–2075

Κάτω από τον τίτλο πρόσθεσε:

Το ακόλουθο κείμενο δεν είναι πρόβλεψη. Είναι υποθετική ιστορία. Είναι ένα πείραμα τραγικής ιστοριογραφίας. Αν η ιστορία είναι από τη φύση της τραγική, τότε το μέλλον δεν χρησιμεύει για να μας πει τι θα συμβεί· χρησιμεύει για να μας δείξει τι ήδη συμβαίνει χωρίς να το αναγνωρίζουμε.

Και τότε άρχισε.

Εισαγωγή
Γράφοντας στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς στους νεότερους πώς η Ελλάδα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου μπορούσε ακόμη να πιστεύει ότι ήταν χώρα με μέλλον. Όχι επειδή δεν υπήρχαν ήδη σημάδια παρακμής. Υπήρχαν. Όχι επειδή δεν υπήρχαν προειδοποιήσεις. Υπήρχαν πολλές. Αλλά επειδή οι κοινωνίες σπανίως αναγνωρίζουν την τραγωδία όταν αυτή αρχίζει. Συνήθως τη θεωρούν δυσλειτουργία, παρένθεση, κρίση, ατύχημα, κακή κυβέρνηση, κακή συγκυρία, κακό καλοκαίρι, κακή δημοσκόπηση

Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε σε μία στιγμή. Δεν υπήρξε μία μέρα κατά την οποία οι πολίτες ξύπνησαν και είπαν: «Η χώρα τελείωσε». Αυτό θα ήταν εύκολο, σχεδόν παρηγορητικό. Η ελληνική ερήμωση υπήρξε αργή, νόμιμη, στατιστική, εκλογική, πολεοδομική, μισθολογική, δημογραφική, θερμική. Ήρθε με αυξήσεις ενοικίων, με κλειστά σχολεία σε χωριά, με καμένα δάση, με νοσοκομεία που λειτουργούσαν χάρη στην αυτοθυσία των εργαζομένων τους, με νέους που έφευγαν, με ηλικιωμένους που έμεναν, με πόλεις που γίνονταν τουριστικές βιτρίνες και με χωριά που γίνονταν οικογενειακά νεκροταφεία.

Η περίοδος 1988–2076 μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις μεγάλες φάσεις:

1.1988–2008: πολιτική αναδιάταξη και μεταψυχροπολεμική/ευρωπαϊκή αυταπάτη.
2.2009–2018: οικονομική τιμωρία και μνημονιακή αναδιάρθρωση.
3.2019–2026: μεταμνημονιακή κανονικοποίηση της φθοράς.
4.2027–2076: ερήμωση, με αφετηρία την τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και κορύφωση στη Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση.

Η τέταρτη φάση είναι η μεγαλύτερη, γιατί η ερήμωση δεν είναι συμβάν αλλά διαδικασία. Δεν έχει τη μορφή πραξικοπήματος, χρεοκοπίας ή πολέμου. Έχει τη μορφή αργής αποχώρησης της ζωής από τους τόπους της. Αρχίζει ως πολιτική κανονικοποίηση της φθοράς, συνεχίζεται ως κοινωνική και παραγωγική αποσύνθεση, βαθαίνει ως κλιματική κρίση και καταλήγει ως χωροταξική και δημογραφική μετάλλαξη. Για αυτό η περίοδος 2027–2076 πρέπει να νοηθεί όχι ως ενιαία επίπεδη εποχή, αλλά ως μακρά τραγική ακολουθία: από τη διαχείριση της παρακμής ως επιτυχίας μέχρι την αδυναμία να κατοικηθεί η χώρα όπως κατοικούνταν άλλοτε.

Αφήνοντας προς το παρόν τα έτη 1988 -2018, ξεκινάμε από το 2019, οπότε και εκλέγεται πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο αυτο-αποκαλούμενος και οδοστρωτήρας. 

2019–2026: Η κανονικοποίηση της φθοράς
Η άνοδος του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019 σήμανε την επιστροφή μιας νέας Δεξιάς, περισσότερο τεχνοκρατικής, περισσότερο επικοινωνιακής, περισσότερο ταξικά συνειδητής από όσο παραδεχόταν. Η λέξη-κλειδί της περιόδου ήταν «κανονικότητα».
Η κανονικότητα όμως δεν σήμαινε επιστροφή στην κοινωνική ασφάλεια. Σήμαινε αποδοχή της μειωμένης ζωής ως φυσιολογικής. Ο πολίτης έπρεπε να συνηθίσει ότι η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρέπεια, ότι η στέγη γίνεται επενδυτικό προϊόν, ότι η υγεία χρειάζεται ιδιωτική συμπλήρωση, ότι η παιδεία λειτουργεί με εξαντλημένους εκπαιδευτικούς, ότι η περιφέρεια ζει από επιδόματα, τουρισμό και αναμνήσεις.

Η πανδημία του 2020 έδειξε για λίγο ότι το κράτος μπορούσε να επιστρέψει. Αλλά η επιστροφή του κράτους έγινε κυρίως ως διοίκηση έκτακτης ανάγκης, όχι ως ανασυγκρότηση κοινωνικού κράτους. Η ψηφιοποίηση προχώρησε, αλλά συχνά υποκατέστησε τη βαθύτερη θεσμική ενίσχυση. Το κράτος έγινε πιο γρήγορο στην οθόνη και συχνά εξίσου ανεπαρκές στην πραγματικότητα.

Τα Τέμπη το 2023 αποκάλυψαν την άλλη όψη της κανονικότητας: την υποδομή που είχε μείνει πίσω, την ευθύνη που διαχεόταν, την ασφάλεια που είχε μετατραπεί σε υπόθεση τύχης. Την ίδια χρονιά, η κακοκαιρία Daniel έδειξε ότι η κλιματική κρίση δεν ήταν μελλοντικό σενάριο αλλά υλική πραγματικότητα. Η Θεσσαλία, μία από τις βασικές αγροτικές περιοχές της χώρας, πλημμύρισε σαν να ήθελε η φύση να υπογραμμίσει με νερό αυτό που η πολιτική αρνούνταν να δει.

Και ύστερα ήρθε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όχι ως απλό σκάνδαλο διοικητικής ανεπάρκειας, αλλά ως σχεδόν αλληγορία του ελληνικού κράτους στην ύστερη μεταμνημονιακή του μορφή. Στα χαρτιά, η χώρα έμοιαζε να διαθέτει κοπάδια, εκτάσεις, δικαιούχους, παραγωγική δραστηριότητα, αγροτική συνέχεια. Στην πραγματικότητα, πίσω από τα μητρώα, τις δηλώσεις, τις επιδοτήσεις και τα ψηφιακά ίχνη, αποκαλυπτόταν μια άλλη Ελλάδα: μια χώρα όπου η παραγωγή μπορούσε να υπάρχει περισσότερο ως διοικητική καταχώριση παρά ως υλική ζωή. Η περίφημη υπερπαραγωγή αιγοπροβάτων —κοπάδια που πολλαπλασιάζονταν στα χαρτιά με ταχύτητα σχεδόν μυθολογική— έμοιαζε με φάρσα. Αλλά για τον Α. δεν ήταν φάρσα. Ήταν τραγωδία με κωμικό προσωπείο. Γιατί τίποτε δεν είναι πιο τραγικό από μια χώρα που, ενώ αδειάζει από ανθρώπους, από νερό, από εμπιστοσύνη και από πραγματική παραγωγή, εμφανίζεται στα αρχεία της γεμάτη από φανταστικά ζώα.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έδειχνε κάτι βαθύτερο από τη διαφθορά. Έδειχνε την αποσύνδεση ανάμεσα στη διοικητική αναπαράσταση και στην πραγματικότητα. Όπως η οικονομία μπορούσε να εμφανίζεται ισχυρή ενώ οι μισθοί δεν επαρκούσαν για ζωή, όπως η ψηφιοποίηση μπορούσε να εμφανίζεται ως κράτος ενώ οι θεσμοί παρέμεναν κουρασμένοι, έτσι και η αγροτική Ελλάδα μπορούσε να εμφανίζεται παραγωγική ενώ η ύπαιθρος γερνούσε, ερημωνόταν και εξαρτιόταν όλο και περισσότερο από επιδοτήσεις, μεσάζοντες, δηλώσεις και πελατειακές διαδρομές. Η χώρα δεν παρήγε απλώς λιγότερα από όσα χρειαζόταν· παρήγε εικόνες παραγωγής.

Κι όμως, παρά τα σκάνδαλα, τις καταστροφές, την ακρίβεια, τις υποκλοπές, τη στεγαστική πίεση, τη δημογραφική γήρανση, την κόπωση των θεσμών και αυτή τη σχεδόν σουρεαλιστική αποκάλυψη μιας υπαίθρου που στα χαρτιά έβοσκε περισσότερο απ’ όσο ζούσε, η ΝΔ παρέμεινε πρώτη δύναμη. Η αντιπολίτευση ήταν διασπασμένη, πληγωμένη, αναξιόπιστη ή ανίκανη να προσφέρει ενιαία μορφή στη δυσαρέσκεια.

Έτσι φτάσαμε στο 2027.

2027–2031: Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη και η αρχή της ερήμωσης
Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη δεν υπήρξε απλώς πολιτική συνέχεια. Υπήρξε ιστορική παγίωση. Η Ελλάδα μπήκε τότε σε μια φάση όπου η φθορά απέκτησε θεσμική μορφή.

Στις εκλογές του 2027, η Νέα Δημοκρατία δεν θριάμβευσε με την παλιά έννοια. Δεν επανέλαβε τα ποσοστά των προηγούμενων αναμετρήσεων. Κέρδισε επειδή οι άλλοι δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν εναλλακτικό ιστορικό υποκείμενο. Η αποχή ήταν τεράστια. Η προοδευτική ψήφος κατακερματισμένη. Η κοινωνική οργή πραγματική αλλά άμορφη. Η Δεξιά δεν χρειαζόταν πια να εμπνέει. Αρκούσε να φαίνεται διοικητικά αναπόφευκτη.

Αυτό ήταν το πρώτο γνώρισμα της ερήμωσης: η πολιτική ζωή έχασε την ικανότητα να παράγει μέλλον.

Η κυβέρνηση παρουσίασε την τρίτη της εντολή ως περίοδο ώριμης σταθεροποίησης. Οι διεθνείς οίκοι, οι αγορές, τα επιχειρηματικά φόρουμ και οι ευρωπαϊκές εκθέσεις μιλούσαν για μεταρρυθμιστική συνέχεια. Η Ελλάδα, έλεγαν, είχε αφήσει πίσω της την εποχή της κρίσης. Ήταν χώρα αξιόπιστη, επενδυτική, ψηφιακή, τουριστική, γεωπολιτικά χρήσιμη.

Αλλά στο εσωτερικό της χώρας συνέβαινε κάτι άλλο.

Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη γίνονταν όλο και πιο αβίωτες για τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτές. Τα ενοίκια απορροφούσαν μισθούς. Οι νέοι ζούσαν περισσότερο με τους γονείς τους ή έφευγαν έξω. Οι εκπαιδευτικοί, οι νοσηλευτές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι των υπηρεσιών, οι διανομείς, οι υπάλληλοι του τουρισμού, όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνέχισαν να υπάρχουν, αλλά έπαψαν να αποτελούν κοινωνικό σχέδιο. Ήταν απλώς λειτουργικό υπόστρωμα.

Η χώρα πουλιόταν ως εμπειρία σε ανθρώπους που δεν θα έμεναν ποτέ αρκετά ώστε να υποστούν τις συνέπειες της αγοράς τους. Τα νησιά μετατράπηκαν σε εποχιακές μηχανές κέρδους. Η κατοικία έγινε πλατφόρμα. Το νερό έγινε ζήτημα. Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό κοιμούνταν συχνά σε συνθήκες που θύμιζαν περισσότερο αποθήκευση εργατικού δυναμικού παρά ζωή. Οι τοπικές κοινωνίες άρχισαν να υπάρχουν δύο φορές: μία για τους επισκέπτες και μία για τους κατοίκους. Η πρώτη ήταν φωτισμένη. Η δεύτερη κουρασμένη.

Η ύπαιθρος άδειαζε. Όχι με δραματικές σκηνές. Με κλειστά σχολεία. Με αγροτικά σπίτια που άνοιγαν μόνο τον Αύγουστο. Με χωριά όπου ο μέσος όρος ηλικίας ανέβαινε πιο γρήγορα από τη θερμοκρασία. Με χωράφια που καλλιεργούνταν όλο και δυσκολότερα λόγω κόστους, νερού, καιρικής αστάθειας και έλλειψης νέων ανθρώπων.

Η ερήμωση δεν ήταν μόνο δημογραφική. Ήταν και ηθική. Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τη χώρα σαν να μην τους ανήκει. Όχι από κοσμοπολιτισμό, αλλά από παραίτηση. Η φράση «εδώ δεν αλλάζει τίποτα» έγινε το καθημερινό ισοδύναμο της αρχαίας μοίρας.

Κατά την τρίτη τετραετία, η κλιματική κρίση μετατράπηκε σε μόνιμη διοικητική συνθήκη. Κάθε καλοκαίρι ήταν «δύσκολο». Κάθε πυρκαγιά ήταν «πρωτοφανής». Κάθε πλημμύρα ήταν «ακραία». Κάθε αποτυχία του κράτους ήταν αποτέλεσμα «φαινομένων πέρα από κάθε πρόβλεψη». Έτσι η εξαίρεση έγινε κανονικότητα, αλλά χωρίς ποτέ να ονομαστεί κανονικότητα της κατάρρευσης.

Το τραγικό στοιχείο της περιόδου δεν ήταν ότι η κυβέρνηση δεν γνώριζε. Όλοι γνώριζαν. Υπήρχαν εκθέσεις, δεδομένα, προειδοποιήσεις, χάρτες κινδύνου, επιστημονικές μελέτες, ευρωπαϊκές οδηγίες, προηγούμενες καταστροφές. Όπως στο παγκόσμιο σχήμα των Oreskes και Conway, η αποτυχία δεν ήταν άγνοια. Ήταν αδυναμία ή άρνηση μετατροπής της γνώσης σε πράξη. 

Η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη υπήρξε επομένως η ελληνική «περίοδος της παρασκιάς» μέσα στην ευρύτερη Περίοδο της Παρασκιάς. Οι πολίτες έβλεπαν τα σημάδια, αλλά δεν μπορούσαν να τα οργανώσουν σε πολιτικό συμπέρασμα. Τα ζούσαν ως ακρίβεια, ως φωτιά, ως κούραση, ως ενοίκιο, ως φυγή παιδιών, ως καύσωνα, ως ιδιωτικό ραντεβού σε γιατρό, ως κλειστό σχολείο, ως καθυστέρηση τρένου, ως άγχος λογαριασμών. Δεν τα έβλεπαν ακόμη ως ενιαία ιστορική πτώση.

Γι’ αυτό και η περίοδος ήταν τόσο κρίσιμη. Όχι επειδή δημιούργησε όλα τα προβλήματα, αλλά κατάφερε να συνυπάρχουν χωρίς εξέγερση.

2031–2040: Η δεκαετία της φανερής αποσύνθεσης
Μετά το 2031, η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να κρύψει ότι το παραγωγικό της μοντέλο είχε φτάσει στα όριά του. Ο τουρισμός παρέμενε ισχυρός, αλλά γινόταν όλο και πιο αντιφατικός. Έφερνε εισόδημα και ταυτόχρονα κατέστρεφε τις προϋποθέσεις κατοίκησης. Ανέβαζε τις τιμές και άδειαζε τις κοινότητες. Ζητούσε νερό εκεί όπου το νερό λιγόστευε. Ζητούσε εργασία εκεί όπου οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να ζήσουν.

Η αγροτική παραγωγή πιεζόταν από ξηρασία, πλημμύρες, κόστος ενέργειας, αλλαγή καλλιεργειών και απώλεια πληθυσμού. Η Θεσσαλία δεν επανήλθε ποτέ πλήρως στον προηγούμενο ρόλο της. Η Πελοπόννησος και η Ανατολική Στερεά αντιμετώπισαν επαναλαμβανόμενους κύκλους φωτιάς και ξηρασίας. Η Κρήτη βρέθηκε ανάμεσα στον τουριστικό υπερκορεσμό και στην υδατική ανασφάλεια.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2030, η εσωτερική μετανάστευση έγινε ορατή. Όχι μαζική με τον τρόπο των πολέμων, αλλά σταθερή. Νέοι εγκατέλειπαν νησιά όπου δεν μπορούσαν να νοικιάσουν σπίτι. Οικογένειες έφευγαν από περιοχές υψηλού κινδύνου. Η βόρεια και ορεινή Ελλάδα άρχισε να αποκτά νέα σημασία, όχι λόγω αναπτυξιακού σχεδίου, αλλά λόγω κλιματικής σχετικής αντοχής.

Τότε εμφανίστηκε και η πρώτη σοβαρή συζήτηση για «κλιματική αναδιάταξη του εθνικού χώρου». Οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν ως υπερβολή. Όμως ήταν απλώς αργοπορημένη περιγραφή αυτού που ήδη συνέβαινε.

2040–2047: Η θερμική δεκαετία και το σοκ της γεωμηχανικής
Γύρω στο 2040, η κλιματική κρίση έπαψε να είναι κύκλος κρίσεων και έγινε υπόβαθρο ζωής. Οι καύσωνες δεν ήταν πια έκτακτα γεγονότα. Ήταν εποχή. Η ξηρασία δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν δομή.

Το 2041, η παγκόσμια διατροφική κρίση έφτασε στην Ελλάδα ως ακρίβεια, περιορισμός, ανασφάλεια και φόβος. Η χώρα εξαρτιόταν ακόμη από εισαγωγές βασικών αγαθών. Τα ελληνικά νοικοκυριά, ήδη εξαντλημένα από δεκαετίες πιέσεων, μπήκαν σε νέα περίοδο διατροφικής προσαρμογής. Η λέξη «δελτίο» επανήλθε πρώτα ως φήμη, μετά ως τεχνική πιθανότητα, και τελικά ως τοπικό μέτρο σε περιόδους κρίσης.

Το 2042, όταν οι διεθνείς δυνάμεις προχώρησαν στο πρόγραμμα γεωμηχανικής, η Ελλάδα συμμετείχε ως μικρό κράτος σε μια απόφαση που την ξεπερνούσε. Η τεχνολογική διαχείριση του πλανητικού κλίματος παρουσιάστηκε ως αναγκαίο κακό. Για λίγα χρόνια, πράγματι, φάνηκε να προσφέρει ανακούφιση.

Αλλά η ανακούφιση ήταν παγίδα. Όταν το πρόγραμμα σταμάτησε το 2047 και το θερμικό σοκ επέστρεψε με βιαιότητα, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πιο σκληρή της δεκαετία. Καύσωνες, πυρκαγιές, πίεση στα νοσοκομεία, βλάβες στο ηλεκτρικό δίκτυο, απώλεια αγροτικών αποδόσεων, θάνατοι ηλικιωμένων και εργαζομένων σε εξωτερικούς χώρους. Το κράτος μιλούσε πλέον μόνιμα τη γλώσσα της πολιτικής προστασίας.

Η δημοκρατία άρχισε να μετατρέπεται σε διοίκηση κινδύνου.

2048–2060: Το τέλος του παλιού ελληνικού καλοκαιριού
Το ελληνικό καλοκαίρι, που υπήρξε κάποτε μύθος, οικονομία, μνήμη, διαφήμιση, οικογενειακή τελετουργία και διεθνές προϊόν, άλλαξε νόημα. Από υπόσχεση έγινε απειλή.

Οι θερινοί μήνες σε πολλές περιοχές έγιναν ακατάλληλοι για εργασία, τουρισμό, γεωργία ή απλή παραμονή χωρίς τεχνητή ψύξη. Ο τουρισμός μεταφέρθηκε σταδιακά προς την άνοιξη και το φθινόπωρο, αλλά οι υποδομές, οι συνήθειες και τα χρέη είχαν χτιστεί πάνω στα παλιά θεμέλια. Πολλές περιοχές δεν προσαρμόστηκαν. Άλλες προσαρμόστηκαν με τεράστιο κοινωνικό κόστος.

Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας άρχισε να πλήττει λιμάνια, παραλιακούς δρόμους, τουριστικές ζώνες, δέλτα ποταμών, χαμηλές ακτές, νησιωτικούς οικισμούς. Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, ο Βόλος, το Ηράκλειο, η Καλαμάτα, η Ρόδος, η Κέρκυρα και δεκάδες μικρότερες περιοχές χρειάστηκαν έργα προστασίας που δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν ισότιμα. Τότε γεννήθηκε η πιο σκληρή πολιτική ερώτηση της εποχής: Ποιες περιοχές θα σωθούν; Και ποιες θα εγκαταλειφθούν;

Η απάντηση δεν δόθηκε ποτέ ανοιχτά. Δόθηκε με προϋπολογισμούς, καθυστερήσεις, ασφαλιστικές εξαιρέσεις, τεχνικές εκθέσεις, τιμές ακινήτων και σιωπηλές αποχωρήσεις. Η ερήμωση έγινε χωροταξική πολιτική χωρίς να ονομαστεί έτσι.

2060–2070: Το κράτος της κλιματικής διαχείρισης
Μετά το 2060, η Ελλάδα είχε ήδη γίνει διαφορετική χώρα. Το μεταναστευτικό άλλαξε χαρακτήρα. Δεν αφορούσε πλέον κυρίως πολέμους ή οικονομική δυσπραγία, αλλά περιοχές που γίνονταν όλο και δυσκολότερο να κατοικηθούν. Η Βόρεια Αφρική, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος παρήγαν συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων.

Η Ελλάδα, χώρα-σύνορο της Ευρώπης, βρέθηκε ξανά στο σταυροδρόμι ανθρωπισμού και ασφάλειας. Μόνο που τώρα και η ίδια ήταν χώρα εσωτερικής κλιματικής μετακίνησης. Δεν διαχειριζόταν μόνο τους άλλους. Διαχειριζόταν και τη δική της απώλεια χώρου.

Το κράτος έγινε πιο παρεμβατικό. Διαχείριση νερού. Αποθέματα τροφίμων. Περιορισμοί δόμησης. Υποχρεωτικές ασφαλίσεις. Ζώνες εκκένωσης. Μη κατοικήσιμες περιοχές. Κλιματικά δελτία εργασίας. Προστατευμένες αγροτικές ζώνες. Μετεγκαταστάσεις υπηρεσιών.

Όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει νωρίτερα δημοκρατικά, γίνονταν τώρα αναγκαστικά. Αυτό υπήρξε η μεγάλη ειρωνεία της ελληνικής περίπτωσης, όπως και της δυτικής γενικότερα: η άρνηση του σχεδιασμού στο όνομα της ελευθερίας οδήγησε τελικά σε αυταρχικότερο σχεδιασμό στο όνομα της επιβίωσης.

Η δημοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Αλλά άλλαξε θερμοκρασία. Λειτουργούσε μέσα σε μόνιμη έκτακτη ανάγκη. Οι εκλογές συνεχίστηκαν, όμως το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν πια ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα, αλλά ποιος θα διαχειριστεί λιγότερο βίαια την αναπόφευκτη απώλεια.

2070–2076: Η Μεγάλη Μετακίνηση
Μέχρι το 2070, η Ελλάδα ήταν ημι-μετεγκατεστημένη κοινωνία. Μέρος των παράκτιων ζωνών είχε χαθεί ή καταστεί υπερβολικά δαπανηρό να προστατευθεί. Ορισμένες τουριστικές περιοχές είχαν εγκαταλειφθεί ως μόνιμοι τόποι κατοίκησης και λειτουργούσαν μόνο εποχικά ή καθόλου. Η αγροτική γεωγραφία είχε μεταβληθεί ριζικά. Οι ορεινές και βόρειες περιοχές είχαν αποκτήσει νέα σημασία. Η Αθήνα παρέμενε τεράστια, αλλά πιο άνιση, πιο θερμή, πιο θωρακισμένη, πιο κουρασμένη.

Το 2076, όταν η Μεγάλη Κατάρρευση και Μαζική Μετανάστευση καταγράφηκε στα διεθνή χρονικά, η Ελλάδα δεν ήταν απλώς θύμα μιας παγκόσμιας κλιματικής διαδικασίας. Ήταν παράδειγμα ενός μικρού δυτικού κράτους που είχε γνωρίσει, είχε προειδοποιηθεί, είχε πονέσει, είχε ψηφίσει, είχε διαμαρτυρηθεί, είχε ξεχάσει, είχε προσαρμοστεί και τελικά είχε υποχωρήσει.

Η τραγωδία της δεν ήταν ότι δεν είχε δεδομένα. Είχε.
Δεν ήταν ότι δεν είχε ιστορία. Είχε υπερβολικά πολλή.
Δεν ήταν ότι δεν είχε μορφωμένους ανθρώπους, επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, γιατρούς, μηχανικούς, νέους με ικανότητες, πολίτες με ευαισθησία. Είχε.
Η τραγωδία της ήταν ότι όλα αυτά δεν συγκροτήθηκαν εγκαίρως σε δύναμη ικανή να αλλάξει πορεία

Σημείωση του Α.
Ο Α. σταμάτησε εδώ. Διάβασε ξανά τις τελευταίες γραμμές και ένιωσε εκείνο το παλιό σφίξιμο στο στομάχι. Δεν ήξερε αν είχε γράψει ιστορία, πολιτική φαντασία, καταγγελία ή εξομολόγηση. Ίσως όλα μαζί.

Σκέφτηκε πάλι τον Μαρξ. Πρώτα σαν τραγωδία, έπειτα σαν φάρσα. Όχι, είπε μέσα του. Δεν είναι έτσι. Η φάρσα είναι μόνο η μορφή που παίρνει η τραγωδία όταν οι άνθρωποι δεν αντέχουν ακόμη να τη δουν.

Η τρίτη τετραετία, σκέφτηκε, δεν θα ήταν φάρσα. Ακόμη κι αν είχε γελοία πρόσωπα, ακόμη κι αν είχε γελοίες δηλώσεις, γελοίες τελετές, γελοία δελτία τύπου, γελοία αυτοσυγχαρητήρια, γελοίες δημοσκοπικές αναλύσεις. Θα ήταν τραγωδία. Γιατί τραγωδία δεν είναι αυτό που φαίνεται υψηλό. Τραγωδία είναι αυτό που καταστρέφει πραγματικές ζωές ενώ εμφανίζεται ως αναγκαιότητα.

Έπειτα πρόσθεσε, με μικρότερα γράμματα:

Η Ελλάδα δεν ερημώθηκε επειδή οι άνθρωποί της έπαψαν να την αγαπούν. Ερημώθηκε επειδή έμαθαν να την αγαπούν χωρίς να πιστεύουν ότι μπορούν να τη σώσουν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου