https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η επιστροφή του Τόμας Μαν: πώς κατεβαίνουμε από το Μαγικό Βουνό;

Το Books’ Journal ήταν πάντα πιο «νεοφιλελέ» απ’ όσο αντέχουν τα γούστα μου, αλλά όταν έχει αφιέρωμα σε κάτι ή κάποιον που με ενδιαφέρει το αγοράζω. Έτσι και με το τρέχον τεύχος για τον Τόμας Μαν. Το αφιέρωμα έχει τίτλο «Η συνείδηση της Ευρώπης» και πρέπει να ομολογήσω ότι, αν και κάπως μεγαλόστομος, δεν είναι άστοχος. Υπάρχουν συγγραφείς που αντέχουν τέτοιους τίτλους χωρίς να τους καταπίνει η ρητορεία. Ο Τόμας Μαν είναι ένας από αυτούς. Όχι επειδή υπήρξε πάντοτε ηθικά διαυγής ή πολιτικά αλάνθαστος — το αντίθετο. Αλλά επειδή η ίδια του η διαδρομή μοιάζει με μικρογραφία των αντιφάσεων της Ευρώπης του (μιά άλλη « συνείδηση της Ευρώπης» ήταν/είναι(;) ένας επίσης γερμανός,  ο πρόσφατα αποθανείς Γιούργκεν Χάμπερμας, ένας φιλόσοφος που προσπάθησε να σώσει το πρόγραμμα του Διαφωτισμού ποντάροντας στη δύναμη της επικοινωνίας, του διαλόγου και του ορθού λόγου).




Θα μείνω στο Μαγικό Βουνό, μυθιστόρημα με το οποίο έχω ιδιαίτερη σχέση ή, μάλλον, μυθιστόρημα με τους ήρωες του οποίου έχω ιδιαίτερη σχέση: Σετεμπρίνι (ο φιλελεύθερος ουμανισμός της προόδου, της λογικής και της δημοκρατικής παιδείας), Νάφτα (η αντιφιλελεύθερη γοητεία της αυθεντίας, της θυσίας και του απόλυτου νοήματος), Χανς Κάστορπ (ο μέσος Ευρωπαίος που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν) κι η Ρωσίδα Κλαούντια Σοσά (ο απόλυτος ερωτικός πειρασμός, η αταξία, η απομάκρυνση από τα δυτικά, ορθολογικά πρότυπα της αστικής ευπρέπειας).

Με την ευκαιρία του αφιερώματος του περιοδικού, τους ξαναθυμήθηκα τους ήρωες αυτούς  - αν υποθέσω ότι τους ξέχασα ποτέ αφού για όλα σχεδόν τα θέματα που προκύπτουν μπορεί κάποιος να ρωτήσει: τί θα έλεγε ο Σετεμπρίνι; Τί ο Νάφτα; Πώς θα αντιδρούσε ο Χανς Κάστορπ; Τί θα  έκανε η Σοσά; Και προσπάθησα να το ξαναθυμηθώ ξεφυλλίζοντας το– όχι να το διαβάσω – όχι ως μυθιστόρημα ιδεών, ούτε μόνο ως αλληγορία της Ευρώπης πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ως μυθιστόρημα μιας αστικής κοινωνίας που έχει υψηλό πνευματικό πολιτισμό, παιδεία, μουσική, ιατρική, επιστήμη, γλώσσες και τελετουργίες, αλλά δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις υλικές και ιστορικές αντιφάσεις που διαλύουν τη βάση του ίδιου της του πολιτισμού. 


Στο περιοδικό υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του Ι.Χ. ντε Φάμπρι με τίτλο «Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης». Βρίσκω τη  βασική του σύλληψη εύστοχη: ο Μαν δεν γράφει απλώς για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για έναν κόσμο που δεν ξέρει ακόμη ότι ζει πριν από τον πόλεμο. Το Μπέργκχοφ, έτσι, γίνεται η τελευταία συνομιλία της παλιάς Ευρώπης· ένας χώρος όπου οι άνθρωποι μιλούν, τρώνε, ερωτεύονται, φιλοσοφούν και αναπαύονται, ενώ η Ιστορία πλησιάζει χωρίς ακόμη να έχει ακουστεί ο κρότος της. Αυτή η ανάγνωση πιάνει την ιστορική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος: τον προπολεμικό χρόνο, την ευγένεια πριν από τη βία, την ανάλυση πριν από την καταστροφή.

Αλλά δεν αρκεί να πούμε ότι η Ευρώπη δεν αναγνώρισε εγκαίρως την καταστροφή που ερχόταν. Πρέπει να ρωτήσουμε και τι είδους Ευρώπη ήταν αυτή. Ποιοι είχαν τον χρόνο να συζητούν τόσο πολύ; Ποιοι μπορούσαν να μετατρέψουν την αρρώστια σε παρατεταμένη εμπειρία αυτομόρφωσης; Ποια κοινωνική τάξη μπορούσε να κατοικεί την αναβολή σαν μορφή ζωής; Το Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς πνευματικό σανατόριο. Είναι και ταξικά προσδιορισμένος χώρος: κόσμος ελεύθερου χρόνου, κατανάλωσης, ιατρικής εξουσίας, υπηρεσιών, αόρατης εργασίας, εισοδήματος και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης. Η τελευταία συνομιλία της Ευρώπης γίνεται εκεί επειδή μόνο ένας ορισμένος αστικός κόσμος είχε τη δυνατότητα να κάνει την κρίση του αισθητική, συζήτηση, μαθητεία και παραμονή.

Εδώ θυμήθηκα μια παλιότερη ανάλυση του Γ. Λυκιαρδόπουλου, την «Ουμανιστική περιπέτεια». Ο Λυκιαρδόπουλος δεν διάβαζε το Μαγικό Βουνό σαν κομψή ευρωπαϊκή αλληγορία. Δεν το αντιμετώπιζε απλώς ως μυθιστόρημα ιδεών, όπου ο Σετεμπρίνι λέει το ένα, ο Νάφτα το άλλο, και ο Κάστορπ κάθεται ανάμεσά τους σαν ευγενικός φοιτητής σε σεμινάριο ευρωπαϊκής ιστορίας. Το διάβαζε ως δοκιμασία του ίδιου του ουμανισμού. Ως περιπέτεια, όχι ως ασφαλή διαδρομή προς το φως, αλλά ως πέρασμα από περιοχές όπου το φως και το σκοτάδι δεν ξεχωρίζουν τόσο εύκολα όσο θα ήθελαν οι παιδαγωγοί.

Εκεί όπου ο ντε Φάμπρι βλέπει την Ευρώπη πριν από την καταστροφή, ο Λυκιαρδόπουλος δείχνει την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Πίσω από τον φωτεινό λόγο του Σετεμπρίνι υπάρχει ήδη ο λανθάνων αντι-ανθρωπισμός της προόδου, της χρησιμότητας, της πειθαρχίας και της αστικής αξιοκρατίας. Αυτό είναι το σημείο όπου ο Λυκιαρδόπουλος γίνεται σχεδόν υλιστής: ο ουμανισμός δεν εμφανίζεται ως καθαρή ιδέα, αλλά ως ιστορική μορφή αστικής κοινωνίας. Ο Σετεμπρίνι υπερασπίζεται τη λογική, την παιδεία, τη δημοκρατία, την πρόοδο· αλλά πίσω από αυτά υπάρχει και η απαίτηση της παραγωγικότητας, η ηθική της χρησιμότητας, η πεδιάδα της εργασίας, της πειθαρχίας και της κοινωνικής επιλογής.

Ο Σετεμπρίνι, λοιπόν, δεν είναι απλώς «καλός». Είναι αναγκαίος, αλλά όχι αθώος. Εκπροσωπεί τον αστικό ουμανισμό: την πίστη στον άνθρωπο, αλλά και την πίστη ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει χρήσιμος, παραγωγικός, έλλογος, πειθαρχημένος, ενταγμένος στον χρόνο της προόδου. Όταν λέει στον Κάστορπ να κατεβεί στην πεδιάδα, δεν τον καλεί μόνο στη ζωή. Τον καλεί και στον κόσμο της αστικής κανονικότητας: εργασία, καθήκον, απόδοση, κοινωνική ευθύνη, ωφέλιμη ύπαρξη. Το δίκιο του είναι πραγματικό. Αλλά είναι δίκιο ιστορικά προσδιορισμένο. Δεν είναι οικουμενικό φως έξω από την κοινωνία· είναι φως μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης και μιας ορισμένης πίστης στην πρόοδο.

Απέναντί του στέκεται ο Νάφτα. Ο Νάφτα είναι τρομακτικός, αλλά όχι ανεξήγητος. Δεν είναι απλώς σκοτάδι έξω από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Είναι μια σκοτεινή δυνατότητα που γεννιέται μέσα από τις αντιφάσεις του. Συμπυκνώνει έναν τύπο κεντρο-ευρωπαίου ριζοσπάστη διανοουμένου που μισεί την αστική χρησιμότητα, βλέπει τα κενά του φιλελεύθερου ουμανισμού, καταλαβαίνει την κούραση του ατόμου απέναντι στην ελευθερία, αλλά απαντά με αυθεντία, θυσία, υποταγή, θεολογική βία. Με διαλεκτικούς όρους, ο Νάφτα είναι η άρνηση της αστικής κοινωνίας, αλλά μια άρνηση παραμορφωμένη. Δεν υπερβαίνει την αστική αλλοτρίωση προς μια χειραφετητική κοινωνία. Τη μετατρέπει σε λατρεία της ολότητας και του θανάτου.

Έτσι, το ζεύγος Σεττεμπρίνι–Νάφτα δεν είναι απλώς διαφωτισμός εναντίον σκοταδισμού. Είναι εσωτερική διαλεκτική της αστικής Ευρώπης. Ο Σετεμπρίνι είναι η θέση: πρόοδος, λογική, παιδεία, χρησιμότητα. Ο Νάφτα είναι η άρνηση: απόλυτο, κοινότητα, θυσία, αυθεντία. Αλλά η άρνηση αυτή δεν είναι ακόμη απελευθέρωση. Είναι αντιδραστική υπέρβαση, ψεύτικη λύση, μια μορφή εξέγερσης που δεν οδηγεί στη χειραφέτηση αλλά στην υποταγή. Γι’ αυτό ο Νάφτα γίνεται πειστικός εκεί όπου ο Σετεμπρίνι μένει ανεπαρκής: απαντά σε πραγματικές πληγές, αλλά τις θεραπεύει με δηλητήριο.

Ο Χανς Κάστορπ βρίσκεται ανάμεσά τους, σαν τον μέσο Ευρωπαίο: εκείνον που ακούει, μαθαίνει και καθυστερεί να αποφασίσει, ώσπου η Ιστορία αποφασίζει γι’ αυτόν. Αλλά χρειάζεται και εδώ μια υλιστική διόρθωση. Ο Κάστορπ δεν είναι αφηρημένος άνθρωπος. Είναι νεαρός αστός, τεχνικά μορφωμένος, μελλοντικός μηχανικός, κληρονόμος ενός κόσμου ιδιοκτησίας, εκπαίδευσης και κοινωνικής ασφάλειας. Η «αθωότητά» του είναι ταξικά δομημένη. Μπορεί να καθυστερεί επειδή έχει το προνόμιο να καθυστερεί. Μπορεί να δοκιμάζει ιδέες, αρρώστιες, πάθη και πειρασμούς επειδή ένας ολόκληρος υλικός κόσμος στηρίζει αυτή τη δυνατότητα αναβολής.

Φυσικά, αυτό δεν μειώνει την υπαρξιακή του σημασία. Την κάνει ιστορικά πιο ακριβή. Ο Κάστορπ είναι ένοχος όχι μόνο επειδή μαθαίνει χωρίς να αποφασίζει, αλλά επειδή η ίδια του η δυνατότητα να μαθαίνει αργά, να αφήνεται στην αρρώστια, να μετατρέπει την κρίση σε εμπειρία αυτομόρφωσης, είναι προνόμιο μιας τάξης που μπορεί να ζει την παρακμή της ως πνευματική περιπέτεια. Ο άρρωστος του Μπέργκχοφ δεν είναι απλώς άνθρωπος εκτός μάχης. Είναι κάποιος που μπορεί να είναι εκτός μάχης χωρίς αμέσως να καταστραφεί. Η αναβολή του έχει κοινωνική βάση.

Το Μπέργκχοφ, λοιπόν, πρέπει να διαβαστεί ως κοινωνική ολότητα σε μικρογραφία. Δεν δείχνει μόνο τι σκέφτεται η Ευρώπη. Δείχνει πώς ζει: πώς οργανώνει τον χρόνο, πώς καταναλώνει την αρρώστια, πώς κρύβει την εργασία πίσω από την άνεση, πώς μετατρέπει την υλική ασφάλεια σε πνευματική αμφιβολία. Είναι κλειστός κόσμος με δικούς του κανόνες, γεύματα, θερμομετρήσεις, περιπάτους, κουβέρτες, τελετουργίες, ερωτικές εντάσεις, ιδεολογικές μονομαχίες. Μια ολόκληρη Ευρώπη σε συμπύκνωση: καλλιεργημένη, ταξική, άρρωστη, αυτάρεσκη, φοβισμένη, ανίκανη να κατεβεί εγκαίρως.

Αυτό είναι και το πιο σύγχρονο σημείο του μυθιστορήματος. Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι το Μπέργκχοφ. Δεν ζει την ίδια ιστορική στιγμή. Έχει πίσω της τον φασισμό, τον ναζισμό, το Ολοκαύτωμα, την αποαποικιοποίηση, την ευρωπαϊκή ενοποίηση, τον Ψυχρό Πόλεμο, τον νεοφιλελευθερισμό, τη χρηματοπιστωτική κρίση, τη μετανάστευση, την κλιματική απειλή, την ψηφιακή μετάβαση, τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όποιος λέει απλώς «ζούμε ξανά το 1914» κάνει την Ιστορία πολύ εύκολη. Αλλά υπάρχει μια αναλογία μορφής: η αναλογία της αναβολής.

Η σημερινή ευρωπαϊκή αναβολή δεν είναι μόνο πνευματική. Είναι υλική. Πίσω από την κρίση αυτοκατανόησης υπάρχουν υλικές αντιφάσεις: ανισότητα, αποβιομηχάνιση, ενεργειακή εξάρτηση, τεχνολογική εξάρτηση, γεωπολιτική αποδυνάμωση, αποδυνάμωση συλλογικών μορφών ζωής, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η Ευρώπη μιλά πολύ για αξίες, δικαιώματα, δημοκρατία, πολιτισμό. Αλλά συχνά δυσκολεύεται να απαντήσει στις υλικές συνθήκες που κάνουν τους νέους Νάφτα πειστικούς: φόβος, κοινωνική ανασφάλεια, αίσθηση εγκατάλειψης, ανάγκη προστασίας, μίσος για μια ελευθερία που βιώνεται ως μοναξιά.

Γι’ αυτό η επιστροφή στον Μαν δεν έχει νόημα αν είναι νοσταλγική. Δεν επιστρέφουμε στην παλιά Ευρώπη για να παρηγορηθούμε ότι κάποτε υπήρχε περισσότερη παιδεία, περισσότερη μουσική, περισσότερη ευγένεια. Επιστρέφουμε για να δούμε ότι η παιδεία, η μουσική και η ευγένεια δεν έσωσαν από μόνες τους τίποτε. Ένας πολιτισμός μπορεί να είναι καλλιεργημένος και άρρωστος μαζί. Μπορεί να μιλά για ανθρωπισμό ενώ έχει ήδη μέσα του τις μορφές της ανθρωποθυσίας. Μπορεί να υπερασπίζεται τη ζωή, αλλά να οργανώνει την κοινωνία του γύρω από χρησιμότητα, επιλογή και αποκλεισμό.

Η κορύφωση αυτής της διαλεκτικής βρίσκεται στο «Χιόνι». Εκεί ο Κάστορπ μένει μόνος, χωρίς δασκάλους. Χάνει τον προσανατολισμό του και βλέπει ένα όραμα αρμονίας: ήλιο, θάλασσα, νεότητα, κοινότητα, ομορφιά. Αλλά πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει ο ναός· και μέσα στον ναό υπάρχει η ανθρωποθυσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ανθρωπισμός είναι ψέμα. Σημαίνει ότι δεν είναι αθώος. Το «Χιόνι» είναι η στιγμή όπου ο Κάστορπ βλέπει την ενότητα των αντιθέτων: ομορφιά και βία, κοινότητα και θυσία, πολιτισμός και βαρβαρότητα, ζωή και θάνατος.

Αυτή όμως δεν είναι τελική σύνθεση. Δεν γίνεται πρόγραμμα. Δεν γίνεται ιδεολογία. Είναι στιγμιαία διαλεκτική όραση. Ο Κάστορπ βλέπει ότι η ανθρωπιστική κοινότητα και η ανθρωποθυσία δεν είναι δύο ξένοι κόσμοι, αλλά δύο όψεις της ίδιας ιστορικής ανθρωπότητας. Γι’ αυτό το «Χιόνι» δεν δικαιώνει ούτε τον Σετεμπρίνι ούτε τον Νάφτα. Ο Σετεμπρίνι θέλει τη ζωή, αλλά δεν βλέπει πάντα το σκοτάδι πίσω από τις φωτεινές του λέξεις. Ο Νάφτα βλέπει το σκοτάδι, αλλά το λατρεύει. Ο Κάστορπ, για μια στιγμή, καταλαβαίνει κάτι δυσκολότερο: ότι πρέπει να γνωρίσουμε τον θάνατο χωρίς να του επιτρέψουμε να κυβερνήσει τη σκέψη μας.

Έτσι το Μαγικό Βουνό επιστρέφει σήμερα όχι ως μνημείο της ευρωπαϊκής κουλτούρας, αλλά ως διαγνωστικό εργαλείο. Ο ντε Φάμπρι μάς βοηθά να δούμε τον προπολεμικό χρόνο. Ο Λυκιαρδόπουλος μάς βοηθά να δούμε την εσωτερική κρίση του ουμανισμού. Και μπορούμε να σκεφτούμε  τον τρόπο με τον οποίο οι μορφές σκέψης, οι ηθικές αγωνίες και οι ιδεολογικές συγκρούσεις παράγονται μέσα σε ιστορικές και ταξικές σχέσεις. Πρέπει να ρωτήσουμε ποια υλική κοινωνία μπορεί ακόμη να στηρίξει τις καλύτερες λέξεις της;

Ο Μαν δεν επιστρέφει για να μας πει μια πλευρά να διαλέξουμε. Επιστρέφει για να μας αναγκάσει να δούμε γιατί καμία πλευρά δεν είναι αθώα. Και κυρίως για να μας θυμίσει ότι η γνώση δεν αρκεί αν δεν γίνει πράξη. Το Μαγικό Βουνό δεν μιλά απλώς για την αναβολή. Την παράγει. Ο αναγνώστης ανεβαίνει μαζί με τον Κάστορπ στο βουνό, μπαίνει στον χρόνο του σανατορίου, μαθαίνει να καθυστερεί, να σκέφτεται λίγο ακόμη, να πιστεύει ότι υπάρχει ακόμη χρόνος. Και όταν στο τέλος ο χρόνος αυτός διαλύεται από τον πόλεμο, καταλαβαίνουμε ότι δεν διακόπτεται μόνο η ιστορία του Κάστορπ. Διακόπτεται και η δική μας αναγνωστική παραμονή.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι δεν ξέρουμε τον δρόμο προς την πεδιάδα. Το πρόβλημα είναι ότι η πεδιάδα δεν είναι ποτέ αθώα: είναι ο κόσμος της εργασίας, της ιστορίας, της σύγκρουσης, της απόφασης. Και το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε ποτέ εγκαίρως αν η κάθοδος θα μας οδηγήσει στη ζωή ή στα χαρακώματα

 

 

 

 







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου