https://www.youtube.com/watch?v=hh-P0PPolCI

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ιδιοκτήτορες και Ενοικιοπάροικοι: Ένα 24ωρο

 Ξύπνημα
Ο Στέφανος ξύπνησε πριν ακουστεί ο ήχος. Το ρολόι στο χέρι του δονήθηκε ανεπαίσθητα, σαν υπενθύμιση. Άνοιξε τα μάτια και, για λίγα δευτερόλεπτα, έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας το ταβάνι. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο ήταν ακριβώς όσο έπρεπε. Σταθερή. Το σώμα του δεν χρειάστηκε να προσαρμοστεί.
Σηκώθηκε και περπάτησε ξυπόλυτος μέχρι την κουζίνα. Η μηχανή του καφέ άναψε μόνη της. Ο πρώτος espresso της ημέρας είχε πάντα την ίδια γεύση, την ίδια πυκνότητα. Κάποια στιγμή, σχεδόν από συνήθεια, πήρε το κινητό και άνοιξε την εφαρμογή. Οι αριθμοί ήταν εκεί. Τα μισθώματα είχαν μπει. Όχι όλα την ίδια ώρα, αλλά όλα εγκαίρως. Κοίταξε για λίγο την οθόνη χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Ήταν απλώς επιβεβαίωση. Ένα σημάδι ότι ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί όπως τον περίμενε.
Σε ένα άλλο παράθυρο διάβασε έναν τίτλο για την αγορά ακινήτων. Ποσοστά, αυξήσεις, λέξεις που δεν τον τρόμαζαν. Χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει. Δεν ένιωσε χαρά. Ένιωσε συνέπεια. Το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί με έναν αριθμό στο μυαλό του και ξύπνησε με έναν ελαφρώς μεγαλύτερο. Δεν είχε κάνει τίποτα γι’ αυτό. Κι όμως, είχε συμβεί.

Ο Μάνος ξύπνησε από έναν ήχο που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το κεφάλι του. Χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι ήταν κομπρεσέρ. Κάπου κοντά. Μπορεί και δίπλα. Το διαμέρισμα ήταν σκοτεινό και κρύο. Έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Το σώμα του άργησε να συμφωνήσει με την ώρα.
Σηκώθηκε και άνοιξε το αιρκοντίσιον. Το άφησε ανοιχτό όσο έπλενε το πρόσωπό του. Όχι παραπάνω. Ο λογαριασμός του προηγούμενου μήνα ήταν ακόμα νωπός στη μνήμη του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα μάτια του έδειχναν πιο κουρασμένα απ’ όσο θυμόταν.Καθώς ντυνόταν, οι σκέψεις άρχισαν να μπαίνουν σε σειρά, σαν κουτάκια. Κοινόχρηστα. Υπόλοιπο. Ημερομηνίες. Έκανε έναν γρήγορο υπολογισμό, χωρίς χαρτί, χωρίς αριθμομηχανή. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Αν κάτι πήγαινε στραβά, δεν υπήρχε χώρος. Ούτε χρόνος.


Μετακίνηση και Καφές
Ο Στέφανος μπήκε στο αυτοκίνητο και περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα με εκείνον τον πνιχτό, καθησυχαστικό ήχο. Η λεωφόρος ήταν ήδη πνιγμένη στην κίνηση, αλλά δεν τον ενοχλούσε. Είχε κι αυτή τον ρυθμό της. Έβαλε ένα podcast και άφησε τη φωνή να γεμίσει το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Μιλούσαν για αγορές, για κύκλους, για ευκαιρίες που εμφανίζονται εκεί όπου άλλοι βλέπουν κρίση. Δεν άκουγε κάθε λέξη. Αρκούσε ο τόνος.
Σταμάτησε σε ένα φανάρι και κοίταξε μπροστά. Τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν μια γραμμή που δεν φαινόταν να τελειώνει. Δεν βιαζόταν. Ήξερε ότι θα φτάσει. Όταν είδε το κατάστημα στη γωνία, έστριψε χωρίς να το σκεφτεί. Παρήγγειλε καφέ και ένα σάντουιτς. Ο υπάλληλος χαμογέλασε μηχανικά. Ο Στέφανος πλήρωσε και κοίταξε για μια στιγμή την απόδειξη πριν τη ρίξει στο καλάθι των αχρήστων.
Καθώς έπινε τον καφέ στο αυτοκίνητο, σκέφτηκε ότι τα πράγματα είχαν ακριβύνει. Όχι με ανησυχία· περισσότερο σαν παρατήρηση. Σαν κάτι που διαβάζεις στον καιρό. Αν είχε μετοχές σε εταιρείες τροφίμων, ίσως να ήταν και καλό νέο. Έβαλε μπρος και ξαναμπήκε στην κίνηση, αφήνοντας πίσω το κατάστημα, την απόδειξη και τις σκέψεις για την ακρίβεια.

Ο Μάνος στεκόταν όρθιος στο τρόλεϊ, κρατώντας μια χειρολαβή που γυάλιζε από τη χρήση. Το μηχανάκι του έμενε παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι. Τα λάστιχα είχαν σχεδόν λιώσει, αλλά θα άντεχαν λίγο ακόμα. Τα κρατούσε για ώρα ανάγκης. Γύρω του, σώματα κολλημένα το ένα στο άλλο, βλέμματα χαμηλωμένα. Κανείς δεν μιλούσε, εκτός από μια γυναίκα λίγο πιο πέρα.
«Δεν βγαίνω, Χριστίνα μου», έλεγε στο τηλέφωνο. «Σου λέω, δεν βγαίνω. Μου ζήτησε αύξηση πενήντα ευρώ»
Ο Μάνος ένιωσε ένα ρίγος να του ανεβαίνει στη σπονδυλική στήλη. Δεν ήταν τα πενήντα ευρώ. Ήταν η φράση. Την είχε ακούσει κι άλλες φορές, από άλλους, σε άλλα μέσα. Πάντα με τον ίδιο τόνο. Σαν αναγγελία.
Όταν έφτασε στο γραφείο, άφησε το μπουφάν στην καρέκλα και πήγε στο κυλικείο. Πήρε έναν καφέ. Πλήρωσε και, για μια στιγμή, έμεινε να κοιτάζει το ποτήρι. Θυμήθηκε πόσο έκανε πέρυσι. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Η διαφορά ήταν μικρή, αλλά σταθερή. Την ένιωσε σαν βάρος στο χέρι του. Σκέφτηκε μια λέξη που δεν θα έλεγε ποτέ φωναχτά και ήπιε την πρώτη γουλιά.

Παραγωγικότητα και Κέρδος
Ο Στέφανος δεν έλεγε ποτέ ότι πάει στη δουλειά. Έλεγε ότι έχει ραντεβού. Το ραντεβού εκείνο το πρωί ήταν σε ένα γραφείο στον τρίτο όροφο, με θέα σε έναν δρόμο που έμοιαζε πάντα ίδιος. Σαν την οθόνη του φοροτεχνικού. Στον δρόμο άλλαζαν οι περαστικοί και τα οχήματα· στην οθόνη οι αριθμοί. Τα άλλα ίδια.
Ο φοροτεχνικός τον υποδέχτηκε χαμογελαστός, σαν να είχαν ήδη συμφωνήσει σε όλα. Κάθισαν απέναντι, με έναν φάκελο ανοιχτό ανάμεσά τους. Ο λογιστής μιλούσε ήρεμα, με λέξεις που έμοιαζαν ακίνδυνες. Δομές. Εταιρικά σχήματα. Προβλέψεις. Ο Στέφανος άκουγε χωρίς να κρατά σημειώσεις. Δεν χρειαζόταν. Ό,τι λεγόταν εκεί μέσα δεν χρειαζόταν να αποδειχθεί. Είχε ειπωθεί πολλές φορές στο παρελθόν, με άλλα νούμερα και τα ίδια χαμόγελα.
Κάποια στιγμή άκουσε τη φράση «τα νέα είναι καλά». Την είχε ακούσει πολλές φορές στο ίδιο δωμάτιο. Ήταν πάντα η ίδια φράση, ειπωμένη με ελαφρώς διαφορετικό τόνο. Το τεκμαρτό δεν τον έπιανε πολύ. Το τέλος είχε καταργηθεί. Οι αντικειμενικές θα ανέβαιναν ξανά. Όλα κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση.
Σκέφτηκε για μια στιγμή το κράτος. Όχι ως μηχανισμό, αλλά ως κάτι αφηρημένο, σχεδόν προσωπικό. Το πλεόνασμα, οι αριθμοί, οι ειδήσεις που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Ένιωσε μια αδιόρατη ικανοποίηση. Όχι περηφάνια. Περισσότερο μια αίσθηση συμμετοχής. Πλήρωνε τον φόρο του. Όχι πολύ, όχι λίγο. Όσο έπρεπε.
Η κουβέντα πέρασε φυσικά στο επόμενο θέμα. Ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Παλιό. Μικρό. Αγορασμένο σε άλλη εποχή, όταν οι λέξεις «κρίση» και «ευκαιρία» χρησιμοποιούνταν σχεδόν μαζί. Ο λογιστής ανέφερε ένα ποσό. Ο Στέφανος το επανέλαβε φωναχτά, σαν να ήθελε να το ακούσει στον αέρα. Του φάνηκε παράλογο, αλλά όχι απίθανο. Ένα νούμερο που δεν είχε καμία σχέση με εκείνο που θυμόταν από την αγορά.
Δεν σκέφτηκε τη λέξη κέρδος. Δεν σκέφτηκε ούτε τη λέξη τύχη. Η λέξη που του ήρθε ήταν «σωστό timing». Κάτι που, όπως όλα τα άλλα, είχε δουλέψει όσο αυτός κοιμόταν.

Ο Μάνος είχε φτάσει στη δουλειά από τις οκτώ. Η αποθήκη μύριζε χαρτόνι και υγρασία. Άνοιξε τον υπολογιστή και άρχισε να περνά παραστατικά πριν ακόμα πιει καφέ. Το σύστημα άργησε να φορτώσει. Περίμενε, κοιτάζοντας την οθόνη, σαν να περίμενε απάντηση από κάποιον που είχε αργήσει.
Λίγο πριν το μεσημέρι, ο προϊστάμενος πέρασε από το γραφείο. Δεν κάθισε. Έμεινε όρθιος, με το ένα χέρι στην καρέκλα. Μίλησε για νούμερα, για ανάπτυξη, για μια χρονιά που «πήγε τρένο». Χτύπησε φιλικά τον Μάνο στον ώμο. Όταν ο Μάνος ρώτησε για αύξηση, η απάντηση ήρθε αμέσως, σαν να ήταν έτοιμη από πριν. Κόστη. Εισφορές. Αβεβαιότητα. Η φωνή ήταν ήρεμη, σχεδόν καθησυχαστική.
Η διατακτική σίτισης ειπώθηκε σαν παραχώρηση. Ένα μικρό δώρο. Ο Μάνος κούνησε το κεφάλι. Δεν είπε τίποτα. Επέστρεψε στη θέση του και άνοιξε ένα άλλο παράθυρο στον υπολογιστή. Το έκανε γρήγορα, σαν κάτι που δεν έπρεπε να φαίνεται. Διάβασε αγγελίες. Τίτλους. Απαιτήσεις. Αγγλικά, αναλύσεις, δεξιότητες. Ένιωσε μια λέξη να κολλάει στο μυαλό του, χωρίς να τη θέλει.
Έκλεισε το παράθυρο και συνέχισε να δουλεύει. Τα εμπορεύματα έμπαιναν και έβγαιναν. Τα νούμερα έβγαιναν σωστά. Η μέρα κυλούσε όπως έπρεπε. Η δουλειά γινόταν. Η αξία παραγόταν. Κάπου αλλού.
Ο Μάνος ήξερε ότι ο μισθός του είχε σταματήσει να αλλάζει εδώ και χρόνια. Το ήξερε με την ίδια βεβαιότητα που ήξερε ότι όλα γύρω του είχαν αλλάξει. Τα ενοίκια, οι λογαριασμοί, οι τιμές. Ζούσε σε έναν χρόνο που έτρεχε πιο γρήγορα απ’ τον ίδιο.

Μεσημεριανό Διάλειμμα
Το τραπέζι ήταν στημένο έξω, σε σημείο που είχε ήλιο αλλά όχι θόρυβο. Ο Στέφανος έφτασε λίγα λεπτά αργότερα από τους άλλους και κάθισε χωρίς βιασύνη. Τα ποτήρια ήταν ήδη μισογεμάτα. Κάποιος είχε παραγγείλει κρασί πριν ακόμα ανοίξουν οι κατάλογοι.
Η κουβέντα δεν άργησε να πάει εκεί που πήγαινε πάντα. Στην έλλειψη προσωπικού. Στο πόσο δύσκολο είχε γίνει να βρεις άνθρωπο να δουλέψει. Ο Στέφανος μίλησε τελευταίος, σαν να περίμενε να διαμορφωθεί πρώτα το κλίμα. Είπε ότι ψάχνει κάποιον για καθαριότητα και ότι του ζήτησαν οκτώ ευρώ την ώρα. Το είπε με έναν τόνο που δεν ήταν ακριβώς θυμός. Περισσότερο απορία.
Κάποιος κούνησε το κεφάλι. Κάποιος άλλος γέλασε. Η λέξη «επιδόματα» ακούστηκε χωρίς να τονιστεί, σαν εξήγηση που δεν χρειάζεται συνέχεια. Κανείς δεν ρώτησε λεπτομέρειες. Κανείς δεν στάθηκε σε ώρες, ένσημα, διαδρομές. Τα πράγματα ήταν απλά. Υπήρχε δουλειά, αλλά δεν υπήρχε διάθεση. Έτσι έμοιαζε.
Το φαγητό ήρθε. Πιάτα καλοστημένα, μερίδες που δεν έμοιαζαν μεγάλες αλλά ήταν αρκετές. Ο Στέφανος έκοψε μια μπουκιά και δοκίμασε. Ήταν καλό. Το είπε. Κάποιος συμφώνησε. Το κρασί ξαναγεμίστηκε. Ο λογαριασμός ήρθε αργότερα, διπλωμένος. Κανείς δεν τον κοίταξε πολλή ώρα. Μοιράστηκε, πληρώθηκε, ξεχάστηκε. Ήταν απλώς ένα μεσημέρι.

Ο Μάνος έφαγε στο γραφείο του. Άνοιξε το τάπερ και η μυρωδιά από φακές γέμισε τον μικρό χώρο. Δεν τον πείραζε. Του άρεσαν οι φακές, απλώς όχι τρίτη μέρα στη σειρά. Έφαγε γρήγορα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την οθόνη. Διάβαζε ειδήσεις χωρίς να ψάχνει κάτι συγκεκριμένο.
Ένας τίτλος τον έκανε να σταματήσει. Κέρδη. Ρεκόρ. Σούπερ μάρκετ. Έμεινε για λίγο ακίνητος, με το πιρούνι στον αέρα. Θυμήθηκε τη φέτα που είχε αφήσει στο ράφι την προηγούμενη μέρα. Το τυρί που πήρε στη θέση της. Δεν ήξερε τι ήταν ακριβώς. Είχε μια γεύση που δεν κρατούσε.
Έκλεισε την είδηση και συνέχισε να τρώει. Οι φακές ήταν χλιαρές. Σκέφτηκε το γυμναστήριο. Το είχε κόψει πριν μήνες, χωρίς να το ανακοινώσει σε κανέναν. Όταν του πρότειναν έξοδο, έλεγε ότι ήταν κουρασμένος. Το έλεγε τόσο συχνά που, στο τέλος, έμοιαζε αλήθεια.
Κοίταξε το ρολόι. Το διάλειμμα τελείωνε. Έπλυνε το τάπερ πρόχειρα και το έβαλε στην τσάντα. Στο γραφείο, κάποιος γελούσε με ένα βίντεο στο κινητό. Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά.

Σούπερ Μάρκετ και Επένδυση
Το απόγευμα κύλησε ήσυχα για τον Στέφανο. Δεν είχε κάτι επείγον να κάνει, οπότε πέρασε από το ντελικατέσεν της γειτονιάς του, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα και τον τύλιξε μια γνώριμη μυρωδιά: τυριά, κρασί, κάτι ξηρό και παλιό που έδινε την αίσθηση διάρκειας. Ζήτησε δύο κομμάτια, άκουσε ονόματα, χρονιές, περιοχές. Έγνεψε καταφατικά. Δεν ρώτησε τιμές. Δεν είχε νόημα.
Στο ταμείο, έβγαλε την κάρτα και περίμενε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Η απόδειξη μπήκε διπλωμένη στην τσέπη, χωρίς να διαβαστεί. Στον δρόμο για το σπίτι άκουγε ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Μιλούσαν για πλεονάσματα, για επιδόσεις καλύτερες του αναμενόμενου. Οι λέξεις ήταν ίδιες με αυτές που άκουγε εδώ και μήνες. Σταθερότητα. Εμπιστοσύνη. Αγορές.
Όταν έφτασε σπίτι, άφησε τις σακούλες στον πάγκο και άνοιξε την τηλεόραση. Οι ίδιες ειδήσεις, αυτή τη φορά με εικόνα. Γραφήματα που ανέβαιναν. Δηλώσεις μετρημένες. Ένιωσε μια ήρεμη βεβαιότητα. Όχι ενθουσιασμό· κάτι πιο βαθύ. Το αίσθημα ότι τα πράγματα, παρά τον θόρυβο, πήγαιναν όπως έπρεπε. Ότι το σύστημα είχε ισορροπία. Και ότι αυτή η ισορροπία τον περιλάμβανε.

Ο Μάνος μπήκε στο σούπερ μάρκετ λίγο πριν κλείσει. Τα φώτα ήταν δυνατά, σχεδόν επιθετικά. Τα καρότσια έτριζαν. Στον διάδρομο με τα λαχανικά, μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατούσε τρεις ντομάτες και τις ζύγιζε ξανά και ξανά, σαν να περίμενε διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο Μάνος την προσπέρασε χωρίς να κοιτάξει. Ήξερε το βλέμμα. Το είχε δει πολλές φορές.
Στάθηκε μπροστά στο ράφι με τα απορρυπαντικά. Το μεγάλο μπουκάλι είχε πάλι ανέβει. Το πήρε στα χέρια του και το ξαναέβαλε στη θέση του. Σκέφτηκε κάτι που είχε ακούσει το πρωί: ότι ο πληθωρισμός είχε πέσει. Το είπε από μέσα του, σαν δοκιμή. Δεν του φάνηκε αληθινό.
Γέμισε το καλάθι με τα απολύτως απαραίτητα. Όχι αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που δεν μπορούσε να αποφύγει. Στο ταμείο, κοίταξε την οθόνη καθώς ανέβαινε το ποσό. Σαράντα πέντε ευρώ. Έβγαλε την κάρτα και πλήρωσε. Η σακούλα ήταν ελαφριά. 
Στον δρόμο για το σπίτι, σκέφτηκε το ψυγείο. Πριν τρία χρόνια, με τα ίδια χρήματα, το γέμιζε. Τώρα, απλώς το διατηρούσε. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και άφησε τις σακούλες στο τραπέζι. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο. Πολύ ήσυχο.

 Το Τηλεφώνημα
Ο Στέφανος καθόταν στον καναπέ με το φως χαμηλωμένο. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο. Είχε ανοίξει την ατζέντα στο κινητό και περνούσε τα ονόματα με τον αντίχειρα, μηχανικά, σαν να έλεγχε κάτι που ήξερε ήδη. Στάθηκε σε ένα. Το κοίταξε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
Το συμβόλαιο έληγε τον επόμενο μήνα.
Σκέφτηκε ότι ο Μάνος ήταν συνεπής. Δεν είχε καθυστερήσει ποτέ. Δεν είχε δημιουργήσει πρόβλημα. Από τους καλούς. Αλλά αυτό δεν είχε σχέση με το θέμα. Το θέμα ήταν αλλού. Το είχε δει γύρω του, το είχε ακούσει στα τραπέζια, το είχε διαβάσει σε αριθμούς. Οι τιμές είχαν φύγει. Το διπλανό διαμέρισμα είχε νοικιαστεί πολύ παραπάνω. Τα τετρακόσια πενήντα του φάνηκαν ξαφνικά λίγα. Σχεδόν αφελή.
Δεν το ένιωσε σαν πίεση. Ούτε σαν επιλογή. Περισσότερο σαν διόρθωση. Κάτι που έπρεπε να γίνει για να επανέλθει η ισορροπία. Πάτησε κλήση.
Το κινητό του Μάνου άρχισε να χτυπάει πάνω στο τραπέζι. Το είδε και δεν το σήκωσε αμέσως. Το όνομα στην οθόνη ήταν σαφές. Έμεινε να το κοιτάζει, σαν να περίμενε να αλλάξει. Όταν απάντησε, η φωνή του τού φάνηκε ξένη.
— Γεια σου, Μάνο μου, τι κάνεις;
— Καλά, κύριε Στέφανε. Πείτε μου.
Η φωνή από την άλλη άκρη ήταν ήρεμη, σχεδόν φιλική. Ο Στέφανος μιλούσε αργά, με εκείνον τον τόνο που χρησιμοποιείς όταν θέλεις να δείξεις ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
— Λοιπόν, λήγει το συμβόλαιο τον άλλο μήνα. Ξέρεις πώς έχουν πάει τα πράγματα. Οι τιμές, τα έξοδα… Δεν βγαίνω, αγόρι μου. Πρέπει να το πάμε στα εξακόσια.
Ο Μάνος δεν απάντησε αμέσως. Στάθηκε όρθιος στο σαλόνι, με το κινητό στο αυτί. Τα νούμερα άρχισαν να περνούν από το μυαλό του χωρίς σειρά. Ενοίκιο. Ρεύμα. Φαγητό. Το ποσό που κρατούσε στην άκρη — αν μπορούσε να το κρατήσει.
— Τα εξακόσια είναι πολλά, είπε τελικά. Ο μισθός μου είναι εννιακόσια πενήντα.
Υπήρξε μια μικρή παύση. Όχι αμηχανία. Περισσότερο υπολογισμός.
— Το καταλαβαίνω, Μάνο μου. Όλοι δυσκολευόμαστε. Αλλά κι εγώ έχω υποχρεώσεις. Και, να σου πω την αλήθεια, σου κάνω και χάρη. Αλλού ζητάνε εφτακόσια. Σκέψου το και πες μου μέχρι Παρασκευή. Αλλιώς… ξέρεις, υπάρχει ενδιαφέρον.
Η λέξη έμεινε να αιωρείται. Ενδιαφέρον.
— Εντάξει, είπε ο Μάνος. Θα σας πω.
Έκλεισαν.
Ο ήχος της γραμμής που κόπηκε γέμισε το δωμάτιο. Ο Μάνος έμεινε ακίνητος, με το κινητό ακόμα στο χέρι. Ένιωσε κάτι να κατεβαίνει αργά στο στομάχι του. Όχι θυμό. Όχι φόβο. Κάτι πιο βαρύ. Σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί χωρίς αυτόν.

Η Νύχτα
Ο Στέφανος έσβησε το φως στο σαλόνι και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο. Η μέρα είχε κυλήσει όπως έπρεπε. Όσα χρειάζονταν είχαν τακτοποιηθεί.
Πριν κλείσει τα μάτια, το διαμέρισμα πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του. Αν ο Μάνος έφευγε, δεν θα ήταν πρόβλημα. Ένα βάψιμο, λίγες φωτογραφίες, και η αγγελία θα ανέβαινε μόνη της. Οι τιμές ήταν εκεί. Το ήξερε. Είχε δει τα παραδείγματα. Είχε ακούσει τις ιστορίες. Πάντα υπήρχαν λύσεις.
Γύρισε στο πλάι. Η αναπνοή του έγινε αργή, σταθερή. Στον ύπνο του, εικόνες μπλέχτηκαν χωρίς βάρος: γραφήματα που ανέβαιναν, αριθμοί που έκλειναν σωστά, λέξεις όπως «σταθερότητα» και «εμπιστοσύνη», λέξεις που δεν χρειάζονταν εξήγηση. Κοιμήθηκε βαθιά, σαν άνθρωπος που δεν περιμένει τίποτα δυσάρεστο από το πρωί.

Ο Μάνος δεν άναψε το φως. Καθόταν στον καναπέ, με τα πόδια στο πάτωμα και τα χέρια ακίνητα στα γόνατα. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από τον δρόμο. Ένα φανάρι άλλαζε χρώμα κάθε τόσο, ρίχνοντας σκιές στους τοίχους. Κοίταζε το ταβάνι χωρίς να το βλέπει πραγματικά.
Το τηλεφώνημα γύριζε στο μυαλό του χωρίς λόγια πια. Μόνο αριθμοί. Τα εξακόσια. Τα εννιακόσια πενήντα. Αυτό που έμενε. Αυτό που δεν έμενε. Προσπάθησε να σκεφτεί πρακτικά, σαν να ήταν κάποιος άλλος. Τι θα έκανε; Πού θα πήγαινε; Πόσο αντέχει κανείς να μικραίνει τη ζωή του χωρίς να το πει δυνατά;
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Ήπιε λίγο νερό. Γύρισε πίσω και κάθισε πάλι. Δεν ένιωθε φθόνο. Ούτε ζήλια. Αυτό που ένιωθε ήταν κάτι πιο σταθερό. Όχι απώλεια, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι είχε κλείσει οριστικά.
Λίγο μετά τις δύο, άνοιξε τον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε μηχανικά. Αγγελίες. Τετραγωνικά. Περιοχές. Τιμές. Διάβαζε χωρίς να σταματά. Ένα ημιυπόγειο. Είκοσι πέντε τετραγωνικά. Τετρακόσια ευρώ. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, όχι για να ξεκουραστεί, αλλά για να αντέξει την εικόνα.
Έξω, η πόλη είχε σχεδόν σωπάσει. Κάπου μακριά πέρασε ένα αυτοκίνητο. Ο Μάνος έμεινε καθισμένος στο σκοτάδι. Ψιθύρισε κάτι που δεν περίμενε απάντηση και έκλεισε την οθόνη.

Το Χάσμα
Το εικοσιτετράωρο τελείωσε χωρίς να αφήσει ίχνη. Κανένα γεγονός που να το ξεχωρίζει από τα προηγούμενα. Μια μέρα όπως όλες οι άλλες, που πέρασε και καταγράφηκε μόνο σε μικρές μεταβολές: σε αριθμούς που ανέβηκαν, σε αντοχές που μειώθηκαν.
Ο Στέφανος ξύπνησε την επόμενη μέρα όπως ακριβώς είχε κοιμηθεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει αισθητά, κι όμως κάτι είχε προστεθεί. Όχι κάτι που να πιάνεται. Κάτι που υπήρχε ήδη, απλώς λίγο περισσότερο. Η αξία, το περιθώριο, η ασφάλεια. Δεν χρειαζόταν να το μετρήσει. Το ήξερε από τον τρόπο που στεκόταν μέσα στο δωμάτιο.

Ο Μάνος ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε χαθεί. Όχι απότομα, αλλά σταδιακά, σαν αέρας που φεύγει από έναν χώρο που δεν ήταν ποτέ εντελώς κλειστός. Δεν είχε χάσει δουλειά, ούτε σπίτι — ακόμα. Είχε χάσει, όμως, τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μπορούν να μείνουν όπως είναι. Και αυτό ήταν αρκετό.

Συμπέρασμα
Αν κάποιος κοίταζε τη χώρα από μακριά, θα έβλεπε μια γραμμή που ανεβαίνει. Μια ιστορία επιτυχίας, επιβεβαιωμένη με αριθμούς. Αν πλησίαζε λίγο περισσότερο, θα έβλεπε δύο ανθρώπους που δεν συναντήθηκαν ποτέ πραγματικά, παρότι συνδέονταν με τον πιο άμεσο τρόπο. Ο ένας ζούσε από το βάρος που σήκωνε ο άλλος, χωρίς να το νιώθει. Ο άλλος σήκωνε βάρος χωρίς να το βλέπει κανείς.
Το χάσμα δεν ήταν αποτέλεσμα σύγκρουσης. Κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν αδίκησε με τη στενή έννοια της λέξης. Όλα έγιναν νόμιμα, λογικά, ορθολογικά. Αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό στοιχείο. Το σύστημα δεν έτριζε. Δούλευε.
Και ακριβώς γι’ αυτό, το χάσμα μεγάλωνε. Ο Στέφανος και ο Μάνος συνέχισαν τη ζωή τους. Ο ένας με την αίσθηση ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο άλλος με την αίσθηση ότι το έδαφος μετακινείται. Ανήκαν στην ίδια πόλη, στην ίδια εποχή, στην ίδια οικονομία. Αλλά όχι στην ίδια πραγματικότητα.
Το εικοσιτετράωρο είχε κλείσει τον κύκλο του.

 



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Χαρακτήρες και δομές

 Σε περιόδους ιστορικής αστάθειας/γεωπολιτικών ανακατατάξεων/ μετασχηματισμών της διεθνούς τάξης/ παγκόσμιας ανασφάλειας και τα παρόμοια, είναι φορές (όχι λίγες) που ψάχνουμε εξηγήσεις στα πρόσωπα. Έτσι, στις μέρες μας, η συζήτηση πολλές φορές επικεντρώνεται στον Τραμπ και τη συμπεριφορά του.


Δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι ενίοτε διασκεδαστικό ή ακόμη και ανακουφιστικό· σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι σοβαρό. Κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη ψυχολογικών χαρακτηριστικών στους πολιτικούς ηγέτες, ούτε τη σημασία τους στο επίπεδο της ρητορικής, του ύφους ή της διαχείρισης της εξουσίας. Το να υποστηρίζει όμως κανείς ότι αποφάσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις προκύπτουν από την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου —και όχι από τις δομές, τους συσχετισμούς δυνάμεων και τα όρια της καπιταλιστικής συσσώρευσης— είναι, στην καλύτερη περίπτωση, εκκεντρικό.

Αν μείνουμε στον ύστερο 20ό και στον 21ο αιώνα, θα δούμε τα πρόσωπα να αλλάζουν και τις πολιτικές προσωπικότητες να διαφέρουν έντονα μεταξύ τους· ωστόσο, οι βασικοί άξονες εξουσίας παραμένουν εντυπωσιακά σταθεροί. Παρά τις μεγάλες διαφορές ύφους και λόγου μεταξύ ηγετών όπως ο Κλίντον, ο Ομπάμα, ο Μπους ή ο Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν τον ίδιο πυρήνα πολιτικής: στρατιωτική προβολή ισχύος, χρηματοπιστωτική ηγεμονία, έλεγχο των διεθνών ροών κεφαλαίου και επιβολή γεωοικονομικών όρων.

Η απόδοση των πολιτικών εξελίξεων στην ψυχική κατάσταση των ηγετών δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Αντιθέτως, εμφανίζεται συστηματικά σε περιόδους κρίσης. Ο Χίτλερ παρουσιάστηκε συχνά ως «παράφρων», ο Νίξον ως «παρανοϊκός», ο Μπους ως «ανίκανος» και σήμερα ο Τραμπ ως «ναρκισσιστής» ή «σολιψιστής». Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ψυχολογικοποίηση λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι.

Πιο συγκεκριμένα, επιτελεί τρεις κρίσιμες λειτουργίες. Πρώτον, αποπολιτικοποιεί τις αποφάσεις, μετατρέποντάς τες σε προϊόντα ατομικών παρεκκλίσεων. Δεύτερον, απαλλάσσει τους θεσμούς, τις οικονομικές ελίτ και τις κοινωνικές δομές από την ευθύνη τους. Τρίτον, μετατρέπει τη συστημική βία σε ατομική παθολογία. Όταν ο πόλεμος, η λιτότητα ή η οικονομική καταστροφή αποδίδονται στην «τρέλα» ενός ηγέτη, το σύστημα που τα παρήγαγε παραμένει στο απυρόβλητο.

Και γιατί όχι, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Οι δομικές αναλύσεις είναι συχνά βαρετές — και, κυρίως, πολιτικά επικίνδυνες. Αμφισβητούν ιδιοκτησιακές σχέσεις, μορφές εξουσίας και μηχανισμούς συσσώρευσης. Η ψυχολογία, αντίθετα, είναι «ασφαλής»: δεν οδηγεί σε κοινωνική σύγκρουση ούτε απαιτεί πολιτικές ανατροπές. Έτσι, ο Τραμπ μετατρέπεται σε κλινικό ζήτημα και όχι σε ιστορικό σύμπτωμα, ενώ η συζήτηση για τον χαρακτήρα του αντικαθιστά τη συζήτηση για τις υλικές συνθήκες που τον ανέδειξαν.

Ένα απλό νοητικό πείραμα αρκεί για να φανεί το ανεδαφικό της ψυχολογικοποίησης: αν αύριο ο Τραμπ εξαφανιζόταν από την πολιτική σκηνή, θα εξαφανίζονταν μαζί του οι εμπορικές συγκρούσεις, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας; Η απάντηση είναι προφανής. Οι διαδικασίες αυτές θα συνέχιζαν να εξελίσσονται, ενδεχομένως με διαφορετικό ύφος, αλλά με παρόμοιο περιεχόμενο.

Τελικά, ακόμη και ο «κοινός νους» δείχνει ότι η ψυχολογική και ψυχιατρική ερμηνεία της πολιτικής μπορεί να φωτίσει το ύφος της εξουσίας, αλλά δύσκολα μπορεί να εξηγήσει το περιεχόμενό της. Οι αποφάσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις δεν γεννιούνται στο ασυνείδητο ενός ηγέτη, αλλά στο υλικό υπόστρωμα των κοινωνικών σχέσεων, των ταξικών συγκρούσεων και των ορίων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όσο η ανάλυση παραμένει καθηλωμένη στα πρόσωπα, τόσο η κατανόηση της ιστορικής κίνησης θα παραμένει ελλιπής.






Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Όλοι Οδυσσείς χωρίς Ιθάκη

 Μέσα στο γενικότερο καποδιστριακό χαμό και το νέο διχασμό σε «Σμαραγδολάτρες» και «Σμαραγδομάχους», είπα να αποσταστώ λιγάκι από την πραγματικότητα και να διαβάσω το The World Ahead 2026 του Economist, ένα ραπόρτο που συνιστά μια συμπύκνωση της παγκόσμιας προοπτικής υπό αγγλοσαξονική οπτική. Τα κείμενα του (για τις ΗΠΑ, την υπόλοιπη αμερικανική ήπειρο, την Κίνα, την υπόλοιπη Ασία, τη Μέση Ανατολή & Αφρική, την Ευρώπη και το ΗΒ και διεθνή θέματα, χρηματοοικονομικά, επιστήμη & τεχνολογία, πολιτισμός), περιγράφουν και χαρτογραφούν με πυκνότητα έναν κόσμο αυξημένης αβεβαιότητας, γεωπολιτικής ρευστότητας, επίμονων πολέμων. Και γράφουν σενάρια με υψηλό βαθμό εμπειρικής ακρίβειας.





Ο ρόλος του δεν είναι να πείσει με κραυγαλέα προπαγάνδα. Αυτό που κάνει είναι πιο λεπτό και πιο αποτελεσματικό. Κανονικοποιεί μια συγκεκριμένη παγκόσμια οπτική, παρουσιάζοντάς την ως κοινή λογική: έναν κόσμο όπου η οικονομία αποτελεί φυσικό νόμο, η πολιτική τεχνική διαχείριση και η κρίση μόνιμο περιβάλλον. Δεν σου λέει τι να πιστέψεις. Απλά σού δείχνει πώς «φαίνονται τα πράγματα» όταν τα κοιτά κανείς από το κέντρο του συστήματος, προσπαθώντας να δοθεί συνοχή σε έναν κόσμο που μοιάζει να διαλύεται σε ασύνδετες κρίσεις. Πόλεμοι χωρίς τέλος, οικονομική αβεβαιότητα, τεχνολογικές υποσχέσεις, πολιτισμική ανησυχία: όλα συγκεντρώνονται σε μια ενιαία αφήγηση, όχι για να εξηγηθούν αλλά για να καταστούν διαχειρίσιμα στο επίπεδο του νοήματος. 

Ο Economist βλέπει πολλά —αλλά δεν βλέπει ποτέ από έξω. Και ακριβώς εκεί, στη διαύγεια και ταυτόχρονα στον περιορισμό του βλέμματός του, αρχίζει το ενδιαφέρον.

Η ανάλυση ζητά τη μυθολογία

Καθώς ξεφυλλίζεις το The World Ahead 2026, η γλώσσα της ανάλυσης αρχίζει να δείχνει σημάδια κόπωσης. Οι αριθμοί, οι δείκτες, οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί και οι προβλέψεις παραμένουν παρόντες, όμως κάτι δεν επαρκεί πια. Η συσσώρευση κρίσεων δεν συνθέτει νόημα. Απλώς προστίθεται σε έναν κατάλογο κινδύνων. Κάπου εκεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, το report εγκαταλείπει τη στενή οικονομική και γεωπολιτική ανάλυση και μετατοπίζεται προς έναν πολιτισμικό στοχασμό. Η επιμελής, αυτάρεσκα νηφάλια ανάλυση μοιάζει ξαφνικά να ζητά βοήθεια από αλλού. Και αυτή η βοήθεια δεν έρχεται από τη θεωρία, ούτε από την ιστορία, ούτε καν από την πολιτική οικονομία. Έρχεται από τον μύθο.
Η στροφή αυτή αποκαλύπτει ένα όριο. Όταν η ιστορική εξήγηση αδυνατεί να προσφέρει συνοχή, η αφήγηση αναζητά άλλες μορφές. Ο μύθος εμφανίζεται τότε όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως εργαλείο νοηματοδότησης. Προσφέρει εικόνες εκεί όπου η αιτιότητα σιωπά, χαρακτήρες εκεί όπου οι δομές γίνονται αόρατες. Με τον μύθο, η εμπειρία της κρίσης παύει να είναι απλώς χαοτική και αποκτά μορφή.
Έτσι, αφού ο/η αναγνώστης/αναγνώστρια διαβάσει για το νέο κόσμο που αναδύεται, τον Τραμπ, την κινεζική ισχύ, παγκόσμια οικονομία κ.λπ., ΄βρίσκει μπροστά του ένα κείμενο που αν, μη τι άλλο, προκαλεί το ενδιαφέρον. 

Η απώλεια της Ιθάκης

Λέγεται «Μαθήματα από τον Οδυσσέα». Μια επιλογή που δεν φαίνεται τυχαία. Στην ομηρική αφήγηση, ο Οδυσσέας δεν είναι απλώς ένας ευέλικτος επιζών. Είναι φορέας ενός συγκεκριμένου σκοπού: του νόστου. Η επιστροφή στην Ιθάκη δεν είναι συναισθηματικό καταφύγιο, αλλά πολιτική πράξη. Σημαίνει αποκατάσταση τάξης, επαναφορά δικαίου, ανασύσταση μιας κοινωνικής και ηθικής ισορροπίας που έχει διαρραγεί από τον πόλεμο και την απουσία. Η περιπλάνηση έχει νόημα ακριβώς επειδή τελειώνει.
Στον Οδυσσέα του Economist, αυτό το τέλος έχει εξαφανιστεί. Η Ιθάκη δεν λειτουργεί πια ως ιστορικός ή κοινωνικός ορίζοντας, αλλά ως αφηρημένη προσδοκία — σχεδόν ως μεταφορά καλής διαχείρισης. Δεν υπάρχει επιστροφή με την έννοια της αποκατάστασης. Υπάρχει μόνο επιτυχής πλοήγηση. Ο μύθος απογυμνώνεται από τη χρονικότητά του και μετατρέπεται σε κατάλογο δεξιοτήτων: ευφυΐα, αντοχή, προσαρμοστικότητα, αυτοέλεγχος. Ο ήρωας δεν δρα μέσα σε κοινωνικές αντιθέσεις, απλώς ανταποκρίνεται σε προκλήσεις.
Αυτό που αφαιρείται είναι κρίσιμο. Αφαιρείται η σύγκρουση ως κοινωνική σχέση. Αφαιρείται η πολιτική διάσταση της επιστροφής. Αφαιρείται η ιδέα ότι το ταξίδι έχει νόημα επειδή οδηγεί κάπου συγκεκριμένα, σε έναν κόσμο που μπορεί — έστω βίαια και αντιφατικά — να αναδιοργανωθεί. Στη θέση τους μπαίνει η ιδέα της διαρκούς πλεύσης: ενός κόσμου χωρίς τελικό λιμάνι, όπου η επιτυχία μετριέται όχι με το αν αλλάζεις τις συνθήκες, αλλά με το αν αντέχεις μέσα σε αυτές.
Έτσι, ο μύθος μετατρέπεται από ιστορική αφήγηση σε εργαλείο ατομικής ψυχολογίας. Δεν μας λέει πώς συγκροτείται ή αποσυντίθεται μια κοινωνία αλλά  πώς να αντέχουμε την αποσύνθεσή της. Και αυτό δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική επιλογή. Είναι μια ιδεολογική μετατόπιση. Από την επιστροφή στη διαρκή προσαρμογή. Από την Ιθάκη ως κοινωνικό προορισμό, στη θάλασσα ως μόνιμη κατάσταση.
Η ηθική της αντοχής: όταν η προσαρμογή γίνεται αρετή. 

Όλοι Οδυσσείς
Τελικά ο μύθος ολοκληρώνει τη μεταμόρφωσή του. Ο Οδυσσέας παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται πρότυπο. Ό,τι ξεκίνησε ως ατομική αφήγηση επιβίωσης γενικεύεται σιωπηρά σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Άτομα, κράτη, επιχειρήσεις, θεσμοί: όλοι καλούνται να υιοθετήσουν την ίδια στάση, την ίδια ηθική, την ίδια γλώσσα. Η θάλασσα είναι κοινή για όλους· οι θύελλες μάς αφορούν εξίσου· άρα όλοι οφείλουμε να μάθουμε τις ίδιες δεξιότητες πλοήγησης. Η καθολικότητα αυτή ακούγεται παρηγορητική. Είναι όμως και βαθιά παραπλανητική.

Διότι η γενίκευση του μύθου σβήνει τις διαφορές. Αν όλοι είμαστε Οδυσσείς, τότε κανείς δεν είναι εγκλωβισμένος χωρίς μέσα, κανείς δεν ταξιδεύει σε σαπιοκάραβο, κανείς δεν ξεκινά από άνισες αφετηρίες. Οι δομές εξαφανίζονται πίσω από την αφήγηση της κοινής μοίρας. Η ανισότητα μεταφράζεται σε διαφορετικό βαθμό δεξιοτεχνίας, όχι σε διαφορετική θέση μέσα σε ένα σύστημα. Όποιος αποτυγχάνει, απλώς δεν προσαρμόστηκε αρκετά καλά.

Πλεύση χωρίς λιμάνι

Κλείνοντας, δεν μπορώ να αρνηθώ στο κείμενο την ευφυΐα του. Αναγνωρίζει τη μόνιμη κρίση χωρίς να καταφεύγει σε ψευδείς υποσχέσεις εξόδου. Αποφεύγει τις φτηνές παρηγοριές  και τη ρητορική της αναπόφευκτης προόδου. Μιλά για έναν κόσμο που δεν επιστρέφει εύκολα στην ισορροπία, και το κάνει με γλώσσα προσεγμένη, ειρωνική, πολιτισμικά ενημερωμένη. Σε μια εποχή κραυγών, η νηφαλιότητά του είναι πράγματι αρετή.
Αλλά ακριβώς αυτή η νηφαλιότητα είναι και το όριό του. Γιατί, όσο καθαρά κι αν βλέπει την καταιγίδα, αρνείται να ρωτήσει από πού προήλθε. Όσο ειλικρινά κι αν περιγράφει την αβεβαιότητα, αποφεύγει να την εντάξει σε μια ιστορική ακολουθία συγκρούσεων και επιλογών. Η κρίση παρουσιάζεται ως κατάσταση, όχι ως διαδικασία· ως περιβάλλον, όχι ως αποτέλεσμα. Κι έτσι, η σκέψη περιορίζεται στη διαχείριση, όχι στη μεταμόρφωση.

Η τελική εικόνα μένει χαραγμένη με ακρίβεια: ένας Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη. Ένας ήρωας που έχει μάθει να επιβιώνει, να προσαρμόζεται, να αντέχει — αλλά όχι να επιστρέφει. Η πλεύση γίνεται αυτοσκοπός. Το ταξίδι χάνει το νόημά του ως κίνηση προς έναν προορισμό και μετατρέπεται σε άσκηση δεξιοτεχνίας μέσα στην αβεβαιότητα.