https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (9) Σκουριές στο σιδερένιο κλουβί

του Wolfgang Streeck

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Μαζί με τη μειούμενη ανάπτυξη, την αύξηση της ανισότητας και τη μεταβίβαση του δημόσιου τομέα στους ιδιώτες, η διαφθορά είναι η τέταρτη δυσλειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού. O Μαξ Βέμπερ στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει την ηθική του καπιταλισμού, τραβάει μια έντονη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον καπιταλισμό και την απληστία επικαλούμενος τα ηθικά θεμέλια του συστήματος που τα ανιχνεύει στον προτεσταντισμό. Σύμφωνα με τον Βέμπερ, η απληστία υπήρχε παντού και πάντοτε και δεν είναι χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. Αντίθετα, ο καπιταλισμός έχει τη δυνατότητα να την εξαλείψει.

Ο καπιταλισμός βασίστηκε όχι στην επιθυμία να γίνει κανείς πλούσιος αλλά στην αυτοπειθαρχία, τη μεθοδική προσπάθεια, την υπεύθυνη διαχείριση, την αφοσίωση στην ορθολογική οργάνωση της ζωής. O Βέμπερ πίστευε ότι οι πολιτιστικές αξίες του καπιταλισμού θα ξεθωριάζουν όσο ωριμάζουν και μετατρέπονται σε ένα «σιδερένιο κλουβί», όπου η γραφειοκρατική ρύθμιση και οι περιορισμοί στον ανταγωνισμό θα αντικαταστήσουν τις πολιτιστικές ιδέες που είχαν ως στόχο την αποσύνδεση της συσσώρευσης κεφαλαίου τόσο από την ηδονιστική-υλιστική κατανάλωση όσο και από τα πρωτόγονα ένστικτα αποθησαύρισης.

Παράλληλα, η απάτη κι η διαφθορά πάντα έκαναν πολύ παρέα με τον καπιταλισμό. Αλλά με την άνοδο και επικυριαρχία του χρηματιστηριακού τομέα υπάρχουν πολλοί λόγοι να θεωρήσει κανείς ότι οι αιτιάσεις του Βέμπερ πάνω στην ηθική βάση του καπιταλισμού αφορούν έναν άλλο κόσμο.

O τομέας αυτός αποτελεί μια «βιομηχανία» όπου η καινοτομία δύσκολα διακρίνεται από την παράκαμψη ή και την παραβίαση των κανόνων. Όπου οι ημινόμιμες και παράνομες πράξεις είναι ιδιαίτερα συχνές. Όπου εξειδίκευση και απολαβές μεταξύ εταιριών και ρυθμιστικών αρχών έχουν τεράστια διαφορά και η μεταξύ τους αναγκαστική επικοινωνία/συνεργασία αφήνει πολλά ανοιχτά  παράθυρα για κάθε είδους, ραφιναρισμένη ή άγαρμπη, διαφθορά [25].

Όπου οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν είναι απλώς πολύ μεγάλες για να αποτύχουν αλλά και πολύ μεγάλες για να πάνε φυλακή, δεδομένης της σημασίας τους για την εθνική οικονομική πολιτική και τα φορολογικά έσοδα. Και όπου τα όρια μεταξύ ιδιωτικών εταιριών και κράτους γίνονται περισσότερο ασαφή από οπουδήποτε αλλού, όπως φάνηκε με τη διάσωση του 2008 ή όπως φαίνεται από τον αριθμό των στελεχών των αμερικανικών κυβερνήσεων που είχαν ήδη εργαστεί (ή εργάστηκαν μετά το τέλος της θητείας τους) στον τομέα αυτόν.

Με τα σκάνδαλα Enron και WorldCom, η διαφθορά στην αμερικανική οικονομία έπιασε ιστορικό υψηλό. Αλλά αυτό που έγινε μετά το 2008 ήταν πραγματική αποκάλυψη: εταιρίες αξιολόγησης που χρηματοδοτούνταν από παραγωγούς τοξικών προϊόντων, σκιώδες τραπεζικό σύστημα, ξέπλυμα χρημάτων και παροχή συμβουλών για μεγάλης κλίμακας φοροδιαφυγή, κόλπα με τα επιτόκια και την τιμή του χρυσού, και πάει λέγοντας. 

Η ηθική παρακμή του καπιταλισμού μπορεί να σχετίζεται με την οικονομική του παρακμή, με τον αγώνα για την με κάθε τρόπο εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας για κέρδος να διογκώνεται σε γιγάντια κλίμακα.

Η πρόσληψη του καπιταλισμού από το κοινό είναι πλέον απολύτως κυνική, το όλο σύστημα κατανοείται ως ένας κόσμος γεμάτος με βρώμικα κόλπα που σα στόχο έχουν να κάνουν τους πλούσιους πλουσιότερους. Κανείς δεν πιστεύει στην ηθική αναζωογόνηση του καπιταλισμού. Η προσπάθεια του Βέμπερ να τον αποσυνδέσει από την απληστία απέτυχε. Καπιταλισμός και διαφθορά είναι πλέον συνώνυμα.

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις
[25] Του υψηλοτέρου επιπέδου συμπεριλαμβανομένου: τόσο ο Μπλερ όσο κι Σαρκοζί εργάζονται τώρα στα hedge funds. Η εκλογή τους και η θητεία τους σε θέση εθνικού ηγέτη θεωρήθηκαν από τους ίδιους και από τα αφεντικά τους ως απαιτούμενη μαθητεία για την κάλυψη καλύτερα αμειβόμενων θέσεων στον χρηματιστηριακό τομέα.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (8) Πλουτοκράτες και Λεηλασία

του Wolfgang Streeck

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Επιστρέφοντας στη δεύτερη δυσλειτουργία, μπορούμε να πούμε ότι δεν διαφαίνεται, σύντομα ή και μακροπρόθεσμα, αντιστροφή της μακροχρόνιας τάσης προς μεγαλύτερη ανισότητα. Η ανισότητα καταπιέζει την ανάπτυξη για τους λόγους που είπε ο Κέυνς αλλά και για άλλους λόγους. Αλλά το εύκολο χρήμα που παρέχεται από τις κεντρικές τράπεζες – εύκολο για το κεφάλαιο αλλά όχι για την εργασία – επιβαρύνει περισσότερο την ανισότητα μεγεθύνοντας το χρηματιστηριακό τομέα και ευνοώντας περισσότερο την κερδοσκοπία και όχι τις παραγωγικές επενδύσεις. Και έτσι η αναδιανομή του πλούτου έγινε ολιγαρχική: αντί να υπηρετεί ένα συλλογικό συμφέρον, όπως υπόσχονται τα νεοκλασικά οικονομικά, αποσπά πόρους από ολοένα και περισσότερο αποδυναμωμένες και παρακμάζουσες κοινωνίες. Οι χώρες που έρχονται στο μυαλό είναι η Ρωσία, η Ουκρανία αλλά και η Ελλάδα και η Ισπανία και αυξανόμενα οι ΗΠΑ. Με την ολιγαρχική αναδιανομή σπάει ο κευνσιανός δεσμός που συνέδεε τα κέρδη των πλουσίων με τους μισθούς των φτωχών και αποσυνδέεται η μοίρα της οικονομικής ελίτ από αυτή των μαζών [21].

Αυτό προεξοφλείτο στα περίφημα μνημόνια της «πλουτονομίας» που διένειμε η Citibank σε ένα επιλεγμένο κύκλο των πλουσιότερων πελατών της για να τους διαβεβαιώσει ότι η ευημερία τους δεν εξαρτάται πλέον από τους μισθωτούς [22]. Η ολιγαρχική αναδιανομή και η τάση προς την πλουτονομία, ακόμα και σε χώρες που ακόμη λογίζονται ως δημοκρατίες, επαναφέρουν τον εφιάλτη των ελίτ που είναι σίγουρες ότι μπορούν να επιβιώσουν σε βάρος του συστήματος που τους έκανε πλούσιους.

Οι πλουτονόμοι καπιταλιστές δεν χρειάζεται να ανησυχούν πλέον για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας γιατί τα υπερεθνικά τους κέρδη αυξάνονται χωρίς αυτήν. Έτσι, διευκολύνεται η έξοδος των υπερπλουσίων από χώρες όπως η Ρωσία και η Ελλάδα μαζί με τα χρήματά τους – ή με τα χρήματα των συμπατριωτών τους – και η εγκατάστασή τους σε χώρες όπως η Ελβετία, η Βρετανία ή οι ΗΠΑ. Η δυνατότητα της διάσωσης του εαυτού σου και της οικογένειάς σου με εγκατάλειψη της χώρας σου μαζί με την περιουσία σου είναι το μεγαλύτερο δέλεαρ για τους πλούσιους να κινηθούν προς την κατάσταση «τέλος παιχνιδιού»: ρευστοποιήσεις, κόψιμο συναλλαγών και πίσω τους καμένη γη.

Άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν την κατάσταση είναι η Τρίτη δυσλειτουργία: η λεηλασία του δημοσίου μέσω υποχρηματοδότησης και ιδιωτικοποιήσεων. Παλιότερα είχα ανιχνεύσει την προέλευσή της στη δεκαετία του 1970, στη διπλή μετάβαση από το κράτος – φόροι στο κράτος – χρέος και από εκεί στο κράτος – λιτότητα. Βασικότερη μεταξύ των αιτιών αυτής της μετάβασης ήταν η δυνατότητα που παρείχαν οι παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου από το 1980 και μετά: μειωμένη φορολογία και φοροαπαλλαγές στις επιχειρήσεις και στα υψηλά εισοδήματα.

Οι προσπάθειες για μείωση των ελλειμμάτων βασίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε μείωση των δημοσίων δαπανών – τόσο στην κοινωνική ασφάλεια όσο και σε επενδύσεις που αφορούν υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο. Καθώς τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% αυξάνουν, ο δημόσιος τομέας συρρικνώνεται και αργοπεθαίνει για χάρη του διεθνώς κινούμενου ολιγαρχικού πλούτου. Μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν η ιδιωτικοποιήσεις που έγιναν ανεξάρτητα από την συνεισφορά που μπορούσαν να έχουν οι δημόσιες δαπάνες για παραγωγικότητα και κοινωνική συνοχή στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ισότητα.

Ακόμη και πριν το 2008 ήταν γενικώς αποδεκτό ότι η δημοσιονομική κρίση του μεταπολεμικού κράτους έπρεπε να λυθεί με μείωση των δαπανών παρά με αύξηση των φόρων, ειδικά στους πλούσιους. Η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών μέσω λιτότητας, παλιότερα και τώρα, επιβάλλεται στις κοινωνίες ακόμη και αν είναι πιθανό να στραγγαλίσει την ανάπτυξη. Και αυτό φαίνεται να είναι μια ακόμη ένδειξη ότι η οικονομία των ολιγαρχών έχει διαχωριστεί από την οικονομία των κανονικών ανθρώπων, αφού οι πλούσιοι δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν κάποιο τίμημα για τη μεγιστοποίηση των εισοδημάτων τους ή να προωθήσουν τα συμφέροντα τους κατά τρόπο που να ευνοείται η οικονομία ως σύνολο. Αυτό που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια είναι αυτό που επισήμανε ο Μαρξ, δηλαδή η θεμελιώδης αντίθεση μεταξύ της κοινωνικής φύσης της παραγωγής σε μια ανεπτυγμένη οικονομία και κοινωνία και της ιδιωτικής κατοχής των μέσων παραγωγής. Καθώς η αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί δημόσια μέριμνα, τείνει να είναι ασύμβατη με την ιδιωτική συσσώρευση πλούτου, ωθώντας τις καπιταλιστικές ελίτ να διαλέξουν μεταξύ των δυο. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα: οικονομική στασιμότητα και ολιγαρχική διανομή του παραγόμενου πλούτου.

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις
[21] Τόσο στις ΗΠΑ όσο και αλλού, οι πλούσιοι αντιτίθενται στα συνδικάτα και στη θεσμοθέτηση του κατώτερου μισθού αν και οι χαμηλότεροι μισθοί επηρεάζουν τη συνολική ζήτηση. Είναι προφανής ο λόγος αυτού: ο χρηματιστηριακός τομέας και η άφθονη τροφοδοσία με φρέσκο χρήμα έχει αντικαταστήσει τη μαζική αγοραστική δύναμη και επιτρέπει στους πλούσιους να αυξάνουν τα κέρδη τους χωρίς να έχουν ανάγκη τη μαζική κατανάλωση. Μια αύξηση της ζήτησης από τα κάτω θα έκανε ελκυστική την επένδυση των «αποταμιεύσεων» των πλουσίων στις υπηρεσίες και τις κατασκευές.
[22] Citigroup Research, ‘Plutonomy: Buying Luxury, Explaining Global Imbalances’, 16 October 2005; ‘Revisiting Plutonomy: The Rich Getting Richer’, 5 March 2006.
[23] Nota bene ότι ο καπιταλισμός έχει να κάνει με το κέρδος όχι με την παραγωγικότητα. Αν και αυτά τα δυο πάνε συνήθως μαζί, μπορεί να χωρίσουν οι δρόμοι τους αν η οικονομική μεγέθυνση αρχίσει να απαιτεί δυσανάλογη επέκταση του δημόσιου τομέα, όπως διατυπώνεται στο νόμο του Wagner.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (7) Πέντε Δυσλειτουργίες

του Wolfgang Streeck

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Ο καπιταλισμός χωρίς αντίπαλο έμεινε μόνος του με τα εργαλεία του, εντός των οποίων δε συμπεριλαμβάνεται ο αυτο-περιορισμός. Το κυνήγι για κέρδος είναι ατέρμονο και δεν μπορούσε να είναι αλλιώς. H ιδέα ότι το λιγότερο θα μπορούσε να είναι περισσότερο δεν είναι κάτι που o καπιταλισμός θα μπορούσε να εκτιμήσει.

Έχω τη γνώμη ότι σήμερα είμαστε σε θέση να δούμε το ξεψύχισμα του καπιταλισμού ως αποτέλεσμα της καταστροφής των αντιπάλων του – θάνατος από υπερβολική δόση εαυτού. Θα προσπαθήσω να το δείξω επικεντρώνοντας σε πέντε συστημικές δυσλειτουργίες του συστήματος οι οποίες προέκυψαν από την εξασθένιση των παραδοσιακών θεσμικών και πολιτικών περιορισμών στην αχαλίνωτη πρόοδο του. Οι δυσλειτουργίες αυτές είναι:

1.Στασιμότητα, 2. Ολιγαρχική ανακατανομή, 3. Λεηλασία του Δημοσίου, 4. Διαφθορά και 5. Πλανητική αναρχία
 
6 χρόνια μετά τη Lehman, οι προβλέψεις για μακροχρόνια στασιμότητα είναι της μόδας. Σε ένα πολυσυζητημένο άρθρο του ο Robert Gordon υποστηρίζει ότι από τον 19ο αιώνα και μετά, οι κύριες καινοτομίες που καθοδήγησαν και προώθησαν την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη ήταν λίγες, π.χ. η αύξηση της ταχύτητας των μεταφορών και η ύδρευση των πόλεων [15]. Συγκρινόμενες με αυτές τις καινοτομίες, η πρόσφατη διάχυση της πληροφορικής έχει δώσει πολύ μικρή ώθηση στην παραγωγικότητα. Αν και το επιχείρημα του Gordon διέπετε από τεχνολογικό ντετερμινισμό, είναι εύλογο ο καπιταλισμός να ελπίζει ότι μπορεί να διατηρήσει τα απαιτούμενα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης για τον έλεγχο της εργατικής τάξης μόνο αν μπορεί να βοηθήσει κάποιους άλλους να συσσωρεύσουν κεφάλαιο. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν η τεχνολογία δίνει νέες δυνατότητες αύξησης της παραγωγικότητας. Σε κάθε περίπτωση ο Gordon στηρίζει την πρόβλεψή του για ασθενή ή και μηδενική ανάπτυξη σε μια λίστα 6 μη τεχνολογικών παραγόντων – τους αποκαλεί μετωπικούς ανέμους (headwinds) – οι οποίοι θα καθορίσουν τη μακροχρόνια στασιμότητα "ακόμη κι αν η καινοτομία συνεχίσει να εξελίσσεται με τους ρυθμούς των δυο δεκαετιών που προηγήθηκαν του 2007" [16].

Μεταξύ αυτών των παραγόντων περιλαμβάνει και δυο που κατά τη γνώμη μου έχουν συσχετιστεί εδώ και κάποια χρόνια με την ασθενή ανάπτυξη: την ανισότητα και την υπερχρέωση καταναλωτών και κυβερνήσεων [17]. Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι το πόσο κοντά βρίσκονται οι σύγχρονες θεωρίες για τη στασιμότητα με τις μαρξιστικές θεωρίες περί υποκατανάλωσης που διατυπώθηκαν στις δεκαετίες του 1970 και 1980 [18]. Πρόσφατα, ο Lawrence ‘Larry’ Summers - από τα αγαπημένα παιδιά της Wall Street, αρχιτέκτονας της χρηματιστηριακής απορρύθμισης της κυβέρνησης Κλιντον, πρώτη επιλογή του Ομπάμα για πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (έως ότου παραιτήθηκε από την υποψηφιότητα λόγω αντίθεσης τις Κογκρέσου) [19] - μπήκε στο στρατόπεδο των θεωρητικών της στασιμότητας. Το 2012, σε ανακοίνωσή του στο Οικονομικό Φόρουμ του ΔΝΤ, παραδέχτηκε ότι δεν συμμερίζεται πλέον την αισιοδοξία ότι τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια θα μπορούσαν να παράγουν σημαντική ανάπτυξη στο ορατό μέλλον, ειδικά μέσα σε έναν κόσμο που υποφέρει από περίσσεια κεφαλαίου. Η πρόβλεψη του Summers για «προσωρινή στασιμότητα» έγινε αποδεκτή και από άλλους σημαντικούς οικονομολόγους, μεταξύ των οποίων κι ο Πωλ Κρούγκμαν [20].

Αυτό που ο Summers δεν αναφέρει παρά μόνο ακροθιγώς είναι ότι η αδυναμία ακόμη και των αρνητικών επιτοκίων να αναζωογονήσουν τις επενδύσεις συμπίπτει με μια μακροχρόνια αύξηση στην ανισότητα στις ΗΠΑ και αλλού. Και όπως σταθερά επισήμαινε ο Κέυνς, η συγκέντρωση του πλούτου στην κορυφή μειώνει τη ζήτηση και κάνει τους κατόχους κεφαλαίου να αναζητούν ευκαιρίες για κέρδος έξω από το χώρο της «πραγματικής οικονομίας». Κάτι που, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν και η βασική αιτία της «χρηματιστηριοποίησης» της οικονομίας που ξεκίνησε στη δεκαετία του 1980.

Οι ελίτ του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού φαίνεται να έχουν αποδεχτεί σε γενικές γραμμές την ασθενική ή και καθόλου ανάπτυξη στο ορατό μέλλον. Κάτι τέτοιο δεν αποκλείει τη δημιουργία μεγάλων κερδών στον χρηματιστηριακό τομέα, ειδικά με το σπεκουλαδόρικο εμπόριο του φτηνού χρήματος που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες. Λίγοι φαίνεται να φοβούνται ότι το χρήμα που παράγεται για να αποτρέψει τον αποπληθωρισμό θα προκαλέσει τελικά πληθωρισμό, αφού τα εργατικά σωματεία που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μερίδιο από αυτό το χρήμα δεν υπάρχουν πλέον .

Το μέλλον για τους καπιταλιστές και τους ακόλουθούς του μοιάζει με έναν δρόμο γεμάτο σκαμπανεβάσματα. Η ασθενής ανάπτυξη θα τους στερήσει από τους επιπρόσθετους πόρους που είναι αναγκαίοι για την εξομάλυνση των ανωμαλιών στην κατανομή πλούτου και τον εξευμενισμό της δυσαρέσκειας. Με διάφορες φούσκες να σκάνε σε απρόβλεπτο χρόνο, τα κράτη δεν θα είναι βέβαια ότι έχουν τη δυνατότητα να φροντίσουν εγκαίρως για τη διάσωση των θυμάτων των εκρήξεων. Η στάσιμη οικονομία θα είναι μια μόνιμη κατάσταση. Με μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης και αυξημένα ρίσκα, ο αγώνας για επιβίωση θα γίνεται ολοένα και πιο έντονος. Αντί για επαναφορά των προστατευτικών ορίων από την πλήρη εμπορευματοποίηση που απαρχαιώθηκαν από την παγκοσμιοποίηση, θα αναζητηθούν νέοι τρόποι εκμετάλλευσης της φύσης, επέκτασης και εντατικοποίησης του εργάσιμου χρόνου και ενθάρρυνσης αυτού που η οικονομική διάλεκτος αποκαλεί δημιουργικά οικονομικά, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρηθούν η υψηλή κερδοφορία και η συσσώρευση κεφαλαίου. Το σενάριο της «στασιμότητας με ρίσκο φουσκών» μπορεί να ιδωθεί ως πόλεμος όλων εναντίον όλων με περιπτώσεις πανικών και με το παιχνίδι για το «τέλος του παιχνιδιού» να έχει γίνει μια δημοφιλής ενασχόληση.

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις
[15] Robert Gordon, ‘Is us Economic Growth Over? Faltering Innovation Confronts the Six Headwinds’, nber Working Paper no. 18315, August 2012.
[16] Σύμφωνα με τον Gordon o ρυθμός αυτός ήταν 1.8% το έτος.  Υπό την επίδραση των 6 αντίθετων δυνάμεων θα μπορούσε στο μέλλον να πέσει στο 0.6% για το 99% του αμερικανικού πληθυσμού (η ανάπτυξη για το υπόλοιπο 1% είναι μια άλλη ιστορία).
[17] Οι προβλέψεις του Gordon συζητήθηκαν πολύ και αμφισβητήθηκαν εξίσου. Οι ενστάσεις είχαν να κάνουν κυρίως με την τεχνολογική πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής. Αν κι πρόοδος σε αυτά τα πεδία είναι πιθανή, δεν είναι σίγουρο ότι τα αποτελέσματα της θα μοιραστούν ισόποσα. Χωρίς κοινωνική προστασία, η πρόοδος στην τεχνητή νοημοσύνη και τη ρομποτική μπορεί να έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα στην απασχόληση και να οδηγήσει σε πιο έντονη κοινωνική π] όλωση.[18] Βλ. Harry Magdoff and Paul Sweezy, Stagnation and the Financial Explosion, New York 1987 και για μια πρόσφατη ανάλυση Fred Magdoff and John Bellamy Foster. Stagnation and Financialization: The Nature of the Contradiction. Monthly Review 66 (1), 2014. Και για μια ενδιαφέρουσα εκτίμηση της εφαρμοσιμότητας της θεωρίας της υποκατανάλωσης στον μετά το 2008 καπιταλισμό, βλ. John Bellamy Foster and Fred Magdoff, The Great Financial Crisis: Causes and Consequences, New York 2009.
[19] Πιθανότατα, επίσης, γιατί θα έπρεπε να παραιτηθεί από τους μισθούς που λάμβανε από τις εταιρίες της Wall Street. Βλ., ‘The Fed, Lawrence Summers, and Money’, New York Times, 11 August 2013.
[20] Paul Krugman, ‘A Permanent Slump?’, New York Times, 18 November 2013

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (6) Όρια της εμπορευματοποίησης

Όρια της εμπορευματοποίησης

του Wolfgang Streeck

(συνέχεια από το προηγούμενο)
Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα θα βοηθούσε να επιστρέψουμε στην ιδέα του Καρλ Πολάνυι για τα κοινωνικά όρια που μπαίνουν στη επέκταση της αγοράς, ιδέα που θεμελιώνεται στην αρχή των τριών «εικονικών εμπορευμάτων»: την εργασία, τη γη (ή φύση) και το χρήμα [12].

Το εικονικό εμπόρευμα ορίζεται ως ο πόρος για τον οποίο οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης ισχύουν μόνο μερικώς και με ιδιόμορφο τρόπο, αν ισχύουν καθόλου. Έτσι, μπορεί κανείς να το διαχειριστεί ως εμπόρευμα μόνο με έναν προσεκτικά σχεδιασμένο και νομοθετημένο τρόπο, αφού η πλήρης εμπορευματοποίηση του θα το κατέστρεφε ή θα το καθιστούσε άχρηστο. Όμως οι αγορές έχουν μια έμφυτη τάση να επεκτείνουν το εμπόριο αγαθών πέρα από τα πρωταρχικά όριά τους, σε άλλες σφαίρες της ζωής και ανεξάρτητα από την καταλληλόλητά των τελευταίων για εμπορευματοποίηση – ή, με μαρξικούς όρους, για υπαγωγή τους στη λογική της συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό που τις συγκρατεί είναι οι διάφοροι εξωτερικοί περιοριστικοί παράγοντες (θεσμοί), απουσία των οποίων οι αγορές θα υπομόνευαν τον εαυτό τους και, τελικά, τη βιωσιμότητα του καπιταλιστικού οικονομικού και κοινωνικού συστήματος.

Πράγματι οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι η επέκταση της αγοράς έχει φτάσει ένα κρίσιμο όριο σε σχέση με τα τρία εικονικά εμπορεύματα του Καρλ Πολάνυι καθώς οι θεσμικοί φρουροί που φρόντιζαν να προστατεύουν το σύστημα από την πλήρη αγοροποίηση έχουν διαβρωθεί. Κι αυτός φαίνεται να είναι ο λόγος πίσω από την αναζήτηση εκ μέρους όλων των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών μιας νέας εποχής για τον εργασιακό χρόνο, ειδικότερα μιας νέας κατανομής του χρόνου ανάμεσα στις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις και επιδιώξεις. Όπως επίσης και μιας νέας ενεργειακής εποχής σε σχέση με τη φύση. Αλλά και μιας εποχής οικονομικής σταθερότητας για την παραγωγή και κατανομή του χρήματος. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι κοινωνίες αναζητούν στα τυφλά πιο αποτελεσματικούς τρόπους περιορισμού της λογικής της επέκτασης. Οι περιορισμοί αυτοί επικεντρώνονται γύρω από τις ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις του συστήματος απασχόλησης από την ανθρώπινη εργασία και από τις απαιτήσεις του χρηματιστικού και τραπεζικού συστήματος για πιο περίπλοκες πυραμίδες χρήματος, ρευστότητας και χρέους.

Κοιτάζοντας με τη σειρά τις ζώνες κρίσεις του Πολάνυι μπορούμε να δούμε ότι έλαβε χώρα μια εκτεταμένη εμπορευματοποίηση του χρήματος που τελικά γονάτισε την παγκόσμια οικονομία το 2008: ο μετασχηματισμός μιας απεριόριστης πίστωσης φθηνού χρήματος σε ολοένα και πιο περίπλοκα χρηματιστηριακά «προϊόντα» που τελικά οδήγησαν σε μια ανεπανάληπτη φούσκα ακινήτων. Όπως και στη δεκαετία του 1980, η απορρύθμιση της χρηματιστηριακής αγοράς των ΗΠΑ ακύρωσε του περιορισμούς που είχαν μπει στο ιδιωτική παραγωγή και την εμπορευματοποίηση του χρήματος μετά την Μεγάλη Ύφεση. Η «χρηματιστηριοποίηση», όπως έγινε γνωστή η διαδικασία, ήταν ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθούν η ανάπτυξη και η κερδοφορία στην οικονομία της απόλυτης ηγεμονίας του παγκόσμιου καπιταλισμού. Ωστόσο, μόλις αφέθηκε χαλαρή, η βιομηχανία παραγωγής χρήματος επένδυσε ένα σημαντικό μέρος των μεγάλων κερδών της στο lobbying για περαιτέρω χαλάρωση ή/και κατάργηση των περιοριστικών νόμων που είχαν απομείνει. Τα μεγάλα ρίσκα που παίρνονται με τη μετάβαση από το παλιό καθεστώς του κύκλου Χ(ρήμα)-Ε(μπόρευμα)-Χ(ρήμα)’ στο καινούργιο Χ-Χ’ μπορούν εύκολα να γίνουν ορατά, π.χ., η τάση προς όλο και μεγαλύτερη ανισότητα που συσχετίζεται με τα δυσανάλογα κέρδη του τραπεζικού τομέα [13].

Σχετικά με τη φύση υπάρχει μεγάλη ανησυχία για τη σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική αρχή για απεριόριστη επέκταση και στους περιορισμένους φυσικούς πόρους. Ήδη από τη δεκαετία του 1970 έγινα δημοφιλείς διάφορες νέο-μαλθουσιανές αφηγήσεις και, ανεξάρτητα από την άποψη που έχει ο καθένας γι’ αυτές, είναι σίγουρο ότι τα πρότυπα ενεργειακής κατανάλωσης των πλούσιων καπιταλιστικών κοινωνιών δεν μπορούν να επεκταθούν και στον υπόλοιπο κόσμο χωρίς καταστροφή των βασικών προϋποθέσεων για την ανθρώπινη ζωή. Αυτό που φαίνεται να διαμορφώνεται είναι ένας αγώνας μεταξύ της εξάντλησης της φύσης και της τεχνολογικής καινοτομίας – αντικατάσταση φυσικών υλών με τεχνητές, πρόληψη ή επιδιόρθωση περιβαλλοντικών καταστροφών, κατασκευή καταφυγίων για προστασία από την αναπόφευκτη υποβάθμιση της βιόσφαιρας. Μια ερώτηση όμως που κανείς δε φαίνεται ικανός να απαντήσει είναι πως θα ξεκινήσει η τεράστια συλλογική προσπάθεια που είναι αναγκαία για κάτι τέτοιο σε μια κοινωνία που διακατέχεται από αυτό που ο C. B. MacPherson ονόμασε "κτητικό ατομικισμό" [14]. Ποιος είναι αυτός που μπορεί να εγγυηθεί το συλλογικό καλό μέσα σε έναν κόσμο ανταγωνιστικής παραγωγής και κατανάλωσης;

Το τρίτο «εικονικό εμπόρευμα», η εργασία, έχει εμπορευματοποιηθεί μάλλον σε σημείο κρίσιμο. Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού έχει διαλύσει όλες τις απόψεις και ελπίδες για έναν γενικό περιορισμό των ωρών της εργάσιμης μέρας. Έκανε την εργασία αβέβαιη για ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Με την ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, εν μέρει λόγω και της εξαφάνισης του «οικογενειακού μισθού», η ποσότητα εργασίας που πωλείται από τις οικογένειες προς τους εργοδότες έχει αυξηθεί σημαντικά ενώ οι μισθοί έχουν μείνει πολύ πίσω σε σχέση με την παραγωγικότητα, ειδικά στην καρδιά του συστήματος, τις ΗΠΑ


Το ερώτημα του πώς και κατά πόσο πρέπει να περιοριστεί η συσσώρευση κεφαλαίου ώστε να προστατευτούν τα τρία εικονικά εμπορεύματα από την ολική εμπορευματοποίηση έχει τεθεί πολλές φορές στην ιστορία του καπιταλισμού. Αλλά αυτή τη φορά η αταξία διαπερνάει και τα τρία «εμπορεύματα»: είναι αποτέλεσμα της απόλυτα επιτυχημένης επίθεσης των αγορών, που εξαπλώθηκαν με ανεπανάληπτο τρόπο και εισχώρησαν στον ιδιαίτερο χώρο που έχει να κάνει με κρίσιμους θεσμούς και κρίσιμους παίκτες, οι οποίοι, είτε κληρονομήθηκε από το παρελθόν είτε δημιουργήθηκαν μέσα από σκληρούς πολιτικούς αγώνες, έδιναν στην καπιταλιστική ανάπτυξη και κοινωνικές διαστάσεις. Με την «παγκοσμιοποίηση» η γή, η εργασία και το χρήμα έγιναν, ταυτόχρονα, ζώνες κρίσης που διαπερνούν εθνικά σύνορα και εθνικές δικαιοδοσίες. Το αποτέλεσμα ήταν η διάλυση των μέσων με τα οποία ήταν δυνατή η τιθάσευση του «ζωώδους πνεύματος» του καπιταλισμού για το καλό της κοινωνίας αλλά και του ίδιου του καπιταλισμού. Αλλά δεν είναι μόνο το πρόβλημα με τα εικονικά εμπορεύματα που υποδεικνύει ότι η καπιταλιστική συσσώρευση μπορεί να έχει φτάσει τα όρια της. Σε πρώτο επίπεδο φαίνεται ότι η κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών συνεχίζει να αυξάνεται και η βασική παραδοχή των σύγχρονων οικονομικών - ότι η ανθρώπινη επιθυμία και δυνατότητα για κατανάλωση είναι ανεξάντλητη – δείχνει να επαληθεύεται με μια απλή επίσκεψη στην αγορά. Αλλά οι φόβοι για επικείμενη προσέγγιση του σημείου κορεσμού της κατανάλωσης, πιθανότατα μέσα στα πλαίσια μιας μετα-υλιστικής θεώρησης της ανθρώπινης κατάστασης είναι ενδημικοί στους παραγωγούς που εξαρτώνται από το κέρδος. Μια θεώρηση που αντανακλά το γεγονός ότι η κατανάλωση στις ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες έχει εδώ και καιρό διαχωριστεί από τις υλικές ανάγκες. Η μερίδα του λέοντος της κατανάλωσης δεν δαπανάται για την αξία χρήσης των προϊόντων αλλά για τη συμβολική τους αξία. 

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις
[12] Karl Polanyi, The Great Transformation: The Political and Economic Origins of Our Time [1944], Boston 1957, pp. 68–76. Ελληνική μετάφραση, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός. Οι Πολιτικές και Κοινωνικές Απαρχές του Καιρού μας, Εκδ. Νησίδες, 2007, Μτφρ. Κ Γαγανάκη.
[13] Donald Tomaskovic-Devey and Ken-Hou Lin, ‘Income Dynamics, Economic Rents and the Financialization of the us Economy’, American Sociological Review, vol. 76, no. 4, 2011, pp. 538–59.
[14] C. B. MacPherson, The Political Theory of Possessive Individualism: Hobbes to Locke, Oxford 1962

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (5) Μια Πύρρειος Νίκη

Μια Πύρρειος Νίκη
του Wolfgang Streeck

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Αλλά γιατί ο καπιταλισμός να είναι σε κρίση αφού, παρόλες τις δυσλειτουργίες του, δεν έχει να αντιμετωπίσει κάποιο σοβαρό αντίπαλο. Θυμόμαστε ότι η κατάρρευση του κομμουνισμού το 1989 θεωρήθηκε ως ο τελευταίος θρίαμβος του καπιταλισμού, ως το «τέλος της ιστορίας». Ακόμη και σήμερα, μετά το 2008, η παλιά αριστερά βρίσκεται στο όριο της εξαφάνισης ενώ δε φαίνεται να εμφανίζεται μια νέα αριστερά. Οι μάζες, οι φτωχοί και αδύναμοι όπως και αυτοί που τα κουτσοκαταφέρνουν, φαίνεται να είναι παγιδευμένοι στον καταναλωτισμό, ενώ τα συλλογικά αγαθά, οι συλλογικές δράσεις και η συλλογική οργάνωση είναι τελείως εκτός μόδας.

Αλλά γιατί να μην τα καταφέρει ο καπιταλισμός αφού είναι το μοναδικό σύστημα που υπάρχει πλέον; Σε μια πρώτη ματιά, αυτά που συνηγορούν υπέρ της επιβίωσης του συστήματος είναι πολλά, ανεξάρτητα από τις δυσοίωνες προβλέψεις. Έχουμε πολλά παραδείγματα κυβερνήσεων που επανεκλέγονται μετά από σημαντικές περικοπές των κοινωνικών δαπανών και ιδιωτικοποιήσεις των κοινωνικών υπηρεσιών προς όφελος των κατόχων του χρήματος. Το ενδιαφέρον για την περιβαλλοντική υποβάθμιση αυξάνεται πολύ αργά σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής και κάποιος μπορεί να την αμφισβητήσει έχοντας μάθει να ζει μ’ αυτήν. Η τεχνολογική πρόοδος με την οποία αγοράζουμε χρόνο (π.χ., το fracking - η υδραυλική διάρρηξη του σχιστόλιθου για την άντληση φυσικού αερίου) συνεχίζεται και αν υπάρχουν όρια στις ειρηνοποιές δυνάμεις του καταναλωτισμού, φαίνεται ότι είμαστε ακόμη μακριά από αυτά. Ακόμη περισσότερο, η αποδοχή πιο χρονοβόρων εργασιακών προτύπων εκλαμβάνεται ως ανταγωνιστική πρόκληση, ως μια ευκαιρία για προσωπική επιτυχία. Οι πολιτισμικοί ορισμοί της καλής ζωής ήταν πάντα πολύ όλκιμοι και ελατοί και μπορεί να κατεργαστούν περαιτέρω ώστε να αντιστοιχούν στην πορεία προς την απόλυτη εμπορευματοποίηση, στο βαθμό που κάθε ριζοσπαστική ή θρησκευτική αμφισβήτηση τους καταπιέζεται, γελοιοποιείται ή περιθωριοποιείται. Τέλος, οι περισσότερες θεωρίες οικονομικής στασιμότητας αφορούν τη Δύση και όχι την Κίνα, τη Ρωσία, την Ινδία ή τη Βραζιλία – χώρες με τεράστιες παρθένες περιοχές όπου μπορεί να εγκατασταθεί η ανάπτυξη και να εξασφαλίζει την καπιταλιστική πρόοδο [10].

Η απάντηση μου είναι ότι η μη ύπαρξη αντιπάλου για τον καπιταλισμό είναι περισσότερο μειονέκτημα παρά πλεονέκτημα. Τα κοινωνικά συστήματα ευδοκιμούν στηριζόμενα σε μια εσωτερική ετερογένεια, σε έναν πλουραλισμό οργανωτικών αρχών που τα προστατεύει από τη μονοδιάστατη προσήλωση σε ένα και μόνο στόχο και τα εμπλουτίζει με επιπλέον στόχους που πρέπει να επιτευχθούν ώστε το σύστημα να είναι διατηρήσιμο. Ο καπιταλισμός έτσι όπως τον ξέρουμε έχει κερδίσει πολλά από τα κινήματα που αντιπαλεύουν τον νόμο του κέρδους και της αγοράς. Ο σοσιαλισμός και ο συνδικαλισμός, βάζοντας φρένο στην εμπορευματοποίηση, τον εμπόδισαν να καταστρέψει τα μη καπιταλιστικά θεμέλιά του – την εμπιστοσύνη, τον αλτρουισμό, την αλληλεγγύη μεταξύ οικογενειών και κοινοτήτων και τα παρόμοια. Ο κευνσιανισμός και ο φορντισμός, οι δυο, περισσότερο ή λιγότερο, νόμιμες αμφισβητήσεις του καπιταλισμού, εξασφάλισαν και προστάτευσαν τη συνολική ζήτηση ειδικά σε περιόδους ύφεσης. Και όπου οι περιστάσεις ήταν ευνοϊκές, οι οργανώσεις της εργατικής τάξης λειτούργησαν ως «εμπροσθοφυλακή της παραγωγικότητάς» αναγκάζοντας το κεφάλαιο να στραφεί σε πιο προχωρημένες αρχές παραγωγικότητας. Με αυτήν την έννοια ήταν που ο Geoffrey Hodgson υποστήριξε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει μόνο στο βαθμό που δεν είναι πλήρως καπιταλιστικός – στο βαθμό που δεν έχει απαλλαχθεί από τις «αναγκαίες ακαθαρσίες» [11].
Ιδωμένη κατά αυτόν τον τρόπο, η νίκη του καπιταλισμού επί των αμφισβητών του μπορεί να αποδειχτεί πύρρειος αφού οι τελευταίοι, εξαιρουμένων ορισμένων ενοχλητικών περιπτώσεων, στην ουσία τον υποστήριζαν. Επομένως, το ερώτημα είναι: μπορεί ο θριαμβεύων καπιταλισμός να αποδειχτεί ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του;

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις
[10] Αν και τα πράγματα δείχνουν διαφορετικά πλέον αφού τα προβλήματα έχουν αρχίζει να συσσωρεύονται και στον κινεζικό καπιταλισμό αλλά και στις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες οικονομίες, τις Fragile Five (Τουρκία, Βραζιλία, Ινδία, Ν Αφρική και Ινδονησία).
[11] Hodgson et al., eds, Capitalism in Evolution: Global Contentions, East and West, Cheltenham 2001, pp. 71ff

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (4) Στο χείλος του γκρεμού;

Ο καπιταλισμός στο χείλος του γκρεμού;





του Wolfgang Streeck

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Μήπως ο καπιταλισμός πνέει τα λοίσθια;

Στη δεκαετία του 1980, η ιδέα ότι ο καπιταλισμός μπορεί να «τρέξει» ως «μεικτή οικονομία», τεχνοκρατικά διοικούμενη και δημοκρατικά ελεγχόμενη, εγκαταλείφθηκε.
Για τη νεοφιλελεύθερη επανάσταση, η κοινωνική και οικονομική αρμονία αναγεννούνται μέσω μιας «φιλανθρωπικής» ανάδρασης που προκύπτει από την «ελεύθερη δράση (ή ελεύθερο παιχνίδι) των δυνάμεων της αγοράς».
Η «κατάρρευση» του 2008 απαξίωσε την θεωρία των αυτορρυθμιζόμενων αγορών χωρίς όμως να φανεί στον ορίζοντα μια νέα μορφή πολιτικής διακυβέρνησης. Κι αυτό από μόνο του μπορεί να θεωρηθεί ως σύμπτωμα μιας κρίσης που έχει γίνει συστημική. Και που γίνεται πιο έντονη όσο περισσότερο διαρκεί.

Κατά την άποψη μου, μετά από δεκαετίες μειούμενης ανάπτυξης, αυξανόμενης ανισότητας και διογκούμενου χρέους – αλλά και συνεχούς αγωνίας, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, για τον πληθωρισμό, το δημόσιο χρέος και τη χρηματιστηριακή υπερχείλιση – έχει φτάσει ο καιρός να δούμε τον καπιταλισμό ως ένα ιστορικό φαινόμενο που ναι μεν κάποτε γεννήθηκε αλλά κάποτε θα πεθάνει.

Για το λόγο αυτό πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά τα μοντέλα κοινωνικής και καθεστωτικής αλλαγής. Όσο φανταζόμαστε ότι το τέλος του καπιταλισμού θα έλθει μέσα από μια απόφαση-διάταγμα, μέσα από κάποια κυβέρνηση ή κάποια κεντρική επιτροπή, ουσιαστικά θεωρούμε τον καπιταλισμό αιώνιο (Η πλάκα είναι ότι ήταν ο κομμουνισμός, έτσι όπως σχεδιάστηκε στη Μόσχα και εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση, που τελείωσε με ένα διάταγμα). Τα πράγματα διαφοροποιούνται αν, αντί να φανταζόμαστε την αντικατάσταση του καπιταλισμού με μια θεόσταλτη νέα τάξη πραγμάτων μέσω μιας συλλογικής απόφασης, αφήσουμε τον καπιταλισμό να καταρρεύσει από μόνος του.

Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε πάνω στο τέλος του καπιταλισμού χωρίς να αναλαμβάνουμε την ευθύνη να απαντήσουμε στο ερώτημα του τι θα τον αντικαταστήσει. Είναι μια μαρξιστική – ή, καλύτερα, μια μοντέρνα – προκατάληψή ότι ο καπιταλισμός ως ιστορική εποχή θα τελειώσει όταν θα αρχίσει να προδιαγράφεται μια νέα και καλύτερη κοινωνία και όταν θα υπάρξει το επαναστατικό υποκείμενο που θα την πραγματώσει προς όφελος της ανθρωπότητας. Αυτό προϋποθέτει ένα βαθμό πολιτικού ελέγχου πάνω στην κοινή μας μοίρα, κάτι για το οποίο δεν μπορούμε πλέον ούτε να ονειρευόμαστε μετά την καταστροφή της συλλογικότητας, αλλά και κάθε ελπίδας για αυτήν, μέσα στη νεοφιλελεύθερη παγκόσμια επανάσταση. Για την επιβεβαίωση του ισχυρισμού ότι ο καπιταλισμός τελειώνει, δεν είναι η απαραίτητη η ύπαρξη ενός ουτοπικού οράματος για ένα εναλλακτικό μέλλον. Προτίθεμαι να εκφράσω έναν τέτοιον ισχυρισμό, γνωρίζοντας πόσες φορές έχει εκφραστεί και στο παρελθόν.

Στην πραγματικότητα, όλοι οι βασικοί θεωρητικοί του καπιταλισμού έχουν προβλέψει το επικείμενο τέλος του, από τη εποχή ακόμη που ο όρος άρχισε να πρωτοχρησιμοποιείται στα μέσα του 19ου αιώνα. Σε αυτούς περιλαμβάνονται όχι μόνο κριτικοί του όπως ο Μαρξ και ο Πολάνυι αλλά και αστοί θεωρητικοί όπως ο Βέμπερ, ο Σουμπέτερ, ο Σόμπαρτ και ο Κέυνς. Έτσι, αν η ιστορία αποδείξει ότι έχω λάθος, θα είμαι, τουλάχιστον, με καλή παρέα.

Το ότι κάτι δε συνέβη σε αντίθεση με αξιόπιστες προβλέψεις ότι θα συμβεί, δε σημαίνει ότι δε θα συμβεί ποτέ. Πιστεύω ότι αυτή η φορά είναι διαφορετική και σύμπτωμα αυτής της διαφοράς είναι ότι ακόμη και οι καλύτεροι τεχνικοί του καπιταλισμού δεν έχουν μια αξιόπιστη που θα επαναφέρει το σύστημα σε λειτουργία – δες, για παράδειγμα, τα πρόσφατα δημοσιευθέντα πρακτικά των απόψεων της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ το 2008 [6] ή την απόγνωση των κεντρικών τραπεζιτών για το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης.

Ωστόσο, αυτό είναι μόνο η επιφάνεια του προβλήματος. Από κάτω υπάρχει η σκληρή πραγματικότητα ότι η καπιταλιστική πρόοδος έχει, περισσότερο η λιγότερο, καταστρέψει κάθε μέσο που θα μπορούσε να την σταθεροποιήσει μέσω περιορισμών. Το θέμα είναι ότι η σταθερότητα του καπιταλισμού ως κοινωνικοοικονομικού συστήματος εξαρτάται από την ιδιοδυναμική (Eigendynamik) του που ενέχει εξισορροπητικές δυνάμεις – τα συλλογικά συμφέροντα και τους θεσμούς που υποβάλλουν σε κοινωνικό έλεγχο την καπιταλιστική συσσώρευση. Αλλά η ανεξέλεγκτη επιτυχία του, μπορεί να υπονομεύσει το ίδιο το σύστημα. Για το πώς, θα επιχειρηματολογήσω παρακάτω.

Η εικόνα που έχω για το τέλος του καπιταλισμού – ένα τέλος που πιστεύω ότι έχει δρομολογηθεί – είναι αυτή ενός συστήματος σε χρόνια δυσλειτουργία λόγω δικών του προβλημάτων και ανεξάρτητα από την απουσία ενός αξιόπιστου εναλλακτικού συστήματος. Ενώ δεν μπορούμε να ξέρουμε πότε και πως ακριβώς θα εκλείψει και τι θα επακολουθήσει, αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν υπάρχουν δυνάμεις που θα μπορέσουν να αντιστρέψουν τις κατιούσες τάσεις στην οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ισότητα και την οικονομική σταθερότητα και να δώσουν τέλος στην αμοιβαία ενίσχυσή τους. Σε αντίθεση με το 1930 δεν υπάρχει στον ορίζοντα κάποια πολιτικοκοινομική φόρμουλα, αριστερή ή δεξιά, που θα προσφέρει στις καπιταλιστικές κοινωνίες μια νέα εποχή σταθερότητας. Η κοινωνική ολοκλήρωση όπως και η ολοκλήρωση του συστήματος έχουν λαβωθεί σε σημείο μη διορθώσιμο και τα πράγματα θα χειροτερέψουν κι άλλο [7].

Το πιθανότερο είναι με το πέρασμα του χρόνου να υπάρξει μια συνεχής συσσώρευση μικρών και λιγότερο μικρών δυσλειτουργιών. Οι δυσλειτουργίες αυτές δεν είναι τόσο θανατηφόρες καθεαυτές. Αλλά δεν είναι επισκευάσιμες, ειδικά όσο περισσότερο συσσωρεύονται και δεν είναι δυνατή η διαχείριση καθεμιάς ξεχωριστά. Κατά τη διαδικασία αυτή, τα μέρη του όλου θα εναρμονίζονται όλο και πιο δύσκολα, οι κάθε είδους τριβές και εντάσεις θα πολλαπλασιάζονται, οι συνέπειες θα διαχέονται και οι εξηγήσεις που θα δίνονται θα είναι ολοένα και πιο δυσνόητες και ασαφείς. Η αβεβαιότητα θα πολλαπλασιάζεται, θα ξεσπούν συνεχώς κρίσεις κάθε είδους – νομιμότητας, παραγωγικότητας ή και οι δυο μαζί – ενώ η προβλεψιμότητα και η κυβερνησιμότητα ολοένα και θα μειώνονται (όπως γίνεται επί δεκαετίες τώρα). Τελικά, οι μυριάδες προσωρινές λύσεις που επινοήθηκαν για τη διαχείριση βραχυπρόθεσμων κρίσεων θα καταρρεύσουν υπό το βάρος των καθημερινών καταστροφών που θα προκαλούνται από ένα σύστημα σε απόλυτη ανομία και αταξία.

Η πρόσληψη του τέλους καπιταλισμού ως διαδικασία παρά ως γεγονός εγείρει το ζήτημα του πως ορίζουμε τον καπιταλισμό. Οι κοινωνίες είναι σύνθετες οντότητες που δεν πεθαίνουν όπως πεθαίνουν οι οργανισμοί: με την σπάνια εξαίρεση της ολικής εξάλειψης, η ασυνέχεια ενσωματώνεται σε μια μορφή μερικής συνέχειας. Αν πούμε ότι μια κοινωνία πεθαίνει, εννοούμε ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του οργανισμού της που θεωρούμε βασικά έχουν εξαφανιστεί. Κάποια άλλα όμως μπορεί να επιζήσουν. Για να προσδιορίσουμε αν ο καπιταλισμός είναι ζωντανός, αν πεθαίνει ή αν είναι ήδη νεκρός, προτείνω να τον ορίσουμε ως μια σύγχρονη κοινωνία [8] που εξασφαλίζει τη συλλογική της αναπαραγωγή ως μια ακούσια συνέπεια ενός ατομικιστικού ορθολογισμού που έχει στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους και τη συσσώρευση κεφαλαίου, εφαρμόζοντας μια «εργασιακή διαδικασία» που συνδυάζει ιδιωτικό κεφάλαιο και εμπορευματοποιημένη «εργασιακή δύναμη» και εκπληρώνοντας τη μαντεβιλιανή υπόσχεση της μεταλλαγής των ατομικών μειονεκτημάτων σε κοινωνικά οφέλη [9]. Είναι αυτή η υπόσχεση που δεν μπορεί πλέον να κρατήσει ο καπιταλισμός. Και έτσι κλείνει την ιστορική του ύπαρξη ως αυτό-αναπαραγόμενο, διατηρήσιμο, προβλέψιμο και νόμιμο κοινωνικό σύστημα.

Με βάση αυτόν τον ορισμό, είναι απίθανο ο θάνατος του καπιταλισμού να ενσωματωθεί σε κάποιο πρόγραμμα δράσης. Καθώς προχωράει η σήψη θα προκαλέσει πολιτικές διαμαρτυρίες και προσπάθειες συλλογικής παρέμβασης. Αλλά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αυτές θα παραμείνουν διαμαρτυρίες λουδιτικού τύπου: τοπικές, διασπαρμένες, χωρίς καθοδήγηση, με μια λέξη «πρωτόγονες». Και ανίκανες να δημιουργήσουν μια νέα κοινωνική τάξη.

Μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι τέτοιου είδους μακροχρόνιες κρίσεις μπορεί να δώσουν πολλές ευκαιρίες τόσο σε μεταρρυθμιστές όσο και σε επαναστάτες. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο αποδιοργανωμένος καπιταλισμός αποδιοργανώνει και τους αντιπάλους του κι έτσι, όπως στερεί τη δυνατότητα από τους υποστηρικτές του να τον σώσουν, στερεί και τη δυνατότητα από τους αντιπάλους να τον νικήσουν. Επομένως, για να τελειώσει ο καπιταλισμός πρέπει να δώσει ο ίδιος τα μέσα για την καταστροφή του – κάτι που, όπως θα υποστηρίξω, βλέπουμε να γίνεται σήμερα.

(συνεχίζεται)

Σημειώσεις
[6] Gretchen Morgenson, ‘A New Light on Regulators in the Dark’, New York Times, 23 April 2014.
[7] David Lockwood, ‘Social Integration and System Integration’, in George Zollschan and Walter Hirsch, eds, Explorations in Social Change, London 1964, pp. 244–57.
[8] Ή, όπως το έθεσε ο Ανταμ Σμιθ «μια προοδευτική κοινωνία – μια κοινωνία που στοχεύει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ευμάρειάς της, οι οποίες, έτσι όπως μετρούνται από το μέγεθος της χρηματικής οικονομίας είναι, κατ’ αρχήν, απεριόριστες.
[9] Άλλοι ορισμοί του καπιταλισμού δίνουν έμφαση, για παράδειγμα, στην ειρηνική φύση της καπιταλιστικής εμπορευματικής συναλλαγής, βλ Albert Hirschman, ‘Rival Interpretations of Market Society: Civilizing, Destructive or Feeble?’, Journal of Economic Literature, vol. 20, no. 4, 1982, pp. 1463–84. O ορισμός αυτός αγνοεί το ότι το μη βίαιο «ελεύθερο εμπόριο» περιορίζεται στο κέντρο του καπιταλιστικού συστήματος ενώ στην ιστορική και χωρική περιφέρεια η βία είναι λυσσαλέα. Για παράδειγμα, το παράνομο εμπόριο (ναρκωτικών, πορνείας, όπλων), όπου η βία είναι το βασικό εργαλείο, συγκεντρώνει τεράστια ποσά χρήματος που επενδύονται νόμιμα – μια παραλλαγή της πρωταρχικής συσσώρευσης. Για να μην πούμε για τους τρόπους με τους οποίους διαπλέκονται η νόμιμη κρατική βία με την παράνομη ιδιωτική, όχι μόνο στην καπιταλιστική περιφέρεια αλλά και στο καπιταλιστικό κέντρο, όταν αυτό θέλει να προωθήσει τα συμφέροντα του και βοηθάει με κάθε τρόπο τους συνεργάτες του στην περιφέρεια. Αλλά και για την κρατική βία που ασκείται σε κάθε λογής αμφισβητίες και, όπου ακόμα υπάρχουν, στα εργατικά συνδικάτα.


 

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (3) Πρόβλημα για τη δημοκρατία

του Wolfgang Streeck

 
(συνέχεια από το προηγούμενο)

Πρόβλημα για τη δημοκρατία

Κάπου εδώ, η όλη συζήτηση πάνω στην κρίση και στο μέλλον του σύγχρονου καπιταλισμού, πρέπει να στραφεί στην δημοκρατική πολιτική. Για πολύ καιρό, καπιταλισμός και δημοκρατία θεωρούνταν μη συμβατές καταστάσεις έως ότου η μεταπολεμική κατάσταση φάνηκε ότι επέφερε τη συμφιλίωσή τους. Μέσα στον 20ο αιώνα, οι κάτοχοι κεφαλαίου φοβούνταν ότι η δημοκρατική πλειοψηφία θα καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία ενώ οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα τους περίμεναν ότι οι καπιταλιστές θα χρηματοδοτούσαν μια επιστροφή στην αυταρχική διακυβέρνηση η οποία και θα προστάτευε τα προνόμιά τους. Αλλά, μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο, δημοκρατία και καπιταλισμός συμμάχησαν αφού η οικονομική πρόοδος οδήγησε τους εργαζόμενους να αποδεχτούν την ελεύθερη αγορά. Φάνηκε ότι η δημοκρατική ελευθερία ήταν αδιαχώριστη και εξαρτώμενη από την ελευθερία των αγορών και της απόκτησης κέρδους. Ωστόσο, σήμερα, έχουν αρχίσει να τίθενται ξανά τα ερωτήματα περί συμβατότητας της καπιταλιστικής οικονομίας και της δημοκρατίας. Οι εργαζόμενοι έχουν την αίσθηση ότι η πολιτική δεν μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της ζωής τους. Αντιλαμβάνονται τους πολιτικούς ως μια διεφθαρμένη και ανίκανη κλειστή κάστα που, ενωμένη πίσω από τον ισχυρισμό ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», φροντίζει μόνο για τα δικά της συμφέροντα. Τα αποτελέσματα είναι η συνεχώς μειούμενη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία και η μεγάλη αστάθεια της ψήφου, που με τη σειρά τους και σε συνδυασμό με την άνοδο των «λαϊκίστικών» κομμάτων διαμαρτυρίας, οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη εκλογική διαφοροποίηση και κυβερνητική αστάθεια [2].

Η νομιμοποίηση της μεταπολεμικής δημοκρατίας βασίστηκε στην προϋπόθεση ότι τα κράτη είχαν την ικανότητα να παρεμβαίνουν στις αγορές και να κατευθύνουν την πορεία τους προς όφελος των πολιτών. Αλλά η επί δεκαετίες αυξανόμενη ανισότητα και η ανικανότητα των κυβερνήσεων πριν, κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2008 και μετά από αυτήν να παρέμβουν, έδωσε τέλος σ΄ αυτή τη νομιμοποίηση. Οι κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα, με τον έναν ή άλλον τρόπο, μοιάζουν περισσότερο με πολιτικούς διασκεδαστές (σ.τ.μ.: “politainment” από το political entertainment) παρά με εκλεγμένους λαϊκούς αντιπρόσωπους που συμμετέχουν στη «δημοκρατική πάλη των τάξεων» [3].

Εν τω μεταξύ, ο μετασχηματισμός της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας από το μεταπολεμικό κεϋνσιανισμό στο νεοφιλελεύθερο χαγιεκισμό έγινε με σχετικά χαλαρό τρόπο: από έναν πολιτικό σχεδιασμό για οικονομική ανάπτυξη μέσω ανακατανομής από τα πάνω προς τα κάτω σε ένα σχεδιασμό για οικονομική ανάπτυξη μέσω ανακατανομής από τα κάτω προς τα πάνω.

Ένα κεντρικό σημείο της τρέχουσας αντι-δημοκρατικής ρητορικής είναι η δημοσιονομική κρίση του σύγχρονου κράτους όπως αυτή αντανακλάται στην άνευ προηγουμένου αύξηση του δημόσιου χρέους:






Ένα χρέος που οφείλεται σε εκλογικές πλειοψηφίες που έμαθαν να ζουν πέρα από τις δυνατότητες τους, εκμεταλλευόμενες το «κοινό ταμείο» των κοινωνιών, και σε οπορτουνιστές πολιτικούς που εξαγόραζαν πολιτική υποστήριξη με χρήματα που δεν υπήρχαν [4]. Ωστόσο, το ότι η δημοσιονομική κρίση δεν φαίνεται να οφείλεται στην εκτεταμένη αναδιανεμητική πολιτική προκύπτει από το γεγονός ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους συμπίπτει με τη μείωση της συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία, ειδικά από τις χαμηλότερες εισοδηματικά τάξεις, με την ενίσχυση της αξίας της ατομικότητας και τη συρρίκνωση του συνδικαλισμού, με την εξαφάνιση των απεργιών, την ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κράτους και την έκρηξη της εισοδηματικής ανισότητας. Αυτό που οδήγησε στην έκρηξη του χρέους δεν είναι τίποτε άλλο από τη μείωση της φορολογίας των πλουσίων:


 

 

Απλά πράγματα δηλαδή: αντικατάσταση της φορολογίας με χρέος και ένα εξαιρετικό εργαλείο προπαγάνδας στα χέρια: για όλα φταίει το κοινωνικό κράτος και όλα θα τα σώσει η ιδιωτικοποίηση. Η οικονομική πολιτική περνάει στα χέρια των ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών (σ.τ.μ.: εδώ γελάμε) οι οποίες ενδιαφέρονται μόνο για την υγεία και την καλοπέραση των χρηματιστικών αγορών.

Το πρόβλημα είναι ότι, ακόμα και στις σημερινές ευνουχισμένες δημοκρατίες, οι τάξεις που εξαρτώνται από την πρόσκτηση συνεχώς μεγαλύτερου κέρδους δεν αισθάνονται σίγουρες για το αν οι νεοφιλελεύθερες «δομικές» μεταρρυθμίσεις θα επιτρέψουν την εξασφάλισή τους. Όπως και οι εργαζόμενοι, αλλά για τους αντίθετους ακριβώς λόγους, οι ελίτ φαίνεται να έχουν χάσει την εμπιστοσύνη της προς τη δημοκρατική διακυβέρνηση και τη δυνατότητά της να ανασχηματίζει τις κοινωνίες με βάση τις ανάγκες της αγοράς. Η λύση είναι μία και κοινός τόπος για τις ελίτ: ο καπιταλισμός της αγοράς πρέπει να καθαρίσει από τις μολυσματικές δημοκρατικές πολιτικές και έτσι να γίνει όχι μόνο πιο αποτελεσματικός αλλά και πιο ενάρετος και υπεύθυνος. Χώρες σαν την Κίνα εγκωμιάζονται για τα απολυταρχικά πολιτικά τους συστήματα τα οποία, για τις ελίτ, είναι πολύ πιο αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης από τις πλειοψηφικές δημοκρατίες και τις εξισωτικές τους αγκυλώσεις – μια ρητορική που θυμίζει έντονα τα πανηγύρια των ελίτ στη διάρκεια του μεσοπολέμου για τα αποτελεσματικά φασιστικά καθεστώτα του Χίτλερ και του Μουσολίνι (για να μην πούμε και για τον κομμουνισμό του Στάλιν) [5].

Προς το παρόν, η νεοφιλελεύθερη ουτοπία μιλάει για μια «δημοκρατία συμβατή με την αγορά», η οποία πρέπει είναι απαλλαγμένη από δυνάμεις που παρεμβαίνουν στην αγορά και να στηρίζει την από τα κάτω προς τα πάνω αναδιανομή.

 Αν και αυτό το σχέδιο έχει μπει σε εφαρμογή, τόσο στην Δ. Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, υπάρχει πάντα ο φόβος κάποιας δημοκρατικής «ανωμαλίας». Και γι’ αυτό οι πιέσεις των ελίτ για αδρανοποίηση της εξισωτικής δημοκρατίας συνεχίζονται. Στην Ευρώπη, το εργαλείο είναι γνωστό με το ασαφές ψευδώνυμο Ευρωπαϊκή Ένωση, το «δημοκρατικό» προσωπείο του βασικού οργανοπαίκτη: της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.


 (συνεχίζεται)

Σημειώσεις
[2] Armin Schäfer and Wolfgang Streeck, eds, Politics in the Age of Austerity, Cambridge 2013.[3] Walter Korpi, The Democratic Class Struggle, London 1983; and Colin Crouch, Post-Democracy, Cambridge 2004 (ελλην μετάφραση, Μεταδημοκρατία, μετάφραση και εισαγωγή Αλέξανδρος Κιουπκιολής, εκδόσεις Εκκρεμές, 2006).
[4] Η άποψη για τη δημοσιονομική κρίση που με πολύ αγώνα και προπαγάνδα επιβλήθηκε στην κοινή γνώμη από καλολαδωμένα πληρωμένα ακαδημαϊκά πιστόλια όπως ο James M.  Buchanan και η παρέα του.
[5] Daniel A. Bell, Beyond Liberal Democracy: Political Thinking for an East Asian Context, Princeton 2006; and Nicolas Berggruen and Nathan Gardels, eds, Intelligent Governance for the 21st Century: A Middle Way between West and East, London 2012.






 






 

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; (2) Άλλο ένα μπάλωμα

του Wolfgang Streeck
(συνέχεια από το προηγούμενο)

Άλλο ένα μπάλωμα
Μπορούμε να δούμε σημάδια αντιστροφής της κατάστασης;

Τα νέα δεν είναι και τόσο καλά. Έξι χρόνια μετά το 2008 (σ.τ.μ: το άρθρο γράφτηκε το 2014), οι μνήμες από την άβυσσο είναι ακόμη φρέσκες και τόσο οι απαιτήσεις όσο και τα σχέδια για αποφυγή μιας επανάληψης αφθονούν. Αλλεπάλληλα διεθνή συνέδρια και συναντήσεις κορυφής ΄δε φαίνεται να προτείνουν κάτι ουσιαστικό και χειροπιαστό. Εν τω μεταξύ, η χρηματιστική βιομηχανία από την οποία προήλθε το κακό, φαίνεται ότι έχει αναλάβει πλήρως: κέρδη, μερίσματα και μπόνους έχουν επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα ενώ η αναρρύθμιση έχει βαλτώσει σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και εγχώριες παρασκηνιακές κινήσεις. Οι κυβερνήσεις, με πρώτη και καλύτερη αυτή των ΗΠΑ, παραμένουν υπό τον έλεγχο της χρηματιστικής βιομηχανίας. Η οποία, συνεχίζει να εισπράττει γενναιόδωρα πακέτα φτηνού ρευστού από τους φίλους της στις κεντρικές τράπεζες – με κορυφαίο ανάμεσά τους τον Μάριο Ντράγκι της Goldman Sachs στο τιμόνι της ΕΚΤ – το οποίο είτε το κρατούν στα συρτάρια τους είτε το επενδύουν στο χρέος της γενικής κυβέρνησης. Η ανάπτυξη παραμένει αναιμική, το ίδιο και η αγορά εργασίας. Μια χωρίς προηγούμενο ρευστότητα έχει αποτύχει να επανεκκινήσει την οικονομία και η ανισότητα έχει πιάσει νέα, ασύλληπτα ύψη, με το 1% να λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος.

Και δεν είναι πολλοί οι λόγοι για να είναι κανείς αισιόδοξος. Εδώ και λίγο καιρό, ο καπιταλισμός επιβιώνει με ενέσεις ρευστότητας, υπό το καθεστώς μιας νομισματικής πολιτικής της οποίας οι αρχιτέκτονες γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Αλλά όταν οι προσπάθειες που έγιναν να σταματήσει αυτό το 2013, στην Ιαπωνία αλλά και στις ΗΠΑ, έφεραν ως αποτέλεσμα την πτώση των τιμών των μετοχών, η στρατηγική σταδιακής απόσυρσης από τους μηχανισμούς παροχής ρευστότητας (το αποκαλούμενο tapering) μπήκε στο ντουλάπι. Στα μέσα του Ιούνη του 2013, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ) (Bank for International Settlements - BIS), η μητέρα όλων των κεντρικών τραπεζών που εδρεύει στη Βασιλεία, ανακοίνωσε ότι η «ποσοτική χαλάρωση» πρέπει να τελειώσει. Στην ετήσια έκθεση της επισήμανε ότι οι κεντρικές τράπεζες, αντιδρώντας στην κρίση και την αργή ανάκαμψη, είχαν επεκτείνει τους ισολογισμούς τους σε σημείο που να είναι, «αθροιστικά, τρεις φορές περίπου πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα»[2] . Κι ενώ αυτό ήταν απαραίτητο για την αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης, τώρα ο στόχος είναι «η επιστροφή των αναμικών οικονομιών σε ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη». Όμως αυτό ήταν πέρα από τις δυνατότητες των κεντρικών τραπεζών οι οποίες:

«δεν μπορούν να κάνουν τις δομικές οικονομικές και χρηματιστικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για να επανέλθουν οι οικονομίες στα μονοπάτια πραγματικής ανάπτυξης που θέλουν και περιμένουν οι αρχές και οι λαοί. Αυτό που έχουν κάνει οι κεντρικές τράπεζες κατά τη διάρκεια της ανάκαμψής ήταν να δανείσουν χρόνο. […] Αλλά ο δανεισμένος χρόνος δεν χρησιμοποιήθηκε σωστά, καθώς τα χαμηλά επιτόκια και οι αντισυμβατικές πολιτικές έκαναν πιο εύκολο για τον ιδιωτικό τομέα να καθυστερήσει την απομόχλευση και για τις κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν ελλείμματα και να καθυστερήσουν τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στην πραγματική οικονομία και το χρηματιστικό σύστημα. Ως εκ τούτου, το φτηνό χρήμα έκανε πιο εύκολο το δανεισμό παρά την αποταμίευση, πιο εύκολες τις δαπάνες παρά τη φορολογία, πιο εύκολο το να παραμείνεις ίδιος από το να αλλάξεις»

Προφανώς αυτή την άποψη την υιοθετούσε και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ υπό τη διεύθυνση του Μπερνάνκι. Στα τέλη του καλοκαιριού του 2013 φάνηκε για ακόμη μια φορά ότι η εποχή του εύκολου χρήματος είχε τελειώσει. Αλλά το Σεπτέμβριο η αναμενόμενη επιστροφή σε υψηλότερα επιτόκια αναβλήθηκε πάλι. O λόγος, μας είπαν, ήταν ότι η οικονομία δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο ήλπιζαν. Αμέσως, οι τιμές των μετοχών σε όλο τον κόσμο ανέβηκαν. O πραγματικός, ωστόσο, λόγος για τη δυσκολία επιστροφής σε πιο συμβατικές νομισματικές πολιτικές είναι κάτι που ένας διεθνής θεσμός όπως η ΤΔΔ είναι πιο ελεύθερος να πει συγκριτικά με τις εθνικές κεντρικές τράπεζες που υπόκεινται σε πολιτικό έλεγχο. Ότι, έτσι πως έχουν τα πράγματα, ο μόνος τρόπος για να συντηρήσεις τον καπιταλισμό μέσω της απεριόριστης παροχής χρήματος, είναι η προσπάθεια αναβίωσής του μέσα από νεοφιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Ή, όπως ξεκάθαρα συμπυκνώνεται στο δεύτερο υπότιτλο τα ετήσιας έκθεσης της ΤΔΔ για το 2012-13: «Επαύξηση της Ευελιξίας: Το Κλειδί για την Ανάπτυξη». Με άλλα λόγια: σκληρά μέτρα για τους πολλούς σε συνδυασμό με περισσότερα κίνητρα για τους λίγους.
(συνεχίζεται)


Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός;

του Wolfgang Streeck

Υπάρχει μια γενικότερη αίσθηση ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση, περισσότερο από κάθε άλλη φορά από το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Η κατάρρευση του 2008 ήταν η τελευταία μιας μακράς σειράς πολιτικών και οικονομικών κρίσεων που ακολούθησαν το τέλος της οικονομικής ευεξίας στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Οι διαδοχικές κρίσεις γίνονται ολοένα και πιο εκτεταμένες και διαχέονται πολύ πιο γρήγορα και έντονα λόγω της αυξημένης διασύνδεσης της οικονομίας. Τον πληθωρισμό της δεκαετίας του 1970 ακολούθησε η αύξηση του δημοσίου χρέους κατά τη δεκαετία του 1980 και την δημοσιονομική εξυγίανση της δεκαετίας του 1990 η ραγδαία άνοδος του ιδιωτικού χρέους. Εδώ και 4 δεκαετίες, η ανισορροπία είναι η συνήθης κατάσταση του ανεπτυγμένου βιομηχανικού κόσμου, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στην πραγματικότητα, οι κρίσεις του μεταπολεμικού καπιταλισμού έχουν γίνει τόσο διαβρωτικές που προσλαμβάνονται πλέον ως κάτι περισσότερο από τυπικές, οικονομικής φύσεως, αστάθειες. Έχουν οδηγήσει σε αναβίωση μιας παλιότερης αντίληψης για την καπιταλιστική κοινωνία – την πρόσληψη του καπιταλισμού ως μιας κοινωνικής ιεραρχίας και ενός τρόπου ζωής που εξαρτάται ζωτικά από τη απρόσκοπτη συσσώρευση ιδιωτικού κεφαλαίου.

Τα συμπτώματα της κρίσης είναι πολλά αλλά τα σημαντικότερα εξ αυτών είναι οι τρεις μακροπρόθεσμες τάσεις που καταγράφονται στην πορεία των πλούσιων, βιομηχανοποιημένων – ή, ορθότερα, αποβιομηχανοποιημένων – καπιταλιστικών χωρών.

Η πρώτη τάση είναι η συνεχής μείωση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, μείωση που έγινε πιο έντονη με τα γεγονότα του 2008:




Η δεύτερη, που σχετίζεται με την προηγούμενη, είναι μια εξίσου συνεχής αύξηση του συνολικού χρέους:



H τρίτη τάση είναι η συνεχιζόμενη εδώ και δεκαετίες αύξηση στην ανισότητα πλούτου και εισοδημάτων:



Η σταθερή ανάπτυξη, οι ικανοποιητικές απολαβές και ένα ελάχιστο κοινωνικής δικαιοσύνης, που έκαναν δυνατή τη διάχυση ενός μέρους των καπιταλιστικών κερδών προς τους μη κατέχοντες κεφάλαιο, θεωρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ως τα προαπαιτούμενα μέσω των οποίων η καπιταλιστική πολιτική οικονομία αντλούσε νομιμοποίηση.

Από την άποψη αυτή, το πιο ανησυχητικό γεγονός είναι ότι οι τρεις αυτές τάσεις μπορεί να ενταθούν. Όλο και περισσότερα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η αυξανόμενη ανισότητα είναι μια από τις αιτίες της μειωμένης ανάπτυξης, καθώς εμποδίζει τις απαιτούμενες βελτιώσεις στην παραγωγικότητα και αδυνατίζει τη ζήτηση. Η χαμηλή ανάπτυξη, με τη σειρά της, ενισχύει την ανισότητα επιτείνοντας την ανισοκατανομή πλούτου, αυξάνοντας το κόστος παροχής προνομίων από τους πλούσιους στους φτωχούς και κάνοντας τους πλούσιους να ζητούν πιο αυστηρή εφαρμογή του «νόμου του Ματθαίου» που διέπει τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς [1]:

«Γιατί σε καθέναν που έχει, θα του δοθεί και θα του περισσέψει. Αλλά σε όποιον δεν έχει, και αυτό που έχει θα αφαιρεθεί από αυτόν» (Κατά Ματθαίον, 25:29).
 
Περαιτέρω, η αύξηση του χρέους, ενώ αποτυγχάνει να σταματήσει τη μείωση της ανάπτυξης, αυξάνει την ανισότητα μέσω δομικών μεταβολών που σχετίζονται με την χρηματιστικοποίηση της οικονομίας.
Μπορεί αυτός ο φαύλος κύκλος να συνεχιστεί για πάντα; Υπάρχουν δυνάμεις που θα τον σπάσουν; Και τι θα γίνει αν αποτύχουν όπως και γίνεται επί τέσσερεις δεκαετίες; Οι ιστορικοί μας λένε ότι οι κρίσεις δεν είναι κάτι καινούργιο για τον καπιταλισμό και ότι ίσως είναι αναγκαίες για την υγεία του μακροπρόθεσμα. Αλλά αυτό για το οποίο μιλάνε οι ιστορικοί είναι κυκλικές μεταβολές και τυχαία σοκ, μετά από τα οποία οι καπιταλιστικές οικονομίες κινούνται προς μια καινούργια ισορροπία, τουλάχιστον προσωρινά. Αλλά αυτό που βλέπουμε σήμερα δείχνει να είναι μια συνεχής και αμείλικτη διαδικασία σταδιακής εξασθένησης. Η ανάκαμψη από περιστασιακές κρίσεις εκκαθάρισης είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από το σπάσιμο μιας αλληλουχίας αλληλοσχετιζόμενων μακροπρόθεσμων τάσεων. Αν υποθέσουμε ότι η μονίμως χαμηλή ανάπτυξη, η μονίμως αυξανόμενη ανισότητα και το μονίμως αυξανόμενο χρέος δεν είναι διατηρήσιμα επ’ αόριστο και ότι μπορούν να προκαλέσουν συστημική κρίση – την οποία δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε – το ερώτημα είναι: μπορούμε να δούμε σημάδια αντιστροφής της κατάστασης;
 
Σημειώσεις
[1] O «νόμος του Ματθαίου» διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον  Robert Merton in ‘TheMatthew Effect in Science’, Science, vol. 159, no. 3810, pp. 56–63.
 
 

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Tο παγκόσμιο πρωτάθλημα τρομοκρατίας και το τέλος των ΗΠΑ

Η κατάταξη στο παγκόσμιο πρωτάθλημα τρομοκρατίας (από το 2004 έως το 2013) έχει ως εξής (τα πρόσφατα γεγονότα του Παρισιού, δεν αλλάζουν την κατάσταση, τουλάχιστον ποσοτικά):


Η Εθνική Ένωση Όπλων (ΕΕΟ) των ΗΠΑ είναι ένα από τα 3 πιο ισχυρά λόμπι που κατοικοεδρεύουν στην πρωτεύουσα της υπερδύναμης, μαζί με την πανίσχυρη Ένωση Συνταξιούχων και την επίσης πανίσχυρη Αμερικανο-Ισραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων.

Με τεράστια υποστήριξη από το Κογκρέσο (τα 2/3 του οποίου έχουν λάβει παχυλά τσέκια από την ΕΕΟ) και με περισσότερα από 5 εκατομμύρια μέλη, είναι η μεγαλύτερη τρομοκρατική οργάνωση του κόσμου. Τον Οκτώβριο σημειώθηκε το τελευταίο χτύπημά της – με το οπλισμένο χέρι του παρανοϊκού Chris Harper Mercer.
Με ένα ποσοστό οπλοκατοχής που αγγίζει την πληρότητα (89 όπλα/100 κατοίκους), οι ΗΠΑ μάλλον σκάβουν τον τάφο τους. Χιλιάδες αναλυτές, σχολιαστές και προφήτες που εδώ και χρόνια προεξοφλούν χωρίς όμως επιτυχία τον θάνατο των ΗΠΑ θα ανακουφιστούν (ή θα τρομοκρατηθούν - ανάλογα με τις προτιμήσεις)

Μετά την ήττα στο Βετνάμ, πολλοί ανέμεναν πτώση των ΗΠΑ και επικυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης. Αποτέλεσμα: πάπαλα. Στη συνέχεια η απειλή ήταν η Ιαπωνία – με τους ρυθμούς αναπτυξης που εμφάνιζε ήταν ζήτημα χρόνου να ξεπεράσει τις ΗΠΑ. Αποτέλεσμα: εδώ και 25 χρόνια η Ιαπωνία είναι σε οικονομική στασιμότητα. Μετά ήρθε η Ευρωζώνη με το ευρώ που θα ‘παιζε την μπάλα. Αποτέλεσμα: η Ευρωζώνη είναι πιο γνωστή ως Ευρωκρίση. Και στη συνέχεια η Κίνα. Εδώ το αποτέλεσμα δεν είναι ξεκάθαρο αλλά είναι δύσκολο να απειλήσει τις ΗΠΑ γιατί η ανάπτυξή της, όπως της Ιαπωνία και της ΕΕ, στην ουσία τροφοδοτείται από αυτές.
Και τώρα με την ΕΕΟ;

Η ΕΕΟ ασκεί μαζική τρομοκρατία (300 περιπτώσεις μαζικών πυροβολισμών μέσα στο 2015 με 462 νεκρούς (21% αύξηση σε σχέση με το 2014 ) και 1312 τραυματίες (6%  αύξηση σε σχέση με το 2014).

Και οι ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει το πρώτο κρίσιμο σημείο, πέρα από το οποίο κάθε έλεγχος χάνει το νόημά του: ο καθένας έχει όπλο γιατί ο καθένας έχει όπλο. Για τους Αμερικανούς το να βγεις βόλτα άοπλος είναι ισοδύναμο με το να θέλεις να αυτοκτονήσεις. Και πλησιάζουν να ξεπεράσουν και το δεύτερο κρίσιμο σημείο: η χώρα εισέρχεται σε καθεστώς εμφυλίου πολέμου και ντόπιοι και ξένοι επενδυτές την κάνουν για αλλού. Κανείς δεν θέλει να κάνει μπίζνες εκεί κι η υπερδύναμη τελειώνει. Μια μεγάλη χώρα που φτιάχτηκε με τα όπλα, πεθαίνει από τα όπλα.