https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Θεοκρατίες σε πόλεμο (2)

 Πριν λίγους μήνες έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «Θεοκρατίες σε πόλεμο». Το έγραψα γιατί δεν άντεχα άλλο το θέατρο: το μόνιμο αφήγημα περί «δημοκρατικών κοινωνιών» που πολεμούν μια «θεοκρατία», λες και το πρόβλημα της εποχής είναι απλώς ένα λάθος καθεστώς σε ένα λάθος μέρος. Το δίπολο ήταν καθαρό, υπερβολικά καθαρό. Και ακριβώς γι’ αυτό με έκανε να δυσπιστώ. Οι ιστορίες που είναι τόσο καθαρές συνήθως δεν είναι αλήθεια· είναι εργαλείο..


Έγραψα λοιπόν ότι δεν έχουμε ένα σκιάχτρο απέναντι σε έναν άγγελο. Έχουμε μορφές ιεροποίησης που συγκρούονται—και η σύγκρουση δεν γίνεται μόνο για σύνορα και βάσεις, αλλά για το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει σαν να κρατάει το μέτρο του κόσμου. Οι ΗΠΑ—με το In God We Trust να κυκλοφορεί σε κάθε συναλλαγή σαν αόρατο ευχολόγιο, με το «God bless America» να κλείνει ομιλίες σαν τελετουργικό κλείδωμα του νοήματος. Το Ισραήλ—με τη θρησκευτική νομοθεσία να παρεμβαίνει σε ό,τι λέγεται ιδιωτικό και με την ιθαγένεια να αποκτά βάρος που δεν είναι μόνο νομικό αλλά σχεδόν μεταφυσικό. Και από την άλλη το Ιράν—θεοκρατικό, ναι, αυταρχικό, ναι, αλλά όχι το καρτούν που βολεύει. Όχι το μπουντρούμι χωρίς παράθυρα. Ένα κράτος με θεσμούς, με εσωτερικές τριβές, με κοινωνία που αναπνέει, με μορφές δημιουργίας και τεχνογνωσίας που δεν χωράνε στην εύκολη λέξη «μεσαίωνας».

Το έγραψα αυτό και, για λίγες ώρες, ένιωσα πως τακτοποίησα κάτι μέσα μου. Σαν να έβαλα μια καρφίτσα σε έναν χάρτη και να είπα: εδώ είναι το ψέμα. Αλλά το ψέμα δεν μένει στη θέση του. Γλιστράει. Και το πιο ύπουλο είναι ότι, ακόμη κι όταν το αναγνωρίζεις, δεν σταματά να δουλεύει. Συνεχίζει να δικαιολογεί. Συνεχίζει να ντύνει την ισχύ με ύφος αρετής.

Κι ύστερα έρχεται η δική μας πλευρά της ιστορίας—η πλευρά που δεν εμφανίζεται στις μεγάλες αναλύσεις γιατί είναι υπερβολικά κοινή. Εμείς εδώ, στο κάτω άκρο της Ευρώπης, δεν έχουμε την πολυτέλεια της καθαρής ιδεολογίας. Ζούμε από τις ρωγμές. Από εισαγωγές, από καύσιμα, από ροές που περνούν μακριά μας. Ένα στενό που κλείνει, ένα λιμάνι που γίνεται στόχος, ένα ασφάλιστρο που εκτοξεύεται—και ξαφνικά το κόστος εμφανίζεται στο τραπέζι σου σαν συγγενής που δεν τον κάλεσες αλλά ξέρει ήδη πού είναι τα ποτήρια. Δεν χρειάζεται να σου εξηγήσει πολλά. Αρκεί να καθίσει.

Τότε ακούς τη λέξη «αποτροπή» και, αντί για στρατηγικές, σκέφτεσαι το ράφι με το λάδι. Ακούς «ασφάλεια» και σκέφτεσαι τον λογαριασμό του ρεύματος. Η γεωπολιτική εδώ δεν είναι χάρτης· είναι συνήθεια. Είναι το μόνιμο σφίξιμο στο στομάχι όταν οι λέξεις «κλιμάκωση» και «ναυτιλία» μπαίνουν στην ίδια πρόταση.

Και δεν μπορώ να πω πως είμαι μόνο θεατής. Το κοιτάω κι από μια άλλη, άχαρη γωνία: είναι και η δουλειά μου. Μετράω, συγκρίνω, προσπαθώ να μεταφράσω τον φόβο σε αριθμούς, να χωρέσω το χάος σε διαγράμματα, να κάνω την αβεβαιότητα κάτι που μπορείς να συζητήσεις χωρίς να ουρλιάξεις. Καμιά φορά, όταν δουλεύω αργά τη νύχτα, νιώθω σαν να φτιάχνω αποδείξεις για ένα δικαστήριο που δεν θα γίνει ποτέ. Σαν να προσπαθώ να πείσω κάποιον που δεν θα εμφανιστεί: κοιτάξτε, αυτό είναι προβλέψιμο, αυτό είναι μηχανικό, αυτό είναι αποτέλεσμα. Μα μετά θυμάμαι ότι οι μηχανισμοί δεν αρκούν. Γιατί η πολιτική δεν είναι πάντα μαθηματικά. Είναι και πίστη. Πίστη όχι στον Θεό, αλλά στην εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.

Ο πόλεμος, ειδικά όταν ακουμπάει ενέργεια και θαλάσσιες ροές, είναι ένας τρόπος να αλλάξεις την οικονομία χωρίς να αλλάξεις νόμο. Ένας τρόπος να αυξήσεις τις τιμές χωρίς να το ψηφίσεις. Κι ύστερα υπάρχει το δολάριο, αυτό το παγκόσμιο νευρικό σύστημα. Όταν φοβάται ο κόσμος, μαζεύεται γύρω του σαν να μαζεύεται γύρω από φωτιά. Και τότε η φωτιά καίει αλλού. Η ρευστότητα γίνεται έλλειψη, η έλλειψη γίνεται πανικός, ο πανικός γίνεται επιτόκιο, κι εσύ εδώ το νιώθεις όχι σαν διάγραμμα αλλά σαν πρόσωπο—σαν το πρόσωπο ενός ανθρώπου που έχει αρχίσει να υπολογίζει τη ζωή του με μικρότερες κινήσεις.

Αυτό φαίνεται και στον τρόπο που μιλούν οι άνθρωποι. Οι κουβέντες γίνονται πιο κοφτές. Οι φίλοι που κάποτε έλεγαν «άσε με μ’ αυτά» αρχίζουν να διαλέγουν πλευρές. Η λέξη «στρατόπεδο» επιστρέφει χωρίς να λέγεται. Κι εγώ σκέφτομαι κάτι που πάντα με τρόμαζε: δεν χρειάζεται να είσαι φανατικός για να γίνεις φανατικός. Αρκεί να φοβηθείς αρκετά. Αρκεί να νιώσεις ότι αν δεν ανήκεις κάπου θα μείνεις ακάλυπτος.

Κι εδώ ξαναγυρνάω στο ίδιο σημείο: αυτό που με εξοργίζει δεν είναι μόνο η βία. Είναι η μεταμφίεσή της. Η βία που ντύνεται «ηθική». Η ισχύς που ιεροποιείται. Το έχω δει να δουλεύει παντού: όταν ο ένας λέει «ορθολογισμός» και ο άλλος λέει «πίστη», στην ουσία και οι δύο λένε «δίκιο μου». Μόνο που το δίκιο μου, όταν γίνεται ιερό, δεν χρειάζεται απόδειξη. Και τότε η διαφωνία δεν είναι διαφωνία· είναι ύβρις. Η διόρθωση δεν είναι διόρθωση· είναι προδοσία. Έτσι κατασκευάζεις θεοκρατία χωρίς να χρειάζεσαι ράσα. Αρκεί να έχεις γλώσσα.

Σ’ εκείνο το κείμενο είχα αστειευτεί και τους είχα πει «κοκκαλοθεοκράτες». Το έγραψα για να αντέξω την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια είναι άβολη: ότι πολλοί από αυτούς που μιλούν για δημοκρατία μιλούν στην πραγματικότητα για τη δική τους θρησκεία της ισχύος. Μια θρησκεία χωρίς ναούς, αλλά με βάσεις, ομόλογα, δορυφόρους, αρμάδες και δελτία. Μια θρησκεία που ιεροποιεί τον εαυτό της ως κοσμική και γι’ αυτό δεν δέχεται την κατηγορία της πίστης. Οι άλλοι πιστεύουν—εμείς ξέρουμε, λένε. Κι αυτή ακριβώς η βεβαιότητα είναι το πιο θεοκρατικό πράγμα πάνω τους.

Το Ιράν δεν είναι άγιο. Ούτε το Ισραήλ. Ούτε οι ΗΠΑ. Αλλά το παιχνίδι δεν παίζεται για το ποιος είναι άγιος. Παίζεται για το ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζεται άγιος. Κι όταν έχεις αυτό το δικαίωμα, μπορείς να δικαιολογήσεις σχεδόν τα πάντα: κυρώσεις που πνίγουν, δολοφονίες που βαφτίζονται «αποτροπή», κυβερνοπόλεμο που βαφτίζεται «ασφάλεια», εισβολές που βαφτίζονται «ελευθερία». Η λέξη αλλάζει και η πράξη μένει ίδια. Μόνο που η πράξη, όταν επιστρέφει ως κόστος, δεν έχει λέξεις να τη σκεπάσουν.

Στην Ελλάδα έχουμε μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε αυτά, όχι επειδή είμαστε σοφότεροι, αλλά επειδή έχουμε τραυματιστεί. Έχουμε ζήσει το πώς μια γλώσσα «αναγκαιότητας» μπορεί να γίνει μαστίγιο. Έχουμε δει πώς οι αριθμοί μετατρέπονται σε ηθική, πώς οι αποφάσεις βαφτίζονται «μονόδρομος». Γι’ αυτό, όταν ακούω τώρα πάλι τα μεγάλα αφηγήματα, νιώθω μια παλιά ναυτία. Ξέρω ότι πίσω τους υπάρχει πάντα ένας λογαριασμός, κι αυτός ο λογαριασμός δεν πάει ποτέ στους ίδιους. Πάει στους ανθρώπους που μετράνε τη ζωή τους σε μικρές πληρωμές και σε μικρές αναβολές.

Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι ο πιο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι ο πόλεμος καθαυτός, αλλά η κανονικοποίηση. Το να συνηθίσουμε ότι οι πόλεμοι είναι φυσιολογικοί, ότι οι τιμές είναι «νέα πραγματικότητα», ότι η δημοκρατία είναι ένα λογότυπο, ότι οι θεοκρατίες υπάρχουν παντού αρκεί να αλλάξεις ένδυμα. Το να μάθουμε να ζούμε μέσα σε ένα μόνιμο «όλα αυτά είναι έτσι».
Κι όμως, κάποια νύχτα, όταν το κινητό σβήνει και μένουν μόνο τα μικρά λαμπάκια να αναβοσβήνουν, υπάρχει μια ανάσα. Σκέφτομαι ότι η ιστορία, όσο κι αν την οδηγούν οι μεγάλοι, δεν είναι ποτέ πλήρως δική τους. Ότι υπάρχει ένα μικρό περιθώριο: η άρνηση να καταπιείς το ψέμα. Η απαίτηση για καθαρή γλώσσα. Η επιμονή να θυμάσαι ποιος πληρώνει το κόστος. Αν δεν μπορώ να σταματήσω τους πολέμους, μπορώ τουλάχιστον να αρνηθώ την τελετουργία της ιεροποίησης.

Να πω: δεν πιστεύω το στόρι  σας.