1
Άκουσα το «Romeo». Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι το τραγούδι άντεξε 40 τόσα χρόνια. Πολλά τραγούδια άντεξαν. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν ακούγεται σαν να άντεξε. Δεν υπάρχει πάνω του εκείνη η λεπτή σκόνη του «κλασικού», το προστατευτικό βερνίκι με το οποίο η Ιστορία αχρηστεύει τα πράγματα τιμώντας τα. Δεν σου ζητά να το ακούσεις με σεβασμό. Η κιθάρα απλώς ξαναρχίζει. Και ο τύπος εξακολουθεί να στρίβει στις γωνίες.
Nothing there.
Άκουσα
ολόκληρο το «Over the Edge», κι από εκεί,
επειδή η αρρώστια όταν εκδηλωθεί πρέπει να αφεθεί να ολοκληρώσει τον κύκλο της,
αποφάσισα να πάρω τους Wipers από την αρχή. Με τη σειρά. Στο YouTube. Η τελευταία αυτή λεπτομέρεια έχει μεγαλύτερη
σημασία απ’ όσο φαίνεται.
Πριν από 4 χρόνια, προσπαθώντας να δω ποια ήταν η καλύτερη χρονιά της ροκ μουσικής, είχα ξεκινήσει από την τεχνολογία. Το 1952 δεν ήταν μόνο η εποχή του Bill Haley. Ήταν η εποχή που η ηλεκτρική κιθάρα έπαιρνε τη μορφή με την οποία θα κατακτούσε τον κόσμο. Gibson Les Paul, Fender, ενισχυτές, δίσκοι, jukebox.
Η ροκ δεν
γεννήθηκε μέσα σε κάποιο καθαρό βασίλειο καλλιτεχνικής έμπνευσης και μετά,
δυστυχώς, συνάντησε την τεχνολογία. Γεννήθηκε μαζί της. Κάθε μουσική έχει τα
μέσα παραγωγής της. Και, εξίσου σημαντικό, έχει τα μέσα κατανάλωσής της.
Το jukebox δεν ήταν ένα ουδέτερο κουτί που έπαιζε
τραγούδια. Έφτιαχνε έναν συγκεκριμένο τύπο ακροατή: έβαζες κέρμα, διάλεγες
τραγούδι, περίμενες τη σειρά σου. Το βινύλιο έφτιαξε έναν άλλο: γύριζες τον
δίσκο, μάθαινες ποιο τραγούδι ήταν πρώτο στη δεύτερη πλευρά, αναγνώριζες το
εξώφυλλο από δέκα μέτρα, ήξερες ποιο κομμάτι ακολουθούσε πριν ακόμη αρχίσει. Η
κασέτα επέτρεψε για πρώτη φορά σε βιομηχανική κλίμακα την ιδιωτική αντιγραφή
και τη χειροποίητη ανθολογία. Το CD σού έδωσε το κουμπί με το οποίο μπορούσες να προσπεράσεις το τραγούδι που
βαριόσουν χωρίς να σηκωθείς. Το mp3 διέλυσε τον δίσκο σε μεμονωμένα αρχεία.
Και μετά ήρθε
το YouTube.
Σήμερα, μέσα σε
λίγα δευτερόλεπτα, μπορώ να ακούσω σχεδόν ολόκληρη τη δισκογραφία ενός
συγκροτήματος από το Πόρτλαντ που, όταν το πρωτοάκουγα, η απόκτηση ενός δίσκου
του ήταν γεγονός.
Δεν είναι απλώς ευκολότερο. Είναι διαφορετικό είδος ακρόασης.
Η τεχνολογία κατάργησε σχεδόν ολοκληρωτικά τη σπανιότητα της μουσικής. Εκεί όπου κάποτε αναζητούσες έναν δίσκο, τώρα αναζητάς τον χρόνο για να τον ακούσεις. Το πρόβλημα αντιστράφηκε. Δεν έχουμε λίγη μουσική και πολλή επιθυμία. Έχουμε όλη τη μουσική που η ανθρωπότητα κατάφερε να αποθηκεύσει και μία ανθρώπινη ζωή που εξακολουθεί, από κάποια τεχνική αβλεψία του Δημιουργού, να διαρκεί περίπου όσο πριν.
Το YouTube δεν έχει δισκοθήκη. Έχει ένα σχεδόν
απεριόριστο παρόν.
Οι Wipers του 1980, οι Wipers του 1987 και οι Wipers που ακούω το 2026 βρίσκονται στην ίδια οθόνη, σε
απόσταση ενός κλικ. Η ιστορία έχει ισοπεδωθεί σε μικρογραφίες.
Και από κάτω
περιμένει ο αλγόριθμος.
Ο αλγόριθμος
δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το «Is This Real?», το «Youth of America» και το «Over the Edge» ως ιστορική ακολουθία. Θέλει να μου δώσει
κάτι που υπολογίζει ότι θα με κρατήσει άλλα τέσσερα λεπτά στην πλατφόρμα.
Γι’ αυτό
αποφάσισα να ακούσω τους δίσκους με τη σειρά.
Ήταν μια μικρή
πράξη αντίστασης χωρίς καμία απολύτως ιστορική σημασία: χρησιμοποίησα την
τεχνολογία του 2026 για να ανακατασκευάσω την ακρόαση του 1987.
2
Στις 26
Μαΐου 1987 οι Wipers έπαιξαν
στο Contrast της
Θεσσαλονίκης. Ήμουν εκεί.
Δεν χρειάζεται
να εφεύρω τίποτε για εκείνη τη βραδιά. Έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια και ό,τι
δεν θυμάται κανείς δεν γίνεται αληθινότερο επειδή θα του προσθέσουμε λίγο λεκτικό
φωτισμό. Θυμάμαι όμως εκείνο που χρειάζεται.
Πήγαμε τρεις. Εγώ,
ο (σημερινός) Αη-Λέκος και τοτινός Τριπ κι ο Σπούργος. Τα φράγκα μετρημένα, το πάθος στα κόκκινα.
Κάναμε λοιπόν
τον οικονομικό προγραμματισμό που επέβαλλαν οι περιστάσεις. Πληρώσαμε τα
εισιτήρια. Αγοράσαμε τσιγάρα και 3 μπουκάλια Μαυροδάφνη. Ύστερα πήγαμε να δούμε
τους Wipers.
Αν κάποιος
ψάχνει μια συνοπτική κοινωνικοοικονομική περιγραφή της νεότητας στα μέσα της
δεκαετίας του ’80, νομίζω ότι δεν χρειάζεται πολύ περισσότερα στοιχεία:
3 εισιτήρια,
τσιγάρα, 3 Μαυροδάφνες και μηδενικό υπόλοιπο.
Η οικονομική θεωρία θα το χαρακτήριζε ανορθολογική κατανομή περιορισμένων πόρων. Η ζωή το χαρακτήριζε Τρίτη.
Σήμερα ξέρω ότι εκείνη ήταν η πρώτη συναυλία των Wipers στο Contrast. Ξέρω ακόμη ότι υπάρχει μια σειρά 9 φωτογραφιών από εκείνη τη βραδιά. 9 φωτογραφίες, αριθμός σχεδόν εξωτικός σήμερα που μια συναυλία μερικών ωρών μπορεί να παράγει περισσότερες εικόνες από όσες παρήγαγε ολόκληρη η Θεσσαλονίκη σε έναν μήνα του 1987. Κάθε θεατής κουβαλά πάνω του φωτογραφική μηχανή, κάμερα, στούντιο ήχου, μοντάζ, μέσο δημοσίευσης και παγκόσμιο δίκτυο διανομής.
Τότε έμεναν 9 φωτογραφίες.
Και οι αναμνήσεις όσων ήταν εκεί.
Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό ήταν καλύτερο. Η νοσταλγία είναι συχνά η τέχνη να θυμάσαι τα πλεονεκτήματα ενός κόσμου αφού έχεις ξεχάσει τα μειονεκτήματά του. Η έλλειψη δεν είναι αρετή. Το να μην μπορείς να βρεις έναν δίσκο δεν ήταν ωραίο επειδή σήμερα μπορούμε να βρούμε όλους τους δίσκους.
Αλλά η σπανιότητα έκανε κάτι στην εμπειρία. Της έδινε βάρος. Το εισιτήριο κόστιζε μέρος των χρημάτων που είχες. Ο δίσκος που αγόραζες σήμαινε ότι δεν θα αγόραζες κάποιον άλλο. Η συναυλία γινόταν μία φορά και, όταν τελείωνε, είχε τελειώσει. Δεν υπήρχε αύριο βίντεο υψηλής ανάλυσης από δεκαεπτά γωνίες. Δεν υπήρχε ολόκληρο το σετ στο κινητό κάποιου που στεκόταν μπροστά σου. Η μνήμη αναγκαζόταν να εργαστεί χωρίς αντίγραφο ασφαλείας.
Και φυσικά έκανε λάθη. Αλλά ήταν δική σου.
Και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι κάνω κάτι αδύνατο για εκείνον που πήγαινε στο Contrast το 1987. Ακούω ολόκληρη την ιστορία τους από το μέλλον. Εκείνος δεν ήξερε ποια θέση θα έπαιρναν οι Wipers στην ιστορία. Δεν ήξερε ότι λίγα χρόνια αργότερα ο Kurt Cobain θα τους ανέφερε ανάμεσα στα συγκροτήματα που τον σημάδεψαν. Δεν ήξερε ποιοι δίσκοι θα θεωρούνταν σημαντικοί, ποιοι θα επανεκδίδονταν, ποιοι θα αποκτούσαν εκ των υστέρων το φωτοστέφανο του «επιδραστικού».
Κι όμως κάτι παράξενο συμβαίνει. Όσο ευκολότερη γίνεται η πρόσβαση στη μουσική, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ξαναβρείς εκείνη την ακρόαση. Γιατί η μουσική δεν ήταν ποτέ μόνο ο ήχος. Ήταν και η αναμονή του ήχου. Η έλλειψή του. Οι άνθρωποι με τους οποίους τον άκουσες. Τα λεφτά που είχες. Τα λεφτά που δεν είχες. Τα τσιγάρα. Οι τρεις Μαυροδάφνες. Το Contrast. Η 26η Μαΐου 1987
4
Nothing there.
Θα μπορούσε να είναι, τελικά, όχι μόνο ένα τραγούδι για έναν άνθρωπο που αναζητά την ανύπαρκτη Juliet. Θα μπορούσε να είναι κι ένα τραγούδι για τη μνήμη.
Οπότε στρίβεις άλλη μία γωνία, και: Nothing there.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου