https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Το κόστος εξηγείται, το κέρδος συμβαίνει

 Πρωί πρωί, πριν βγω για ψώνια, έπεσα σε ένα ποστ. Αποσπάσματα από συνέδριο: δηλώσεις, λόγια καθαρά και τακτοποιημένα. 



Ο πρόεδρος του ΣΕΒ μιλούσε για καχυποψία. Ότι το κράτος αντιμετωπίζει τις επιχειρήσεις σαν ύποπτες. Συνέχισε λέγοντας ότι δημιουργείται ένα πλαίσιο δυσπιστίας. Ότι οι επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως εν δυνάμει εκμεταλλευτές και τα παρόμοια. Και κάπου εκεί μου ήρθε μια σκέψη, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη αλλά αρκετά ειλικρινής: η αγορά δεν χρειάζεται πρόθεση για να σε εκμεταλλευτεί. Το αποτέλεσμα είναι ήδη μέσα στον τρόπο που λειτουργεί.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ μιλούσε για «εκ προοιμίου ενοχή». Η φράση είχε κάτι σχεδόν λογοτεχνικό. Σαν να βρισκόμαστε όλοι σε ένα μυθιστόρημα όπου το έγκλημα είναι γνωστό αλλά ο δράστης παραμένει αφηρημένος. Γιατί αν το δεις ψυχρά, κανείς δεν λέει «ανεβάζω τιμές». Λέει κάτι πιο κομψό: «προσαρμόζω περιθώρια». Το περιθώριο — αυτή η μικρή λέξη που δεν φαίνεται πουθενά αλλά εμφανίζεται πάντα στο τέλος.

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ —ή τουλάχιστον το απόσπασμά του μέσα στο ποστ— έλεγε ότι το πλαφόν «τιμωρεί το κέρδος». Εκεί γέλασα λίγο. Γιατί για να τιμωρηθεί κάτι, πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο. Και για να θεωρηθεί υπεύθυνο, πρέπει να πάψει να είναι φυσικό. Και να μην αρκεί το ότι δεν είναι νόμιμο.

Στα
σχόλια, κάποιος έγραφε για το κόστος. Για τα logistics. Για τις εισαγόμενες πρώτες ύλες. Ήταν σωστός. Η τιμή δεν γεννιέται στο ράφι. Έρχεται από μακριά. Από πλοία, από καύσιμα, από κόσμους που δεν βλέπεις. Αλλά το ενδιαφέρον είναι αλλού: στο ότι το κόστος πάντα εξηγείται, ενώ το κέρδος δεν λέει ποτέ από πού έρχεται.

Με αυτά στο μυαλό, βγήκα σαββατιάτικα από το σπίτι σαν καλός και συνειδητοποιημένος καταναλωτής. 

Γύρισα σπίτι με τρεις σακούλες, ένα σακουλάκι από το φαρμακείο και ένα ρεζερβουάρ γεμάτο βενζίνη και υπαρξιακά ερωτήματα. Δεν μπορώ να πω ότι με έκλεψαν. Θα ήταν άδικο. Το πορτοφόλι μου άδειασε με έναν τρόπο σχεδόν ευγενικό. Κανείς δεν με πίεσε. Κανείς δεν φώναξε. Με κοίταξαν στα μάτια, μου έδωσαν απόδειξη και με άφησαν να φύγω με την αξιοπρέπειά μου άθικτη. Ένιωσα σαν να είχα βιώσει κάποια τελετουργία μετάβασης από την κατανάλωση σε ένα λογιστικό μυστήριο.

Το σούπερ μάρκετ πήγε καλά. Με την έννοια ότι δεν λιποθύμησα. Έκανα εκείνη τη μικρή διαδρομή ανάμεσα στα ράφια που μοιάζει με κοινωνικό πείραμα: μπαίνεις ως καταναλωτής και βγαίνεις ως λογιστής. Στο τυρί, που είναι αδυναμία μου, στάθηκα λίγο παραπάνω. Διάβαζα τιμές όπως διαβάζει κανείς ποίηση σε δύσκολη περίοδο: αργά, με καχυποψία, ψάχνοντας νόημα εκεί που ξέρεις ότι δεν υπάρχει

.Στο φαρμακείο, τα πράγματα ήταν πιο απλά. Εκεί δεν συγκρίνεις. Υποκύπτεις. Πλήρωσα κοιτώντας τον φαρμακοποιό που χαμογελούσε με εκείνη τη συμπάθεια που έχουν οι άνθρωποι που ξέρουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.

Στο βενζινάδικο, ο μετρητής έγραφε ευρώ αγόρταγα. Με τη βεβαιότητα που έχουν τα πράγματα που δεν αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους. Τον κοιτούσα και μου ήρθε η λέξη αχόρταγος. Όχι ως χαρακτηρισμός αλλά ως κατάσταση. Μια πείνα χωρίς σώμα. Δίνεις, παίρνει. Ξαναδίνεις, συνεχίζει. Όχι γιατί χρειάζεται αλλά γιατί έτσι λειτουργεί. Πριν φτάσω στο ποσό που δεν ήθελα να δω, κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι δεν πληρώνω μόνο καύσιμο. Συμμετέχω. Σε κάτι που δεν χορταίνει, δεν τελειώνει, δεν εξηγείται. Μόνο επαναλαμβάνεται.

Και κάπου εκεί, με τις σακούλες στο πάτωμα και την απόδειξη στο χέρι, θυμήθηκα το ποστ. Τα προϊόντα ήταν εκεί. Αθώα. Δεν ήξεραν τίποτα για πλαφόν, για συνέδρια, για πολιτική οικονομία. Ήταν απλώς πράγματα. Με τιμές που είχαν ήδη αποφασιστεί αλλού.

Και τότε σκέφτηκα ότι το πρόβλημα με το πλαφόν δεν είναι ότι περιορίζει το κέρδος. Είναι ότι, για μια στιγμή, αποκαλύπτει ότι το κέρδος μπορεί να περιοριστεί. Και αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί αν μπορεί να περιοριστεί, τότε δεν είναι φυσικό. Και αν δεν είναι φυσικό, τότε κάποιος το καθορίζει. Και αν κάποιος το καθορίζει, τότε  κάποιος άλλος το πληρώνει.

Κοίταξα ξανά την απόδειξη. Δεν είχε χιούμορ. Αλλά είχε ακρίβεια.