https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Ο άνθρωπος ΑΕΠ (2)


Από τις πρώτες μέρες ζωής του ΑΕΠ εκφράστηκαν αμφιβολίες για το νόημά του. Ο ίδιος ο επινοητής του, ο Kuznets, φοβόταν ότι το δημιούργημά του, ένας δείκτης, σημαντικός μεν αλλά δείκτης, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο σχεδιασμού πολιτικής. Και ότι δεν λαμβάνει υπόψη του, όχι μόνο την υποτίμηση μηχανολογικού εξοπλισμού και κεφαλαίου αλλά και την υποτίμηση των ίδιων των ανθρώπων. Είναι αυτό που αποκαλούσε «αντίθετη όψη του εισοδήματος», δηλ., την εντατική και δυσάρεστη προσπάθεια που ενσωματώνεται στη διαδικασία προσπορισμού εισοδήματος.
Ο Kuznets αναγνωρίζει ακόμη ότι το ΑΕΠ εστιάζει σε τυπικές συναλλαγές και έτσι δεν είναι κατάλληλο για χώρες που εξαρτώνται σημαντικά από μη τυπικές οικονομικές δομές. Στις βιομηχανικές χώρες, από την άλλη μεριά, μπορεί εύκολα να υπερεκτιμηθεί μετρώντας μόνο αγαθά και υπηρεσίες των οποίων ο βασικός στόχος είναι να εξισορροπήσουν τα ελαττώματα της βιομηχανοποίησης (κυκλοφοριακό κόστος, ασφάλεια, ρύπανση).

Μια άλλη ανησυχία του είχε να κάνει με τον τρόπο που η αύξηση του ΑΕΠ επηρεάζει την κατανομή των εισοδημάτων. Η περίφημη καμπύλη του έδειχνε πώς η ταχεία οικονομική ανάπτυξη σχετίζεται με την αυξανόμενη ανισότητα, κυρίως λόγω τού ότι οι πολιτικές που υποστηρίζουν την αύξησή του τείνουν να καταστρέφουν τις μη τυπικές οικονομικές δομές και να τις αντικαθιστούν με τυπικές (συνήθως βασισμένες στην αγορά). Και όπως είναι φυσικό μαζί με τις μη τυπικές δομές, καταστρέφονται και πολλοί άνθρωποι.
Τα τελευταία χρόνια, προοδευτικοί οικονομολόγοι, think tanks και ΜΚΟ έχουν ασκήσει κριτική στο ΑΕΠ σκοπεύοντας στην εξημέρωση του τέρατος και της επιρροής που ασκεί στους σχεδιαστές πολιτικών. Έχουν προταθεί πολλοί εναλλακτικοί και πιο αντικειμενικοί δείκτες. Στη συζήτηση και την όλη προσπάθεια έχουν μπεί τόσο το υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ, η κινέζικη ακαδημία επιστημών και η ΕΕ. Οι προσπάθειες εντοπίζονται στο συνυπολογισμό και του φυσικού κεφαλαίου, αν και ο αντίλογος εδώ είναι ότι κάτι τέτοιο θα καταλήξει σε αγοροποίηση και οικονομικοποίηση της φύσης.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το ΑΕΠ δέχεται πλέον κριτική από τα κάτω, από τους καθημερινούς ανθρώπους που στην τελική παράγουν και τον όποιο πλούτο. Και είναι οι μόνοι που μπορούν να επιβάλλουν μια διαφορετική μέτρηση της ανάπτυξης που θα σέβεται ισότιμα ανθρώπους και φυσικό περιβάλλον, θα διασφαλίζει δημόσιους πόρους, αγαθά και οικοσύστημα. 

Εξάλλου, ο Kuznets προειδοποιούσε ότι το εργαλείο που επινόησε ήταν για την εποχή του και τις ανάγκες της. Και πρότεινε σε κάθε γενιά να επανεξετάζει τα οικονομικά δεδομένα ώστε να βρίσκει τον πλέον κατάλληλο τρόπο μέτρησης της οικονομικής ανάπτυξης. Φαίνεται ότι ήρθε ο καιρός να τον ακούσουμε. Και αυτό που χρειάζεται είναι ένα δυνατό λαϊκό κίνημα που θα δείξει την πορεία προς έναν μετα-ΑΕΠ κόσμο.
Πηγές:






 

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Ο άνθρωπος ΑΕΠ (1)

Ήταν στα δύσκολα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, το 1934, που γεννήθηκε. Γονιός και νονός μαζί o νεαρός οικονομολόγος Simon Kuznets, ο οποίος, 12 χρόνια πριν, με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, είχε φύγει από τη Ρωσία για να βρει τον πατέρα του που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ πριν τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο
Τότε, η αμερικανική κυβέρνηση έσκαγε από την αγωνία της να βρει ένα ποσοτικό δείκτη που να έδειχνε αν, κι αν ναι πώς, η οικονομία ανέκαμπτε. Το όνομα του μωρού ήταν ΑΕΠ και η δουλειά που θα έκανε το μωρό ήταν να συμπυκνώνει σε έναν απλό αριθμό όλες τις δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες. Στους καλούς καιρούς ο αριθμός θα ανέβαινε και σε άσχημους καιρούς θα κατέβαινε.

Λίγα χρόνια μετά, ο 2ος πόλεμος θα σφράγιζε για τα καλά τη σχέση αμερικανικής κυβέρνησης και ΑΕΠ. Η ύπαρξη λεπτομερών στατιστικών πάνω στα δυνατά και τα αδύνατα σημεία της οικονομίας έδωσε τη δυνατότητα στην αμερικανική κυβέρνηση να υπερβεί τους αντιπάλους της στην παραγωγή πολεμικού υλικού. Και ακόμη περισσότερο, επέτρεψε τη μετατροπή μιας κοινωνικής οικονομίας σε πολεμική μηχανή χωρίς να επηρεαστεί η εσωτερική κατανάλωση. Και αυτό έδωσε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να τρέχει μια οικονομία πολέμου που δημιουργεί έσοδα (αποφεύγοντας τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικονομία πολέμου των ναζί) αλλά και να θέσει τις βάσεις για την καταναλωτική φρενίτιδα που ακολούθησε τον πόλεμο.

Αλλά το ΑΕΠ, εκτός από αριθμός, ήταν και ένα πανίσχυρο εργαλείο προπαγάνδας. Σε όλη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, το ΑΕΠ ήταν ο αριθμός που πολεμούσε τη Σοβιετική Ένωση (Σ.Ε.) στο επίπεδο της οικονομικής απόδοσης. Η Σ.Ε. παρήγαγε μια διαφορετική στατιστική που βασιζόταν μόνο στη βιομηχανική παραγωγή και οι δυο αριθμοί έπρεπε να συγκριθούν και ερμηνευτούν έτσι ώστε να δείξουν τη δυναμικότερη οικονομία. Αυτό οδήγησε σε έναν πόλεμο στατιστικής που τελείωσε μόνο με την πτώση της Σ.Ε.

Από τότε και στη συνέχεια, το ΑΕΠ κατίσχυσε στην παγκόσμια σκηνή: οι χώρες αξιολογούνται και κατατάσσονται με βάση αυτόν τον αριθμό και ο μαθηματικός φορμαλισμός του κατευθύνει τις πολιτικές ανάπτυξης σε όλον τον κόσμο.

Αν και φαινομενικά ουδέτερο, το ΑΕΠ έφτασε να είναι, ουσιαστικά, ένα κοινωνικό μοντέλο με επιρροή που υπερβαίνει τα όρια της οικονομίας και διαχέεται στο πολιτικό και το πολιτιστικό επίπεδο (αν υποθέσουμε ότι το οικονομικό διαχωρίζεται κατά κάποιον τρόπο από το πολιτικό και το πολιτιστικό). Στο πλαίσιο αυτό, ηθικές αρχές όπως η δικαιοσύνη και η αναδιανομή, δοκιμάζονται απέναντι στους υπολογισμούς για το ΑΕΠ. Το γνωρίζουμε, άριστα πλέον, στη μνημονιακή Ελλάδα, όπου το πολιτικό προσωπικό υπόσχεται πολιτική αλλά πράττει σύμφωνα με τις υποδείξεις του ΑΕΠ, περιορίζοντας την πολιτική μόνο στην εξυπηρέτηση των εκάστοτε πελατών.

Το ΑΕΠ παρήγαγε έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο: τον άνθρωπο που υπάρχει μόνο στον βαθμό που εργάζεται και ξοδεύει. Τον άνθρωπο που μισεί την καθαρή σχόλη, τη σχόλη που δεν είναι διατιμημένη και εμπορευματοποιημένη. Ο άνθρωπος ΑΕΠ θεωρεί το χρόνο που περνάς με την οικογένεια ή την τοπική κοινότητα χαμένο. Μισεί το φτιάξιμο/επιδιόρθωση παλιότερων πραγμάτων και λατρεύει την αγορά νέων. Τόσο το φυσικό όσο και το δομημένο περιβάλλον εντός των οποίων δραστηριοποιείται ο άνθρωπος ΑΕΠ, ακολουθούν το μοντέλο του ΑΕΠ.

Εν τέλει, το ΑΕΠ διαμόρφωσε την αντίληψη και κατανόηση από μέρους μας της έννοιας της αξίας. Η αρχή της οικονομικής ανάπτυξης δεν είναι τίποτε άλλο από αύξηση του ΑΕΠ: αυτό για το οποίο μοχθούμε δεν είναι μια θαμπή ιδέα για το «καλώς ζην» αλλά μια αύξηση των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών που προσμετρώνται στο ΑΕΠ.

Το πρόβλημα με το ΑΕΠ είναι ότι δεν είναι ένα πραγματικό μέτρο αλλά «σημαντικός» δείκτης. Δε λαμβάνει υπόψη του την υποτίμηση των πόρων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία όπως και την υποτίμηση των φυσικών πόρων αφού αυτοί παρέχονται τζάμπα από τη φύση. Δε λαμβάνει υπόψη του ούτε το κόστος ρύπανσης ούτε την περιβαλλοντική υποβάθμιση, όπως, επίσης, δε λαμβάνει υπόψη του την όποια συναλλαγή ή εργασία γίνεται εκτός αγοράς. Οι δουλειές του σπιτιού και γενικότερα η οικογενειακή φροντίδα για παράδειγμα: έχουν εξαιρετική οικονομική σημασία και επίδραση αλλά σπανίως είναι διατιμημένες. Αν οι κυβερνήσεις πλήρωναν για τις αναρίθμητες δουλειές που γίνονται μέσα στο σπίτι (π.χ., ανατροφή παιδιών, φροντίδα ηλικιωμένων), η σκέψη πάνω στην ανάπτυξη θα ήταν πιθανότατα διαφορετική.

 (συνεχίζεται)


 

Αφόρητη πασοκίλα…



Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 εξαπλώθηκε σαν επιδημία, είναι εδώ και συνεχίζει να μολύνει περισσότερο και από το πάλαι ποτέ «νέφος» της δεκαετίας της «αλλαγής», και ακόμα περισσότερο από τη σύγχρονη αιθαλομίχλη των τζακιών... Τα πασοκοειδή αφού πλιατσικολόγησαν τη λαχτάρα του λαού να δει κάποτε μια άσπρη μέρα, ήρθαν να αντικαταστήσουν μια «κουρασμένη» Δεξιά που στη δοσμένη ιστορική στιγμή είχε φάει τα ψωμιά της.
Ομολογουμένως ήταν καλύτεροι. Ήταν καλύτεροι από τους «δεξιούς» για να διαχειριστούν τις δυσκολίες που προέκυπταν για τους καπιταλιστές από ένα εργατικό-λαϊκό κίνημα που κόχλαζε. Για να κλέψουν τα συνθήματά του. Για να εκμεταλλευτούν τις προσδοκίες ενός λαού, που στέναζε από το μετεμφυλιακό καταπιεστικό αστυνομοκρατούμενο κράτος, για δικαίωση των μακρόχρονων αγώνων του.

Ήταν οι πιο κατάλληλοι για να συκοφαντήσουν, να εξευτελίσουν, να ευνουχίσουν έννοιες όπως μαζικός αγώνας, συνδικαλισμός, σοσιαλισμός, Εθνική Αντίσταση, ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη. Για να αλώσουν συνειδήσεις, να τσαλαπατήσουν μπέσα και φιλότιμο, να βιάσουν  οράματα, να εξαγοράσουν όνειρα, να αφαιμάξουν το συνδικαλιστικό κίνημα και πολλά  ακόμα, πάντα μέσα από μια   εικονική πραγματικότητα   δημοκρατίας και ελευθερίας.

Η πασοκίλα μόλυνε ολόκληρες γενιές. Από μαθητές Γυμνασίου που το όνειρό τους ήταν «να διοριστώ στο δημόσιο», μέχρι κάτι πρώην μπαρουτοκαπνισμένους  παππούδες που κραδαίνοντας πλαστικές σημαίες φώναζαν «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται». Αν κάποιος αγώνας δικαιώθηκε με την έλευση των πασοκοειδών, αυτός ήταν ο αγώνας του καπιταλιστικού συστήματος να διευρύνει την εκμετάλλευσή του. Να προετοιμάσει το έδαφος για μια ακόμα προέλασή του, πιο βάρβαρη, πιο καταστροφική για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, τη χρονική στιγμή που κανονικά θα έπρεπε να γιορτάζουμε την ταφή του.

Η πασοκίλα έγινε γάγγραινα, βρωμάει, πυορροεί. Το πύον της κυλά παντού. Κολλάει παντού. Είναι ο τρόπος που ασκείται η πολιτική στο «ναό της δημοκρατίας», ο πρωθυπουργός-κουτσαβάκι και οι τηλε-υπουργοί του, ο άκρατος ακροβατικός λαϊκισμός και η αριστερή εκπόρνευση της αξιωματικής αντιπολίτευσης προκειμένου να κυβερνήσει, τα ξοφλημένα «ανεξάρτητα» ανθρωπάκια-βουλευτές-πρώην ψήφοι των μνημονίων, η θεωρία των «δύο άκρων», η ψευτοαντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο, οι κουραδόμαγκες της χρυσής αυγής, το ύφος χιλίων καρδιναλίων του Βενιζέλου, το θράσος του Αδώνιδος, το «νέο αίμα» στην πολιτική, οι παραταϊσμένοι προπαγανδιστές τηλεπαπαγάλοι, οι «Άκηδες», οι μαϊμού συντάξεις, τα φακελάκια, οι μίζες και τα υποβρύχια που γέρνουν, οι χιλιάδες ΜΚΟ, τα λαμόγια παντός τύπου και διαμετρήματος, η συζήτηση περί  «νόμιμου και ηθικού», η «φιλανθρωπία» του Καμίνη, οι Παναγόπουλοι και οι Τσουκαλάδες του συνδικαλισμού, οι Τατσόπουλοι, οι Χατζησωκράτηδες και οι Ψαριανοί της πολιτικής, οι μπουκωμένοι από τις επιχορηγήσεις διανοούμενοι, ο γελωτοποιός Λάκης, η απογοήτευση και ο «σταρχιδισμός» του άνεργου, η ψευδαίσθηση του μικροαστού πως τα πράγματα θα ξαναγίνουν «όπως πριν», η ξαφνική «ξενοφοβία» μετά από δυο και βάλε δεκαετίες κάθε είδους εκμετάλλευσης των οικονομικών μεταναστών, το «καουμποϊλίκι» των ελεγκτών στα ΜΜΜ, η ΝΕΡΙΤ, η μούντζα στους «300» και το «μπουρδέλο» τους, οι στημένες αγχόνες στο Σύνταγμα, το «όλοι ίδιοι είναι καημένεεε», το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, τα σκυμμένα κεφάλια στις ουρές της ΔΕΗ και οι μετανοιωμένοι «κοψοχέρηδες» στο καφενείο, το αντιΚΚΕ μένος των «προοδευτικών» συνομιλητών, το… ερώτημα «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» (όμως βέρων  ευρωλάγνων)  «σε ποια χώρα εφαρμόζεται το μοντέλο που υποστηρίζετε οι κομμουνιστές» όταν αδυνατούν να υπερασπιστούν το δικό τους «μοντέλο»…

Ας ψάξει ο καθένας κάθε χιλιοστό της συνείδησής του, όση του άφησαν αλώβητη, όση του απέμεινε. Ας σκεφτεί τι είναι αυτό που θέλει από τη ζωή, αν και τι νομίζει ότι δικαιούται από αυτή, αν και τι  θεωρεί ότι αξίζει περισσότερο από τα να σαπίζει αργά και βασανιστικά βουτηγμένος στην πασοκίλα μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, χρόνο το χρόνο, μέχρι κάποτε, ξαφνικά, να ανακαλύψει πως ποτέ  δεν έζησε. Και ας κανονίσει την πορεία του.
Πηγή: Οικοδόμος


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Το ηθικό πλεονέκτημα και η Αριστερά του Νίτσε



Η αρθρογραφία των περισσοτέρων λογίων της αριστεράς επικεντρώνεται πια στην υπεράσπιση του λεγόμενου «ηθικού πλεονεκτήματος». Η αποτυχημένη διαπραγμάτευση έχει ελάσσονα σημασία από τη στιγμή που η κυβερνώσα Aριστερά αντιπροσωπεύει το καλό στην προαιώνια σύγκρουσή του με το κακό, εν προκειμένω την ΕΕ και την Γερμανία. Στην Ελλάδα, που ευδοκιμούν όλα σχεδόν τα παράξενα του κόσμου τούτου, άνθισε ακόμα ένα. Ο χώρος της Aριστεράς, του διαλεκτικού υλισμού, στηρίζει την επιχειρηματολογία του σε ιδεαλιστικά και ηθικά «φορτία», με ναυαρχίδα την αξιοπρέπεια. Η αξιοπρέπεια πλανιέται σαν φάντασμα πάνω από την Ελλάδα και την Ευρώπη, για να παραφράσω τον Μαρξ. Ακόμα και ο Γερμανός φιλόσοφος Χάμπερμας επέλεξε να χαρακτηρίσει αναξιοπρεπή την γερμανική πολιτική έναντι της Ελλάδας.
Η λέξη αξιοπρέπεια σημαίνει «ιδιότητα και τρόπος ζωής κατά τον οποίο σέβεται κανείς τον εαυτό του, δεν τον ταπεινώνει ώστε να κερδίσει τον σεβασμό των άλλων, δεν πέφτει σε μικρότητες. Η υπερηφάνεια με ευγένεια ήθους» (Λεξικό Μπαμπινιώτη). Επιτρέψτε μου να συμπληρώσω ότι άξιος είναι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής ή άλλου κατηγορήματος, γιατί ειδάλλως δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Το πρέπει, το δέον, το ορίζει ο ίδιος ο άνθρωπος, μόνος του, και δεν δικαιούται ουδείς άλλος να του το υποδείξει και να του επιβάλει τι πρέπει να κάνει ή να είναι. Μόνη προϋπόθεση είναι το «πρέπει» του καθενός να μπορεί δυνητικά να γίνει «πρέπει» και όλων των άλλων, να μην είναι δηλαδή κάτι που εξυπηρετεί μόνον αυτόν ή κάποιους σε βάρος άλλων. Ως παράδειγμα χρήσης της λέξης «αξιοπρεπής» ο Μπαμπινιώτης παραθέτει το εξής: «είναι αξιοπρεπής γιατί, εάν κάνει λάθος, το παραδέχεται αμέσως, χωρίς να καταφεύγει σε φτηνές δικαιολογίες ή να ρίχνει την ευθύνη σε άλλους».

Είναι καθόλα αξιοπερίεργο το γεγονός της απομάκρυνσης της κυβέρνησης από τις θεμελιώδεις αρχές της Αριστεράς, με την προσκόλλησή της σε ηθικά και ιδεαλιστικά φορτία, όπως αυτό της αξιοπρέπειας, τα οποία δεν έχουν υλικές αναφορές. Το αμέσως πιο εκπληκτικό είναι ότι η στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης αποτελεί επιτομή της φιλοσοφίας του Νίτσε, προαιώνιου εχθρού του μαρξισμού. Συγκεκριμένα, η αρχή που διέπει την πολιτική γραμμή της κυβέρνησης είναι απλοϊκή: «εμείς είμαστε καλοί επειδή οι άλλοι είναι κακοί». Στηρίζεται δηλαδή στην κατασκευή εχθρών, καθώς πρόκειται για μια αρνητική ηθική. Επειδή η πραγματικότητα, οι υλικές συνθήκες γύρω μας, δεν καθιστούν εφικτά όσα οι κυβερνώντες ευαγγελίζονται, επικαλούνται μια φαντασιακή ηθική ανωτερότητα. Με άλλα λόγια, επειδή η γραμμή σκέψης τους και πολιτικής τους πράξης δεν μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα, μεταθέτουν την πολιτική σε φαντασιακό επίπεδο. Ενοχοποιούν και στιγματίζουν τους ισχυρούς, στην προκειμένη περίπτωση την Γερμανία και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, μόνο και μόνο επειδή είναι ισχυροί. Ταυτόχρονα, οι ίδιοι αυτοθυματοποιούνται ως αδύναμοι, αποκρύπτοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την αδυναμία μας πέφτει στις πλάτες μας. Εμείς, ως πολιτικό σώμα και εξουσιαστικές ελίτ, επί 40 χρόνια τουλάχιστον, κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας και το πόδι μας για να βρεθούμε σε θέση αδυναμίας και απαξίωσης. Επιπλέον, μετά τις ευρωεκλογές του 2014, κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να καταστήσουμε ακόμα δυσχερέστερη τη θέση μας. Η κυβερνητική πολιτική αποτελεί την χαρακτηριστικότερη έκφανση αυτού που ο Νίτσε αποκαλεί «ηθική των δούλων». Ειδικότερα, αντιστρέφονται συνειδητά από την κυβερνητική προπαγάνδα όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κράτους και του πολιτικού σώματος, ώστε αμέσως μετά να παρουσιασθούν μακιγιαρισμένα ως αρετές. Ενδεικτική είναι η απόπειρα του Βαρουφάκη να μετασχηματίσει την απεχθή λιτότητα σε «λιτό βίο».
Στη λαϊκή μας παράδοση υπάρχει μια πολύ εύστοχη παροιμία: «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια». Η παροιμία αυτή συνοψίζει τη νιτσεϊκή ηθική του δούλου. Ο εκάστοτε πονηρός, αφού δεν κατόρθωσε να επιτύχει όσα υποσχέθηκε και έθεσε ως στόχους, τα σταφύλια δηλαδή, τα μετονομάζει σε κρεμαστάρια, τα υποτιμά και τα απαξιώνει, διακηρύττοντας όμως ότι διαθέτει ηθικό πλεονέκτημα. Από την άλλη, όποιος κατορθώνει να απολαύσει τα σταφύλια που όλοι επεδίωξαν, θεωρείται ότι είναι ηθικά ελλειμματικός. Τελικά, στην Ελλάδα διαθέτουμε μια νιτσεϊκή κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί να πείσει τους πολίτες ότι η αδυναμία αποτελεσματικής πολιτικής παρέμβασης της χώρας μας στα διεθνή fora και η εθνική μας περιθωριοποίηση δεν έχουν σημασία, αφού διαθέτουμε το ηθικό πλεονέκτημα. Μάλλον είχε δίκιο ο Χέγκελ όταν παρατηρούσε ότι οι αδύναμοι πολιτικά αρέσκονται να παρηγορούνται με ηθικές αρχές, πιστεύοντας ότι τοιουτοτρόπως υψώνονται πάνω από τον αντίπαλό τους, ο οποίος την ίδια στιγμή διαθέτει πολιτική δύναμη και καθορίζει τις ζωές τους. Ο αδύναμος, από τη στιγμή που δεν μπορεί να αντέξει και να αντεπεξέλθει στην πραγματικότητα, αρέσκεται στην κατασκευή μιας φανταστικής σφαίρας, εντός της οποίας αποδίδει στον εαυτό του φαντασιακή και όχι πραγματική υπεροχή.
Το γεγονός μάλιστα ότι η ελλαδική Αριστερά αγκάλιασε ένθερμα τις δηλώσεις Χάμπερμας για την αναξιοπρεπή στάση της Γερμανίας έναντι της ελληνικής κυβέρνησης επιβεβαιώνει περαιτέρω τη σύγχυση. Ο Χάμπερμας επιμένει να αναλύει την κρίση σε επίπεδο δεοντολογικό, στο τι θα έπρεπε να συμβαίνει, παραβλέποντας συνειδητά την συντελεσμένη υλική πραγματικότητα, το τι συμβαίνει στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Το φυσιολογικό και αναμενόμενο από έναν αριστερό πολιτικό θα ήταν να πράξει το ακριβώς αντίστροφο από αυτό που επέλεξε ο Χάμπερμας. Να βασιστεί στην ιστορική-περιγραφική προσέγγιση, στην εμπειρική πραγματικότητα, και όχι στην δεοντοκρατία, στο τι θα έπρεπε να συμβαίνει. Θα ήταν αναμενόμενο να έχουν μεγαλύτερη αξία και χρησιμότητα για έναν αριστερό οι αναλύσεις του Κονδύλη και όχι εκείνες του Χάμπερμας, παρότι στην Ελλάδα τον Κονδύλη τον έχει αγκαλιάσει εσχάτως η φιλελεύθερη πτέρυγα. Μύλος!
Η σύγχυση που μάς διακατέχει δεν προοιωνίζεται αίσια εξέλιξη. Χρειάζεται να καθαρίσουμε το κεφάλι μας και να διαχωρίσουμε το επίπεδο της πρακτικής πολιτικής από εκείνο της πολιτικής και ηθικής θεωρίας. Στην πρακτική πολιτική η εμμονή σε αφηρημένα σχήματα και ιδεαλιστικές αγκυλώσεις συνήθως έχει τραγικά αποτελέσματα. Ο Μακιαβέλι έχει εύστοχα παρατηρήσει: ««Πολλοί έχουν φανταστεί πολιτείες και κράτη που ποτέ δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα· γιατί το πώς ζούμε απέχει τόσο από το πώς θα έπρεπε να ζούμε, ώστε αυτός που παραβλέπει αυτό που γίνεται για αυτό που θα έπρεπε να γίνεται, προετοιμάζει την καταστροφή του και όχι τη σωτηρία του».


Πηγή: huffingtonpost.gr

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (9). Μετα-μεταμοντερνιστικές προοπτικές. Ταμπέλα νο 1: αλτερ-μοντερνισμός

Ξεκινάμε τη διερεύνηση των ταμπελών με τις οποίες οι άνθρωποι προσπαθούν να δώσουν όνομα (και νόημα;) στο ιστορικό παρόν.

Πρώτη ταμπέλα ο αλτερ-μοντερνισμός (altermodern), τον οποίο εισηγήθηκε ο Ν Bourriad (ΝΒ), Γάλλος θεωρητικός της τέχνης και του πολιτισμού.

Ήδη από το 1998 ο ΝΒ, βασισμένος στις εμπειρίες που είχε ως επιμελητής του μουσείου μοντέρνας τέχνης του Μπορντό, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Relational Aesthetics» (Σχεσιακή Αισθητική, ας πούμε), όπου μας εξηγεί τι έχει στο μυαλό του και βάζει τις βάσεις για τον αλτερ-μοντερνισμό:

Η Σχεσιακή Αισθητική είναι ένα σύνολο καλλιτεχνικών πρακτικών που έχουν θεωρητικό και πρακτικό σημείο εκκίνησης το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων και του κοινωνικού τους πλαισίου κι όχι τον ανεξάρτητο και ιδιωτικό χώρο.

10 χρόνια αργότερα, γίνεται πιο συγκεκριμένος:

Σε έναν κόσμο που καταγράφει τόσο γρήγορα όσο παράγει η τέχνη δεν απαθανατίζει πια, αλλά μαστορεύει και διευθετεί, ρίχνοντας φύρδην-μίγδην πάνω στο τραπέζι τα προϊόντα που καταναλώνει. Εκατομμύρια ανθρώπων φωτογραφίζουν, συλλέγουν και επεξεργάζονται εικόνες με τη βοήθεια προγραμμάτων που είναι διαθέσιμα στον καθένα. Μόνο που αυτοί παγώνουν τις αναμνήσεις, ενώ αντιθέτως ο καλλιτέχνης θέτει σε κίνηση τα σημεία […] Δεν υπάρχει αυτό που λέμε λευκή σελίδα, παρθένος καμβάς ή υλικό προς επεξεργασία παρά μόνο μια προϋπάρχουσα κατάσταση χάους μέσα στην οποία οφείλουν να δημιουργήσουν
Ο ΝΒ έχει στήσει και μια ιστοσελίδα από την οποία προπαγανδίζει τις ιδέες του. Μια συνέντευξη του NB στο Βήμα εδώ.

Προσωπικά δεν μου φάνηκαν ιδιαίτερες πρωτότυπες οι ιδέες του ΝΒ αν και είναι συγκινητική η προσπάθειά του να κατανοήσει την εμπειρία της παγκοσμιοποίησης. Tα πράγματα αυτά έχουν ήδη γίνει στον κινηματογράφο και στις σειρές της τηλεόρασης και η εφαρμογή τους στις καλές τέχνες δεν νομίζω να πουν κάτι παραπάνω (άσε που η περιορισμένη διείσδυση των καλών τεχνών στις λαϊκές μάζες, περιορίζει και την όποια δύναμή τους). Πάντως, εντύπωση μου έκανε η θέση που στην όλη φάση κρατάει για τον επιμελητή τέχνης, δηλ, για τον εαυτό του: αγγίζει τα όρια της αυθεντίας.

Όσον αφορά τη λογοτεχνία ή, καλύτερα, την αφήγηση, η «νεοαφηγηματικότητα» που προτείνεται δεν μοιάζει και τόσο νέα: όλα είναι κόλπα του μοντερνισμού (Έλιοτ, Ντος Πασσοςμ Τζόις) και εν μέρει του μεταμοντερνισμού (Μπόρχες, Πύντσον, Ναμπόκοφ) για να μείνουμε στα μεγάλα ονόματα.
Επομένως, η ταμπέλα αλτερ-μοντερνισμός απορρίπτεται.
Μια προσπάθεια της αλτερ-μοντερνιστικής τέχνης είναι το Εκπαιδευτικό Κεφάλαιο (The Instructional Capital) του Μώρη (εδώ και εδώ)
 
Σύμφωνα με τον (επιμελητή τέχνης) Χριστόφορο Μαρίνο στο άρθρο του «Ο καλλιτέχνης σημειοναύτης και η λευκή ιστοσελίδα», ο Μώρης :

«[…] ναυσιπλοώντας στον διαρκώς ευμετάβλητο, πληθωρικό και κατεξοχήν διασκορπισμένο άτλαντα του διαδικτύου […] χρησιμοποιεί διάφορες πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας για να περιγράψει έναν νέο εξαϋλωμένο (σ.σ.: ουάου) υλισμό. […]Η ομότιτλη έκδοση του The Instructional Capital volume II είναι μια συρραφή κειμένων που ο καλλιτέχνης έχει αλιεύσει αποκλειστικά από ηλεκτρονικές εκδόσεις, στην πλειοψηφία τους ξεχασμένες, εναλλακτικές ή λιγότερο δημοφιλείς. Καλύπτοντας ένα ευρύ χρονικό φάσμα, από τους αρχαίους χρόνους και τον Μεσαίωνα ως τη σύγχρονη εποχή, τα κείμενα αυτά αποτελούν παράλληλα και τα κλειδιά ερμηνείας των εκτιθέμενων έργων. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο για τα «Textiles» του William Morris, οι οδηγίες χρήσης για την τεχνική της «μεταστροφής» (détournement) δια χειρός Guy Debord και Gil Wolman, ένα απόσπασμα από την «Ανακάλυψη των Μαγισσών» του Matthew Hopkins, σελίδες από το αλχημιστικό έργο του 15ου αιώνα The Donum Dei, ρωμαϊκές συνταγές μαγειρικής παρμένες από τη συλλογή του Apicius αλλά και οδηγίες κατασκευής φορητών επίπλων, εξαιρετικά διαδεδομένες στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1950, είναι μερικά από τα κείμενα που συνθέτουν τον αποκωδικοποιητή της έκθεσης του Μώρη. Όπως είναι φυσικό, δεν είναι απαραίτητο να μελετήσει κανείς όλα αυτά τα κείμενα για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο καλλιτέχνης επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στη μαστορική, στην αντίληψη της σχέσης συνείδησης-πραγματικού, με τον τρόπο που την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας της Άγριας σκέψης, Claude Lévi-Strauss. Ωστόσο, αν το έργο ή η «έκθεση-ως-έργο» τού Μώρη επιβάλει ένα μοντέλο ερμηνείας βασισμένο στην Άγρια σκέψη και συγκεκριμένα στην τεχνική του bricolage, τότε η κριτική του θεώρηση οφείλει να έχει έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα, να συνδυάζει δηλαδή ένα πλήθος κριτικών αναπτυγμάτων και θεωριών. Στη σχέση του καλλιτέχνη με την πραγματικότητα, την οποία ο Bourriaud αποδίδει ως «μια συσσώρευση μεταβατικών επιφανειών και μορφών που είναι εν δυνάμει κινητές», διακυβεύονται εξίσου καίρια ζητήματα, όπως είναι η δυνατότητα επανασύνδεσης με τις ουτοπικές αφηγήσεις. Χαρακτηριστική ένδειξη της επιθυμίας του Μώρη να συλλάβει αυτή την «ξεριζωμένη» πραγματικότητα είναι και η χρήση της στατιστικής ως εργαλείο έρευνας».


Και η ζωή συνεχίζεται….

 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (8). Μετά τον μεταμοντερνισμό: μετα-μεταμοντερνιστικές προοπτικές

Πριν ακόμη εκδηλωθεί η τελευταία κρίση του συστήματος (2006), ο Alan Kirby (ΑΚ), με άρθρο του στο Philosophy Now, δήλωνε πως το Μεταμοντέρνο (Μμ) μαγαζί είχε φάει τα ψωμιά του. To άρθρο δημιούργησε θόρυβο αφού αμφισβητούσε την επί χρόνια αγαπημένη των ανθρωπιστικών σπουδών.

O ΑΚ δεν πρωτοτυπούσε. Ήδη από το 1990 ο John Frow ρωτούσε «Τι ήταν ο μεταμοντερνισμός;» και το 2002, μια από τις ιέρειες της θρησκείας, η  Linda Hutcheon, στον επίλογο της αναθεωρημένης έκδοσης του ιερού κειμένου (The Politics of Postmodernism) ομολογούσε ότι «το μεταμοντέρνο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα φαινόμενο του 20ου αιώνα, δηλ., ένα πράγμα του παρελθόντος […] Η μεταμοντέρνα στιγμή πέθανε έστω κι αν οι διερευνητικές στρατηγικές της και η ιδεολογική κριτική της συνέχιζαν να ζουν, όπως άλλωστε κι αυτές του μοντερνισμού, στον 21ο αιώνα […] Ο μεταμοντερνισμός χρειάζεται μια καινούργια ταμπέλα και τελειώνω προκαλώντας τους αναγνώστες να βρουν μια και να την κατονομάσουν».

Ένα χρόνο αργότερα, μια άλλη εμβληματική μορφή του κινήματος, o Ihab Hassan, συγγραφέας του «Toward a Concept of Postmodernism», προσπαθούσε να ανοίξει νέους ορίζοντες για το κίνημα στο «Beyond postmodernism: toward an aesthetic of trust».

To 2009 έγινε ένα συνέδριο στη Στουτγάρδη με τίτλο «Writing History after Postmodernism» και θεματολογία πάνω στις μεθόδους υπέρβασης των αβεβαιοτήτων της μετα-μεταμοντερνιστικής ακαδημαϊκής κοινότητας ενώ ο κοινωνιολόγος Mike Featherstone υποστηρίζει ότι ήδη από το 1975 μια εφημερίδα ανακοίνωνε το θάνατο του Μμ και τον μετα-μεταμοντερνισμό που γεννιόταν από τις στάχτες του (Mike Featherstone, Consumer Culture and Postmodernism, 2007).

Το 1975!!!! 4 χρόνια πριν ο Λυοτάρ δημοσιεύει το μανιφέστο του Μμ (Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Γνώση 1988), 6 χρόνια πριν ο Ζαν Μποντριγιάρ μας αποκαλύψει τα ομοιώματα (simulacra) και την προσομοίωση (simulation) εντός της οποίας ζούμε και εμπνεύσει το Matrix και 9 χρόνια πριν ο Fredric Jameson μιλήσει για το μεταμοντέρνο ως την πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού (Το μεταμοντέρνο, Ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, Νεφέλη 1999), ο Μμ είχε κηρυχτεί νεκρός.

Το 2010 ο κριτικός λογοτεχνίας Josh Toth (JT) έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «The Passing of Postmodernism: A Spectroanalysis of the Contemporary» στο οποίο προσπαθούσε να απαντήσει σε δυο ερωτήματα:

1. Έχει τελικά «πεθάνει» ο μεταμοντερνισμός;
2. Αν ναι, τι είναι ή τι μπορεί να είναι αυτό που προέκυψε;

Στο 1ο ερώτημα ο JT έχει διπλή απάντηση: και καταφατική και αρνητική. Ο Μμ, ως κυρίαρχο στυλ ειρωνείας και οικειοποίησης, έχει πεθάνει. Αλλά ως τρόπος κριτικής κατανόησης όχι. Και, εδώ, ο JT αρχίζει τα κόλπα: δεν έχει πεθάνει ως τρόπος κριτικής κατανόησης γιατί ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Και, βασιζόμενος πάνω σ’ αυτή τη θέση και στις οδηγίες του Ντεριντά για την φασματικότητα (βλ. εδώ)  απαντά στο δεύτερο ερώτημα: αυτό που προκύπτει είναι το φάντασμα του Μμ.

Πέραν από τα παραπάνω δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτούς που πάντα έβλεπαν τον Μμ ως μια μπούρδα (T Eagleton,  N Chomsky, A Sokal, J Bricmont - οι δυο αυτοί είναι που έγραψαν το απολαυστικό Intellectual Impostureseher (1997), το οποίο δυστυχώς έμεινε αμετάφραστο στα ελληνικά παρά τις αντίθετες δηλώσεις - τώρα, 20 κοντά χρόνια, δεν έχει και τόσο σημασία).

 Πάντως, η προτροπή της  Linda Hutcheon για μια νέα ταμπέλα εισακούστηκε. Έκαναν την εμφάνισή τους θεωρίες που μιλάνε για «αλλαγή παραδείγματος» και καινούργιους πολιτισμικούς κυρίαρχους. Που βλέπουν τον κόσμο να κινείται με μια διαφορετική λογική. Που δέχονται το θάνατο του Μμ και ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν το όνομα του διαδόχου.

Οι θεωρίες αυτές ποικίλουν από πιο συγκρατημένες ακαδημαϊκές (Κριτικός Ρεαλισμός) και καλλιτεχνικές (νέος αισθητισμός) μετα-μεταμοντερνιστικές προσεγγίσεις μέχρι πιο γενικευτικές (ή φευγάτες για ορισμένους).

Οι πιο βασικές από τις δεύτερες είναι:
ο αλτερ-μοντερνισμός (Altermodern) από τον Ν Bourriad
η υπερ-μοντερνικότητα (Hypermodernity) του G Lipovetsky
ο περφορματισμός (Performatism) του R Eshelman
η αυτο-μοντερνικότητα (automodernity) του R Samuel
ο ψηφιομοντερνισμός (Digimodernism) του AK με τον οποίο ξεκινήσαμε την ιστορία και
ο διαμοντερνισμός (metamodernism) των T Vermeulen και R van den Akker [το διαμοντερνισμός το επιλέγω αφού το meta που βάζουν οι T Vermeulen και R van den Akker αναφέρεται στο μεταξύ του Πλάτωνα όπως εκφράζεται από την Διοτίμα στο Συμπόσιο όταν αυτή απαντά στο Σωκράτη τι είναι ο έρωτας: «Δαίμων μέγας, ώ Σώκρατες· και γαρ παν το δαιμόνιον μεταξύ εστι θεού τε και θνητού»]

Θα δούμε όλες τις ταμπέλες εν καιρώ...








Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (7)

Αυτή ήταν η μια άποψη, διακηρυγμένη από τους ακαδημαϊκούς των μεγάλων πανεπιστημίων και πρωτοπόρους της «αναβίωσης Μέλβιλ», η οποία όμως έβαλε και τις βάσεις, αν και έλεγε περισσότερα πράγματα για τους ακαδημαϊκούς παρά για τον Μέλβιλ.

Μεσολάβησαν και άλλοι αστέρες της σοβαρής αμερικανικής λογοτεχνίας (William Faulkner (1927): Ο Μόμπυ- Ντικ είναι το βιβλίο που κάθε συγγραφέας θα ήθελα να γράψει, Ernest Hemingway (1951): ο Μέλβιλ είναι ένας από τους λίγους συγγραφείς με τους οποίους έχω ακόμη να αναμετρηθώ).

Και δεν άργησε να έρθει και η «αντίστροφη» ανάγνωση: ο ύμνος του ατομικισμού αντιστρέφεται σε έμμεση καταδίκη του ως ουτοπία απέναντι στην οποία αντιπαραβάλλεται η συντροφικότητα των Ισμαήλ/Κουίκουεγκ που συμβολίζει τη μετασχηματιστική δύναμη της συμπάθειας προς τον άλλον.

Άρχισαν οι χριστιανικο-σοσιαλιστικές και κρυπτο-ομοφυλοφιλικές αναγνώσεις (F.O. Matthiessen), οι φυλετικές (Ralph Ellison), οι μαρξιστικές (C.L.R. James). Τα υπερσυντηρητικά μεταπολεμικά χρόνια ανάγκασαν πολλούς συγγραφείς και διανοούμενους να μεταμφιέσουν τις ανατρεπτικές τους θέσεις με τη μάσκα «του αμερικάνικου τρόπου ζωής» O μαρξιστής C.L.R. James, ενώ ήταν υπό απέλαση από τις ΗΠΑ, έγραψε ένα βιβλίο με θέμα τον Μέλβιλ, το εξέδωσε με δικά του έξοδα και απέστειλε σε όλα τα μέλη της Συγκλήτου, ζητώντας την κατανόησή τους και την αμερικανική ιθαγένεια. Πολλοί χαρακτήρες του Μέλβιλ έγιναν το μέσο περιγραφής της περίπλοκης πολιτικής κατάστασης του ψυχρού πολέμου.

Ο Μέλβιλ ή, μάλλον, τα βιβλία του και δη ο Μόμπι Ντικ, βόλευαν του πάντες: και τους λογοτεχνικούς εθνικιστές και τους αμφισβητίες του συστήματος, Και τους υπερασπιστές του Κράτους και της Βίας και τους διακόνους της συντροφικότητας. Και τους στυλοβάτες του Λευκού Κανόνα και τους προμάχους του διαφορετικού. Kαι τους λάτρεις της «κανονικής» αρρενωπότητας και αυτούς της «μη κανονικής».

Από την άποψη της λογοτεχνικής θεωρίας ο Μόμπι Ντικ αποτέλεσε έναν θρίαμβο της θεωρίας της πρόσληψης, δηλ. της θεωρίας που δίνει περισσότερο σημασία στην αλληλεπίδραση κειμένου – αναγνώστη και λιγότερο στο συγγραφέα.

Αυτά για τον Μόμπι Ντικ - και οι αναγνώσεις συνεχίζονται….

Πηγές
Lauter, P., Melville Climbs the Canon, American Literature 66.1 (1994): 1-24.
Philbrick N.,  The Road to Melville, Vanity Fair.
Knoll, Α., Authoritarian and Authorial Power in Herman Melville's Moby-Dick
McCarthy, Μ., No News, or, What Killed the Do, The Reporter, 07/1952.
Grossman, J. The Canon in the Closet: Matthiessen’s Whitman, Whitman’s Matthiessen, American Literature. 70.4 (1998): 799-832.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (6)

Το σκηνικό στήθηκε αριστοτεχνικά: η Κου Κλουξ Κλαν παιάνιζε την επικυριαρχία της λευκής προτεσταντικής Αμερικής, η εκτέλεση των Sacco και Vanzetti έδειχνε το δρόμο σε όσους σκέφτονταν την έμπρακτη και ένοπλη αμφισβήτηση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, οι νόμοι για τη μετανάστευση (1921 και 1924) απαγόρευσαν ολοκληρωτικά τη μετανάστευση στους Ιάπωνες και ουσιαστικά έβαλαν τέλος τη μετανάστευση από την ανατολική και βόρεια Ευρώπη και τα σημαντικότερα πανεπιστήμια κατέγραψαν και επέβαλλαν τα προαπαιτούμενα του Δυτικού Πολιτισμού.

Οι διανοούμενοι έπρεπε να βρούν μια αυθεντία και να συνεισφέρουν μέσω αυτής στο σκηνικό της ηγεμονίας. Ποια έπρεπε να είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της αυθεντίας;

Πρώτον, έπρεπε να είναι ένας συγγραφέας που ήρθε σε ρήξη με την πολιτισμική προστατευτικότητα που ασκούσε η Αγγλία πάνω στις ΗΠΑ, ώστε να εξυπηρετεί την ισοτιμία των ΗΠΑ με την Αγγλία σε πνευματικό επίπεδο, κατά τρόπο ανάλογο της ισοτιμίας που απολάμβανε πλέον η χώρα σε επίπεδο στρατιωτικό και διπλωματικό.

Επίσης, έπρεπε να είναι ένας συγγραφέας του οποίο το έργο δεν θα κινδύνευε να γκρεμοτσακιστεί από τους κυνικούς ανέμους της μοντέρνας καλλιτεχνίας αλλά, ταυτόχρονα, θα διατηρούσε ζωντανές μέσα του βασικές αμερικανικές αξίες που ήταν υπό αμφισβήτηση.

Και, τέλος, έπρεπε να έχει γεννηθεί το 1819 ώστε το 1919 να πλασαριστεί ως εκατονταετηρίδα της γέννησης του.

Οι υποψήφιοι ήταν αρκετοί: Ο Walt Whitman πρώτος αλλά προβληματικός λόγω συμπαθειών στον αναρχικό χώρο και σε πολλούς Γερμανούς μετανάστες. Η Susan Warner, κάποτε μεγάλη κυρία της αμερικάνικης λογοτεχνίας, δεν ήταν πλέον καθόλου δημοφιλής. Η E. D. E. N. Southworth και η Julia Ward Howe ό,τι και να ήταν δεν έπαυαν να είναι γυναίκες.Άλλοι υποψήφιοι ήταν ο Samuel Longfellow, ο Josiah Gilbert Holland κι ο Thomas Dunn English. Αλλά κανείς τους δε ενέπνεε κανέναν.

Από τη λίστα υποψήφιων συγγραφέων που είχε καταρτηθεί και είχε δημοσιευτεί στο New York World, απουσίαζε το όνομα του Μέλβιλ. Αλλά ήταν αυτός στον οποίο το κουστούμι κάθισε άψογα.

Γιατί έγινε αυτό;

Μια εξηγητική υπόθεση είναι αυτή που μιλάει για την κατασκευή Μέλβιλ ως επιπλέον εργαλείο στην ιδεολογική μάχη των οπαδών του μοντερνισμού και των παραδοσιακών, υψηλών πολιτισμικών αξιών (συχνότατα ακαδημαϊκοί) με τους οπαδούς του κοινωνικά και πολιτισμικά «άλλου» και «διαφορετικού», του θηλυκού, του εξωτικού, του σκοτεινού, του ανοίκειου κ.λπ. H μορφή του Μέλβιλ ανυψώθηκε στα επίπεδα της απόλυτης ανδρικότητας και του μοναχικού φάρου που φωτίζει την κοινωνία και διώχνει τα σκοτάδια και τους κινδύνους που αντιπροσωπεύουν οι μάζες. Μια τέτοια κατασκευή εξασφαλίζει και ηγεμονική θεώρηση θεμάτων που είναι βασικά στον Μέλβιλ (φυλή, ερωτισμός, δημοκρατία και τα παρόμοια).

Ο έξυπνος Γιάνκης τζέντλεμαν μας καθοδηγεί μέσα από επικίνδυνες (αλλά γοητευτικές) συναντήσεις με το «πρωτόγονο». Είναι ο καλλιτέχνης – πρότυπο: αρρενωπός και πειστικός απέναντι σε έναν ανιαρό, θηλυπρεπή και ακαλλιέργητο όχλο. Είναι ο καλλιτέχνης ήρωας που στέκεται μακριά, στην ουσία πάνω, από την υπόλοιπη κοινωνία. Η μη αναγνώριση του οφείλεται στην απαξίωση του καλλιτέχνη από την υλιστική κοινωνία. Είναι ο καλλιτέχνης που αγγίζει το πρωτόγονο, το γεύεται, κάνει τέχνη μ΄αυτό και μας προτρέπει να το καταναλώσουμε μεν αλλά να μην χαθούμε μέσα του. Ο Μελβιλ δείχνει την αληθινή σχέση του Αμερικανού καλλιτέχνη με την πρωτόγονη ζωή.

(συνεχίζεται)


Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (5)


Όπως είδαμε, ο Moby Dick πούλησε 3215 αντίτυπα στα 34 χρόνια (1851-1885) που έμεινε στην κυκλοφορία και απέδωσε στον συγγραφέα του

$1260. Μέχρι το 1917 λίγοι άνθρωποι μιλούσαν για τη Φάλαινα και για το δημιουργό της και σίγουρα κανένας ακαδημαϊκός ή «σοβαρός» κριτικός.Tα πρώτα σημάδια ανάστασης ήρθαν στα τέλη της δεκαετίας του 1910. Το 1917, ο καθηγητής του Columbia, Carl Van Doren, αφιέρωσε μερικές αράδες στον Μέλβιλ σε ένα υποκεφάλαιο της The Cambridge History of American Literature, μένοντας στις περιπετειώδεις αφηγήσεις του συγγραφέα και χωρίς καμιά αναφορά στη Φάλαινα. Στη συνέχεια παρότρυνε έναν διδάσκοντα του τμήματος, τον Raymond Weaver, να γράψει μια βιογραφία του Μέλβιλ.

Ο Weaver έγραψε το Herman Melville: Mariner and Mystic (1921), το οποίο είχε καλή αποδοχή και, παρότι είχε αρκετές ανακρίβειες και βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του Μέλβιλ, έβαλε τις βάσεις για την αναστύλωση.Το 1921 ο Carl Van Doren ξαναχτυπάει με ένα ολόκληρο υποκεφάλαιο της μελέτης του The American Novel, αφιερωμένο στον Μέλβιλ. O Moby Dick, τον οποίο ο καθηγητής είχε ξεχάσει τελείως στην προηγούμενη δημοσίευσή του, τώρα απολαμβάνει το 55% του όλου υποκεφαλαίου:
«[…] είναι μεταξύ των μεγαλύτερων θαλάσσιων ιστοριών της παγκόσμιας λογοτεχνίας […] Το βιβλίο δείχνει την πάλη μεταξύ των υπερχρονικών και ανίκητων δυνάμεων της φύσης και του μοιραία αδύναμου ανθρώπου. Η τελική καταστροφή, με το πλοίο και τους ναυτικούς να βυθίζονται στο απέραντο βάθος του ωκεανού και τη φάλαινα να απομακρύνεται για άλλες δουλειές, δείχνει την κατάρρευση μιας παραπαίουσας τάξης πραγμάτων»
Οι πρώτοι στίχοι του δοξαστικού ύμνου είχαν πλέον γραφεί. Τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσει πανδαισία ψαλμών και αλληλούια. Ξεχωρίζουν ο αντιδημοκράτης αν όχι φασίστας D. H. Lawrence (Studies in Classic American Literature (1923)) κι ο σκεπτικιστής με τις τάσεις/κατευθύνσεις του βιομηχανικού πολιτισμού Lewis Mumford (Herman Melville: A Study of His Life and Vision (1929)).

Πώς έγιναν όλα αυτά; Για ποιόν λόγο η Φάλαινα έγινε αυτό που είναι σήμερα (διδάσκεται στο αμερικανικό σχολείο – όπως εμείς διδασκόμαστε τα ομηρικά έπη); Ας δούμε, λοιπόν,το ιστορικό πλαίσιο.

To 1919 ήταν μια χρονιά γεμάτη προπαγάνδα. Αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα είχαν πολεμήσει τους Μπολσεβίκους στην επιχείρηση «Αρχάγγελος», οι σύμμαχοι προσπαθούσαν να επιβάλλουν μια συμφωνία στην ηττημένη Γερμανία - στην οποία ο σοσιαλισμός κόχλαζε και είχε αρχίσει να ξεχύνεται προς τις μάζες – και ο πρόεδρος Γουίλσον προσπαθούσε μάταια να καταλαγιάσει την απληστία των ευρωπαίων συμμάχων που ήθελαν να κατακρεουργήσουν την ηττημένη χώρα.

Ο Μπέλα Κουν, τουλάχιστον κατά τις αμερικανικές εφημερίδες, την μια μέρα έπαιρνε την εξουσία και την άλλη την έχανε, ενώ τα στρατεύματα των στρατηγών Κόλτσακ και Ντενίκιν κατατρόπωναν καθημερινά τους Μπολσεβίκους.Στις ΗΠΑ έκανε την εμφάνισή της η Ποτοαπαγόρευση και πολλές χαριτωμένες κοινωνικές στιγμές της μεσαίας τάξης άρχισαν να φλερτάρουν με τον υπόκοσμο και την παρανομία. Οι γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές, o κομμουνισμός κι ο μπολσεβικισμός έκαναν την εμφάνισή τους στη χώρα της ελευθερίας, ενώ κι οι αναρχικοί ήταν ένας πρόσθετος πονοκέφαλος. Για να μη μιλήσουμε για τους μαύρους που είχαν αρχίσει (άκουσον, άκουσον!!!) να σηκώνουν κεφάλι. Ο «Μαχόμενος Κουάκερος» A. Mitchell Palmer, υπουργός Δικαιοσύνης, με τη βοήθεια ενός δικτύου ομοσπονδιακών πρακτόρων και της Αμερικάνικης Λεγεώνας, καθάριζε τις πόλεις από όλα αυτά τα σκουπίδια. Σε επιστολή του προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, ένας επιχειρηματίας έγραφε ότι «δεν υπάρχει ούτε ένας αξιοσέβαστος πολίτης που να γνωρίζω σ’ αυτή τη χώρα που να μην πιστεύει ότι είμαστε στο κατώφλι μιας ένοπλης σύγκρουσης».

Στις ΗΠΑ, το 1919 ήταν μια χρονιά ήπιων επαναστάσεων από τη μεριά των αδύναμων οι οποίες καταποντίστηκαν από την αντεπανάσταση των «άνετων» τάξεων, των διανοουμένων συμπεριλαμβανομένων.
Τη χρονιά εκείνη, ακόμη, αναζωπυρώθηκε ο φόβος της μετανάστευσης που είχε καταλαγιάσει τα χρόνια του πολέμου. Μεταξύ 1901 και 1920 μετανάστευσαν προς τις ΗΠΑ γύρω στους 15 εκατομ. Ανθρώπους, ειδικά Ιταλοί, κάτοικοι της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας και της τσαρικής Ρωσίας. Κατά την οικονομική παράδοση οι άνθρωποι αυτοί έκαναν όλες τις σκληρές δουλειές στην εξόρυξη, στη μεταποίηση και στις κατασκευές και παρέμεναν παράξενοι, με περίεργες διαλέκτους, ιδιόμορφες θρησκείες και εξωτικές κουλτούρες και συνήθειες. Ο φόβος, η ανασφάλεια και η προκατάληψη έδειχναν το δρόμο: η ηγεμονία της αγγλοσαξονικής κοινωνίας και του πολιτισμού της έπρεπε να επαναεπιβεβαιωθεί.

(συνεχίζεται)


 

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Λογοτεχνικός Δαρβινισμός (4)

Ενώ ο Λογοτεχνικός Δαρβινισμός για τον οποίο έγινε ως τώρα λόγος μέσα από τα λεγόμενα του λογοτεχνικοδαρβινικού πάπα Joseph Carroll, αφορούσε στην προσέγγιση των λογοτεχνικών κειμένων, εδώ θα επεκτείνω αυθαίρετα το πεδίο ορισμού του κριτικού ρεύματος, και θα το εφαρμόσω με πιο brutal
τρόπο, στο χώρο του λογοτεχνικού κανόνα, βάζοντας από την πίσω πόρτα στην όλη συζήτηση τον Θεό, το Κράτος, την Ισχύ.
 

Εξηγούμαι. Θα προσπαθήσω να καταλάβω την πορεία που έκαναν μέσα στο χρόνο ορισμένα μυθιστορήματα που τον καιρό της έκδοσής τους πολεμήθηκαν ή/αγνοήθηκαν για να καταλήξουν να θεωρούνται κλασικά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τα πιο χαρακτηριστικά είναι τα εξής 6:



Αν ξεφυλλίσουμε τον κανόνα του Μπλουμ θα δούμε ότι εκτός των βιβλίων του Golding και του Tolkien, τα υπόλοιπα 4 βιβλία είναι στη λίστα των βιβλίων (o Moby Dick στη «Δημοκρατική Εποχή» (19ος αιώνας) και τα υπόλοιπα 3 στη «Χαοτική Εποχή» (20ος αιώνας).

Θα μείνω στα 4 του Κανόνα, τα οποία είναι και βιβλία που έχει διαβάσει ο μέσος αναγνώστης. Πέραν από τον Κανόνα του νεογνωστικού Μπλούμ, τα 4 αυτά βιβλία είναι σε αρκετές από τις λίστες με τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα (για μια ποσοτική εκτίμηση της κατάστασης αυτής βλέπε εδώ).

Ας αρχίσουμε από τον Moby Dick κι ας δούμε πως αντέδρασαν κριτικοί και κοινό τον καιρό της δημοσίευσης. Πριν προχωρήσουμε, να πούμε ότι ο Μελβιλ υποσχέθηκε στους εκδότες τους μια περιπέτεια παρόμοια με τα προηγούμενα βιβλία του (Typee, Περιπέτειες στη χώρα των κανιβάλων, Γουάιτ-τζάκετ), άργησε (ένα χρόνο) να παραδώσει τα χειρόγραφα και τους έδωσε ένα έπος που δεν ξέρανε τι να το κάνουνε.

O Moby Dick, μετά από ένα περιπετειώδες τελικό στάδιο, κυκλοφόρησε αρχικά στην Αγγλία τον Οκτώβριο (18) του 1851 με τίτλο, Η Φάλαινα, σε τρίτομη έκδοση και σε 500 αντίτυπα. Η πρώτη κριτική έκανε την εμφάνισή της δυο μέρες αργότερα στη λονδρέζικη Morning Herald. 26 μέρες αργότερα έκανε την εμφανισή της και η αμερικανική έκδοση (2915 αντίτυπα) και την ίδια κιόλας μέρα τυπώθηκαν 2 κριτικές (Argus, Morning Courier and New-York Enquirer). Tις πρώτες 11 μέρες πουλήθηκαν 1500 αντίτυπα και άλλα 300 μέσα στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας. Το 1855 τυπώθηκαν σε 2η έκδοση άλλα 250 αντίτυπα, η 3η έκδοση του 1863 βγήκε σε 253 αντίτυπα και η 4η και τελευταία έκδοση έλαβε χώρα το 1871 με 277 αντίτυπα. Στα τελευταία 4 χρόνια της ζωής του Μέλβιλ, το βιβλίο ήταν εκτός κυκλοφορίας. Συνολικά πουλήθηκαν 3215 αντίτυπα στα 34 χρόνια που έμεινε στην κυκλοφορία. Τα συνολικά κέρδη του συγγραφέα ήταν $1260.

Το βιβλίο ήταν η αρχή της καταστροφής για τον Μέλβιλ. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στο Λονδίνο. Κι αυτό έπαιξε το ρόλο του. Αν κι υπήρξαν κριτικές που επισήμαιναν κάποια χαρίσματα της αφήγησης, την ποιητική πρόζα και την ιδιαιτερότητα των χαρακτήρων, η ναυαρχίδα της λογοτεχνικής κριτικής της εποχής το Athenaeum το έθαψε κανονικά:   

«Πρόκειται για ένα αρρωστημένο μίγμα μυθοπλασίας και πραγματικών γεγονότων. Η ιδέα μιας διασυνδεδεμένης/συναθροισμένης  ιστορίας ήρθε και έφυγε πολλές φορές από το μυαλό του συγγραφέα κατά τη διάρκεια της σύνθεσης. To στυλ της ιστορίας διαστρεβλώνεται σε αρκετά σημεία από τρελά (παρά άσχημα) αγγλικά. Και η αφήγηση της καταστροφής γίνεται βιαστικά, αδύναμα και με ασάφεια[…] Το αποτέλεσμα είναι, από κάθε άποψη, να έχουμε ένα προκλητικό βιβλίο – Λίγα μπορούμε να πούμε, είτε για να προτείνουμε είτε για να απορρίψουμε αυτό το παράδοξο βιβλίο. Ο κ. Μέλβιλ θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τον  εαυτό του μόνο αν ο αναγνώστης πετάξει τους τρόμους του και τους ήρωές του κ. Μέλβιλ στα σκουπίδια σαν ότι χειρότερο έχει βγάλει η σχολή Bedlam (Bedlam =τρέλα από το «Hospital of Saint Mary of Bethlehem», περίφημο ψυχιατρείο στο Λονδίνο του 15ου αιώνα όπου οι επισκέπτες μαζεύονταν για να διασκεδάσουν βλέποντας ψυχικά ασθενείς ανθρώπους) - Henry F. Chorley (London Athenaeum, October 25 1851).

Η δυσμενής κριτική του Athenaeum έφθασε στις ΗΠΑ και επηρέασε κριτικούς και κοινό. Αν και ο Χόθορν μίλησε ευνοϊκά για το βιβλίο (αν και δεν θα μπορούσε να κάνει και διαφορετικά αφού σε μεγάλο μέρος το βιβλίο οφείλεται σ’ αυτόν – στην επίδραση που είχαν η γειτονία και οι συζητήσεις με τον Μέλβιλ – και αφιερώνεται σ’ αυτόν), δε φαίνεται να άσκησε και ιδιαίτερη επιρροή. Οι εξηγήσεις που προτάθηκαν μιλάνε για την καταστροφική επίπτωση που είχε η επέμβαση της λονδρέζικης λογοκρισίας και ιδιαίτερα η παράλειψη του επιλόγου του βιβλίου. Έτσι, οι άγγλοι αναγνώστες δεν διάβαζαν για το πώς επέζησε της καταστροφής του Pequod ο Ίσμαήλ και οι κριτικοί κατηγόρησαν τον συγγραφέα ότι δεν άφηνε κανένα χαρακτήρα ζωντανό για να αφηγηθεί την ιστορία.

O Mέλβιλ, όσο κι αν προσπάθησε στη συνέχεια, είτε με πεζά είτε με ποιήματα, δεν μπόρεσε να έρθει στο προσκήνιο ενώ το μεροκάματο από το γράψιμο γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Το 1865 αναγκάστηκε να ξαναδουλέψει ως τελωνειακός επιθεωρητής. Πέθανε το 1891 μάλλον ξεχασμένος και τα βιβλία του, πέρα από μια πρόσκαιρη επιτυχία στην Αγγλία στα τέλη του 19ου αιώνα, παρέμειναν αγνοημένα.

Τί έγινε τα επόμενα χρόνια ώστε σήμερα ο Μόμπυ Ντικ να θεωρείται ένα από τα κλασικά μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας;