Ο Α. είναι σχεδόν 60 ετών, φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση, ανύπανδρος, ενοικιαστής, και έχει φτάσει σε εκείνη την ηλικία όπου ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η ζωή δεν τον προδίδει με θεαματικό τρόπο, αλλά με μικρές, καθημερινές, απολύτως νόμιμες αφαιρέσεις. Δεν έχει χάσει τα πάντα. Αυτό θα ήταν σχεδόν ρομαντικό. Έχει χάσει λίγο λίγο την αίσθηση ότι κάτι μπορεί πραγματικά να αλλάξει.
Μένει σε ένα παλιό διαμέρισμα, στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας που έχει χτιστεί τότε που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμη ότι η μεσαία τάξη είναι υπόσχεση και όχι ανάμνηση. Η κουζίνα έχει πλακάκια μιας άλλης εποχής, το μπάνιο στάζει πότε πότε και το ενοίκιο ανεβαίνει κάθε φορά που εκείνος πιστεύει πως έχει επιτέλους προσαρμοστεί. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχουν περιουσία, αλλά έχουν βιβλία. Πολλά βιβλία. Ράφια με Ρουσσώ, Μαρξ, Θουκυδίδη, Παπαδιαμάντη, Σεφέρη, Μπένγιαμιν, Πουλαντζά, Γκράμσι. Όλη η ανθρωπότητα, σε δόσεις χαρτιού, κοιτάζει έναν άνθρωπο που δεν ξέρει αν θα βγάλει τον μήνα.
Πολλές φορές τα πρωινά, πριν πάει στο σχολείο, κάνει καφέ και ανοίγει το dimoskopiseis.gr. Είναι μια συνήθεια σχεδόν ντροπιαστική. Όπως άλλοι ανοίγουν κρυφά ιστότοπους που δεν θα ήθελαν να φανούν στο ιστορικό τους, έτσι ο Α. ανοίγει δημοσκοπήσεις. Με το που εμφανίζονται οι μπάρες, νιώθει το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν υπάρχει πια έκπληξη. Μόνο επιβεβαίωση του εφιάλτη.
Η ΝΔ πρώτη. Πάντα πρώτη. Όχι με το παλιό αλαζονικό 40%, αλλά γύρω στο 30%, αρκετά ώστε να μη μοιάζει με παντοδυναμία και αρκετά ώστε να μοιάζει με μοίρα. ΠΑΣΟΚ γύρω στο 15%, σταθερό σαν άνθρωπος που στέκεται μεν στα πόδια του αλλά αδυνατεί να προχωράει. Πλεύση σχεδόν 9%, Ελληνική Λύση σχεδόν 9%, ΚΚΕ κοντά στο 8%, ΣΥΡΙΖΑ στο 5%, ΜέΡΑ25 οριακά, Νέα Αριστερά σχεδόν αόρατη. Βλέπει τα ποσοστά και σκέφτεται ότι η πολιτική ζωή της χώρας μοιάζει με τάξη όπου οι περισσότεροι μαθητές έχουν πάψει να σηκώνουν το χέρι: λίγοι φωνάζουν, πολλοί σιωπούν, και ο καθηγητής συνεχίζει το μάθημα σαν η σιωπή να είναι συναίνεση.
Ο Α. είναι τελείως αηδιασμένος με την κυβέρνηση της ΝΔ και ειδικά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η απέχθειά του δεν είναι πια απλώς πολιτική. Είναι αισθητική, ηθική, σχεδόν υπαρξιακή. Τον ενοχλεί το ύφος της τεχνοκρατικής ανωτερότητας, η ψυχρή βεβαιότητα, εκείνη η ικανότητα να παρουσιάζεται η ταξική πολιτική σαν διοικητική αναγκαιότητα. Τον ενοχλεί η λέξη «κανονικότητα». Τη θεωρεί από τις πιο άσεμνες λέξεις της δημόσιας ζωής. Κανονικότητα είναι το παιδί που έρχεται στο σχολείο χωρίς να έχει φάει σωστά; Κανονικότητα είναι ο αναπληρωτής που γυρνά από νησί σε νησί σαν εξόριστος με πτυχίο; Κανονικότητα είναι ο μισθός που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας; Κανονικότητα είναι τα νοσοκομεία όπου ο ασθενής πρέπει να έχει γνωστό, χρήματα ή άγιο;
Στο σχολείο διδάσκει λογοτεχνία και αρχαία. Μιλά στους μαθητές για την τραγική ειρωνεία, για την ύβρη, για τη νέμεση, για τον άνθρωπο που νομίζει πως κυβερνά τη μοίρα του ενώ ήδη βρίσκεται μέσα στον μηχανισμό της πτώσης του. Κάποιες φορές, καθώς μιλά για τον Οιδίποδα ή για τον Κρέοντα, ακούει τη φωνή του σαν να μιλάει για τη χώρα. Μια χώρα που βλέπει τα σημάδια αλλά επιμένει να τα ερμηνεύει ως τεχνικές δυσκολίες. Μια χώρα που έχει μετατρέψει την πολιτική σε διαχείριση και τη διαχείριση σε ιδεολογία.
Στο διάλειμμα κάθεται στο γραφείο καθηγητών, πίνει έναν δεύτερο καφέ, χειρότερο από τον πρώτο, και ακούει συναδέλφους να λένε ότι «όλοι ίδιοι είναι». Αυτή η φράση τον τρελαίνει. Τη θεωρεί την πιο ύπουλη νίκη της Δεξιάς. Όχι γιατί τα κόμματα είναι αθώα ή οι προοδευτικές δυνάμεις χωρίς ευθύνη. Αλλά γιατί το «όλοι ίδιοι είναι» λειτουργεί σαν γενικό συγχωροχάρτι της εξουσίας. Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε ο ισχυρότερος κυβερνά ανενόχλητος. Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε δεν υπάρχει πολιτική, μόνο κούραση.
Ο ίδιος δεν έχει παντρευτεί. Δεν ξέρει αν αυτό είναι επιλογή, σύμπτωση ή αργή ήττα. Κάποτε είχε αγαπήσει, κάποτε είχε σκεφτεί να κάνει οικογένεια, αλλά η ζωή πέρασε με συνεδριάσεις συλλόγου διδασκόντων, διορθώσεις γραπτών, λογαριασμούς, μετακομίσεις, μικρές ερωτικές αποτυχίες και μεγάλες πολιτικές απογοητεύσεις. Μερικές νύχτες σκέφτεται το άλλο ενδεχόμενο: να είχε παντρευτεί, να είχε δύο παιδιά, να πληρώνει φροντιστήρια, σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, δάνεια, παιδικά παπούτσια, λογαριασμούς, πανεπιστημιακές αγωνίες, θερινές κατασκηνώσεις… Είναι σίγουρος, με μια τρομερή, παγωμένη βεβαιότητα, ότι δεν θα το άντεχε. Ότι θα είχε σπάσει. Ότι μια τέτοια ζωή, όχι ως αφηρημένη οικογενειακή ευτυχία αλλά ως λογιστική ασφυξία, θα τον είχε οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή. Δεν το λέει σε κανέναν. Το σκέφτεται σαν σκοτεινή υποσημείωση στην προσωπική του βιογραφία: σώζεται όχι επειδή τα καταφέρνει, αλλά επειδή δεν δοκιμάζεται σε όλη την έκταση της ήττας.
Και ύστερα επιστρέφει στις δημοσκοπήσεις.
Εκεί βρίσκεται ο εφιάλτης. Όχι απλώς ότι η ΝΔ είναι πρώτη. Αλλά ότι όλα μοιάζουν να προδιαγράφουν μια τρίτη τετραετία Μητσοτάκη. Ότι ο άνθρωπος που εκείνος θεωρεί πολιτικό σύμβολο μιας ψυχρής ταξικής αναδιάρθρωσης, μιας χώρας οργανωμένης για τους λίγους και παρατημένης στους πολλούς ως ατομική ευθύνη, μπορεί να γραφτεί στην ιστορία ως ο σημαντικότερος πρωθυπουργός του 21ου αιώνα. Αυτό τον εξοργίζει περισσότερο από όλα. Όχι μόνο η νίκη, αλλά η ιστορική κατοχύρωση. Να γίνει εποχή. Να γίνει παράδειγμα. Να διδάσκεται κάποτε, ίσως από κάποιον νεότερο φιλόλογο, ως «περίοδος σταθεροποίησης».
Ένα απόγευμα, μετά το σχολείο, γυρίζει σπίτι κουρασμένος. Βάζει ένα πιάτο φακές να ζεσταθεί, ανοίγει τον υπολογιστή και βλέπει μπροστά του, πρώτη μούρη: «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας».
Ξέρει ήδη τι υπονοείται γύρω από αυτό. Δεν το διαβάζει σαν ουδέτερο πολιτικό κείμενο που έπεσε από τον ουρανό των ιδεών. Ξέρει ότι έρχεται από τον κύκλο του Ινστιτούτου Τσίπρα, ξέρει ότι εδώ και καιρό συζητιέται το ενδεχόμενο νέου κόμματος, ξέρει ότι κάθε τέτοιο κείμενο δεν είναι μόνο διακήρυξη αρχών αλλά και προθέρμανση πολιτικού εδάφους. Το ανοίγει λοιπόν με διπλή δυσπιστία: και απέναντι στη μεγάλη ρητορική των προοδευτικών κειμένων και απέναντι στην πιθανότητα να βλέπει μπροστά του όχι μια νέα αρχή, αλλά μια προσεκτικά φωτισμένη επιστροφή.
Περιμένει άλλη μια από εκείνες τις προοδευτικές εκθέσεις ιδεών όπου όλοι συμφωνούν ότι η κοινωνία πρέπει να γίνει δίκαιη, πράσινη, δημοκρατική και συμπεριληπτική, χωρίς να εξηγείται ποιος θα χάσει την εξουσία του για να συμβούν όλα αυτά. Αλλά η πρώτη φράση τον σταματά. Ρουσσώ.
«Κανένας δεν θα πρέπει να είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να εξαγοράσει κάποιον άλλο, και κανένας τόσο φτωχός ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του».
Ο Α. μένει ακίνητος. Αν ήταν νεότερος, ίσως να χαμογελούσε. Τώρα απλώς νιώθει μια παλιά χορδή να πάλλεται. Ο Ρουσσώ είναι γι’ αυτόν κάτι περισσότερο από όνομα στην ιστορία των ιδεών. Είναι ο στοχαστής που του έχει μάθει ότι η δημοκρατία δεν είναι διαδικασία αλλά συνθήκη. Ότι δεν αρκεί να ψηφίζεις αν η ζωή σου είναι οργανωμένη γύρω από φόβο. Ότι η πολιτική ισότητα χωρίς κοινωνική ισότητα είναι ωραία πρόσοψη σε σπίτι που καταρρέει.
Συνεχίζει να διαβάζει. Το μανιφέστο λέει ότι ο κόσμος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας. Ότι οι μεταπολεμικές βεβαιότητες καταρρέουν. Ότι οι ανισότητες βαθαίνουν, η κλιματική κρίση επεκτείνεται, το Διεθνές Δίκαιο διαλύεται, η ψηφιακότητα και η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζουν τη ζωή με τρόπους που απειλούν τις δημοκρατικές κατακτήσεις. Ο Α. τα έχει σκεφτεί όλα αυτά, αλλά εδώ τα βλέπει συγκεντρωμένα. Όχι σαν ειδήσεις. Σαν διάγνωση ιστορικής κατάρρευσης.
Το κείμενο επιμένει ότι η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς δεν είναι ξεπερασμένη. Αντίθετα, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο Α. σχεδόν αναστενάζει από ανακούφιση. Πόσο μισεί εκείνη τη δήθεν ώριμη φράση, «δεν υπάρχουν πια Αριστερά και Δεξιά». Τη θεωρεί φράση ανθρώπων που δεν θέλουν να φαίνεται ποιος ωφελείται. Γιατί Αριστερά και Δεξιά υπάρχουν κάθε φορά που ένας μαθητής εγκαταλείπει το όνειρο των σπουδών επειδή το σπίτι δεν αντέχει άλλο φροντιστήριο. Κάθε φορά που ο άρρωστος πληρώνει ιδιωτικά για να κάνει πιο γρήγορα εξέταση. Κάθε φορά που ο εργαζόμενος υπογράφει «ευέλικτη» σύμβαση επειδή η ανάγκη δεν διαπραγματεύεται.
Καθώς διαβάζει, αρχίζει να κρατά σημειώσεις. Η σοσιαλδημοκρατία, λέει το μανιφέστο, φέρνει την εμπειρία της διακυβέρνησης, του κοινωνικού κράτους, του φιλοευρωπαϊσμού. Η ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά φέρνει τη διεκδίκηση βαθύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών και την επαφή με τα κινήματα. Η πολιτική οικολογία φέρνει την επίγνωση των ορίων του πλανήτη και την ανάγκη βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης. Οι διαφορές τους δεν πρέπει να κρυφτούν. Πρέπει να γίνουν πεδία δημιουργικής σύγκλισης.
Αυτό του φαίνεται σωστό. Ίσως το μόνο σωστό που έχει ακούσει εδώ και καιρό. Η σοσιαλδημοκρατία χωρίς ριζοσπαστισμό καταντά λογιστήριο με ανθρώπινο πρόσωπο. Η ριζοσπαστική Αριστερά χωρίς κυβερνητική ικανότητα καταντά ηθική διαμαρτυρία που αφήνει τους άλλους να κυβερνούν. Η οικολογία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη καταντά συμβουλή προς ανθρώπους που δεν έχουν χρήματα να ακολουθήσουν τις συμβουλές. Αν αυτά τα τρία δεν συναντηθούν, σκέφτεται, τότε η Δεξιά θα κυβερνά όχι επειδή πείθει, αλλά επειδή οι άλλοι δεν μπορούν να σχηματίσουν πρόταση εξουσίας.
Η κεντρική έννοια του κειμένου είναι η «Κυβερνώσα Αριστερά». Ο Α. στέκεται εκεί. Του αρέσει και τον φοβίζει. Του αρέσει γιατί έχει κουραστεί από μια Αριστερά που συχνά απολαμβάνει περισσότερο την καθαρότητα της αντιπολίτευσης από τη βρωμιά της πραγματικής ευθύνης. Τον φοβίζει γιατί ξέρει πως η λέξη «κυβερνώσα» μπορεί να γίνει άλλο όνομα της προσαρμογής. Η Αριστερά, όταν μπαίνει στο κράτος, δεν μπαίνει σε άδειο δωμάτιο. Μπαίνει σε μηχανισμό με μνήμη, με συμφέροντα, με υπόγεια, με νόμους, με τράπεζες, με ΜΜΕ, με Ευρώπη, με αγορές. Η κυβέρνηση δεν είναι ακόμη εξουσία. Αυτό το έχει μάθει το 2015, με τον πιο βίαιο τρόπο.
Κι όμως, το μανιφέστο έχει δύναμη. Ειδικά όταν μιλά για την εργασία. «Η εργασία δεν εγγυάται πλέον αξιοπρεπές επίπεδο ζωής». Ο Α. το διαβάζει δύο φορές. Αυτό είναι το κέντρο. Όλα τα άλλα μπορούν να αναπτυχθούν γύρω από αυτή τη φράση. Αν εργάζεσαι και δεν ζεις, τότε το κοινωνικό συμβόλαιο έχει σπάσει. Αν ο μισθός δεν φτάνει για ενοίκιο, ρεύμα, τρόφιμα, υγεία, αξιοπρέπεια, τότε δεν έχουμε απλώς οικονομικό πρόβλημα. Έχουμε πολιτειακό πρόβλημα. Ο πολίτης γίνεται επιζών.
Και ο ίδιος τι είναι; Ένας δημόσιος εκπαιδευτικός, δηλαδή θεωρητικά κομμάτι μιας παλιάς μικροαστικής ασφάλειας. Κι όμως, στα 60 του, στο ενοίκιο, χωρίς περιουσία, με έναν μισθό που δεν του επιτρέπει ούτε απελπισία με άνεση, νιώθει πως ανήκει σε μια τάξη ανθρώπων που έχουν διαπαιδαγωγηθεί να αισθάνονται ευγνώμονες για την καθοδική τους κινητικότητα. Του λένε ότι είναι προνομιούχος επειδή έχει σταθερή δουλειά. Ίσως. Αλλά μια σταθερή δουλειά που δεν επιτρέπει σταθερή ζωή είναι απλώς πιο αργή μορφή ασφυξίας.
Έπειτα έρχεται η ανάλυση του παραγωγικού μοντέλου. Τουρισμός, real estate, ενοίκια, καφέ, μπαρ, εστιατόρια, υπηρεσίες, εξάρτηση, αποβιομηχάνιση, εγκατάλειψη της υπαίθρου. Ο Α. σκέφτεται ότι η Ελλάδα έχει καταντήσει χώρα που πουλάει την εικόνα της σε ανθρώπους που δεν θα ζήσουν ποτέ τις συνέπειες της αγοράς τους. Οι τουρίστες έρχονται, οι επενδυτές αγοράζουν, οι πλατφόρμες νοικιάζουν, οι κάτοικοι φεύγουν πιο μακριά από το κέντρο, οι νέοι μένουν με τους γονείς τους, και όλα αυτά ονομάζονται ανάπτυξη. Ανάπτυξη, σκέφτεται, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται όταν δεν θέλουμε να ρωτήσουμε ποιος αναπτύσσεται.
Η οικολογία στο μανιφέστο δεν είναι διακοσμητική. Αυτό τον εντυπωσιάζει. Δεν λέει απλώς «να προστατεύσουμε το περιβάλλον», αλλά ότι η οικολογική κρίση είναι το υλικό όριο της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής. Αυτό είναι σωστό. Δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος σε καμένη χώρα. Δεν υπάρχει ανάπτυξη σε ερημοποιημένη ύπαιθρο. Δεν υπάρχει εργασία σε πόλεις που γίνονται αφόρητες από ζέστη, ενοίκια και εξάντληση.
Το ίδιο και η Τεχνητή Νοημοσύνη. Το κείμενο τη βλέπει ως παραγωγικό πόρο και αγαθό δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι απλώς ως τεχνολογικό εργαλείο. Ο Α. το σκέφτεται ως φιλόλογος. Η γλώσσα, τα κείμενα, οι μεταφράσεις, η γνώση, η εκπαίδευση, η έρευνα, όλα όσα παράγονται συλλογικά επί αιώνες, γίνονται πρώτη ύλη για ιδιωτικά συστήματα που μετά πωλούνται πίσω στην κοινωνία. Σαν να σου παίρνουν τη βιβλιοθήκη και να σου νοικιάζουν το δικαίωμα να θυμάσαι.
Όταν τελειώνει την πρώτη ανάγνωση, είναι σχεδόν ενθουσιασμένος. Αλλά ο Α. είναι αρκετά μεγάλος για να μην εμπιστεύεται τον ενθουσιασμό του. Ξέρει ότι τα κείμενα μπορούν να είναι λαμπρά και η πολιτική τους μετάφραση θλιβερή. Ξέρει επίσης ότι το συγκεκριμένο μανιφέστο δεν θα κριθεί μόνο από την ποιότητα των εννοιών του, αλλά από το αν μπορεί να λειτουργήσει ως προγραμματικός προθάλαμος ενός νέου φορέα με κέντρο τον Τσίπρα. Όχι επειδή ο Α. το ανακαλύπτει τώρα, αλλά επειδή από την πρώτη στιγμή το διαβάζει με αυτό το ερώτημα να κάθεται δίπλα του σαν δεύτερος αναγνώστης.
Ανοίγει πάλι τις σημειώσεις. Κάνει την ανάλυση ψυχρά. Πού απευθύνεται αυτό το μανιφέστο; Ποιο είναι το ακροατήριό του;
Γράφει:
• ΠΑΣΟΚ: 15%
• ΣΥΡΙΖΑ: 5%
• ΜέΡΑ25: 3,5%
• Νέα Αριστερά: 1,5%
• Στενός χώρος: περίπου 25%
• Με Πλεύση: περίπου 34%
• Με ΚΚΕ: θεωρητικά 42%, αλλά πολιτικά όχι ενιαίο.
Το συμπέρασμα τον πονά και τον ενθουσιάζει μαζί: το ακροατήριο υπάρχει, αλλά είναι διασπασμένο, δύσπιστο, πληγωμένο, ιδεολογικά ανομοιογενές. Υπάρχουν μισθωτοί, νέοι, ενοικιαστές, φθίνοντα μεσαία στρώματα, αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι, δικαιωματικά ακροατήρια, άνθρωποι της αποχής. Αλλά δεν υπάρχει ακόμη πολιτικό σπίτι.
Και ακριβώς επειδή το κείμενο έρχεται από τον χώρο που ήδη προετοιμάζει —ή τουλάχιστον δοκιμάζει— την ιδέα μιας νέας πολιτικής έκφρασης γύρω από τον Τσίπρα, ο Α. δεν χρειάζεται να ανακαλύψει το όνομα εκ των υστέρων. Το έχει εξαρχής μπροστά του. Το ερώτημα δεν είναι «ποιος μπορεί να το κάνει;». Το ερώτημα είναι πιο σκληρό: μπορεί αυτός που υπονοείται ως φορέας της ανασύνθεσης να την υπηρετήσει πραγματικά ή θα τη μικρύνει στα μέτρα της προσωπικής του επιστροφής;
Εδώ το μανιφέστο παύει να είναι απλώς κείμενο ιδεών και αρχίζει να μοιάζει με αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα κόμμα που δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί. Όχι ακόμη σπίτι, περισσότερο κάτοψη σπιτιού. Δωμάτια υπάρχουν: εργασία, δημοκρατία, οικολογία, Τεχνητή Νοημοσύνη, κοινωνικό κράτος, νεολαία, στέγη, Δικαιοσύνη. Υπάρχει ακόμη και η επιγραφή στην είσοδο: «Κυβερνώσα Αριστερά». Το ζήτημα είναι αν ο πιθανός ένοικος θα φέρει μαζί του νέα ζωή ή παλιά έπιπλα.
Ο Α. δεν ενδιαφέρεται για επαναλήψεις με αλλαγμένο λογότυπο. Αν κάτι τέτοιο γεννηθεί, σκέφτεται, δεν μπορεί να είναι ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ με πιο προσεκτική γραμματοσειρά. Πρέπει να είναι κάτι άλλο: μια προσπάθεια να μετασχηματιστεί η διαλυμένη προοδευτική γεωγραφία σε φορέα εξουσίας. Να πάρει από τη σοσιαλδημοκρατία την ικανότητα διακυβέρνησης, από τη ριζοσπαστική Αριστερά τη σύγκρουση με τις ανισότητες, από την οικολογία την αίσθηση των υλικών ορίων, και από την κοινωνία την οργή που σήμερα σκορπίζεται σε αποχή, Πλεύση, ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ, μικρά κόμματα και σιωπηλή αηδία.
Αλλά ο Τσίπρας είναι για εκείνον μορφή αντιφατική. Νίκησε τη Δεξιά, αλλά τελικά υποχώρησε. Αν επιστρέψει, φέρνει μαζί του και τη δυνατότητα και το τραύμα. Και, όπως έχει διακηρύξει πρόσφατα ο ίδιος, και την κανονικότητα. Είχε κοντέψει να πνιγεί με τον καφέ ο Α. όταν τον άκουσε να το λέει. Άντε καλά από τον Μητσοτάκη, είναι σαν να ακούς μετεωρολόγο να λέει «τοπικές νεφώσεις». Από τον Τσίπρα όμως; Είναι σαν να βλέπεις τον Τσε Γκεβάρα να διαφημίζει κόκα κόλα. Ο Α. δεν ξέρει αν πρόκειται για ωρίμανση, ρεαλισμό ή πολιτική αλλαγή παπουτσιών.
«Τέλος πάντων» μουρμουρίζει στον εαυτό του και συνεχίζει.
Αν το κόμμα Τσίπρα μείνει στο 8%-12%, είναι σημαντικό αλλά όχι καθοριστικό. Αν πάει στο 12%-16%, αλλάζει τον χάρτη της αντιπολίτευσης. Πιέζει το ΠΑΣΟΚ, απορροφά τον ΣΥΡΙΖΑ, απειλεί μικρότερα αριστερά σχήματα, μπορεί να πάρει λίγο από Πλεύση και αποχή. Αλλά δεν αλλάζει ακόμη την κυβέρνηση. Αν φτάνει 18%-22%, τότε γίνεται πραγματικός πόλος. Αλλά ακόμη κι εκεί, αν η ΝΔ μένει πρώτη, το εκλογικό μπόνους τη διατηρεί στο κέντρο.
Γράφει στο τετράδιό του: «Με Τσίπρα 12%-16%, αλλάζει ο χάρτης της αντιπολίτευσης. Δεν αλλάζει κατ’ ανάγκην η κυβέρνηση.»
Μένει να κοιτάζει τη φράση. Είναι σχεδόν αβάσταχτη. Γιατί σημαίνει ότι το μανιφέστο μπορεί να είναι σωστό, ο Τσίπρας μπορεί να επιστρέφει, ο προοδευτικός χώρος μπορεί να κινείται, και παρ’ όλα αυτά η τρίτη τετραετία Μητσοτάκη να παραμένει πολύ πιθανή.
Αυτό είναι το βαθύτερο πολιτικό του συμπέρασμα: η ΝΔ δεν κυβερνά μόνο επειδή έχει δύναμη. Κυβερνά επειδή οι αντίπαλοί της δεν έχουν ακόμη μορφή. Η κοινωνική δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά δεν έχει ενιαία διεύθυνση. Η αποχή είναι τεράστια, αλλά δεν είναι κόμμα. Η οργή για τα Τέμπη, την ακρίβεια, τη στέγη, τη διαφθορά, την υγεία, την παιδεία υπάρχει, αλλά δεν έχει μετατραπεί σε αξιόπιστη πρόταση εξουσίας. Η Δεξιά μπορεί να φθείρεται και να κερδίζει. Αυτή είναι η τέχνη της ηγεμονίας.
Το βράδυ, ο Α. κλείνει τα φώτα και μένει στο ημίφως του γραφείου. Έξω ακούγεται ένα μηχανάκι διανομής. Σκέφτεται τον νέο που το οδηγεί. Ίσως φοιτητής, ίσως πατέρας, ίσως τίποτα από τα δύο, απλώς ένας άνθρωπος που τρέχει μέσα στη νύχτα για να φτάσει ένα γεύμα σε κάποιον που έχει την πολυτέλεια να μη βγει από το σπίτι. Σκέφτεται τους μαθητές του. Τους καλύτερους, τους πιο αδιάφορους, τους πιο θυμωμένους, αυτούς που ήδη ξέρουν ότι η χώρα τους δεν τους υπολογίζει παρά μόνο ως μελλοντικούς υπαλλήλους, πελάτες ή μετανάστες.
Ξανανοίγει το dimoskopiseis.gr. Ξέρει ότι δεν πρέπει. Το κάνει. Οι μπάρες εμφανίζονται πάλι. Η ΝΔ πρώτη.
Δεν εκπλήσσεται. Αυτή τη φορά όμως δεν νιώθει μόνο τρόμο. Νιώθει και κάτι άλλο, μικρό αλλά επίμονο. Όχι ελπίδα ακριβώς. Η ελπίδα είναι μεγάλη λέξη και ο Α. έχει δει πολλές μεγάλες λέξεις να μικραίνουν στην πράξη. Ίσως είναι καθήκον. Ίσως είναι πείσμα. Ίσως είναι η παλιά ρουσσωική πεποίθηση ότι καμία κοινωνία δεν είναι δημοκρατική όταν οι πολλοί μαθαίνουν να ζουν σαν να μη δικαιούνται τίποτα καλύτερο.
Παίρνει το τετράδιο και γράφει:
«Το μανιφέστο δείχνει τον δρόμο. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον εφιάλτη. Η τρίτη τετραετία είναι ακόμη πολύ πιθανή. Αλλά το πιθανό δεν είναι αναπόφευκτο. Το αναπόφευκτο είναι απλώς το πιθανό όταν κανείς δεν οργανώνεται εναντίον του.»
Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου