Ήταν λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2026. Ο Α. γύρισε από το σχολείο κουρασμένος, χωρίς να έχει γίνει κάτι ιδιαίτερο. Δεν είχε τσακωθεί με κανέναν, δεν είχε κάποια δύσκολη ώρα στην τάξη, τίποτα τέτοιο. Ήταν από αυτές τις μέρες που μαζεύονται πάνω σου σιγά σιγά και στο τέλος δεν ξέρεις τι ακριβώς σε βάρυνε.
Στο λεωφορείο είχαν μπει δύο ελεγκτές. Για λίγα λεπτά όλοι έψαχναν κάρτες, εισιτήρια, τσάντες, τσέπες. Μια γυναίκα μπροστά του μιλούσε στο τηλέφωνο και έλεγε ότι δεν πρόλαβε να περάσει από το φαρμακείο. Δίπλα στην πόρτα ένας νεαρός με ακουστικά είχε γείρει το κεφάλι στο τζάμι και κοιμόταν σχεδόν όρθιος. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν για πολλή ώρα.
Μόλις μπήκε στο σπίτι, πριν ακόμα βγάλει καλά καλά το παλτό, άνοιξε τον υπολογιστή. Δεν χρειαζόταν να το κάνει. Ήξερε περίπου τι θα έβλεπε. Τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες δηλώσεις, τους ίδιους τίτλους που σε τραβούσαν να τους πατήσεις χωρίς να σου δίνουν πραγματικά κάτι. Παρ’ όλα αυτά μπήκε στα πολιτικά sites. Πρώτα σε ένα, ύστερα σε άλλο. Μετά άνοιξε πάλι τον πίνακα με τις έδρες.
Οι εκλογές του Οκτωβρίου είχαν περάσει εδώ και εβδομάδες. Κανονικά θα έπρεπε να έχουν τελειώσει. Δεν είχαν τελειώσει όμως μέσα του. Ίσως ούτε και έξω είχαν τελειώσει, αν άκουγες τα δελτία και τις δηλώσεις. Η χώρα είχε βγάλει Βουλή, αλλά δεν ήταν βέβαιο ότι είχε βγάλει και κατεύθυνση. Είχε βγάλει ποσοστά, έδρες, σενάρια συνεργασιών, αθροίσματα που έβγαιναν για λίγο στο χαρτί και μετά χαλούσαν στην πρώτη συνέντευξη.
Η ΝΔ ήταν πρώτη. Όχι όπως παλιότερα, όταν οι υπουργοί μιλούσαν σαν να είχε ήδη λήξει και η επόμενη τετραετία. Πρώτη όμως. Αρκετά μπροστά ώστε να παραμένει το κέντρο του παιχνιδιού, αρκετά φθαρμένη ώστε να μην μπορεί να κάνει πως δεν είχε συμβεί τίποτα. Ο Α. το κοιτούσε και δεν ήξερε αν αυτό ήταν ήττα της ή απόδειξη ότι άντεχε περισσότερο απ’ όσο περίμεναν πολλοί.
Στην οθόνη οι μπάρες είχαν διαφορετικά χρώματα. Του φάνηκαν πολύ καθαρές, σχεδόν ψεύτικες. Η πραγματικότητα δεν είχε τέτοια χρώματα. Είχε φακέλους από τη ΔΕΗ, μηνύματα από την τράπεζα, μισθούς που τελείωναν πριν τελειώσει ο μήνας, μαθητές που έλεγαν στο διάλειμμα ότι ο πατέρας τους θα φύγει πάλι για σεζόν. Η Βουλή γέμιζε με κόμματα, αλλά δεν ήταν βέβαιο ότι μετακινούνταν και η δύναμη εκεί όπου έπρεπε. Δεν ήξερε πώς να το διατυπώσει χωρίς να ακουστεί σαν σύνθημα από άλλη εποχή.
Στο τετράδιό του, που το είχε αφήσει ανοιχτό από το προηγούμενο βράδυ, υπήρχε μια φράση γραμμένη με κεφαλαία:
ΠΟΛΛΑ ΚΟΜΜΑΤΑ — ΛΙΓΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ.
Την κοίταξε και στραβομουτσούνιασε. Πολύ εύκολο, σκέφτηκε. Πολύ έτοιμο. Από αυτές τις φράσεις που ακούγονται σωστές για λίγα δευτερόλεπτα και μετά μένουν εκεί, χωρίς να ξέρεις τι να τις κάνεις.
Δίπλα στο τετράδιο ήταν ο λογαριασμός του ρεύματος. Αυτός δεν είχε ανάγκη από διατύπωση. Ήταν πιο σαφής.
Τον πήρε στα χέρια. Κοίταξε πάλι τις χρεώσεις, παρόλο που τις είχε δει από χθες. Πάγιο, κατανάλωση, ρυθμιζόμενες, δημοτικά τέλη, ΦΠΑ. Κάπου στη μέση υπήρχε ένα ποσό μικρό, σχεδόν ασήμαντο, αλλά τον εκνεύρισε περισσότερο από τα μεγάλα. Ήταν από εκείνα τα ποσά που σου δίνουν την αίσθηση ότι κάποιος σε χρεώνει νόμιμα για κάτι που δεν θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις πλήρως. Το χαρτί είχε τσαλακωθεί στη μία γωνία. Το ίσιωσε με το δάχτυλο, χωρίς λόγο.
Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή χωρίς ήχο. Την είχε αφήσει έτσι από συνήθεια. Κάτω περνούσαν λέξεις: «διαβουλεύσεις», «κυβερνησιμότητα», «μήνυμα σταθερότητας», «ανησυχία στις αγορές». Πάτησε το κουμπί και ανέβασε λίγο την ένταση. Ένας υπουργός μιλούσε για ευθύνη. Ένας δημοσιογράφος τον διέκοπτε με ύφος αυστηρό, αλλά όχι τόσο αυστηρό ώστε να χαλάσει η μεταξύ τους άνεση. Ήταν φανερό ότι θα ξαναβρίσκονταν στο ίδιο στούντιο σε λίγες μέρες.
Οι αγορές, είπαν πάλι, ήταν νευρικές.
Ο Α. γέλασε λίγο. Όχι κανονικά. Περισσότερο σαν φύσημα από τη μύτη. Οι αγορές στις ειδήσεις είχαν πάντα σχεδόν ανθρώπινη συμπεριφορά. Φοβούνταν, ανησυχούσαν, ηρεμούσαν, αντιδρούσαν. Οι άνθρωποι, από την άλλη, εμφανίζονταν συνήθως ως καταναλωτές, φορολογούμενοι, δικαιούχοι επιδομάτων ή ποσοστά δυσαρέσκειας.
Έκλεισε την τηλεόραση. Από το διπλανό διαμέρισμα ακουγόταν έτσι κι αλλιώς άλλη τηλεόραση, πιο δυνατά. Ο γείτονας είχε τη συνήθεια να αφήνει τα δελτία να παίζουν σαν μόνιμο φόντο. Κάποια στιγμή ακούστηκε καθαρά η φράση «κυβέρνηση εθνικής ευθύνης». Ο Α. την αναγνώρισε αμέσως. Την είχε ακούσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Συνήθως λίγο πριν ζητηθεί από κάποιον να κάνει άλλη μία υπομονή.
Είχε ψηφίσει το κόμμα Τσίπρα. Τη Δημοκρατική Συμπαράταξη για την Κοινωνική Αναγέννηση. ΔΗΣΚΑ. Το ακρωνύμιο ήταν πιο υποφερτό από το πλήρες όνομα, αλλά όχι πολύ. Στο σχολείο, όταν ένας συνάδελφος τον ρώτησε τι ψήφισε, είπε «άστο τώρα» και μετά έκανε ένα σχόλιο για τον καιρό. Δεν ήταν ακριβώς ντροπή. Ή ίσως ήταν, αλλά όχι από εκείνες που εξηγούνται εύκολα.
Το 2015 δεν το είχε τακτοποιήσει μέσα του. Άλλοι το είχαν κάνει προδοσία. Άλλοι αυταπάτη. Άλλοι ηρωική στιγμή. Άλλοι ντροπή. Εκείνος δεν μπορούσε να το βάλει σε τόσο καθαρό κουτί. Θυμόταν την εβδομάδα του δημοψηφίσματος, τις συζητήσεις στα πεζοδρόμια, την αίσθηση ότι η πολιτική είχε μπει ξαφνικά σε σπίτια όπου συνήθως μιλούσαν για λογαριασμούς, παιδιά, γιατρούς και δουλειές. Θυμόταν και το μετά. Το πάγωμα. Τις εξηγήσεις. Τους καβγάδες. Τις φιλίες που έγιναν πιο προσεκτικές.
Δεν ψήφισε ΔΗΣΚΑ επειδή πίστεψε ότι όλα θα άρχιζαν πάλι από την αρχή. Αυτό θα ήταν ψέμα, και το ήξερε. Το ψήφισε μάλλον επειδή δεν ήθελε να κόψει εντελώς το τελευταίο νήμα με κάτι που κάποτε τον είχε κάνει να σηκώσει το κεφάλι. Δεν ήταν δυνατό επιχείρημα. Δεν θα το έλεγε σε δημόσια συζήτηση. Αλλά για τον ίδιο είχε κάποια αλήθεια.
Το αποτέλεσμα, πάντως, δεν έδινε μεγάλη χαρά σε κανέναν. Η ΝΔ πρώτη, αλλά όχι άνετη. Το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε, αλλά όχι τόσο ώστε να αλλάξει πραγματικά το κέντρο βάρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μικρύνει πολύ, και αυτό το έβλεπες ακόμη κι αν δεν τον ψήφιζες. Το ΚΚΕ κρατούσε τη θέση του, περίπου όπως κρατά κανείς ένα παλιό σπίτι ανοιχτό, φτιάχνοντας συνέχεια μικρές βλάβες. Το ΜέΡΑ25 και η Νέα Αριστερά πέρασαν οριακά. Η Πλεύση είχε πάρει περισσότερο χώρο απ’ όσο περίμεναν πολλοί. Η Ελληνική Λύση δεν ήταν πια παρένθεση, όσο κι αν αρκετοί συνέχιζαν να μιλούν σαν να ήταν.
Για τα καινούργια σχήματα δεν ήξερε τι να σκεφτεί.
Το κόμμα Καρυστιανού, το Δικαιοσύνη Παντού (ΔΙΚΠΑ), είχε κάτι που δεν έμπαινε εύκολα σε κλασική πολιτική ανάλυση. Ο Α. δεν ήξερε αν μπορούσε να γίνει πρόγραμμα, συμμαχία, κανονική κοινοβουλευτική δουλειά. Ήξερε όμως ότι η οργή από την οποία ερχόταν δεν ήταν τηλεοπτική. Δεν ήταν φτιαγμένη σε γραφείο επικοινωνίας. Είχε ανθρώπους από πίσω, ονόματα, απουσίες, οικογένειες που δεν άντεχαν άλλο να ακούνε ευγενικές λέξεις για πράγματα που είχαν γίνει πολύ συγκεκριμένα.
Το κόμμα Σαμαρά (Εθνική Δημοκρατική Παράταξη-ΕΔΗΠΑ) τον ανησυχούσε αλλιώς. Όχι επειδή δεν το περίμενε. Το περίμενε σχεδόν. Υπήρχε εκεί έξω κόσμος στριμωγμένος, κουρασμένος, θυμωμένος, που ήθελε κάποιος να του πει ότι δεν φταίνε οι μισθοί, τα νοίκια, οι εργολαβίες, οι τράπεζες, οι σχέσεις εξουσίας, αλλά κάτι πιο άμεσο. Ένας άνθρωπος. Ένας ξένος. Ένας ύποπτος. Κάποιος που να μπορείς να τον δείξεις. Αυτό ήταν πάντα πιο εύκολο από το να κοιτάξεις ένα σύστημα που δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο.
Στο σχολείο, τις μέρες μετά τις εκλογές, οι κουβέντες γίνονταν κυρίως στο γραφείο των καθηγητών, δίπλα στη μηχανή του καφέ. Η μηχανή έβγαζε ένα πράγμα που το έλεγαν καφέ επειδή δεν υπήρχε καλύτερη λέξη.
«Δεν βγαίνει κυβέρνηση έτσι».
«Θα ξαναπάμε, να μου το θυμηθείς».
«Θα τα βρουν. Όταν είναι για τις καρέκλες, τα βρίσκουν».
«Έλα μωρέ, όλοι ίδιοι είναι».
Αυτό το τελευταίο το άκουγε όλο και πιο συχνά. Παλιά τον θύμωνε αμέσως. Το θεωρούσε τεμπελιά, ισοπέδωση, παραίτηση. Τώρα δεν ήταν τόσο βέβαιος. Σε πολλούς ανθρώπους το «όλοι ίδιοι είναι» δεν έβγαινε από άνεση. Έβγαινε από κούραση. Από την ανάγκη να μην ξαναδεθείς με κάτι που θα σε αφήσει στη μέση. Βέβαια, στο τέλος το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο. Πιο δυνατός έμενε εκείνος που είχε ήδη μηχανισμούς, λεφτά, κανάλια, σχέσεις και χρόνο.
Εκείνη την ημέρα είχε κάνει Αντιγόνη στη Β΄ Λυκείου. Δεν το είχε διαλέξει για να ταιριάξει με την επικαιρότητα, αλλά έτσι βγήκε. Μιλούσε για τον Κρέοντα, για τον νόμο της πόλης, για το σώμα του Πολυνείκη που έμενε άταφο. Μάλλον μιλούσε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Το κατάλαβε από τη Μαρία στο πρώτο θρανίο, που είχε σταματήσει να γράφει και τον κοιτούσε με ένα ύφος σαν να έλεγε ότι είχαν ξεφύγει λίγο από το μάθημα.
Ένας μαθητής από πίσω, ο Νίκος, που συνήθως μιλούσε μόνο για να ζητήσει να βγει έξω, σήκωσε το χέρι.
«Κύριε, δηλαδή η Αντιγόνη είχε δίκιο;»
Ο Α. πήγε να δώσει την κανονική απάντηση. Την είχε έτοιμη. Τραγική σύγκρουση, δύο δίκαια, όρια της εξουσίας, όρια της ατομικής πράξης. Αυτά που λέμε στα παιδιά για να μη μοιάζει η τραγωδία με ερώτηση σωστού ή λάθους.
Αντί γι’ αυτό είπε:
«Μερικές φορές ο νόμος δεν αρκεί για να νιώσεις ότι έγινε δικαιοσύνη».
Το είπε και μετάνιωσε λίγο. Όχι ακριβώς τη φράση. Τον τρόπο που την είπε. Είχε ακουστεί πιο προσωπικός απ’ όσο ήθελε. Ο Νίκος έγραψε κάτι στο τετράδιό του. Ο Α. αναρωτήθηκε τι. Ίσως τίποτα σχετικό. Ίσως «νόμος δεν αρκεί». Ίσως μια μισή πρόταση που την επόμενη μέρα δεν θα έλεγε τίποτα σε κανέναν.
Το απόγευμα γύρισε με τα πόδια. Δεν ήταν μεγάλη απόσταση, αλλά είχε κρύο. Όχι πολύ. Αυτό ήταν το χειρότερο. Αν είχε πολύ κρύο, θα άναβες θέρμανση και θα τελείωνε η κουβέντα. Αυτό το ενδιάμεσο κρύο σε έβαζε να κάνεις παζάρια με τον εαυτό σου. Μισή ώρα; Μία ώρα; Καθόλου; Άλλη μία ζακέτα;
Στην είσοδο της πολυκατοικίας είδε την ανακοίνωση για τα κοινόχρηστα. Το ασανσέρ ήθελε επισκευή, πάλι. Η διαχειρίστρια είχε γράψει με κόκκινο στιλό: «Παρακαλώ να πληρώσουν όλοι εγκαίρως». Από κάτω κάποιος είχε σημειώσει με μπλε: «Να γίνει πρώτα έλεγχος προσφοράς». Κάποιος άλλος είχε τραβήξει μια γραμμή κάτω από το «όλοι».
Ο Α. ανέβηκε με τα πόδια. Στον δεύτερο μύριζε τηγανητό κρεμμύδι. Στον τρίτο, έξω από την πόρτα του κυρίου Μανώλη, υπήρχε μια σακούλα με άδεια πλαστικά μπουκάλια. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Κι όμως, μερικές φορές από τέτοια καταλάβαινες καλύτερα τη χώρα απ’ ό,τι από τις αναλύσεις.
Μπήκε στο σπίτι και άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι. Το φως της κουζίνας ήταν πολύ λευκό. Είχε καιρό να αλλάξει τη λάμπα, αλλά κάθε φορά το ξεχνούσε. Άνοιξε το τετράδιο και έγραψε:
Το αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κόσμος έχει περισσότερη δύναμη. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι η δύναμή του έχει σκορπίσει.
Το διάβασε. Δεν ήταν σίγουρος. Τον ενοχλούσε η λέξη «κόσμος», όπως πριν τον ενοχλούσε η λέξη «λαός». Ήταν λέξεις μεγάλες και βολικές. Ο κόσμος ήταν η Ελένη των αγγλικών που είχε τρία παιδιά και κοιμόταν πέντε ώρες. Ήταν ο διανομέας που περνούσε κάθε βράδυ κάτω από το μπαλκόνι με το μηχανάκι να κάνει έναν ήχο σαν να μην άντεχε άλλο. Ήταν η ταμίας στο σούπερ μάρκετ που χαιρετούσε μηχανικά τους πελάτες και κάποια στιγμή ξέχασε να δώσει ρέστα σε έναν παππού. Ήταν και οι μαθητές του, που στα δεκαεπτά μιλούσαν ήδη για Ολλανδία, Γερμανία, Κύπρο, οπουδήποτε τέλος πάντων τους φαινόταν ότι υπάρχει «κάτι καλύτερο».
Δεν ήταν ότι δεν ήθελαν να συμμετέχουν. Πότε να προλάβουν;
Αυτό του φαινόταν βασικό, αν και δεν ήξερε αν το έλεγε σωστά. Η δημοκρατία, όπως την περιγράφουμε, θέλει χρόνο. Να ενημερωθείς, να σκεφτείς, να μιλήσεις, να οργανωθείς, να αντέξεις τη διαφωνία. Αλλά ο χρόνος είχε γίνει κι αυτός λογαριασμός. Αν δουλεύεις μέχρι αργά, αν έχεις παιδιά, γονείς, εξετάσεις, δόσεις, ενοίκιο, δεύτερη δουλειά, φροντιστήρια, γιατρούς, τι ακριβώς σου μένει για να είσαι πολίτης; Λίγη ώρα πριν κοιμηθείς, με το κινητό στο χέρι και τα μάτια να κλείνουν.
Άνοιξε πάλι τον πίνακα των εδρών. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως επειδή οι αριθμοί, ακόμη κι όταν δεν βοηθούν, σε κάνουν για λίγο να νομίζεις ότι κάτι ελέγχεται.
Προσπάθησε να σκεφτεί τα κόμματα ένα ένα, αλλά δεν του έβγαινε καθαρά. Η ΝΔ δεν ήταν μόνο σταθερότητα. Ήταν και φόβος αλλαγής, και συνήθεια, και συμφέρον, και άνθρωποι που δεν έβλεπαν άλλη λύση. Το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μόνο μεσαία τάξη. Είχε νοσταλγία, μηχανισμό, μια υπόσχεση κανονικότητας, αλλά και κάτι κουρασμένο. Το ΔΗΣΚΑ ήταν ακόμη πιο μπερδεμένο: λίγο μνήμη, λίγο πείσμα, λίγο αμηχανία. Το ΚΚΕ είχε ανθρώπους που έλεγαν πράγματα σωστά και άλλους που μιλούσαν σαν να μην τους απασχολεί αν θα τους ακούσει κανείς πέρα από όσους ήταν ήδη πεισμένοι. Η Πλεύση κουβαλούσε δικαιοσύνη, αλλά και ένταση. Η Ελληνική Λύση είχε φόβο, θυμό, τηλεθέαση, εκκλησίες, καφενεία, πράγματα που αρκετοί μορφωμένοι υποτιμούσαν μέχρι να τα βρουν μπροστά τους.
Και η αποχή. Αυτή δεν είχε χρώμα στον πίνακα. Ίσως γι’ αυτό την ξεχνούσαν εύκολα.
Έβαλε νερό να βράσει. Είχε σταματήσει να παίρνει καφέ απ’ έξω. Όχι από υγεία, όπως είχε πει μια φορά σε έναν συνάδελφο. Από οικονομία. Το είχε υπολογίσει: γύρω στα σαράντα πέντε ευρώ τον μήνα, ίσως και παραπάνω. Στην αρχή ένιωσε σχεδόν περήφανος. Μετά του φάνηκε ταπεινωτικό να κάνεις οικονομικό σχέδιο ακόμα και τον καφέ της διαδρομής.
Στο ντουλάπι είχε τσάι του βουνού, ένα πακέτο ανοιγμένο από πέρσι. Το μύρισε. Δεν είχε χαλάσει. Ή τουλάχιστον έτσι αποφάσισε.
Στάθηκε στο παράθυρο με την κούπα στο χέρι. Τα χριστουγεννιάτικα φώτα του δήμου κρέμονταν πάνω από τον δρόμο. Δύο λαμπάκια στη σειρά δεν άναβαν. Κάτω, έξω από τον φούρνο, τρεις άνθρωποι γελούσαν με κάτι. Ένας πατέρας τραβούσε από το χέρι ένα παιδί που σταματούσε κάθε λίγο για να πατήσει τα νερά στο πεζοδρόμιο. Μια γυναίκα κουβαλούσε δύο σακούλες, μία από το σούπερ μάρκετ και μία από παιχνιδάδικο. Η δεύτερη ήταν πιο μικρή.
Αυτές οι εικόνες τον μπέρδευαν. Από τη μία, όλα έμοιαζαν στενά, πιεσμένα, χαμηλωμένα. Από την άλλη, οι άνθρωποι συνέχιζαν. Αγόραζαν μικρά δώρα, μάλωναν, έβγαζαν σκυλιά βόλτα, ξεχνούσαν κλειδιά, στόλιζαν μπαλκόνια με φωτάκια που αναβόσβηναν λάθος. Δεν θα το έλεγε ελπίδα. Ήταν κάτι πιο απλό και πιο πεισματάρικο.
Ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να γίνει εντελώς κυνικός, όσο κι αν μερικές φορές το ήθελε. Ο κυνισμός είχε μια άνεση. Έλεγες «τίποτα δεν αλλάζει» και γλίτωνες από αρκετά πράγματα. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσεις γιατί ξανανοίγεις τα νέα, γιατί ψηφίζεις κάτι χωρίς να το πιστεύεις ολόκληρο, γιατί σε ενοχλεί μια φράση σε δελτίο ειδήσεων, γιατί θυμώνεις με έναν λογαριασμό σαν να σου έχει κάνει προσωπική επίθεση.
Κάθισε στο γραφείο και άνοιξε μια λευκή σελίδα στον υπολογιστή. Έβαλε τίτλο:
Σημειώσεις για τη Βουλή και για όσα μένουν απ’ έξω
Τον κοίταξε αρκετή ώρα. Δεν του άρεσε πολύ. Θα τον άλλαζε αργότερα, σκέφτηκε. Δεν τον άλλαξε.
Άρχισε να γράφει:
Δεν αρκεί να υπάρχουν πολλά κόμματα, αν τα πιο βασικά πράγματα της ζωής εμφανίζονται μόνο σαν τεχνικά θέματα. Το ρεύμα δεν είναι τεχνικό θέμα όταν σκέφτεσαι αν θα ανάψεις θέρμανση. Το ενοίκιο δεν είναι δείκτης όταν το πληρώνεις κάθε μήνα. Ο μισθός δεν είναι μέσος όρος. Το νοσοκομείο δεν είναι δαπάνη όταν περιμένεις σε διάδρομο. Το σχολείο δεν είναι μεταρρύθμιση όταν λείπουν καθηγητές τον Νοέμβριο. Και το τρένο δεν είναι απλώς υποδομή, όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν γύρισαν ποτέ.
Σταμάτησε. Το διάβασε. Κάτι τον ενοχλούσε, αλλά δεν ήξερε ακριβώς τι. Ίσως ο ρυθμός. Ίσως ότι πάλι έγραφε σαν να προσπαθούσε να βγάλει νόημα από πράγματα που δεν έβγαιναν τόσο εύκολα σε πρόταση. Έσβησε τις δύο τελευταίες γραμμές. Μετά πάτησε αναίρεση και τις επανέφερε. Έκανε αυτό το μπρος πίσω για κάνα λεπτό και μετά εκνευρίστηκε με τον εαυτό του.
Έξω άρχισε να ψιχαλίζει. Τα αυτοκίνητα περνούσαν πιο αργά, όχι επειδή έβρεχε πολύ, αλλά επειδή ο δρόμος είχε γεμίσει κόσμο και διπλοπαρκαρισμένα. Η λευκή σελίδα στην οθόνη τού φάνηκε ξαφνικά κουραστική. Σηκώθηκε, πήγε μέχρι την κουζίνα, ξαναγύρισε χωρίς να πάρει τίποτα.
Σκέφτηκε ότι η πολιτική, αν θέλει να γίνει σοβαρά, χρειάζεται πράγματα που ο ίδιος συχνά βαριόταν: σχέδιο, επιμονή, συνεδριάσεις, πρακτικά, διορθώσεις, συμφωνίες με ανθρώπους που μιλούν πολύ, αριθμούς, προϋπολογισμούς. Δεν αρκεί η αγανάκτηση. Το ήξερε. Το είχε δει αρκετές φορές. Αλλά ίσχυε και το αντίθετο. Όταν η πολιτική μιλά μόνο με αριθμούς, κάποια στιγμή ξεχνά τους ανθρώπους για τους οποίους υποτίθεται ότι μιλά.
Πήρε το τετράδιο και έγραψε πιο κάτω, αυτή τη φορά χωρίς κεφαλαία:
Δεν είναι αρκετό να μπουν πολλά κόμματα στη Βουλή. Το θέμα είναι αν μπορεί να μπει και η ζωή των ανθρώπων στις αποφάσεις.
Αυτή η φράση του φάνηκε λιγότερο εντυπωσιακή από την προηγούμενη. Ίσως γι’ αυτό την εμπιστεύτηκε λίγο περισσότερο.
Δεν συνέχισε. Είχε κουραστεί. Έκλεισε τον υπολογιστή, μάζεψε τον λογαριασμό του ρεύματος και τον έβαλε κάτω από ένα βιβλίο, λες και έτσι θα καθυστερούσε κάτι. Πριν πάει για ύπνο, πέρασε από το σαλόνι και κοίταξε αν είχε κλείσει το πολύμπριζο. Το είχε κλείσει. Το ξανακοίταξε, όπως έκανε πάντα.
Στο σκοτάδι ακουγόταν το ψυγείο. Ένας χαμηλός, σταθερός ήχος. Από το διπλανό διαμέρισμα η τηλεόραση συνέχιζε, πιο σιγά τώρα. Κάποιος μιλούσε ακόμα για σταθερότητα.
Ο Α. ξάπλωσε και δεν κοιμήθηκε αμέσως. Σκεφτόταν τις έδρες, τον Νίκο που είχε σημειώσει κάτι στην Αντιγόνη, τον λογαριασμό του ρεύματος, τη λέξη «όλοι» στην ανακοίνωση της πολυκατοικίας. Δεν έβγαζε συμπέρασμα. Ίσως αυτό ήταν πιο έντιμο από το να βγάλει ένα πρόχειρο.
Κάπου κάτω από όλα αυτά υπήρχε μια ζωή που δεν ήθελε μόνο να την υπολογίζουν. Ήθελε να ακούγεται, να πιάνει χώρο, να επηρεάζει κάτι. Ο Α. δεν ήξερε αν αυτό λεγόταν εκπροσώπηση, δημοκρατία ή απλώς αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ, πάντως, του φαινόταν πιο αληθινό από τις περισσότερες αναλύσεις που είχε διαβάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου